ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 651/2022 (i-Justice)
4 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MOHAMED KAMAL GHARIB Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΩ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ρ. Μαλεκκίδου (κα), για Αιτητή
Α. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής βάλλει κατά της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 8.2.2022 και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής, καθότι αυτός είχε παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία. Όπως αναφέρεται και στην εν λόγω επιστολή, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε στη βάση της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Ο αιτητής είναι υπήκοος Συρίας, ο οποίος αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας και στις 8.2.2005, αυτός υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 27.8.2008, όπως στη συνέχεια απορρίφθηκε, στις 15.6.2009, από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και η Διοικητική Προσφυγή κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία και στις 6.10.2009, συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 12.10.2009, αυτός απελάθηκε στη Συρία και στις 2.12.2009, τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών, των οποίων η είσοδος στη Δημοκρατία απαγορεύεται.
Στις 26.10.2009, ο αιτητής τέλεσε γάμο με Ελληνοκύπρια στη Συρία και, συνακόλουθα, τα στοιχεία του αφαιρέθηκαν από τον προαναφερθέντα κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση στη συνέχεια ανακλήθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών («ο Υπουργός») και σχετική επιστολή ημερομηνίας 16.8.2011, εστάλη στη σύζυγο του αιτητή.
Ο αιτητής εισήλθε εκ νέου παράνομα στη Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, κατά το έτος 2011.
Ακολούθως, στις 9.1.2018 το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στον αιτητή ως αυτοαπασχολούμενο σύζυγο Κύπριας πολίτιδος, με απεριόριστη ισχύ.
Στις 26.10.2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό, με απόφασή του ημερομηνίας 22.9.2021.
Σχετική επιστολή που περιέχεται η απορριπτική, επίδικη, απόφαση, ημερομηνίας 8.2.2022, εστάλη στον αιτητή, ο οποίος αντέδρασε και καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 14.4.2022.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι εμποδίζονται οι καθ’ ων η αίτηση να επικαλούνται το γεγονός ότι ο αιτητής στο παρελθόν εισήλθε δυο φορές παράνομα στη Δημοκρατία, από τη στιγμή που οι ίδιοι «έχοντας αυτό κατά νου ήρθαν και νομιμοποίησαν μεταγενέστερα την διαμονή του αιτητή». Γίνεται, συναφώς, από την κα Μαλεκκίδου αναφορά στην απόφαση Emma Angelides v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1408/2010, ημερ. 31.10.2012, και προβάλλονται επιπρόσθετα ισχυρισμοί περί παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, καθώς και περί εφαρμογής της αρχής του απαραδέκτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας.
Τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τη συνήγορο του αιτητή, στοιχειοθετούν και πρόσθετους λόγους ακύρωσης, αφορώντες σε έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, μη διενέργεια δέουσας έρευνας και εμφιλοχώρηση πλάνης.
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας της Διοίκησης και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα δε τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο.
Επιπρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση τονίζουν την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, ως έκφανση της άσκησης της κρατικής κυριαρχίας της Δημοκρατίας, κατά την εξέταση αιτήσεων ως η υπό κρίση.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 110(2) του Νόμου, παρέχεται στον Υπουργό η δυνατότητα να χορηγήσει την Κυπριακή υπηκοότητα δι’ εγγραφής, σε αιτούντα αλλοδαπό, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις που τίθενται στο εν λόγω άρθρο.
Έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι ακόμα και η υφ’ ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66 και Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 110(2) του Νόμου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ' επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και επομένως το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Αυτός είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, p.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Εν προκειμένω, η αίτηση του αιτητή ρητά απορρίφθηκε στη βάση της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου, όπου ρητά προβλέπεται ότι οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Νόμου, αναφορικά με την υπό του Υπουργού δυνατότητα παροχής της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής σε αλλοδαπό, δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραµένει παράνοµα στη Δημοκρατία.
Πράγματι, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο αιτητής, δύο μάλιστα φορές, εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχομένων περιοχών της χώρας. Ως ήδη ελέχθη, μετά την απόρριψη της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας και εν συνεχεία της Διοικητικής Προσφυγής του από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, στις 15.6.2009, ο αιτητής εξακολούθησε και παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία και στις 6.10.2009, αυτός συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Στις 12.10.2009, αυτός απελάθηκε στη Συρία και στις 2.12.2009, τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων μεταναστών, των οποίων η είσοδος στη Δημοκρατία απαγορεύεται. Ακολούθως, ο αιτητής εισήλθε εκ νέου παράνομα στη Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας κατά το έτος 2011.
Τα πιο πάνω συνιστούν πραγματικά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία απαιτείτο όπως ληφθούν, και ορθώς λήφθηκαν, υπόψη από τους καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο Νόμος επιτάσσει και δη η προαναφερθείσα δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 110(2), στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για παροχή της Κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει εγγραφής. Το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα έλαβαν χώρα αρκετά χρόνια προηγουμένως, δεν αναιρεί και/ή δεν ακυρώνει το, αναγκαστικού δικαίου, περιεχόμενο της συγκεκριμένης ρύθμισης, η οποία συνεχίζει να αναπτύσσει πλήρη έννομα αποτελέσματα. Ούτε και προβλέπεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός στην πιο πάνω ρύθμιση. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε επί του θέματος στην Yousife Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, η συγκεκριμένη επιφύλαξη είναι διατυπωμένη με πολύ ευρύ τρόπο και καλύπτει περιπτώσεις τόσο παράνομης εισόδου, όσο και παράνομης παραμονής στο παρελθόν, έστω και αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας είχε νόμιμη παραμονή.
Συνεπώς, δεδομένου του περιεχομένου και/ή λεκτικού της εν λόγω ρύθμισης και κατ’ εφαρμογή της γραμματικής ερμηνείας της εν λόγω διάταξης, η οποία και αποτελεί το βασικό κανόνα ερμηνείας των νόμων, κρίνω ότι η κρίση των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την αίτηση του αιτητή, υπήρξε ορθή και σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η γραμματική ερμηνεία, δηλαδή το απλό, γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, είναι ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων (Γεωργιάδης & Υιός ν. Δημοκρατίας (1991) 4(Ε) Α.Α.Δ. 142, Σολωμού κ.α. v. Δημοκρατίας (1991) 4(Ε) Α.Α.Δ. 3675, 3686, Αθανασίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4(Δ) Α.Α.Δ. 3204, ΑΚΙΝΗΤΑ Λ. & Ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 6333/2013, ημερ. 1.8.2016, ECLI:CY:AD:2016:D385). Εκεί που οι λέξεις ενός νόμου είναι σαφείς, ούτως ώστε να μην επιδέχονται πολλαπλής ερμηνείας, θα πρέπει να εφαρμόζονται και αυτό έπραξαν οι καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση.
Ούτε και μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του αιτητή περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης. Στην εν λόγω απόφαση, παρατίθενται με σαφήνεια τόσο η νομική βάση, και δη η προεκτεθείσα διάταξη του Νόμου, αλλά και ο λόγος απόρριψης της αίτησης του αιτητή, ενώ δύναται κάλλιστα η απόφαση αυτή να συμπληρωθεί, και όντως συμπληρώνεται, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και της ένστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), αλλά και τη νομολογία, η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (Rami Makhlouf, ανωτέρω). Κατά πάγια επίσης νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το διοικητικό φάκελο επιτρέπεται, μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο και προκύπτει με ακρίβεια τι είχε υπόψη του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασής του (Oleg Nagorny, ανωτέρω, Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Θεωρώ ότι αυτό συμβαίνει και στην υπό εξέταση περίπτωση, αφού από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων και των παραρτημάτων της ένστασης, προκύπτει με σαφήνεια το σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν τους καθ’ ων η αίτηση στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης και, βεβαίως, συμπληρώνεται η δοθείσα αιτιολογία. Εν προκειμένω, παρέχονται στο Δικαστήριο τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να καθιστά εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, ΕΔΔ 38/2016, ημερ. 1.7.2022, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 49/2019, ημερ. 23.10.2023).
Ούτε κενό έρευνας εντοπίζεται. Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατ' ορθήν ενάσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, διενεργώντας τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης. Τα όσα δε αναφέρει η πλευρά του αιτητή, καθώς και η σχετική επιχειρηματολογία που προβάλλεται, δεν μπορούν να ανατρέψουν τα προηγηθέντα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έχουν προεκτεθεί, ούτε και τη διακριτική εξουσία της Διοίκησης, ως αυτή έχει εξηγηθεί ανωτέρω, η οποία και ασκήθηκε σύννομα και ορθά. Προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα παραρτήματα της ένστασης, ότι οι καθ' ων η αίτηση διενήργησαν ενδελεχή και, εν πάση περιπτώσει, επαρκή και/ή τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ενώπιον δε των καθ’ ων η αίτηση είχαν τεθεί όλα τα απαιτούμενα και/ή σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η έρευνα αυτή να τεκμαίρεται ότι υπήρξε πλήρης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η μορφή της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Oleg Nagorny, ανωτέρω).
Εν προκειμένω, η τελική κατάληξη των καθ' ων η αίτηση κρίνεται ως εύλογα επιτρεπτή και δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας αλλ’ ούτε και αυτοί περί εμφιλοχώρησης πλάνης. Έχουν εκτεθεί λεπτομερώς πιο πάνω, οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι καθ' ων η αίτηση κατά την εξέταση της αίτησης του αιτητή, περιέχονται εξάλλου αυτές και στον οικείο διοικητικό φάκελο και δεν στοιχειοθετούνται οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης.
Ως εκ των πιο πάνω, δεν εντοπίζω και οτιδήποτε που θα μπορούσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς περί κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης των αρχών, είτε της χρηστής διοίκησης είτε της καλής πίστης, υπό το φως βεβαίως των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω και έχοντας ως αφετηρία ότι η χορήγηση της Κυπριακής υπηκοότητας είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν διακρίνω οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει με την απαιτούμενη επάρκεια την επιχειρηματολογία ότι η Διοίκηση ενήργησε κακόπιστα κατά την εξέταση της αίτησης του αιτητή.
Τέλος, και προς ολοκλήρωση του σκεπτικού του Δικαστηρίου, κρίνω ότι ούτε η υπό της συνηγόρου του αιτητή επίκληση της απόφασης στην Emma Angelides, ανωτέρω, μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην όλη επιχειρηματολογία της: η υπό αναφορά πρωτόδικη απόφαση σαφώς και υποσκελίζεται από την, αντίθετη και δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος στην Yousife Mohamad, ανωτέρω. Εξάλλου, όπως λέχθηκε συναφώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά μάλιστα στην ίδια υπόθεση (Emma Angelides, ανωτέρω), «για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποστεί από τη δεσμευτική απόφαση της Ολομέλειας θα πρέπει και πάλι να ανατραπεί από την Ολομέλεια και όχι με αντίθετη απόφαση πρωτόδικου Διοικητικού Δικαστή» (Tatsiana Balashevich ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1517/2011, ημερ. 1.11.2013). Αυτό, όπως λέχθηκε και στην Balashevich, ανωτέρω, έχει νομολογηθεί κατ’ επανάληψη. Επιπρόσθετα, τα γεγονότα στην Emma Angelides, ανωτέρω, ήσαν διαφορετικά, εφόσον εκεί επρόκειτο για άτομο το οποίο είχε παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία για 15 μέρες, σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση, που ο αιτητής όχι μόνο παρέμεινε παράνομα στη χώρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αλλά και είχε εισέλθει, δύο μάλιστα φορές, παράνομα στη Δημοκρατία.
Ολοκληρώνοντας, τονίζω το εξής: η απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας συνιστά το ύψιστο καθεστώς που μπορεί να λάβει ένας αλλοδαπός στη Δημοκρατία και αποτελεί βασικό κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να αποφασίσει για τα άτομα που αποτελούν υπηκόους του (Aylin Arakelian v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 130/20, ημερ. 10.3.2025, Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/18, ημερ. 6.3.2024). Δεν θα μπορούσε να αναμένεται η υπό της Πολιτείας χορήγηση αυτού του ύψιστου καθεστώτος σε πρόσωπο που αποδεδειγμένα και κατ’ επανάληψη δεν έχει σεβαστεί τους νόμους του κράτους.
Καταλήγω, λοιπόν, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο