Ziad Shihan ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 198/2020, 10/3/2026
print
Τίτλος:
Ziad Shihan ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθεση Αρ. 198/2020, 10/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                                 Υπόθεση Αρ. 198/2020

                                             

      10 Μαρτίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα 25, 28, 29 και 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                   Ziad Shihan

Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του Υπουργείου Εσωτερικών

                                                 

Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

 

Γιάννης Ησαίας για Ανδρέα Ζεβλάρη, Δικηγόρος για Αιτητή

Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Στις 06.02.2018 ο Αιτητής, Σύριος πολίτης, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας (εφεξής η «αίτηση»), η οποία απερρίφθη με επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 18.10.2019. Ως λόγο απόρριψης οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι ο Αιτητής δεν πληροί τα τυπικά προσόντα για πολιτογράφηση όπως καθορίζονται από την παράγραφο 1(β) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί  Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν. 141(I)/2002) ως είχε (εφεξής ο «Νόμος»). Την εν λόγω απόφαση, ο Αιτητής προσβάλλει με την παρούσα.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, με παραπομπή σε θεωρία και νομολογία εγείρει ως λόγους ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν πλάνης και πλημμελούς έρευνας, ότι παραβίασε το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή και εξεδόθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας καθώς και ότι στηρίχθηκε σε παράνομη προπαρασκευαστική πράξη.

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση από την πλευρά της, διά της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης εγείροντας εισαγωγικά ζήτημα πλημμελούς ή μη δικογράφησης των λόγων ακύρωσης.

 

Εξέτασα τις εκατέρωθεν υποβολές έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε κατά τις διευκρινίσεις. Καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Καταρχάς σημειώνω ότι στην παρούσα δεν εγείρεται ούτε δικογραφείται ισχυρισμός περί παράβασης οποιασδήποτε πρόνοιας του Νόμου, πλην οι ισχυρισμοί που προωθούνται άπτονται των θεματικών, στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω. Θεωρώ όμως ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ακυρωτικό εύρημα. Ως ανέφερα και στην απόφαση Υπόθεση Αρ. 1021/2021 Sarabjit Kaur ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 04.12.2025 (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«Καταρχάς, σε συμφωνία με τη θέση των Καθ΄ ων  η αίτηση ως προς τη πλημμελή δικογράφηση, δεν μπορεί, θεωρώ, βασίμως να γίνεται λόγος για πλημμελή έρευνα ή αιτιολογία ή πλάνη περί τον νόμο της προσβαλλόμενης χωρίς να δικογραφείται το νομικό πλαίσιο που αυτή παραβιάζει, παρά μόνο να γίνεται επίκληση νομολογίας. Αναμένεται ότι για να μπορεί να υποστηριχθεί πλημμελής έρευνα, αιτιολογία ή πλάνη στη διοικητική απόφαση που εκδίδεται επί (οποιουδήποτε) νομίμου αιτήματος, πρέπει το ελάχιστον να διατυπωθεί η νομοθετική πρόνοια που υποστηρίζει το αίτημα αυτό ή η νομοθετική πρόνοια που παραβιάζεται. Αυτό στην παρούσα, δεν γίνεται. Σχετική περί τούτου είναι και η απόφασή μου στην Πρ. Αρ. 807/2020 Seashell Development Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 16.04.2024 όπου αναφέρθηκε (υπογράμμιση στην παρούσα):

 

«στη βάση της σχετικής νομολογίας, εάν η Αιτήτρια είχε παράπονο ότι παραβιάσθηκε η σχετική (..) νομοθεσία (..), όφειλε να είχε δικογραφήσει δεόντως επί της αίτησης ακυρώσεως τη θέση της αυτή με συγκεκριμένη αναφορά στις παραβιασθείσες πρόνοιές της και όχι να εγείρει τον ισχυρισμό αυτό (πιο σαφώς μάλιστα μόλις στην απαντητική της) στα πλαίσια της ανάπτυξης ισχυρισμού περί πλημμελούς αιτιολογίας».

 

Και η Υπόθεση Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερ. 04.08.2023 όπου με αναφορά στην απόφαση Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, την οποία επικαλείται (επί άλλου σημείου, το οποίο σχολιάζω πιο κάτω) και η συνήγορος της Αιτήτριας, αναφέρθηκε:

 

Με τα δεδομένα αυτά, ακόμα κι αν δεν ετίθετο το καθοριστικό ζήτημα της μεταγενέστερης αποστολής των νεώτερων προσωπικών του στοιχείων στη διοίκηση (ως εκτέθηκε ανωτέρω), και πάλι δεν θα μπορούσε τελικά ο Αιτητής να επιτύχει στα επιχειρήματά του περί πλάνης, έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από τη στιγμή που ο ίδιος τελικά δεν ανέπτυξε συγκεκριμένους λόγους ακυρότητας περί παράβασης του Νόμου. Στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, στην οποία παραπέμπει και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«Για το λόγο ακύρωσης που αφορούσε στην πλάνη, δύο ήταν τα θέματα που εν πάση περιπτώσει ηγέρθηκαν πρωτοδίκως στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης: (α) πλάνη ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας του κ. Πηλαβά και (β) έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ύπαρξη έγκυρου γάμου.  Σε σχέση με το πρώτο θέμα, έγινε αναφορά στο Άρθρο 71 του Νόμου 92(Ι)/2003.  Όμως καμιά άλλη διασύνδεση του πιο πάνω Νόμου δεν έγινε με άλλα ζητήματα και κατά την άποψή μας δεν έπρεπε η υπόθεση να κριθεί στη βάση του πιο πάνω Νόμου.  Δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ένα τέτοιο επίδικο θέμα, αφού όχι μόνο δεν τέθηκε ως νομικό σημείο στην προσφυγή, αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε αιτιολόγηση που έστω και χαλαρά να θεωρηθεί ότι εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα.  Ούτε στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης υπήρξε πρωτοδίκως οποιαδήποτε αναφορά (πλην του Άρθρου 71) στο ότι ο Νόμος εφαρμόζεται στην περίπτωση της Εφεσίβλητης και ότι η διοίκηση παρέβη συγκεκριμένες πρόνοιές του».

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία, για να θεωρηθεί ως επίδικο ένα ζήτημα πρέπει όχι μόνον να εγείρεται στην αίτηση ακυρώσεως αλλά και να αναπτύσσεται στην Αγόρευση, η δε οποιαδήποτε κρίση ως προς την εφαρμογή ή παράβαση ενός συγκεκριμένου νόμου, τότε μόνον είναι δυνατόν να διαπιστωθεί δικαστικώς, όταν ακριβώς ο αιτητής έχει δικογραφήσει και αναπτύξει τις νομοθετικές πρόνοιες που επιθυμεί στα ευεργετήματά τους να προστρέξει. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη Shalaeva, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν καν εγείρει πρωτοδίκως οποιεσδήποτε προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με ζητήματα δέουσας δικογράφησης ή ανάπτυξης λόγων ακύρωσης παρ' όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους έφεσης των Καθ' ων η αίτηση για το ζήτημα αυτό.

 

Με την ίδια συνεπώς συλλογιστική, δεν θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση στη βάση ενός ουσιαστικά εικαζόμενου ισχυρισμού μη δέουσας έρευνας ή διερεύνησης των προϋποθέσεων εφαρμογής συγκεκριμένων άρθρων του Νόμου εφόσον η παράβασή τους ουδέποτε αναπτύχθηκε ώστε να αποτελέσει επίδικο ζήτημα ενώπιόν του. Και άρα και στη βάση αυτής της προσέγγισης και πάλι οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή είναι καταδικασμένοι σε απόρριψη».

 

Ασφαλώς η αρχή που διατυπώνει η πιο πάνω απόφαση Shalaeva ως προς τη δέουσα δικογράφηση και ανάπτυξη των λόγων ακύρωσης παραμένει αναλλοίωτη, διαχρονική και εφαρμόζεται στην παρούσα».

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περιορίζονται στην αναφορά περί πλάνης και πλημμελούς έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση χωρίς όμως να προσδιορίζεται επί ποίου ζητήματος πλανήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει από το Παράρτημα 16 στην ένσταση και δη από το έγγραφο Κ.186 σε συνδυασμό με το Κ. 175, στο οποίο το Κ186 παραπέμπει, επιβεβαιώνω ότι για το διάστημα που προηγήθηκε της αίτησής του, ο Αιτητής απουσίασε για διάστημα πέραν των 3 ετών από τη Δημοκρατία. Συγκεκριμένα καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις 01.06.2013 και επέστρεψε στη Δημοκρατία στις 30.06.2016. Κατά παραδοχή του (Κ. 175), το διάστημα εκείνο είχε επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Η δε αίτησή του υπεβλήθη μόλις περί το 1 έτος και 7 μήνες μετά, στις 01.02.2018. Δε βλέπω άρα που προκύπτει πλάνη ή πλημμελής έρευνα, η οποία εν πάση περιπτώσει, λειτούργησε δυσμενώς προς την αποδοχή της αίτησης.

 

Στη βάση των πιο πάνω και ενόψει των δικογραφημένων αλλά και αναπτυχθέντων ισχυρισμών, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε πλημμέλεια έρευνας ή πλάνη των Καθ’ ων η αίτηση (ούτε αιτιολογίας) ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Απορριπτέους κρίνω και τους λόγους ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή, ότι εξεδόθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και ότι στηρίχθηκε σε παράνομη προπαρασκευαστική πράξη.

 

Ως προς την ισχυριζόμενη υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, πέραν της παραπομπής σε συγγράμματα,  δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να θεμελιώνει ή αιτιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό του Αιτητή ειδικά με αναφορά στην δική του περίπτωση, ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αόριστος.  Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό περί παράνομης προπαρασκευαστικής πράξης, ο οποίος επίσης είναι αόριστος δεδομένου ότι ο Αιτητής δε με παραπέμπει ούτε σε συγκεκριμένη παραβίαση άρθρου νομοθεσίας ούτε σε συγκεκριμένη προπαρασκευαστική πράξη, η οποία είναι παράνομη. Σχετικές για τους αόριστους λόγους ακύρωσης οι αποφάσεις στις Πρ. Αρ. 1211/2011 Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. ΑΑΠ κ.α. ημερ. 05.05.2015, Υπ. Αρ. 6441/2013 Μάριος Παρασκευά ν. Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών ασφαλίσεων ημερ. 20.09.2016 και Υπ. Αρ. 1912/2012 M Varnavides Contracting Ltd ν. Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Άμυνας ημερ. 27.02.2018.

 

Τέλος, η ισχυριζόμενη παράβαση του δικαιώματος ακρόασης, είναι ζήτημα το οποίο έχει νομολογηθεί σταθερά. Η υπό κρίση δεν αποτελεί διαδικασία για την οποία προβλέπεται ή απαιτείται παροχή δικαιώματος ακρόασης. Σχετική είναι η πρόσφατη ΕΔΔ Αρ. 119/2020 Majid Rahimzadeh v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 25.02.2025, όπου, μεταξύ άλλων αναφέρθηκε:

 

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν προβλέπεται από τον ειδικό Νόμο (Ν.141(Ι)/2002). Περαιτέρω, κρίνουμε πως η έκδοση απόφασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν είναι πειθαρχικής φύσεως, ούτε έχει το χαρακτήρα της κύρωσης, ούτε και είναι δυσμενούς φύσης, ως οι ρητές πρόνοιες του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999.  Κάθε αίτηση για πολιτογράφηση, εξετάζεται σύμφωνα με το σύνολο των στοιχείων που έχουν ενώπιον τους οι αρμόδιες αρχές και στηρίζεται στα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης».

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται. Επιδικάζονται 1.800 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο