ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1314/2025
23 Μαρτίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΟΥΡΓΟΥΡΑ
Αιτήτρια,
v.
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Χρ. Χρίστου (κα), για ΦΕΛΛΑΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι Αιτήτριας Ρ. Πασιουρτίδη (κα), για ΑΝΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρο για τους Καθ' ων η Αίτηση.
___________________
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 24.11.2025
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερ.11.09.2025 με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 10(1)(α) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2017 από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ayers Alliance Financial Group Limited, Κυπριακής Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (η ΚΕΠΕΥ) του οποίου η Αιτήτρια κατά την περίοδο 7.7.2014 μέχρι τις 3.2.2023 κατείχε τη θέση Μη Εκτελεστικού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, και με την οποία αποφασίστηκε όπως επιβληθεί στην αιτήτρια προσωρινή απαγόρευση άσκησης καθηκόντων διοίκησης σε ΚΕΠΕΥ, για διάστημα πέντε (5) χρόνων. Η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ.11.09.2025 εστάλη στην αιτήτρια με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αυθημερόν.
Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της προσφυγής κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 24.11.2025, η αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση και της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης, με την οποία ζητά:
«1. Την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης των Καθ' ών η Αίτηση ημερομηνίας 11/9/2025 και τα έννομα αποτελέσματα της με την οποία επιβλήθηκε στην Αιτήτρια διοικητική κύρωση και/ή απαγόρευση για διάστημα 5 ετών από την άσκηση καθηκόντων διοίκησης σε Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ), μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή έκδοση απόφασης επί της Προσφυγής.
2. Ταχεία εκδίκαση.
3. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.»
Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 13, 17, 18, 19 και 20 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, στα Άρθρα 12, 28, 30 και 146 του Συντάγματος, στους περί της Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, όπως τροποποιήθηκαν, στον Διαδικαστικό Κανονισμό Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ. 1 , Δ.35, Δ.48 Θ. 1 έως και 9, στα άρθρα 31, 32, 42, 47 και 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015 (Ν. 131(Ι)/2015), στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς στους
Ως προκύπτει από τις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την επίδικη αίτηση και την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, όπως και τα αντίστοιχα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, τα σχετικά με την παρούσα γεγονότα έχουν ως ακολούθως.
Οι Καθ’ ων η αίτηση σε συνεδρία τους ημερομηνίας 1.3.2023 αποφάσισαν δυνάμει του άρθρου 38 του Ν. 73(Ι)/2009 να καλέσουν σε γραπτές παραστάσεις τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΠΕΥ, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια, καθότι από τα ενώπιον τους στοιχεία έκριναν ότι, ενδεχομένως να προκύπτει ενδεχόμενη παράβαση από μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΠΕΥ, του άρθρου 10(1)(α) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2017, επειδή το Δ.Σ. της ΚΕΠΕΥ δεν φαίνεται, με τρόπο που να προωθούσε την ακεραιότητα της αγοράς και το συμφέρον των πελατών της ΚΕΠΕΥ, να καθόρισε, να επέβλεπε και να ανέλαβε την ευθύνη αναφορικά με την εφαρμογή ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση της ΚΕΠΕΥ, ώστε αυτές να τηρούν την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο (ii) του άρθρου 10(1)(β) του Ν. 87(Ι)/2017.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με επιστολή τους ημερομηνίας 3.3.2023, ενημέρωσαν το Δ.Σ. της ΚΕΠΕΥ, μεταξύ άλλων και την Αιτήτρια, για τα όσα αποφασίστηκαν στη συνεδρία τους ημερομηνίας 1.3.2023, και κάλεσαν το Διοικητικό Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, όπως εντός τεσσάρων εβδομάδων υποβάλει γραπτές παραστάσεις, καθότι από τα ενώπιον τους στοιχεία, τα οποία παρατίθενται αναλυτικά στην εν λόγω επιστολή ενδεχομένως να προκύπτει παράβαση του άρθρου 10(1)(α) του Ν. 87(Ι)/2017.
Οι δικηγόροι της αιτήτριας με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 16.03.2023, ζήτησαν να τους δοθεί πρόσβαση σε ολόκληρο το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καθώς και οιωνδήποτε άλλων σχετικών διοικητικών φακέλων ώστε να είναι σε θέση να ετοιμάσουν τις γραπτές παραστάσεις για την πελάτιδα τους, ενώ επιπρόσθετα ζήτησαν όπως τους δοθεί παράταση για την υποβολή των παραστάσεων της αιτήτριας για επιπρόσθετη περίοδο τεσσάρων εβδομάδων. Το αίτημα των δικηγόρων της αιτήτριας για χορήγηση παράτασης έγινε αποδεκτό και κατόπιν διευθέτησης επιθεώρησης των σχετικών φακέλων στις 10.4.2023 υποβλήθηκαν στις 27.04.2023, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, οι γραπτές από τους δικηγόρους της αιτήτριας.
Οι Καθ’ ων η αίτηση σε διάφορες συνεδρίες που ακολούθησαν αποδέχθηκαν τα αιτήματα που υποβλήθηκαν εκ μέρους των άλλων διοικητικών συμβούλων της ΚΕΠΕΥ, οι οποίοι επίσης είχαν κληθεί σε παραστάσεις, για να τους επιτραπεί να παρουσιαστούν ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση προς επεξήγηση των γραπτών τους παραστάσεων και κάλεσαν τα πρόσωπα που υπέβαλαν σχετικά αιτήματα να υποβάλουν και προφορικές παραστάσεις προς επεξήγηση των γραπτών τους παραστάσεων. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για υποβολή και προφορικών παραστάσεων.
Οι Καθ’ ων η αίτηση σε συνεδρία τους ημερομηνίας 25.08.2025, αφού έλαβαν υπόψη τους, τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις που υποβλήθηκαν, αποφάσισαν ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ, του οποίου και η αιτήτρια ήταν μέλος, ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 10(1)(α) του του Ν. 87(Ι)/2017. καθότι έκριναν πως, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ, δεν καθόρισε, δεν επέβλεπε και δεν ανέλαβε την ευθύνη, αναφορικά με την εφαρμογή ρυθμίσεων διακυβέρνησης, που θα διασφάλιζαν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση της ΚΕΠΕΥ, με τρόπο που θα προωθούσε την ακεραιότητα της αγοράς και το συμφέρον των πελατών της. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι κατά τις 31.12.2021, δεν τηρήθηκε η αρχή της ρύθμισης διακυβέρνησης που ορίζει το άρθρο 10(1)(β), παράγραφος (ii), του Ν.87(Ι)/2017, ως εκ του γεγονότος ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, δεν διασφάλισε την ακεραιότητα των συστημάτων λογιστικής και χρηματοοικονομικής αναφοράς της ΚΕΠΕΥ. Ειδικότερα σε σχέση με την αιτήτρια, οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν να της απαγορεύσουν προσωρινά, για διάστημα πέντε (5) χρόνων, την άσκηση καθηκόντων διοίκησης σε ΚΕΠΕΥ. Η πιο πάνω απόφαση η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με ηλεκτρονικό μήνυμα των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11.09.2025.
Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση εντοπίζεται έκδηλη παρανομία η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία την παρούσα, ενώ ακόμα προβάλλεται από τους δικηγόρους της ότι, αυτή προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η αναστολή των αποτελεσμάτων της μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, ως προς την «Έκδηλη Παρανομία» της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει η πλευρά της αιτήτριας ότι, η απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού επιβλήθηκε διοικητική κύρωση 5 ετών, αργοπορημένα, και με καθυστέρηση περίπου 4 ετών από τη διαπίστωση της παράβασης της ΚΕΠΕΥ, χωρίς τεκμηριωμένη βάση. Ως ισχυρίζεται, η ίδια αφ’ ης στιγμής διεπίστωσε τις υποδείξεις των Καθ' ών η Αίτηση έθεσε το θέμα αμέσως στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΠΕΥ και στον τελικό πραγματικό δικαιούχο και όταν δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση τους, η Αιτήτρια παραιτήθηκε. Επιπρόσθετα υποστηρίζει πως η απόφαση δεν περιέχει σαφή, ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία για το ποια παράβαση συντέλεσε η Αιτήτρια. Τέλος, αναφέρει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε διοικητική κύρωση ενός πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος πέντε ετών, μετά από μία μόνο συνέντευξη, χωρίς κλήση για στοιχεία και χωρίς κοινοποίηση υλικού, μετά την πάροδο τεσσάρων ετών από την διαπίστωση της παράβασης. Ως τούτου, υποστηρίζει, η διαδικασία που τηρήθηκε παραβιάζει το Άρθρο 10 του Νόμου, καθώς δεν ζητήθηκαν στοιχεία από την Αιτήτρια και δεν της δόθηκε ευκαιρία πραγματικής ακρόασης.
Ως προς τη πτυχή ότι προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά, υποστηρίζει η κα.Χρίστου πως, η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττει ευθέως τη φήμη και την επαγγελματική υπόσταση της Αιτήτριας η οποία είναι δικηγόρος που ασκεί δικηγορία εδώ και 22 χρόνια αφού η διοικητική κύρωση έχει δημοσιευτεί στην πλατφόρμα «world check». Η αιτήτρια, αναφέρεται, έχει ως κύριο όγκο εργασιών την παροχή διοικητικών υπηρεσιών που σχετίζονται με εταιρείες και ΚΕΠΕΥ με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να επηρεάζει τον βιοπορισμό και τα εισοδήματα της, καθώς ασκεί το επάγγελμα της δικηγόρου, η απαγόρευση λειτουργεί ως δυσμενής επαγγελματική επισήμανση, περιορίζει επαγγελματικής φύσεως συνεργασίες και εργασιακές δυνατότητες για το μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού η διοικητική κύρωση είναι για 5 χρόνια και δεν μπορεί να διοριστεί σε άλλες εταιρείες για παροχή υπηρεσιών. Επίσης, υποστηρίζεται, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επηρεάσει τη σχέση της με τις τράπεζες στις οποίες έχει δικαίωμα υπογραφής σε τραπεζικούς λογαριασμών πελατών της στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Συνεπώς, αναφέρει, η ζημιά που υφίσταται είναι ανεπανόρθωτη, αφού η φήμη και η επαγγελματική αξιοπιστία δεν αποκαθίστανται με χρηματική αποζημίωση.
Αντίθετα, οι λόγοι Ένστασης των Καθ’ ων η Αίτηση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συνοψίζονται ως εξής:
Καταρχήν προβάλλεται μέσω των λόγων ένστασης και αναλύεται στην εκτενή γραπτή αγόρευση της κας.Πασιουρτίδου ότι, ουδόλως υφίσταται, ούτε συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομολογία για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της επίδικης απόφασης.
Ως προς τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι εντοπίζεται έκδηλη παρανομία, οι Καθ’ ων η Αίτηση απαντούν ότι, το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα αναστολής της επίδικης απόφασης δεν μπορεί να εκδοθεί αφού δεν υπάρχει, ούτε προκύπτει από τα γεγονότα της αίτησης και/ή των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν, έκδηλη ή οποιαδήποτε άλλης μορφής παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης. Τα όσα η αιτήτρια επικαλείται προς τεκμηρίωση της εισήγησης της περί απόφασης έκδηλα παράνομης, υποδεικνύεται ότι, αφορούν ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, η εξέταση των οποίων δεν είναι επιτρεπτό να γίνει σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, αντίθετα χρειάζεται διερεύνηση και στάθμιση των γεγονότων που άπτονται της ουσίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναφερόμενοι στους ισχυρισμούς της αιτήτριας δια των οποίων επιχειρείται να καταδειχθεί ύπαρξη έκδηλης παρανομίας, προτείνουν ότι αυτοί είναι γενικοί, αβάσιμοι, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, υποκείμενοι εξ' αυτού του λόγου σε απόρριψη, αφού από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν προκύπτει οιαδήποτε παρανομία και/ή έκδηλη παρανομία η οποία να είναι αυταπόδεικτη και οφθαλμοφανής ώστε να αποδεικνύει από αδιαφιλονίκητα γεγονότα. Όπως υποδεικνύει η κα.Πασιουρτίδου, απαιτείται στάθμιση στοιχείων που άπτονται της ουσίας της προσφυγής και τα οποία μπορούν να αποφασιστούν μόνο κατόπιν εξαντλητικής επιχειρηματολογίας και/ή παράθεσης των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Οι αιτούμενες θεραπείες δεν μπορούν να αποδοθούν, τονίζεται, διότι σε τέτοια περίπτωση θα διαγνωστεί η προσφυγή στην ουσία της.
Ακόμα προβάλλεται ότι, το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα αναστολής της επίδικης απόφασης δεν μπορεί να εκδοθεί καθότι δεν προκύπτει από τα γεγονότα της αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι αναφορές της αιτήτριας σε ζημιά, αναφέρουν, εγείρονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο και/η δεν έχουν εξειδικευθεί ούτε έχει τεκμηριωθεί, αλλά οι ισχυρισμοί περί ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι γενικοί, αόριστοι, δεν τεκμηριώνονται ή αποδεικνύονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς, τονίζεται, δεν αποδείχθηκε ανεπανόρθωτη ζημία με τον τρόπο και την εξειδίκευση που η πάγια νομολογία επιτάσσει, ενώ η επικαλούμενη ζημία είναι αποτιμιτή σε χρήμα και συνεπώς δεν θεωρείται ανεπανόρθωτη.
Τέλος, επιχειρηματολογεί η κα.Πασιουρτίδου πως, το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί καθότι, τυχόν αναστολή της ισχύος της προσβαλλόμενης απόφασης θα ισοδυναμούσε με την παροχή στην αιτήτρια της δυνατότητας να συνεχίσει να λαμβάνει θέσεις διοικητικού συμβούλου και να συμμετέχει ως μέλος σε διοικητικά συμβούλια ΚΕΠΕΥ. Ως εκ τούτου, ακόμα και εάν τα όσα επικαλείται η αιτήτρια θεωρούνταν ότι ικανοποιούν την προϋπόθεση της επαπειλούμενης ανεπανόρθωτης βλάβης και πάλι το Δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, θα όφειλε να μην προβεί στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προβαίνοντας στην αναγκαία στάθμιση του προσωπικού συμφέροντος της αιτήτριας έναντι του δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της προστασίας της αγοράς και των επενδυτών. Ενώ ακόμα, σημειώνεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση πως, από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς η αιτήτρια να έχει επιδιώξει την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την ισχύ της προσβαλλόμενης πράξης.
Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικών ρυθμίσεων στο ανωτέρω παρατιθέμενο κανονιστικό δικονομικό πλαίσιο, και αποτελούν πλέον παγιωμένη νομολογιακή αρχή. Σύμφωνα λοιπόν πάντοτε με τη νομολογία, οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι, α) η έκδηλη παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης, και β) η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκύψει για εκάστοτε τον αιτητή από την μη έκδοση του διατάγματος, εφόσον δεν δημιουργούνται ανυπέρβλητα εμπόδια στη διοίκηση.
Στην υπόθεση Ιωάννης Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, (2001) 3 (Α) Α.Α.Δ. 164, ο Νικήτας, Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελ. 167 ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 είναι η δικονομική βάση για την παροχή προσωρινής προστασίας στις διοικητικές υποθέσεις. Αποτέλεσε δε και σ' αυτή την περίπτωση το νομικό έρεισμα της αίτησης. Είναι κοινός τόπος, αλλά πρέπει να υπογραμμισθεί, ότι η εξουσία αυτή του δικαστηρίου είναι διακριτικού χαρακτήρα και ότι ασκείται με φειδώ. Για να πετύχει ένα τέτοιο διάβημα χρειάζεται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: (1) έκδηλη παρανομία της πράξης, και (2) ανεπανόρθωτη ζημία, που μπορεί να προκαλέσει στο διοικούμενο η άμεση εφαρμογή της (βλ. για εκτενή ανάλυση την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση 141/89 Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας ημερ. 29/5/90 και Λοϊζίδη ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233). Δεν είναι όμως απαραίτητο να συντρέχουν και οι δύο παραπάνω όροι προτού το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα.»
Επειδή το προσωρινό διάταγμα θεωρείται ότι προσφέρει θεραπεία κατ' εξαίρεση, υπό την έννοια ότι, κατά τη έκδοση του, δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει απαραιτήτως, πριν από την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει, είτε έκδηλη παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης, είτε σοβαρή πιθανότητα να υποστεί ο αντίστοιχος αιτητής ανεπανόρθωτη ζημία και/ή ότι δεν πλήττεται το δημόσιο συμφέρον με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
Εξετάζοντας τη θέση που έχει προβληθεί από την αιτήτρια, ότι υφίσταται η πρώτη προϋπόθεση ήτοι η ύπαρξη έκδηλης παρανομίας, σημειώνω ότι σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος, αναφορικά με την έκδηλη παρανομία, η παρανομία πρέπει να προβάλλει από μόνη της, ως «έκδηλη, διαβόητη και σκανδαλώδης» και αυτή πρέπει να είναι έκδηλη, υπό την έννοια ότι είναι αυταπόδεικτη και οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Η παρανομία είναι έκδηλη, όταν είναι απροκάλυπτη ή αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. Έκδηλη παρανομία είναι εκείνη που ανακύπτει από το υλικό που παραμένει αντικειμενικά αναντίλεκτο και μη υποκείμενο σε στάθμιση και έκφραση κρίσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, έκδηλη παρανομία, συνεπάγεται καθαρή παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται από το Νόμο ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του διοικητικού δικαίου.
Σχολιάζοντας τους λόγους τους οποίους προβάλει η αιτήτρια για επιτυχία της αίτησης της ως προς την ύπαρξη έκδηλης παρανομίας, σε αντιδιαστολή με τις θέσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, διαπιστώνω ότι τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται απαιτούν διερεύνηση των δεδομένων και ουσιαστική εξέταση των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης ούτως ώστε να διευκρινιστούν τα πραγματικά γεγονότα τα οποία τυγχάνουν επίκλησης εκατέρωθεν, αφού δεν εντοπίζω οφθαλμοφανή παρανομία, αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, η οποία να κρίνεται ως «έκδηλη». Ειδικότερα, η θέση της αιτήτριας ότι δεν ζητήθηκαν στοιχεία και δεν δόθηκε ευκαιρία πραγματικής ακρόασης στην αιτήτρια, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στην ουσία της υπόθεσης. Ως προς δε τον ισχυρισμό της δικηγόρου της αιτήτριας ότι «την παρούσα υπόθεση εγείρεται άκρως σημαντικό θέμα του βιοπορισμού της Αιτήτριας, που συνδέεται άμεσα με τις επιπτώσεις τις προσβαλλόμενης απόφασης» οφείλω να διαπιστώσω ότι αυτή η θέση, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίζεται με την απαραίτητη μαρτυρία, δεν μπορεί να τύχει επίκλησης σε σχέση με το συγκεκριμένο κριτήριο που επιτάσσει η νομολογία.
Όπως απαιτείται από τη πλούσια σχετική νομολογία, η διαπίστωση έκδηλης παρανομίας η οποία δικαιολογεί την έκδοση αντίστοιχου προσωρινού διατάγματος, έχει την έννοια ότι η παρανομία είναι αυταπόδεικτη, οφθαλμοφανής και καταδεικνύεται χωρίς να απαιτείται να διερευνηθούν οποιαδήποτε αντιφατικά γεγονότα και ισχυρισμοί. Αν δεν αναδύεται αυτόματα, πρέπει να προκύπτει ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης. Σε διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να αποφεύγεται η απόφανση επί των εγειρόμενων θεμάτων με εκδήλωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην καθίσταται μάταιη η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, η εξέταση της οποίας δεν είναι επιτρεπτή στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο.
Οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την διαπίστωση έκδηλης παρανομίας είναι πολύ καλά γνωστές. Ενδεικτικά, μέσω της Απόφασης του Εφετείου ημερομηνίας 18 Ιουλίου 2024, στις Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 & 14/2024 (i-Justice), ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ν. ΚΥΠΡΟΥ ΝEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD κ.α., τονίστηκαν τα ακόλουθα :
«Είναι, καταρχάς, ορθόν ότι διάγνωση έκδηλης παρανομίας συνεπάγεται, κατά τη νομολογία, την κρίση επί της κυρίως προσφυγής επί της ουσίας της. Ως αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά, στην Λοϊζίδης v. Υπουργού Εξωτερικών, (1995) 3 Α.Α.Δ. 233:
«Επί έκδηλης παρανομίας προσωρινό διάταγμα εκδίδεται όποιες και αν είναι οι επιπτώσεις και μάλιστα κατά κανόνα η ιδία η προσφυγή διεκπεραιώνεται επί της ουσίας: (βλ. Sofocleous ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 345 και Frangos and Others v. Republic (ανωτέρω).» .
Η έκδηλη παρανομία αντιδιαστέλλεται από την (απλή) παρανομία (βλ. Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857) και είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη χωρίς χρεία διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση ημερ. 28.1.2022). Το δε πρόδηλα βάσιμο ενός προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης σημαίνει κάτι περισσότερο από τη σοβαρή πιθανολόγηση της βασιμότητας (βλ. Β.Α. Γκέρτσος και Π.Η. Τσόγκας, Η προσωρινή Δικαστική Προστασία στη Διοικητική Δίκη (2013) σελ. 234).
Για να τίθεται, με άλλα λόγια, θέμα έκδηλης παρανομίας, θα πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, η δε παρανομία θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (βλ. Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992), 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Economides v. Republic, (1982) CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982), 3 CLR 53). Στην Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.ά., (2013) 3 Α.Α.Δ. 387 επεξηγήθηκε:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, παρανομία για να θεωρηθεί έκδηλη θα πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, με άλλα λόγια, χειροπιαστή παρανομία που να αναγνωρίζεται από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. [Βλ. Μοyο (πιο πάνω), Frangos a.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Economides v. Republic (1982) 3 C.L.R. 837, Κροκίδου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)]. Με τον όρο υποδηλώνεται η περίπτωση που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων.» .
Όπως έχω επισημάνει ανωτέρω, στη βάση του ενώπιον μου υπάρχοντος υλικού και όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω τα γεγονότα, ο ισχυρισμός περί «έκδηλης παρανομίας» όσον αφορά στην παρούσα περίπτωση, θα μπορούσε να προκύψει μόνο μετά από ενδελεχή διερεύνηση των εγγράφων, κάτι που εν προκειμένω είναι ανεπίτρεπτο από τη νομολογία μας, στο παρόν στάδιο (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056 και Πρόδρομος Α. Σέργη v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Αποτελεί διαχρονική γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837, Michael John Καλακουτής v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1141/2010, ημερ. 20.4.2011 και Betfair lnternational Plc ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 494/2013, ημερομηνίας 24.4.2013).
Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο τόσο της Ένορκης Δήλωσης της αιτήτριας, όσο και στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της, αδυνατώ να εντοπίσω τέτοια παρανομία η οποία να εκλαμβάνεται ως «έκδηλη», ως η έννοια αυτή προσδιορίζεται από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, αλλά τα όσα προβάλλονται επιβάλουν την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Συνεπώς καταλήγω ότι, το συγκεκριμένο κριτήριο, υπό τις ενώπιον του Δικαστηρίου περιστάσεις, δεν εντοπίζεται να πληρείται υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η πάγια νομολογία των δικαστηρίων μας επί του θέματος.
Ο άλλος σοβαρός λόγος που επιτρέπει την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι η σοβαρή πιθανότητα πρόκλησης στην αιτήτρια ανεπανόρθωτης ζημίας, εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί. Επί τούτου, χρειάζεται απαραιτήτως, η προσαγωγή μαρτυρίας με την οποία να αποδεικνύεται ότι η ζημία που θα υποστεί ο διοικούμενος, δε θα μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Η νομολογία, παράλληλα, επιτάσσει όπως, ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημίας θα πρέπει να δικογραφείται δεόντως, έτσι ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια και να τεκμηριώνεται επαρκώς. Έχει νομολογηθεί δηλαδή ότι μπορεί να χορηγηθεί προσωρινό διάταγμα όταν υπάρχει σαφής απόδειξη ανεπανόρθωτης ζημίας η οποία πρέπει να εξειδικεύεται στα δικόγραφα με σαφή τρόπο (Βλέπε: Rodat v Republic (1988) 3 CLR 937 και Βασίλειος Σκουρής "Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων", Τρίτη Έκδοση, σελ. 62).
Το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας είναι ευθύνη του εκάστοτε αιτητή. Παρόλο ότι το δικονομικό σύστημα που ακολουθείται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία είναι το ανακριτικό, το βάρος της απόδειξης των λόγων της αναστολής το έχει ο διάδικος που επιθυμεί την προσωρινή προστασία. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την ύπαρξη λόγων αναστολής η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. (βλ., μεταξύ άλλων, τη Μαρκουλίδου κ.α. ν. Δημοκρατία κ.α. (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, στη σελ. 3423).
Στην Sofocleous v The Republic (1971) 3 ΟΈ.Ρ. 345 λέχθηκαν τα πιο κάτω στο ίδιο θέμα: «. . .It is a well established principle of administrative law that the damage alleged to result from the imminent execution of the administrative act complained of must be specified in the application in a concrete way. Vague allegations about it are not capable of its proper appreciation and for this reason alone the application for a provisional order can be dismissed. This principle has been accepted in a number of decisions of the Committee of Stays of the Greek Council of State and I need only mention one, mainly Ε.Α. 13.»
Όπως καταγράφεται και στην Ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, έχει νομολογηθεί ότι μπορεί να χορηγηθεί προσωρινό διάταγμα όταν υπάρχει σαφής απόδειξη ανεπανόρθωτης ζημίας η οποία πρέπει να εξειδικεύεται στα δικόγραφα με σαφή τρόπο, ενώ το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας είναι ευθύνη του αιτητή. Όπως ακόμα υποδεικνύουν οι Καθ’ ων η αίτηση, o διάδικος που επικαλείται ότι θα επέλθει ανεπανόρθωτη ζημία, θα πρέπει να αποδείξει με την αναγκαία μαρτυρία, με την οποία να εισηγείται και να αποδεικνύει ότι η ζημία που θα υποστεί δεν μπορεί να τύχει αποκατάστασης με τις θεραπείες που θα χορηγηθούν με την επιτυχία της προσφυγής του ή ακόμη με άλλο τρόπο. Στην βάση της επιχειρηματολογίας του αιτητή, τονίζουν, δεν αποδεικνύεται, ούτε καν πιθανολογείται η επέλευση ανεπανόρθωτης ζημίας.
Η αιτήτρια υποστηρίζει, μέσω της αγόρευσης ότι «η απαγόρευση λειτουργεί ως δυσμενής επαγγελματική επισήμανση», αφού ασκεί το επάγγελμα της δικηγόρου. Η αναφορές ότι, η απόφαση «περιορίζει επαγγελματικής φύσεως συνεργασίες και εργασιακές δυνατότητες για το μεγάλο χρονικό διάστημα αφού η διοικητική κύρωση είναι για 5 χρόνια και δεν μπορεί να διοριστεί σε άλλες εταιρείες για παροχή υπηρεσιών» και ότι «έχει επηρεάσει τη σχέση της με τις τράπεζες στις οποίες έχει δικαίωμα υπογραφής σε τραπεζικούς λογαριασμών πελατών της στην Κύπρο και στο εξωτερικό» δεν μπορεί να τεκμηριώσει ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία δεν αποτιμάται σε χρήμα. Το ίδιο εντοπίζω να ισχύει και για τη θέση της αιτήτριας ότι, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, επειδή η φήμη και η επαγγελματική αξιοπιστία δεν αποκαθίστανται με χρηματική αποζημίωση.
Συμφωνώντας με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, σημειώνω ότι, η ζημία θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησης ζημίας πρέπει να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία, ενώ το βάρος απόδειξης κείται επί των ώμων του αιτητή (Colocassides & Associates and others ν. The Republic(1985) 3 C.L.R. 1780 και Mοyο and another ν. The Republic (1988) 3 C.L.R. 1203, 1209). Συγκεκριμένα, σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης δεν πρέπει να παραμείνει σε επίπεδο ισχυρισμών, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία (MOHAMMED NAZRUZ ISLAM ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013 και Singh ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ12.7.2012). Συνεπώς, με δεδομένο το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης το οποίο ουδόλως υποδεικνύει με ποιο τρόπο ο εκάστοτε αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, κρίνω ότι ούτε στη βάση αυτής της επιχειρηματολογίας είναι δυνατό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής της προσβαλλόμενης πράξης.
Στη παρούσα καταλήγω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι προκύπτει «ανεπανόρθωτη ζημιά» ως αυτή ορίζεται από τη νομολογία. Συγκεκριμένα, η Ένορκη Δήλωση, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησής της για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν περιέχει ένα τέτοιο ισχυρισμό, αφού οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, είναι αόριστοι και ασαφείς.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου καθορίζουν και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Ωστόσο, καταλήγωντας, οφείλω να καταγράψω ότι, οπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή, από τη μη έκδοση του διατάγματος (βλ. MOHAMMED NAZRUZ ISLAM v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013 και Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ. 12.7.2012).
Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, (2007) 3 Α.Α.Δ 32, λέχθηκαν συναφώς τα εξής:
«Η εξαιρετική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως είναι πάγια νομολογημένο, αναλαμβάνεται μόνο εφόσον διαπιστώνεται πως η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση είναι έκδηλα παράνομη ή εφόσον, στο πλαίσιο του συνόλου των δεδομένων, δικαιολογείται να εκδοθεί ενόψει επαπειλούμενης, εξαιτίας της, ανεπανόρθωτης βλάβης».
Προηγουμένως, στην Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, λέχθηκαν τα ακόλουθα (η έμφαση έχει προστεθεί):
«Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές η έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πεδίο δικαιοδοσίας που πραγματευόμεθα αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δεν προβλέπεται άμεσα από το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας που παρέχεται ως εξουσία συμφυής προς το αντικείμενο της διαδικασίας προς διασφάλιση κατά πρώτο λόγο της νομιμότητας, που αποτελεί το κριτήριο που θέτει το ίδιο το Άρθρο 146 για τη θεώρηση του επίδικου θέματος της προσφυγής. Παρέχεται εξουσία αναστολής εφόσον η πράξη ή απόφαση καταφαίνεται ως έκδηλα παράνομη. Κατά δεύτερο λόγο μπορεί να ανασταλεί η απόφαση προς διαφύλαξη της δραστικότητας της δικαιοδοσίας οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι η εφαρμογή της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτητή δηλαδή ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί σε περίπτωση που η πράξη κριθεί ακυρωτέα.
Η άσκηση δικαιοδοσίας για την παροχή προσωρινής θεραπείας στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας θεσμοποιείται από τον Καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.».
Ολοκληρώνοντας, καταλήγω ότι, δεν έχει στοιχειοθετηθεί οιοσδήποτε λόγος επιτυχίας της υπό εξέταση αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να αποτυγχάνει και να απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ’ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, τα οποία θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.
Η υπόθεση ορίζεται στις 26.06.2026 ώρα 8:45 π.μ. με οδηγίες για καταχώρηση της Ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση εντός 6 εβδομάδων από σήμερα και ακολούθως εντός άλλων 6 εβδομάδων η καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο