ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 157/2026 (K) iJustice
13 Μαρτίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
AHMED SAIDU KOROMA, από Σιέρρα Λεόνε
Αιτητής
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2.Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Ιωάννης Γιάννης, για ΑΛΤΑΧΕΡ ΜΠΕΝΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για Αιτητή
Θεοχαρία Παπανικολάου για Κίτσιου Δημητρίου Παπανικολάου Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Σιέρρα Λεόνε, ο οποίος, στις 09.05.2022 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία στις 22.07.2023 απορρίφθηκε όπως στις 21.07.2025 απορρίφθηκε και η εναντίον της απόφασης αυτής Προσφυγή του με αρ. 3918/23 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (το «ΔΔΔΠ»). Στις 28.01.2026 ο Αιτητής συνελήφθη στη Λεμεσό για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και στις 29.01.2026 κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης και κράτησης δυνάμει των Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων καθότι διαπιστώθηκε ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από την ως άνω απόρριψη της προσφυγής του από το ΔΔΔΠ, πράξεις τις οποίες προσβάλλει με τα Αιτητικά Α-Γ της παρούσας προσφυγής του αντίστοιχα. Σημειώνω ότι με το Αιτητικό Δ ο Αιτητής προσβάλλει εκ νέου το διάταγμα απέλασής του, στη βάση διαφορετικής νομικής επιχειρηματολογίας (λόγω ισχυριζόμενης παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης). Έχει αποφασιστεί σε αρκετές αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας απόφαση ημερ. 31.8.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται. Βέβαια, η νομιμότητα του διατάγματος απέλασης θα εξεταστεί εφόσον προσβάλλεται ήδη με το αιτητικό Β της προσφυγής. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τις προσβαλλόμενες υπό τα αιτητικά Α-Γ.
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο ακύρωσης της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, εγείρεται ισχυρισμός περί πλημμελούς έρευνας και πλάνης καθότι, κατά τον ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη, συμφώνως με το εδάφιο (γ) του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Ο τέταρτος λόγος πλήττει την πληρότητα αιτιολογίας του διατάγματος κράτησης εφόσον, κατά την εισήγηση, δεν γίνεται αντιληπτό για ποιο λόγο δεν εφαρμόστηκαν λιγότερο αναγκαστικά της κράτησης μέτρα. Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης υποβάλλεται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα στην προσωπική και οικογενειακή ζωή βάσει του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και Άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, διά της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, απορρίπτουν το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή. Κατόπιν εξέτασης όσων μου ετέθησαν καταλήγω στα εξής:
Στα πλαίσια των πρώτων δύο λόγων ακύρωσης, ο Αιτητής επικαλείται επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 25.07.2025 προς τους Καθ΄ ων η αίτηση (εφεξής η «επιστολή»), με την οποία, ακριβώς μετά την απόρριψη της προσφυγής του στο ΔΔΔΠ στις 21.07.2025, αιτήθηκε να παραμείνει στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους. Στην επιστολή, στην οποία γίνεται παραδεκτό ότι παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. τίτλο επιστολής), ο Αιτητής εξέθεσε κατά βάση την κατάσταση της χώρας καταγωγής του από οικονομικής άποψης ενώ θέτει κάποιες πληροφορίες και ισχυρισμούς που τον αφορούν, μεταξύ αυτών, ως προς το μεταναστευτικό του ιστορικό (ή μέρος αυτού), ότι δεν απασχόλησε τις αρχές, δεν έλαβε επίδομα από το γραφείο ευημερίας και ότι έχει προβλήματα υγείας, για τα οποία παρακολουθείται από κλινική στη Δημοκρατία επισυνάπτοντας προς τούτο ιατρική βεβαίωση από την κλινική αυτή. Η επιστολή καταλήγει με το εξής αίτημα:
«Είναι παράκληση όπως επιτραπεί στα πλαίσια του άρθρου 18ΟΗ(4) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου (Κεφ. 105) δυνατότητα παραμονής στον πελάτη μας για ένα εύλογο χρονικό διάστημα ώστε νόμιμα να εργάζεται και να μπορέσει να επιστρέψει στη χώρα του οικειοθελώς».
Ο ισχυρισμός του Αιτητή για πλημμελή έρευνα και πλάνη αφορά στο ότι κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων δεν ανέφεραν κατά πόσο έλαβαν υπόψη τα προβλήματα υγείας του, τα οποία αναφέρθηκαν στην επιστολή.
Έχοντας λοιπόν καταγράψει το περιεχόμενο της επιστολής, θεωρώ ότι ουδέν αποκαλύπτει, το οποίο θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τις προσβαλλόμενες προϊόν πλημμελούς έρευνας ή πλάνης. Αυτό διότι, στην επιστολή, γίνεται μεν μνεία στα προβλήματα υγείας του Αιτητή όμως ουδέν αναφέρεται, πόσο μάλλον αποδεικνύεται, περί του ότι αυτά είναι σοβαρά και ότι ο Αιτητής δε θα τύγχανε στη χώρα καταγωγής του αντιμετώπισης αυτούς.
Τουναντίον στην πεντασέλιδη πυκνογραμμένη επιστολή γίνεται αναφορά σε οικονομικά ζητήματα η δε μνεία ως προς την κατάσταση της υγείας του Αιτητή καταλαμβάνει 3 γραμμές και επισυνάπτεται η βεβαίωση της κλινικής. Η δε εν λόγω βεβαίωση αναφέρει, για το μεν ένα πρόβλημα υγείας ότι ο Αιτητής «λαμβάνει (..) αγωγή με άριστη συμμόρφωση, ιολογική (μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο) και ανοσολογική ανταπόκριση» για το δε έτερο πρόβλημα υγείας «λόγω χρόνιας (..) λαμβάνει την κατάλληλη αγωγή με άριστη συμμόρφωση και ιολογική καταστολή (μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο)». Αναφέρει δε περαιτέρω, ότι παρακολουθείται για το πρώτο τουλάχιστον πρόβλημα από τον Μάιο 2023, δηλαδή 2 έτη και 3 περίπου μήνες πριν το θέσει υπόψη στους Καθ΄ων η αίτηση.
Είναι, κατά την αντίληψή μου, ξεκάθαρο ότι το αίτημα, μέσω της επιστολής, αφορούσε καθαρά οικονομικά κίνητρα του Αιτητή χωρίς καμία αναφορά ή απόδειξη ότι σκοπός του αιτήματος ήταν η αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του Αιτητή στη Δημοκρατία ή ότι αυτά δεν μπορούν να τύχουν αντιμετώπισης στη χώρα καταγωγής του. Επί τούτου ουδέν προτείνεται και μάλιστα το κείμενο της ιατρικής βεβαίωσης, στο οποίο παρέπεμψα επί των κρίσιμων ευρημάτων της φανερώνει (και αυτό το λέω υπό την απλή γραμματική ερμηνεία τους χωρίς διάθεση τεχνικής κρίσης) μια άριστη ανταπόκριση του Αιτητή με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο επί αμφότερων προβλημάτων του.
Στην απόφαση του ΔΕΕ C‑69/21 X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid της 22ας Νοεμβρίου 2022, έγινε εκτενής αναφορά σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 5(γ) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (εφεξής η «Οδηγία»), άρθρο το οποίο ενσωματώθηκε στο αντίστοιχο εδάφιο (γ) του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105. Στην εν λόγω απόφαση λοιπόν αναφέρθηκε, με παραπομπή σε νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων) για ότι εδώ απασχολεί ότι (υπογράμμιση του παρόντος):
62 Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, η κακή μεταχείριση πρέπει να υπερβαίνει ένα ελάχιστο όριο σοβαρότητας, η δε εκτίμηση του ελάχιστου αυτού ορίου είναι σχετική και εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης (απόφαση του ΕΔΔΑ της 20ής Οκτωβρίου 2016, Muršić κατά Κροατίας, ECLI:CE:ECHR:2016:1020JUD000733413, § 97· απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 2021, Savran κατά Δανίας, CE:ECHR:2021:1207JUD005746715, § 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
63 Επ’ αυτού, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ αντιτίθεται στην απομάκρυνση σοβαρά ασθενούς ατόμου για το οποίο υπάρχει άμεσος κίνδυνος θανάτου ή σημαντικοί λόγοι να θεωρηθεί ότι, μολονότι δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο θανάτου, θα αντιμετώπιζε, ελλείψει της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα προορισμού ή ελλείψει πρόσβασης σε αυτήν, πραγματικό κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, συνεπαγόμενη έντονους πόνους ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του [πρβλ. απόφαση Paposhvili, § 178 και 183, και απόφαση της 24ης Απριλίου 2018, MP (Επικουρική προστασία θύματος παρελθόντων βασανιστηρίων), C‑353/16, EU:C:2018:276, σκέψη 40].
64 Επιπλέον, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι η απόφαση Paposhvili θέτει ένα πρότυπο το οποίο λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις εκτιμήσεις που ασκούν επιρροή στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, καθόσον διαφυλάσσει το γενικό δικαίωμα των κρατών να ελέγχουν την είσοδο, τη διαμονή και την απομάκρυνση των αλλοδαπών, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον απόλυτο χαρακτήρα του εν λόγω άρθρου (απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 2021, Savran κατά Δανίας, CE:ECHR:2021, § 133).
65 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το ελάχιστο όριο σοβαρότητας που απαιτείται συναφώς για την εφαρμογή του άρθρου 4 του Χάρτη ισοδυναμεί με το ελάχιστο όριο σοβαρότητας που απαιτείται, υπό τις ίδιες περιστάσεις, βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ [αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2017, C. K. κ.λπ., C‑578/16 PPU, EU:C:2017:127, σκέψη 67, και της 24ης Απριλίου 2018, MP (Επικουρική προστασία θύματος παρελθόντων βασανιστηρίων), C‑353/16, EU:C:2018:276, σκέψη 37].
66 Από τις σκέψεις 52 έως 65 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 και 4 καθώς και το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να εκδώσει απόφαση επιστροφής ή να προβεί στην απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο κράτος μέλος αυτό και πάσχει από σοβαρή ασθένεια, εφόσον υφίστανται σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η επιστροφή του θα τον εξέθετε, λόγω της μη διαθεσιμότητας της κατάλληλης περίθαλψης στη χώρα προορισμού, σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής μείωσης του προσδόκιμου ζωής του ή σε ταχεία, σημαντική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, συνεπαγόμενη έντονους πόνους».
Συνεπώς απαιτείται όπως από τα στοιχεία της υπόθεσης εν προκειμένω από τον φάκελο της να προκύπτει αφενός ότι ο Αιτητής πάσχει με σοβαρή ασθένεια αφετέρου ότι υφίστανται σοβαροί αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η επιστροφή του θα τον εξέθετε, λόγω της μη διαθεσιμότητας της κατάλληλης περίθαλψης στη χώρα του, σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής μείωσης του προσδόκιμου ζωής του ή σε ταχεία, σημαντική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Κάτι που απουσιάζει εντελώς από τα στοιχεία που έθεσε ο Αιτητής υπόψη των Καθ΄ ων η αίτηση και του παρόντος, το οποίο άλλωστε στερούμενο γνώσης επί ιατρικών ζητημάτων, επαφίεται στην ως άνω γραμματική ή έστω λογική ερμηνεία των όσων τίθενται ενώπιόν του.
Στην απόφαση του ΕΔΔΑ στην App. Νo. 41738/10 Paposhvili ημερ. 13.12.2016, επί της οποίας έδρασε το ΔΕΕ μέρος των συμπερασμάτων της ως άνω απόφασής του και όπου στα εκεί επίδικα σχολιάστηκε και η απόφαση N. v. the United Kingdom όπου η αιτήτρια ήταν ασθενής με AIDS[1] αναφέρθηκε στην παράγραφο 178, λίαν σημαντικά για τα εδώ κρινόμενα (το κείμενο παρατίθεται χωρίς υπογραμμίσεις λόγω της σχετικότητας του συνόλου αυτού):
«178. In the case of N. v. the United Kingdom, which concerned the removal of a Ugandan national who was suffering from Aids to her country of origin, the Court, in examining whether the circumstances of the case attained the level of severity required by Article 3 of the Convention, observed that neither the decision to remove an alien who was suffering from a serious illness to a country where the facilities for the treatment of that illness were inferior to those available in the Contracting State, nor the fact that the individual’s circumstances, including his or her life expectancy, would be significantly reduced, constituted in themselves “exceptional” circumstances sufficient to give rise to a breach of Article 3 (see N. v. the United Kingdom, cited above, § 42). In the Court’s view, it was important to avoid upsetting the fair balance inherent in the whole of the Convention between the demands of the general interest of the community and the requirements of the protection of the individual’s fundamental rights. A finding to the contrary would place too great a burden on States by obliging them to alleviate the disparities between their health-care system and the level of treatment available in the third country concerned through the provision of free and unlimited health care to all aliens without a right to stay within their jurisdiction (ibid., § 44). Rather, regard should be had to the fact that the applicant’s condition was not critical and was stable as a result of the antiretroviral treatment she had received in the United Kingdom, that she was fit to travel and that her condition was not expected to deteriorate as long as she continued to take the treatment she needed (ibid., § 47). The Court also deemed it necessary to take account of the fact that the rapidity of the deterioration which the applicant would suffer in the receiving country, and the extent to which she would be able to obtain access to medical treatment, support and care there, including help from relatives, necessarily involved a certain degree of speculation, particularly in view of the constantly evolving situation with regard to the treatment of Aids worldwide (ibid., § 50). The Court concluded that the implementation of the decision to remove the applicant would not give rise to a violation of Article 3 of the Convention (ibid., § 51). Nevertheless, it specified that, in addition to situations of the kind addressed in D. v. the United Kingdom in which death was imminent, there might be other very exceptional cases where the humanitarian considerations weighing against removal were equally compelling (see D. v. the United Kingdom, cited above, § 43). An examination of the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not revealed any such examples».
Δεδομένων άρα των όσων ετέθησαν ενώπιόν μου και όσων ανέφερα πιο πάνω ως προς την έλλειψη στοιχειοθέτησης οποιασδήποτε αποδεδειγμένα σοβαρής ασθένειας η οποία (επίσης αποδεδειγμένα) δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής αλλά και στη βάση των όσων επεξηγεί η ως άνω νομολογία, εκ των πραγμάτων θα απορρίψω τους δύο πρώτους λόγους ακύρωσης περί πλημμελούς έρευνας και πλάνης εφόσον οι Καθ’ ων η αίτηση προκύπτει να διερεύνησαν ορθώς την περίπτωση του Αιτητή και σε καμία περίπτωση πλανήθηκαν να λάβουν υπόψη τα δεδομένα του Αιτητή και δη ενόψει όσων και ο ίδιος είχε θέσει υπόψη τους.
Τώρα, στο μέτρο που ο Αιτητής αναπτύσσει τον τρίτο λόγο ακύρωσης επί των όσων έθεσε στα πλαίσια των πρώτων δύο λόγων ακύρωσης ως προς την ισχυριζόμενη πλημμελή έρευνα και πλάνη για τα προβλήματα υγείας του, είναι σαφές ότι και ο λόγος αυτός απορρίπτεται. Περαιτέρω σημειώνω ότι, ουδέν ο Αιτητής αναφέρει ως προς τον λόγο που τίθεται ζήτημα παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, αλλά μόνο αναφέρεται στα σχετικά με την κατάσταση υγείας του, τα οποία όμως δεν αφορούν με οποιονδήποτε τρόπο την αρχή μη επαναπροώθησης. Τα δύο (κατάσταση υγείας και αρχή μη επαναπροώθησης) είναι έννοιες διακριτές. Σχετική είναι η C‑249/13 Boudjlida, σκέψη 48, όπου διακρίνοντας τα δύο αναφέρθηκε (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος):
«..τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν την οδηγία αυτή, οφείλουν, αφενός, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτης χώρας καθώς και, αφετέρου, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροωθήσεως»
Είναι δε στον ενδιαφερόμενο, εν προκειμένω στον Αιτητή, που εναπόκειται να συνεργασθεί με την αρμόδια αρχή, προκειμένου να της παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική (και οικογενειακή) του κατάσταση και, ιδιαιτέρως, εκείνες που είναι δυνατό να δικαιολογήσουν τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής (βλ. Boudjlida, ανωτέρω σκέψεις 49 και 50). Αυτή η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του επιβάλλει να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την εν λόγω αρχή σχετικά με οποιεσδήποτε εξελίξεις της οικογενειακής του ζωής, το δε δικαίωμα του να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που αφορούν την οικογενειακή ζωή του και άρα κατά λογική αναλογία και τα της κατάστασης της υγείας, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο προς επανεκκίνηση ή παράταση της διοικητικής διαδικασίας στο διηνεκές (βλ. απόφαση C‑166/13 Mukarubega, σκέψη 71).
Στην παρούσα, ο Αιτητής όχι μόνο δεν υπέβαλε πόσο μάλλον στοιχειοθέτησε στους Καθ’ ων η αίτηση οτιδήποτε σχετικό πχ με σοβαρότητα της κατάστασης υγείας και λόγους ότι η επιστροφή του θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σημαντικής μείωσης του προσδόκιμου ζωής του (βλ. ως άνω δύο πρώτους λόγους ακύρωσης), αλλά ότι περιθωριακώς υπέβαλε το έπραξε δύο και πλέον έτη μετά που ήδη τύγχανε θεραπείας πριν δηλαδή καν την υποβολή της προσφυγής του στο ΔΔΔΠ και αμέσως αφού απορρίφθηκε στην ουσία της η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ στην οποία, αποφασίστηκε τελεσίδικα ότι:
«δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι νεαρός άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης».
Και μάλιστα, ενώ πριν την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων, έτυχε συνέντευξης από τις αρχές, ουδέν πάλι ανέφερε ως προς τα κατ’ ισχυρισμό σοβαρά προβλήματα υγείας του, κάτι που θεωρώ επίσης δικαιολογεί την όλη έρευνα των Καθ΄ων η αίτηση. Επιπρόσθετα ασφαλώς, δε βλέπω πως η πιο πάνω συμπεριφορά εκπληρώνει την υποχρέωσή του Αιτητή να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές σχετικά με ζητήματα που κατ’ ισχυρισμό πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν την έκδοση των προσβαλλομένων και όχι ως (ανεπίτρεπτο) μέσο προς επανεκκίνηση/παράταση της διοικητικής διαδικασίας στο διηνεκές. Δεδομένων των πιο πάνω, εκ των πραγμάτων απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος ακύρωσης.
Και ο τέταρτος λόγος ακύρωσης στερείται βασιμότητας. Κατά την έκδοση των προσβαλλομένων, διαπιστώθηκε το παράνομο της παραμονής του Αιτητή. Αυτό, ως ανέφερα, δεν αμφισβητείται αλλά είναι και παραδεκτό με την επιστολή. Στην έκθεσή που προπαρασκεύασε τις προσβαλλόμενες (Παράρτημα 1 σε Ένσταση) οι Καθ’ ων η αίτηση, πέραν του παράνομου της παραμονής του, σημείωσαν τη πιθανότητα διαφυγής και τη μη συναίνεση στον επαναπατρισμό του αλλά και τη μη ύπαρξη περιθωρίου εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, συνεπώς θεωρώ εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η περίπτωση δεν προσφερόταν. Η κρίση τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας, είναι αιτιολογημένη, προϊόν δέουσας έρευνας και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της νομολογίας, η οποία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής του και δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013).
Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης υποβάλλεται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα στην προσωπική και οικογενειακή ζωή βάσει του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και Άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή με την απέλαση του θα συντελεστεί πλήρης στέρηση του εν λόγω δικαιώματος εφόσον η προσωπική και οικογενειακή ζωή έχει εδραιωθεί τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του στη Δημοκρατία και δεν μπορούν να αναχωρήσουν λόγω εύλογων προσδοκιών που ανέπτυξαν για τη ζωή τους.
Ούτε ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Ουδέν περί οικογενειακής ζωής ή τέκνου είχε ο Αιτητής θέσει υπόψη της διοίκησης πριν την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων. Όλες οι περί τούτων υποβολές του έγιναν μεταγενέστερα και παρά μάλιστα το ετεροχρονισμένο αυτών, οδήγησαν τους Καθ΄ων η αίτηση στην αναστολή του διατάγματος απέλασης εν αναμονή των απόψεων των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας. Σημειώνω μάλιστα ότι, αυτό που ετέθη στους Καθ’ ων η αίτηση, ήταν πληροφόρηση περί σχέσης του Αιτητή με ομοεθνή του, η οποία ισχυρίστηκε ότι κυοφορεί το τέκνο του υποβάλλοντας θετικό αιματολογικό τεστ κύησης επίσης μεταγενέστερο των προσβαλλομένων (Κ.22-21).
Συνεπώς δε μπορεί να υποστηριχθεί ότι, κατά την έκδοσή των εδώ προσβαλλομένων παραβιάστηκε το δικαίωμά του Αιτητή σε οικογενειακή ζωή ούτε άλλωστε το παρόν θα μπορούσε να λάβει υπόψη προς ακύρωση των προσβαλλομένων δεδομένα που ετέθησαν υπόψη μεταγενέστερα στη διοίκηση [Έφεση ΔΔ Αρ. 126/2021 M. S. A. Limon v. Δημοκρατίας ημερ. 20.04.2022]. Παράλληλα ο ίδιος ο Αιτητής δεν μπορεί να αντλεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή εύλογη προσδοκία λόγω των ετών παραμονής του στη Δημοκρατία δεδομένου του παράνομου αυτής. Ως αναφέρθηκε στην Αναθ. Έφ. Αρ. 100/2014 S Al Saleh κ.α. v. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 10.12.2020:
«δεν μπορεί σε ένα κράτος δικαίου, κάποιος εκμεταλλευόμενος την παρανομία του να συνεχίζει να κατέχει την Κυπριακή ιθαγένεια και να εκμεταλλεύεται κάθε τι που συνεπάγεται από αυτήν, ενώ η ιθαγένεια αποκτήθηκε με δόλο. Εφόσον οι εφεσείοντες είχαν διαμονή στην Κύπρο, λόγω της ιθαγένειας, η διαμονή εδραζόμενη σε αυτόν το λόγο δεν μπορούσε να συνεχίσει».
Αν και επίδικη εδώ δεν είναι αποστέρηση υπηκοότητας, όμως η αρχή ότι δε μπορεί κάποιος εκμεταλλευόμενος την παρανομία του (εν προκειμένω στην παραμονή του), να αντλεί δικαίωμα λόγω «εδραίωσης» ή εύλογης προσδοκίας του, θεωρώ παραμένει, κατ’ αναλογία, αναλλοίωτη.
Ανεξάρτητα των πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζεται η πάγια νομολογία ακόμα και στις περιπτώσεις απελάσεων (ακολουθεί απόσπασμα από την Έφεση ΔΔ Αρ. 126/2021 M. S. A. Limon v. Δημοκρατίας ημερ. 20.04.2022) ότι:
«το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια της χώρας, κατ΄επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται από την ΕΣΔΑ αλλά ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τουλάχιστον τρόπο που ισχυρίζεται η πλευρά του Εφεσείοντα, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όπου ο Εφεσείων παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Radovanovic v. Austria Appl. No. 42703/98, ημερ. 24.4.2004 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505)».
Καταλήγω ότι ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί.
Η προσφυγή απορρίπτεται. Οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με 1.500 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Μάλιστα η εν λόγω απόφαση N. v. the United Kingdom εκδόθηκε το 2008 και αφορούσε τα τότε ιατρικά και θεραπευτικά δεδομένα και τότε ταξινόμηση της εν λόγω νόσου.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο