ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 634/2021
6 Φεβρουαρίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦOΡΙΚΑ ΜΕ ΤA ΑΡΘΡA 146, 28 και 15 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Iryna Livsha
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Κασσάνδρα Κουππαρή, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Σοφοκλής Καρασαμάνης, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Ουκρανίας, η οποία στις 15.05.2003 αφίχθη στη Δημοκρατία με ολιγοήμερη άδεια ως επισκέπτρια. Στις 06.04.2014 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, ενώ στις 17.04.2006 τέλεσε γάμο με Κύπριο υπήκοο και υπέβαλε αίτηση για παραμονή ως σύζυγος του, η οποία εγκρίθηκε. Ακολούθως ανανέωνε (όχι πάντα διαδοχικώς κατά την εισήγηση των Καθ’ ων η αίτηση) την άδεια με το καθεστώς αυτό με την τελευταία να είχε ισχύ την 24.05.2010. Στις 23.06.2010 αιτήθηκε ανανέωσης της άδειάς παραμονής της και στις 04.08.2011 οι Καθ’ ων η αίτηση την πληροφόρησαν ότι η άδεια παραμονής της απορρίφθηκε και την κάλεσαν να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Στις 23.01.2012 ο γάμος της λύθηκε όμως στις 31.03.2012 τέλεσε δεύτερο γάμο με Κύπριο Πολίτη (εφεξής ο «ΚΠ»). Η αίτηση που υπέβαλε για ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας της απορρίφθηκε στις 15.01.2013 λόγω ότι δεν εργαζόταν στον δηλωθέντα εργοδότη και κλήθηκε να αποταθεί εκ νέου για διευθέτηση της παραμονής της, το οποίο αφού έπραξε, έλαβε σχετική άδεια και συνέχισε να παραμένει και εργάζεται βάσει σχετικών αδειών.
Στις 16.02.2016 η Αιτήτρια αιτήθηκε εγγραφής με βάση το άρθρο 110(2) του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν. 141(I)/2002), αίτηση η οποία απερρίφθη και οι Καθ’ ων η αίτηση την ενημέρωσαν με επιστολή ημερ. 26.07.2017.
Στις 29.03.2018, η Αιτήτρια υπέβαλε νέα αίτηση για εγγραφή ως σύζυγος ΚΠ (εφεξής η «Αίτηση»), η οποία απερρίφθη βάσει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2022 (ο «Νόμος») και η Αιτήτρια ενημερώθηκε με επιστολή ημερ. 12.05.2021. Για καλύτερη κατανόηση σημειώνεται ότι το εδάφιο (2) του άρθρου 110 του Νόμου προβλέπει [η δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του εν λόγω άρθρου υπογραμμίζεται από το παρόν]:
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/ τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «διαμένει με το/τη σύζυγο της/ του στην Κύπρο» σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια».
Την πράξη αυτή, με την οποία η Αίτησή της απερρίφθη, προσβάλλει η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εγείρει ότι υπό πλάνη, χωρίς δέουσα έρευνα και αναιτιολόγητα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση. Σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι το παράνομο της παραμονής της Αιτήτριας στη Δημοκρατία, προκύπτει όχι μόνο από αξιόπιστη πληροφόρηση της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (η «ΚΥΠ») αλλά και από ανανεώσεις των αδειών που επισυνάπτονται ως Παραρτήματα στην Ένσταση, απαντά με παραπομπή σε αποδείξεις είσπραξης των τελών εξέτασης αιτημάτων ανανέωσης, τα οποία, υποβάλλει, ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν είχαν εξετάσει. Υποβάλλει περαιτέρω ότι αρχικά η Αιτήτρια είχε αιτηθεί διεθνούς προστασίας που για Ουκρανούς υπηκόους πλέον παρέχεται και ότι είχε περί τα 18 έτη νόμιμη παραμονή στη Δημοκρατία.
Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης των εκατέρωθεν θέσεων, ως εκτέθηκαν στις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και αφού προσέτρεξα στο περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, η κατάληξή μου είναι η ακόλουθη:
Από το Παράρτημα 1 στην Ένσταση προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε έλθει στη Δημοκρατία ως επισκέπτρια με ολιγοήμερη άδεια παραμονής (έως τέλη Μαΐου 2003). Παρ’ όλα αυτά, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας αρκετούς, δέκα και πλέον μήνες μετά, ήτοι στις 06.04.2004 (Παράρτημα 2 σε ένσταση), χωρίς να φαίνεται η εν λόγω έως τότε παραμονή της να καλυπτόταν από σχετική άδεια. Άρα εκ των πραγμάτων ήταν παράνομη.
Από την άλλη μεριά, η θέση της ότι η παραμονή της πχ για το διάστημα 04.08.2011 μέχρι 16.05.2012 δεν ήταν παράνομη καθότι το αίτημα της, δεν εξετάστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, δεν επαληθεύεται. Προκύπτει ότι το αίτημα ημερ. 23.06.2010 (αίτηση Μ61) είχε εξεταστεί και απορρίφθηκε με σχετική επιστολή των Καθ΄ ων η αίτηση ημερ. 04.08.2011 (μέρος του Παραρτήματος 5 Ένστασης) και η Αιτήτρια κλήθηκε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία ενώ το επόμενο αίτημα για άδεια ως προκύπτει από το Παράρτημα 9 στην Ένσταση και επιβεβαιώνεται και από την Αιτήτρια (σχετική η απόδειξη είσπραξης ημερ. 16.05.2012, την οποία επικαλείται στην απαντητική αγόρευση), έγινε στις 16.05.2012. Σημειώνεται μάλιστα ότι το αίτημα ημερ. 23.06.2010, υπεβλήθη μετά τη λήξη (24.05.2010) της προηγούμενης άδειας της (επίσης μέρος του Παραρτήματος 5 Ένστασης) και όχι τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη λήξη αυτή, ως προέβλεπε όρος της άδειας αυτής, άρα και το διάστημα εκείνο η παραμονή της ήταν παράνομη.
Περαιτέρω χρήζει αναφοράς ότι η νόμιμη παραμονή της για πολλά έτη δεν είναι παράγοντας που καθιστά μη αποτιμητέο το παράνομο της παραμονής της σε κάποια επιμέρους χρονικά διαστήματα. Ως είχα την ευκαιρία να εξετάσω στα πλαίσια της Υπ. Αρ. 455/2019 Μ.E.R.T ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών και/ή του Αν. Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως ημερ. 08.01.2025 με παραπομπή σε δεσμευτική νομολογία επί παρομοίων ισχυρισμών που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 110(2) του Νόμου (και δη της δεύτερης επιφύλαξης του) και ισχύει και υιοθετείται και στην παρούσα:
«Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του ως άνω εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Νόμου και ιδίως των εν λόγω επιφυλάξεων, προκύπτει ότι ο νομοθέτης, ως θέμα γενικής αρχής (δεύτερη επιφύλαξη), έθεσε την απαίτηση όπως το εκάστοτε πρόσωπο που αιτείται εγγραφής ως κύπριος/α λόγω γάμου με κύπρια/ο πολίτη/τιδα, μην έχει παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία. Το δε γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε εισέλθει νόμιμα στη Δημοκρατία αλλά στη συνέχεια παρέμεινε παράνομα σε αυτήν, εντάσσει την περίπτωση (λόγω της χρήσης του διαζευκτικού «ή» στην πρόνοια «ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα») στην εν λόγω γενική πρόνοια της πιο πάνω δεύτερης επιφύλαξης. Αυτό άλλωστε έχει νομολογιακά ξεκαθαρίσει με την απόφαση Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18 όπου ακριβώς επίδικη ήταν η πρόνοια της ως άνω δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου και ο λόγος της ως προς το αποτιμήσιμο της παράνομης παραμονής, υιοθετήθηκε πρόσφατα και από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Έφεση Δ.Δ Αρ. 18/2017, Varsik Mkrtchyan v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Δ/τριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 27.09.2023.
Το δε γεγονός ότι παρήλθαν κάποια έτη από το χρονικό διάστημα της παράνομης παραμονής πριν την υποβολή της αίτησης της για εγγραφή ως Κυπρίας, δεν καθιστά τον χρόνο παράνομης παραμονής ως μη αποτιμήσιμο παράγοντα ούτε βέβαια τη δεύτερη επιφύλαξη ως «νεκρό γράμμα». Ενδεχόμενα η πάροδος πολλών χρόνων να λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια της εξουσίας που παρέχει η τρίτη επιφύλαξη του εν λόγω εδαφίου, όμως αυτό εμπίπτει καθαρά στην διακριτική ευχέρεια του Υπουργού, η οποία ως η νομολογία έχει σταθερά αναγνωρίσει σε περιπτώσεις ως η επίδικη, είναι ευρεία χωρίς η τρίτη επιφύλαξη ή άλλη πρόνοια του Νόμου να την περιορίζει με οποιανδήποτε νομοθετικά καθορισθείσα διατύπωση. Συνεχίζει λοιπόν το θέμα να διέπεται από την ευρεία διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Ως αναφέρθηκε πρόσφατα στην Έφ. Δ.Δ. Αρ. 141/2018 Inad M. Al. Hamdan v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αν. Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 06.03.2024 με αναφορά στη σχετική νομολογία:
«Η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, 21).
Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μονάχα προσδοκία πως, διά της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, 69, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, 315-316, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, 2587).
Δεδομένων όσων λοιπόν ανέφερα πιο πάνω, ο πρώτος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται».
Με τα ως άνω δεδομένα δε μπορώ παρά να απορρίψω τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι υπό πλάνη, χωρίς δέουσα έρευνα και αναιτιολόγητα οι Καθ΄ ων η αίτηση απέρριψαν την Αίτηση. Η κρίση τους αυτή εδράστηκε σε στοιχεία που επιβεβαιώνονται εκ του φακέλου, κρίση η οποία συνάδει με την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 110(2) του Νόμου και δη η δεύτερη επιφύλαξη αυτού ως έχει ερμηνευτεί από την ανωτέρω αναφερόμενη νομολογία.
Η προσφυγή απορρίπτεται και προσβαλλόμενη επικυρώνεται με έξοδα 1.500 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο