OLUWABIYI ADEMOLA ADESANYA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 53/2026, 16/2/2026
print
Τίτλος:
OLUWABIYI ADEMOLA ADESANYA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 53/2026, 16/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 53/2026 (K) iJustice

                                             

    16 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

   OLUWABIYI ADEMOLA ADESANYA, εκ Νιγηρίας

Αιτητή

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Ανδρέας Δ. Δημητρίου δικηγόρος για Αιτητή

Κατερίνα Μιχαηλίδου για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε για Καθ' ων η αίτηση.

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, ο οποίος, σύμφωνα με την αίτηση ακυρώσεως, διαμένει στη Δημοκρατία από το 2023 έτος που υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία στις 29.08.2023 απορρίφθηκε όπως στις 18.04.2024 απορρίφθηκε και η εναντίον της απόφασης αυτής Προσφυγή του με αρ. 3959/23 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (το «ΔΔΔΠ»). Η αίτηση επανανοίγματος του Αιτητή απορρίφθηκε στις 29.04.2025 η δε εναντίον της πράξης αυτής προσφυγή στο ΔΔΔΠ (Τ236/25) αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 06.06.2025. Στις 13.01.2026 ο Αιτητής συνελήφθη στη Λεμεσό για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και στις 14.01.2026 κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 των Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων καθότι διαπιστώθηκε ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 06.06.2025 που απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το ΔΔΔΠ. Παράλληλα, του απαγορεύτηκε η είσοδος στη Δημοκρατία για περίοδο 5 ετών από την αναχώρησή του. Τις εν λόγω πράξεις προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή του.

 

Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εγείρεται ότι οι προσβαλλόμενες παραβιάζουν την αρχή της μη επαναπροώθησης δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «Κεφ. 105») και άρθρου 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ  (εφεξής η «Οδηγία») αλλά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») και τα μεταξύ τους άρρηκτα συνδεδεμένα δικαιώματα στη ζωή (άρθρο 2, ΕΣΔΑ) και στην προστασία από τα βασανιστήρια, την απάνθρωπή και την εξευτελιστική μεταχείριση (άρθρο 3, ΕΣΔΑ) που τυχόν επαναπροώθηση του Αιτητή μπορεί να παραβιάζει (καθώς και τα συναφή  άρθρα 2-4 και 19(2) Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε). Στο πλαίσιο του ιδίου λόγου ακύρωσης, ο Αιτητής θέτει ότι δεν έγινε έρευνα από την Καθ’ ης η αίτηση κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, δεν απασχόλησε, δεν εξετάστηκε ούτε και αξιολογήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ο κίνδυνος επαναπροώθησης δεδομένου ότι, κατά τον ισχυρισμό, ήταν αιτητής διεθνούς προστασίας αλλά ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του καθώς και αυτές στη χώρα καταγωγής του κατά τη στιγμή της έκδοσης απόφασης απέλασης.

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή θέτει περαιτέρω ότι οι προσβαλλόμενες παραβιάζουν το Κεφ. 105 και την Οδηγία αναφορικά με τις διαδικασίες καθότι, κατά τον ισχυρισμό του, ουδέποτε ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης σε οποιοδήποτε στάδιο δεόντως και σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών του 1972 (ΚΔΠ 242/1972). Παράλληλα θέτει ότι απαιτείται η έκδοση απόφαση επιστροφής, η οποία να κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο στον τύπο που καθορίζεται στο άρθρο 18ΠΔ του Νόμου, αναφέροντας δηλαδή τους νομικούς και πραγματικούς λόγους, επί των οποίων βασίζεται η απόφαση επιστροφής καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, πρέπει δε να δίδεται προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης, τουλάχιστον 30 ημερών και μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωση με την απόφαση επιστροφής κατά την προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης, υπάρχει δικαίωμα έκδοσης διατάγματος απέλασης, πάντοτε μετά την εκπνοή της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης.

 

Στα πλαίσια του εν λόγω λόγου ακύρωσης ο Αιτητής θέτει ότι δεν του δόθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δικαίωμα ακρόασης, το οποίο έχει καθοριστεί από το ΔΕΕ ως αναπόσπαστο μέρος και δικαίωμα που πρέπει να παραχωρείται στις διαδικασίες επιστροφών και απομάκρυνσης.

 

Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής ισχυρίζεται έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη διερεύνησης των προσωπικών και οικογενειακών του συνθηκών και περιστάσεων και του ότι, κατά την υποβολή, διαμένει με την οικογένειά του στη Δημοκρατία τουλάχιστον από το 2019 και το ανήλικο τέκνο του γεννήθηκε μόλις στις 08.11.2023. Παραπέμπει εκ νέου στο άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105.  

 

Με τον τελευταίο (υπό κεφάλαιο Γ) λόγο ακύρωσης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης κράτησης δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση υπερασπίζεται τη νομιμότητα και το ορθό των ενεργειών της.

 

Εξέτασα τις θέσεις των μερών έχοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων καθώς και την απόφαση του ΔΔΔΠ επί της προσφυγής του Αιτητή Αρ. 3959/23 όπου αποφασίστηκε ότι ο Αιτητής δε διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του όπου δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων καταλήγοντας ότι δεν είναι δικαιούχος προστασίας δυνάμει του σχετικών προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένης της εν λόγω κρίσης του ΔΔΔΠ, η οποία δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο (η δε αίτηση επανανοίγματος επίσης απορρίφθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτητής διεθνούς προστασίας ούτε στην περίπτωση του να γίνεται λόγος για παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης γενικώς ή δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 ή άρθρου 5 της Οδηγίας. Ούτε παράβαση των άρθρων 2-3 της ΕΣΔΑ ή των άρθρων 2-4 και 19(2) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.  

 

Στο μέτρο δε που ο Αιτητής επικαλείται τη γέννηση του τέκνου του, το ζήτημα αυτό δεν άπτεται της αρχής της μη επαναπροώθησης, αλλά των βέλτιστων συμφερόντων των ανήλικων τέκνων/οικογενειακής του κατάστασης, έννοιες διακριτές (βλ. C‑249/13 Boudjlida,  σκέψη 48[1]) άλλωστε οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας δε συνδράμουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο προς την αρχή της μη επαναπροώθησης. Είναι δε στον ενδιαφερόμενο, εν προκειμένω στον Αιτητή, που εναπόκειται να συνεργασθεί με την αρμόδια αρχή, προκειμένου να της παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση και, ιδιαιτέρως, εκείνες που είναι δυνατό να δικαιολογήσουν τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής (βλ. Boudjlida, ανωτέρω  σκέψεις 49 και 50). Αυτή η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας τού επιβάλλει να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την εν λόγω αρχή σχετικά με οποιεσδήποτε εξελίξεις της οικογενειακής του ζωής και το δικαίωμα του να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που αφορούν την οικογενειακή ζωή του δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο προς επανεκκίνηση ή παράταση της διοικητικής διαδικασίας στο διηνεκές (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση C‑166/13 Mukarubega, σκέψη 71).

 

Δε θεωρώ δε ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αστόχησαν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης ούτε παραβίασαν τις πιο πάνω αναφερόμενες πρόνοιες του Κεφ. 105 (ή Οδηγίας) ή της ΕΣΔΑ (ή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε) ούτε ότι η απόφαση τους ήταν προϊόν ανεπαρκούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Καθ’ης η αίτηση και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και αναιτιολόγητη λόγω μη διερεύνησης των προσωπικών και οικογενειακών του συνθηκών και περιστάσεων.

 

Πέραν όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω ως προς την αρχή της μη επαναπροώθησης με παραπομπή στις ανεπιτυχείς του αιτήσεις και προσφυγές στο ΔΔΔΠ, πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικά ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του, οι Καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν της έστω όψιμης (αφού συνελήφθη), ενημέρωσης που έτυχαν από τον ίδιο περί της γέννησης του τέκνου του[2], αναζήτησαν άμεσα με επιστολή τους-Παράρτημα 4 σε ένσταση, τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (εφεξής «ΥΚΕ»), οι οποίες μέχρι τουλάχιστον την επιφύλαξη της παρούσας απόφασης στις 13.02.2026 δεν είχαν δοθεί. Κατ’ ακρίβεια, για τον λόγο αυτό, ήτοι της πρόθεσης τους να αναζητήσουν της απόψεις των ΥΚΕ, οι Καθ’ ων η αίτηση εξ αρχής ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης του Αιτητή για σκοπούς αναζήτησης και λήψης των απόψεων των ΥΚΕ (βλ. σχετική χειρόγραφη σημείωση επί Παραρτήματος 1 σε Ένσταση).

 

Συνεπώς θεωρώ ότι συμμορφώθηκαν με όσα θέτει το άρθρο 18ΟΖ[3] του Κεφ. 105, το οποίο δεν εναποθέτει υποχρέωση στους Καθ’ ων η αίτηση να έχουν παραλάβει τις απόψεις των ΥΚΕ πριν την έκδοση των προσβαλλομένων, αλλά ακριβώς να διασφαλίσουν ότι κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105, άρθρα που περιλαμβάνουν όχι μόνο την απέλαση αλλά και την εκτέλεσή της (στους ορισμούς του άρθρου 18ΟΔ περιλαμβάνεται και ο ορισμός «απομάκρυνση» σημαίνει εκτέλεση της υποχρέωσης επιστροφής και συγκεκριμένα φυσική μεταφορά εκτός της Δημοκρατίας·), να λαμβάνουν υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή με τη συνδρομή των ΥΚΕ. Αυτό ακριβώς δύναται να επιτυγχάνεται με την αναστολή της εκτέλεσης της απέλασης που στην παρούσα διετάχθη εξ αρχής από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Σημειώνω ότι η ανωτέρω ερμηνεία, βάσει της οποίας η έκδοση διατάγματος απέλασης και η αναστολή εκτέλεσής του ενόσω εκκρεμούν οι απόψεις των ΥΚΕ εναρμονίζεται με το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105, υποστηρίζεται όχι μόνο από το όλο πνεύμα της Οδηγίας, το οποίο σκοπεί σε μια αποτελεσματική και άμεση πολιτική απομάκρυνσης και επαναπατρισμού παρανόμως παραμενόντων αλλοδαπών (C-38/14 Samir Zaizoune, σκέψη 34) αλλά και από άλλες πρόνοιες του Κεφ. 105, όπως το άρθρο 18ΠΒ («Επιστροφή και απομάκρυνση ασυνόδευτων ανηλίκων»), το οποίο, αναφορικά με ασυνόδευτους ανηλίκους, με διαφοροποιημένο λεκτικό φαίνεται να επιφυλάσσει ενισχυμένη προστασία προβλέποντας ρητά την αναζήτηση βοήθειας από τις ΥΚΕ πριν αποφασιστεί η έκδοση απόφασης επιστροφής εναντίον ασυνόδευτου ανηλίκου. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 18ΠΒ(1) προβλέπεται όπως:

 

«18ΠΒ.-(1) Πριν αποφασιστεί η έκδοση απόφασης επιστροφής εναντίων ασυνόδευτου ανηλίκου, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης ζητά τη βοήθεια του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος την παρέχει λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

 

Συνεπώς, δεδομένων των πιο πάνω, ο πρώτος και τρίτος λόγος ακύρωσης απορρίπτονται.

 

Απορριπτέοι, περαιτέρω, είναι και οι ισχυρισμοί που αναπτύσσονται υπό τον δεύτερο λόγο ακύρωσης. Προκύπτει από τα ενώπιόν μου δεδομένα και δη με την επιστολή-Παράρτημα 1 στην προσφυγή του, ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, του αναφέρθηκαν οι λόγοι που κρίθηκε ως τέτοιος καθώς και ότι έχει δικαίωμα να προσφύγει στο παρόν Δικαστήριο, δικαίωμα που προφανώς άσκησε. Συνεπώς δεν υπάρχει παράβαση του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών του 1972 (ΚΔΠ 242/1972) ούτε του άρθρου 18ΠΔ του Κεφ. 105. Ως δε προς τη μη παροχή διαστήματος οικειοθελούς αναχώρησης, επίσης δεν εντοπίζω πλημμέλεια στις ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση εφόσον κρίθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής [σχετικό το άρθρο 18ΟΘ(4) του Κεφ. 105], ζήτημα το οποίο συνδέεται και με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης πιο κάτω.

 

Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν του δόθηκε δικαίωμα ακρόασης πριν την έκδοση των προσβαλλομένων. Ο Αιτητής εξέθεσε τις απόψεις του πριν την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων εφόσον έτυχε συνέντευξης από τις αρχές όπου μάλιστα παρέδωσε και πιστοποιητικό γέννησης του τέκνου του (παράρτημα 1 σε Ένσταση Καθ’ ων η αίτηση) με αποτέλεσμα την αναστολή της απέλασής του. Η εν λόγω διαδικασία συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά ακρόασης ως έχει καθοριστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ. Στην C166/13 Mukarubega, την οποία σχολιάζει άλλωστε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κρίθηκε ότι, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα ακροάσεως σε περίπτωση που η διοίκηση παράσχει στον ενδιαφερόμενο δυνατότητα ακροάσεως ότι προτίθεται να εκδώσει απόφαση για να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής του στα πλαίσια διαδικασίας ανακρίσεως διενεργηθείσας κυρίως υπό τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων από αστυνομικές αρχές (βλ. σκ. 73-82). Σχετική βέβαια είναι και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθ. Έφεση Αρ. 89/2015 Α.Ν. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.α. ημερ. 03.06.2022) ως προς το δικαίωμα ακρόασης σε διαδικασίες ως η παρούσα.

 

Με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης κράτησης του δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105. Θεωρώ ότι με δεδομένο ότι ο Αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης λόγω παράνομης παραμονής του,  στη βάση της σχετικής νομολογίας (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.08.2013, Υπ. Αρ. 716/2014 El Khouri v. Δημοκρατίας ημερ. 24.06.2016  Υπ. Αρ. 3/2021 Muhammad v Δημοκρατίας ημερ. 24.11.2021, Υπ. αρ. 547/23 J S ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 30.06.2023 μεταξύ άλλων) ότι η κήρυξη ως απαγορευμένου μετανάστη «εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή» (αλλά και δεδομένου του ορισμού «κίνδυνος διαφυγής» δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ του Κεφ. 105 λόγω μη συμμόρφωσης με προηγούμενη απόφαση επιστροφής), δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας του διατάγματος κράτησης ούτε παραβιάζεται το πιο πάνω άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Ουδείς λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.700 έξοδα (περιλαμβανομένου ΦΠΑ εάν υπάρχει) εναντίον του Αιτητή.

 

Υπενθυμίζεται ότι το προσβαλλόμενο, διά της παρούσας επικυρωθέν, διάταγμα απέλασης ανεστάλη από τη διοίκηση μέχρι τη λήψη των απόψεων των ΥΚΕ, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 λαμβάνονται δεόντως υπόψη και κατά την εκτέλεσή του.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Εκεί αναφέρθηκε διακρίνοντας τα δύο:

 

«..τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν την οδηγία αυτή, οφείλουν, αφενός, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτης χώρας καθώς και, αφετέρου, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροωθήσεως»

[2] Το οποίο δε γεννήθηκε στις 08.11.2023, ως ο ισχυρισμός του (ή ενδεχομένως από γραφικό σφάλμα) αλλά τον Νοέμβριο 2025 ενώ ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε οικογένεια στη Δημοκρατία το 2019 δεδομένου ότι κατά παραδοχή του (παράγραφος 1 σε γεγονότα προσφυγής) διαμένει στη Δημοκρατία από το 2023.

 

[3] Το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλέπει:

 

«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη -

 

(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και

 

(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και

 

(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο