ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 73/2021)
25 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΝΕΟΚΛΗΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΟΥ
Αιτητής,
και
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ
ΦΟΡΕΑ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΒΑΡΩΝ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
A. Κατσούρη (κα) με Γ. Τσιόλη (κα) για Ζήνων Χρ. Κατσούρης & Συνεργάτες, δικηγόροι για τον αιτητή.
Δ. Στεφανίδης, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή ο αιτητής επιζητεί την ακόλουθη θεραπεία:
«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 4/11/2020 που κοινοποιήθηκε με επιστολή των προς τον Αιτητή στις 10/11/2020 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1) όπως δεν καταβάλουν το μέγιστο και/ή αιτούμενο ύψος δανειοδότησης στον Αιτητή και/ή όπως καταβάλουν μειωμένη δανειοδότηση στον Αιτητή ύψους €2.500 είναι άκυρη και/ή παράνομη και στερούμενη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».
Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση προκύπτουν από τα γεγονότα της ένστασης καθώς και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, δεν αμφισβητούνται και έχουν ως ακολούθως:
Ο αιτητής υπέβαλε στις 1.4.2017 αίτηση στον Κεντρικό Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών για παραχώρηση επαγγελματικού δανείου ύψους €25.000 στα πλαίσια του Σχεδίου Δανειοδότησης για Επαγγελματική Δραστηριοποίηση Νέων Επιστημόνων.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών -και αφού έλαβε υπόψη του σχετική εισήγηση της Επιτροπής του Διοικητικού Συμβουλίου- αποφάσισε στις 14.12.2017 όπως απορρίψει την αίτηση του αιτητή καθότι, ως αποφασίστηκε, «η εταιρεία του αιτητή δεν θεωρείται νεοσύστατη καθώς ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2011 (5 χρόνια περίπου πριν από την υποβολή της αίτησης στον Κ.Φ.) και ο αιτητής δραστηριοποιείται στο επάγγελμα εδώ και 15 χρόνια περίπου».
Ο αιτητής αντιδρώντας στην πιο πάνω απόφαση υπέβαλε στις 15.1.2018 δυνάμει του άρθρου 15 του περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου του 1989 (Ν.141/89) ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών.
Η Αναθεωρητική Αρχή σε συνεδρία της ημερομηνίας 30.1.2018, στην οποία παρέστη και ο αιτητής προς ακρόαση, αποφάσισε ότι ορθά το Διοικητικό Συμβούλιο του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών απέρριψε την αίτηση του αιτητή και επικύρωσε την απόφαση του.
Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής αρ.566/18 Επαμεινώνδου και Δημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε στις 19.12.2019 ακυρωτική απόφαση κρίνοντας ότι έπασχε η σύνθεση της Αναθεωρητικής Αρχής κατά τη συνεδρία λήψης της επίδικης απόφασης και τούτο διότι από πουθενά δεν προέκυπτε ποιο ήταν το πρόσωπο που προήδρευσε στην επίμαχη συνεδρία καθώς και ότι το πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας ήταν ανυπόγραφο ώστε, ως κρίθηκε, να τίθεται και ζήτημα ελλιπούς πρακτικού κατά παράβαση του άρθρου 24 του Ν. 158(Ι)/99.
Η Διευθύντρια του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών με επιστολή της ημερομηνίας 5.5.2020 πληροφόρησε τον Πρόεδρο της Αναθεωρητικής Αρχής ότι, σύμφωνα με την ακυρωτική απόφαση, παραπέμπει την αίτηση του αιτητή στην Αναθεωρητική Αρχή για επανεξέταση.
Το όλο ζήτημα τέθηκε προς επανεξέταση σε συνεδρία της Αναθεωρητικής Αρχής ημερομηνίας 18.6.2020. Ως δε καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις σχετικά με την αίτηση του αιτητή και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών και κατατέθηκε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής ο φάκελος της αίτησης. Σημειώθηκε δε ότι ο αιτητής επανήλθε στην Αναθεωρητική Αρχή μετά από επιτυχία της Προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο και ότι ο σκοπός του ζητούμενου εκ του αιτητή δανείου αφορούσε σε ανακαίνιση και αγορά εξοπλισμού για τη λειτουργία της επιχείρησης του. Ο αιτητής, ο οποίος ήταν παρών κατά την εν λόγω συνεδρία, κλήθηκε να παρέχει κάποιες εξηγήσεις και να απαντήσει και σε ορισμένες ερωτήσεις των μελών της Αναθεωρητικής Αρχής. Ειδικότερα -και μεταξύ άλλων- ο αιτητής ερωτήθηκε κατά πόσο κατέχει, ως αναγράφετο και στην υποβληθείσα αίτηση του, το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, με τον αιτητή να απαντά ότι κατέχει (κατ΄ εκείνο το χρόνο ήτοι κατά το χρόνο της επανεξέτασης) το 10% των μέτοχων αφού πλέον μετοχές έχουν και οι αδελφές του καθώς και ότι σύντομα επρόκειτο να αποκτήσει την πλειοψηφία των μέτοχων του πατέρα του.
Εν συνεχεία μέλος της Αναθεωρητικής Αρχής επεξήγησε στον αιτητή, ως αυτολεξεί, αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, ότι «με το 51% μετοχών που δήλωσε κατά την αρχική του αίτηση το ποσό που δικαιούται είναι €12.500, ενώ με τις μετοχές που κατέχει σήμερα (10%), το ποσό που δικαιούται ανέρχεται σε €2500».
Κατά την ίδια δε συνεδρία η Αναθεωρητική Αρχή αποφάσισε τη δανειοδότηση του αιτητή και την έγκριση ποσού ύψους €2.500. Ως δε αποφασίστηκε «σύμφωνα με τα Κριτήρια για δανειοδότηση για Επαγγελματική Δραστηριότητα Νέων Επιστημόνων, με βάση το ποσοστό των μετοχών που κατείχε ο αιτητής κατά την ημέρα της εξέτασης του αιτήματος από την Α.Α, το ποσό που δικαιούτο για δανειοδότηση ανέρχεται στις €2.500.» Περαιτέρω δε αποφασίστηκε όπως οι υπόλοιποι όροι έγκρισης τεθούν από τον Κεντρικό Φορέα.
Η πιο πάνω απόφαση, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, γνωστοποιήθηκε στον αιτητή δια επιστολής της Αναθεωρητικής Αρχής ημερομηνίας 4.11.2020,
Παρεμβάλλεται δε -και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων- ότι σε συνεδρία του ημερομηνίας 21.1.2021 το Διοικητικό Συμβούλιο του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών αποφάσισε όπως τεθεί σε ισχύ η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής καθώς και τους λοιπούς όρους έγκρισης της δοθείσας δανειοδότησης στον αιτητή.
Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν παραβίασης του άρθρου 58 του Ν.158(Ι)/99 και εσφαλμένης εκτίμησης της πραγματικής και νομικής κατάστασης που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι λήφθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και επί τη βάση αυθαίρετων κριτήριων για παροχή δανειοδότησης για σκοπούς του Σχεδίου και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα ορθά στοιχεία, ως αυτά ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, για τον υπολογισμό του ύψους της δανειοδότησης στον αιτητή καθώς και ότι αντίκειται στην αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της καλής πίστης.
Αποτελεί κύρια και κεντρική θέση του αιτητή, επί την οποία ερείδονται όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, ότι παντελώς πεπλανημένα και παράνομα η Αναθεωρητική Αρχή κατά την επανεξέταση δεν έλαβε, ως όφειλε, υπόψη της, τα πραγματικά δεδομένα που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης και δη ότι εσφαλμένα έλαβε υπόψη της για τον υπολογισμό της δανειοδότησης του αιτητή το ποσοστό των μετοχών που κατείχε ο αιτητής κατά το χρόνο της επανεξέτασης και όχι αυτό που αναγραφόταν στην αίτηση του αιτητή, το οποίο ανερχόταν στο 51% του μετοχικού κεφαλαίου και επί τη βάση του οποίου ο αιτητής δικαιούτο δάνειο ποσό ύψους €12.500 και όχι €2.500, ως τελικώς έλαβε. Το όλο ζήτημα συνοψίζεται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή ως ακολούθως: «H απόφαση αυτή είναι η θέση μας ότι είναι αντίθετη με την γενική και νομοθετημένη αρχή ότι διοίκηση οφείλει να λάβει υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η σχετική απόφασή της. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα έπρεπε να εκδώσουν νέα απόφαση, αφού η προηγούμενη είχε ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο, στην βάση των δεδομένων που υπήρχαν όταν λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Δηλαδή έπρεπε να λάβουν υπόψιν όλα τα γεγονότα και δεδομένα που υπήρχαν στις 21/4/2017.»
Πρόσθετα δε των ανωτέρω υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθώς και ότι είναι αντίθετη προς βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου, παραβιάζοντας θεμελιώδη δικαιώματα και αντιβαίνοντας στην αρχή της ισότητας.
Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, υπερασπιζόμενη τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξης, ισχυρίζεται εν πρώτοις ότι η ακυρωτική απόφαση, συνεπεία της οποίας διενεργήθηκε επανεξέταση και η οποία απέληξε στην επίδικη απόφαση πέτυχε για τυπικούς λόγους και όχι λόγους ουσίας και συνεπώς δεν παρήγαγε δεδικασμένο. Υποβάλλει ο κ. Στεφανίδης ότι «άσχετα αν ελήφθησαν υπόψη και νέα στοιχεία», ορθώς απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή από τον Κεντρικό Φορέα, ως μη πληρούσα τα κριτήρια του Σχεδίου, αφού από τις απαντήσεις που παρείχε αρχικά στις 30.1.2018 και μετέπειτα στις 18.6.2020 διαφαίνεται, ως μεταξύ άλλων υποβάλλει, ότι «η εταιρεία του αιτητή δεν ήταν νεοσύστατη, ως ιδρυθείσα το Μάρτιο του 2011 και δραστηριοποιηθείσα το 2015, δηλαδή πέντε περίπου χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης στον Κεντρικό Φορέα». Περαιτέρω διατείνεται ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι σε περίπτωση νέων πραγματικών δεδομένων είτε αυτά υπήρχαν κατά την έκδοση της ακυρωθείσας πράξεως είτε είναι επιγενόμενα της ακυρωθείσας, διαμορφώνεται, ως σημείωσε και κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, μια νέα κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί, ως εν προκειμένω επισυμβαίνει, όπου το ποσοστό των μετοχών του αιτητή ανέρχετο στο 10% και επομένως δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί «αφού κατά την είσπραξη του ποσού θα ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη της εταιρείας και το μερίδιο των μετοχών του». Εισηγείται δε ότι η δοθείσα αιτιολογία ήταν επαρκής και ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε επανεκτίμηση γεγονότων καθώς και ότι δεν έχει δικογραφηθεί κατά το δέοντα τρόπο ισχυρισμός για παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Τα γεγονότα έχουν λεπτομερώς καταγραφεί ανωτέρω. Από αυτά προκύπτει ότι κατόπιν ακυρωτικής απόφασης στην Προσφυγή αρ. 566/18 στα πλαίσια της οποίας διεγνώσθη τυπική πλημμέλεια αφορώσα τη σύνθεση της Αναθεωρητικής Αρχής και της μη τήρησης άρτιου πρακτικού κατά τη συνέδρια της ημερομηνίας 30.1.2018, το όλο ζήτημα τέθηκε προς επανεξέταση από την Αναθεωρητική Αρχή.
Είναι δε εκατέρωθεν παραδεκτό ότι κατά τον αρχικό χρόνο λήψης της απόφασης ο αιτητής κατείχε το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας του και κατά το χρόνο επανεξέτασης το 10%.
Συνεπώς το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται προς επίλυση είναι κατά πόσο κατά τη διενεργηθείσα επανεξέταση, η οποία έλαβε χώρα για σκοπούς συμμόρφωσης με ακυρωτική απόφαση, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη το μειωμένο ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου που κατείχε, πλέον ο αιτητής, κατά το χρόνο της επανεξέτασης.
H απάντηση είναι αρνητική.
Αποτελεί πάγια και καθιερωμένη αρχή, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 58 του Ν. 158(Ι)/99 και η οποία έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις από τη νομολογία, ότι κατά την επανεξέταση πράξης που έχει ακυρωθεί, η διοίκηση οφείλει να λάβει υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης (Χατζηγεωργίου v Δημοκρατίας (Αναθ. Έφεση αρ. 65/15, ημερομηνίας 1/3/22), ECLI:CY:AD:2022:C83. Στενό περιθώριο διαφυγής από την αρχή αυτή, ως υπομνήθηκε προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Δημοκρατία v Κουή (Ε.Δ.Δ αρ. 2/2020, ημερομηνίας 25/11/24) υπάρχει όταν διαφαίνεται από το νεότερο νομοθέτημα πως είναι αναδρομικής ισχύος και/ή όταν προκύπτει απ’ αυτό ότι ο Νομοθέτης δεν ανέχεται πλέον την εφαρμογή παλαιών διατάξεων, κάτι που εμφανώς δεν αφορά την παρούσα περίπτωση (βλ. άρθρο 58 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (Ν.158(Ι)/99)). (Κυριάκος Αλεξάνδρου v. Κυπριακού Συμβουλίου Αγροτικών Πληρωμών (ΚΟΑΠ) (2017) 3 Α.Α.Δ.86).
Στη Δρουσιώτης ν. Δήμου Λατσιών (1992) 3 ΑΑΔ 437, τα αποφασισθέντα της οποίας επαναλήφθηκαν διαχρονικά από τη νομολογία, υποδείχθηκε ότι η Διοίκηση έχει υποχρέωση να επανεξετάσει με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε όταν ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε η αρχική απόφαση και τούτο διότι η νέα απόφαση έχει αναδρομική ισχύ και αρχίζει από το χρόνο της πράξης που ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε. Διασαφηνίστηκε δε ότι η επανεξέταση περιορίζεται στα γεγονότα που υπήρχαν κατά το χρόνο της έκδοσης της αρχικής απόφασης, ανεξάρτητα εάν λήφθηκαν υπόψη ή όχι στη λήψη της καθώς και ότι το Δικαστήριο ερευνά κατά πόσο τα στοιχεία, στα οποία βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούσαν μέρος του πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης της πρώτης απόφασης ή ήταν νέα στοιχεία.
Δεν διαβλέπω πώς στη βάση των εισηγήσεων των καθ’ ων η αίτηση θα μπορούσαν να μην εφαρμοσθούν οι πιο πάνω αρχές, ώστε να υπάρξει επί της ουσίας ανατροπή του πραγματικού καθεστώς επί του οποίου όφειλε να διενεργηθεί η επανεξέταση. Εν προκειμένω, καθίσταται ξεκάθαρο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψη της αρχικής απόφασης και πριν την ακύρωση αυτής, ο αιτητής, ως αποτυπώνεται με σαφήνεια και στην αίτηση του που υποβλήθηκε το 2017 αλλά και ως επιβεβαιώθηκε και από την ίδια τη διοίκηση (βλ. συνοπτικές πληροφορίες αίτησης- παρατηρήσεις λειτουργού ημερομηνίας 21.10.2017 (ερυθρά 242, 235 του Τεκμηρίου 1) κατείχε το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να ληφθεί υπόψη το μειωμένο ποσοστό των μετοχών της τάξης του 10% που κατείχε, μεταγενέστερα πλέον, εφόσον αυτό συνιστούσε στοιχείο που δεν ενέπιπτε στον ουσιώδη χρόνο.
Η δε θέση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί η αναφορά του ίδιου του αιτητή ότι κατά το έτος 2020- όταν και έλαβε χώρα η επανεξέταση του ζητήματος από την Αναθεωρητική Αρχή- κατείχε ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου «αφού κατά την είσπραξη του ποσού θα ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη της εταιρείας και το μερίδιο των μετοχών του» ουδόλως επαρκεί και χωρίς οποιαδήποτε άλλη τεκμηρίωση για να καταδείξει στα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης ότι η επανεξέταση θα μπορούσε να συντελεσθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα που ίσχυαν κατά το 2020 και δη κατά παρέκκλιση του κανόνα ότι η επανεξέταση διενεργείται με αναφορά στο πραγματικό καθεστώτος που υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης που ακυρώθηκε, αφού ακόμη και τούτη δε η εισήγηση αναφέρεται αποκλειστικά στο χρόνο είσπραξης του ποσού. Ούτε και βεβαίως υποδείχθηκε από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση οτιδήποτε άλλο, πέραν των γενικών εισηγήσεων περί νέας διαμορφωθείσας κατάστασης η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την επανεξέταση, οι οποίες ουδόλως συναρτήθηκαν έστω και κατ’ ελάχιστον με οποιαδήποτε άλλη νομοθετική ρύθμιση ή έστω πρόβλεψη στα κριτήρια του Σχεδίου που να υποδεικνύει ρητώς και με σαφήνεια, ώστε να τίθεται έστω και όψιμα ζήτημα συζήτησης, ότι θα έπρεπε κατά παραγνώριση του άρθρου 58 του Ν. 158(Ι)/99 να συνυπολογιστούν κατά την επανεξέταση πράξης που ακυρώθηκε, δεδομένα που δεν υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της αρχικής απόφασης και να μη ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μάριος Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης (1998) 3 Α.Α.Δ.608 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:
«Μια από τις σταθερότερες κατευθύνσεις του δημόσιου δικαίου, που βρήκε γόνιμο έδαφος στη δικαιοδοσία που ασκείται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 146 του Συντάγματος, είναι η αρχή της αναδρομής της ακύρωσης. Όπως δέχθηκε από την αρχή το Ανώτατο Δικαστήριο και έκτοτε εφήρμοσε με συνέπεια, η ακύρωση διοικητικής πράξης συνεπάγεται στροφή στο παρελθόν, στο χρόνο έκδοσης της. Η αναδρομικότητα έχει δύο σοβαρές συνέπειες. Η διοίκηση επανακρίνει με γνώμονα το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ήταν σε ισχύ όταν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη ή σημειώθηκε η ακυρωθείσα παράλειψη και όχι το υφιστάμενο κατά το χρόνο της επανεξέτασης, που πραγματοποιούνται οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση.
Η άλλη διάσταση της αναδρομής είναι ότι οι νομοθετικές αλλαγές που δυνατό να επήλθαν στο αναμεταξύ ή η μεταγενέστερη μεταβολή συνθηκών αφήνουν άθικτη την υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να κρίνει την υπόθεση με το καθεστώς του χρόνου που αρχικά εκδόθηκε η πράξη. Η νομολογία στα ζητήματα αυτά είναι αρκετά ογκώδης. Απηχεί, ωστόσο, χωρίς διακυμάνσεις ή παρεκκλίσεις, τους παραπάνω κανόνες. Ενδεικτικά και μόνο θα παραπέμψουμε στις αποφάσεις Χαρής v. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ.147, Λύωνας κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ.2038, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ.145.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Ούτε και όμως μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο τα όσα η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση με αναφορά στην αρχική απόφαση του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής υπέβαλε δια μέσου της γραπτής της αγόρευσης ήτοι ότι η αίτηση του αιτητή δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια του Σχεδίου αφού για παράδειγμα, ως εισηγήθηκε, η εταιρεία του αιτητή δεν ήταν νεοσύστατη. Τούτο διότι είναι εμφανές ότι τα όσα η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση εισηγείται ουδόλως αποτέλεσαν μέρος της επίδικης απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, η οποία και σε αντίθεση με ό,τι αρχικά είχε αποφασιστεί από το Κεντρικό Φορέα, ενέκρινε, στα πλαίσια εξέτασης της ενώπιον της ιεραρχικής προσφυγής, την αιτούμενη δανειοδότηση στον αιτητή, για το περιορισμένο, όμως, ως υποδείχθηκε, ποσό των €2.500 (Φράγκου Στέφανος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 270).
Κατά συνέπεια και στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η Προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1700 πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.