NABEEL Y. M. IBRAHEEM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 2074/2022, 30/3/2026
print
Τίτλος:
NABEEL Y. M. IBRAHEEM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 2074/2022, 30/3/2026
NABEEL Y. M. IBRAHEEM ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 2074/2022, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 2074/2022 (iJustice))

30 Μαρτίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146, 8, 9, 28, 29 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

NABEEL Y. M. IBRAHEEM

Αιτητής

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Δόνα Κωνσταντίνου, για Kinanis LLC, για τον αιτητή.

Αθανασία Αχιλλέως, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 14.9.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 7.2.2019, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

  Ο αιτητής κατάγεται από τη Συρία και ασκεί το επάγγελμα του οδοντίατρου σε ιδιωτική κλινική. Στις 16.9.2012 αφίχθηκε στη Δημοκρατία με θεώρηση εισόδου, ως επισκέπτης. Του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής μέχρι τις 15.10.2012. Στις 27.11.2012 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 12.11.2013 παραχωρήθηκε στον ίδιο και στα μέλη της οικογένειας του καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Στις 30.4.2014, μέλη της ΥΑΜ εντόπισαν τον αιτητή να εργάζεται παράνομα ως οδοντίατρος, χωρίς να κατέχει άδεια από το Οδοντιατρικό Συμβούλιο. Αφού κατηγορήθηκε για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης, αφέθηκε ελεύθερος. Με επιστολή ημερομηνίας 14.10.2016, η Υπηρεσία Ασύλου γνωστοποίησε την απόφαση της να αναγνωρίσει τον αιτητή και την οικογένειά του, ήτοι τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, ως πρόσφυγες και τους παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι τις 8.2.2024.

 

  Στις 7.2.2019, ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Στις 17.12.2021, διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη. Σχετική έκθεση προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 20.12.2021, ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με απορριπτική εισήγηση. Ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε στις 17.8.2022, την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως κι η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 14.9.2022, με το εξής περιεχόμενο:-

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 07/02/2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν πληροίτε το κριτήριο του καλού χαρακτήρα όπως καθορίζεται από την παράγραφο 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2002. Συνεπώς, αποφάσισε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για την πολιτογράφηση σας ως Κύπριος πολίτης».

 

  Αποτέλεσε βασική θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή πως η απορριπτική απόφαση της διοίκησης υπήρξε πεπλανημένη, αφού οι όποιες πληροφορίες έχουν συλλεχθεί από τους καθ’ ων η αίτηση, δεν είναι επαρκείς για να στοιχειοθετήσουν την θέση περί μη ύπαρξης καλού χαρακτήρα ητή, άποψη μη τεκμηριωμένη, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος πως ο ίδιος, προσκόμισε πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου. Κατά τις εισηγήσεις, ο αιτητής είναι επιστήμονας, εργάζεται και λαμβάνει ένα εξαιρετικά ικανοποιητικό μισθό, προσφέρει στην κοινωνία μέσω του επαγγέλματός του, ενώ ουδέποτε καταδικάστηκε για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Η ποινική υπόθεση για την παράνομη απασχόληση ως οδοντίατρος, δεν προωθήθηκε εν τέλει στο Δικαστήριο, αφού απεσύρθη. Επισημάνει πως η σύζυγος του και ένα εκ των τριών του τέκνων, έχουν πολιτογραφηθεί ως Κύπριοι πολίτες, δεν αμφισβητήθηκε η πρόθεση του να παραμείνει στην Δημοκρατία, κατέχει ακίνητη περιουσία και οικονομικούς πόρους. Τέλος, διατείνεται πως από τα στοιχεία που είχαν οι καθ’ ων η αίτηση ενώπιον τους, δεν προκύπτει ούτε και ένα στοιχείο που να δεικνύει πως ο αιτητής είναι κακού χαρακτήρα, απόφαση που ελήφθη υπό πλάνη, χωρίς έρευνα και αναιτιολόγητα.

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, αφού επανέλαβε στην πάγια νομολογία σε σχέση με την ευρεία εξουσία του κράτους, που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του, να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα, με μόνο περιορισμό την επίδειξη καλής πίστης, υποστήριξε την έκδοση της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης, απορρίπτοντας στο σύνολο, όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή.  Υπέβαλε πως στη βάση διαβαθμισμένων εγγράφων στα οποία περιλαμβάνονται πληροφορίες από την ΚΥΠ και την Αστυνομία, νομίμως η διοίκηση κατέληξε πως ο αιτητής δεν πληροί το κριτήριο του καλού χαρακτήρα, ήτοι της παραγράφου 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου.

  Οι νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από οποιοδήποτε αλλοδαπό πρόσωπο, είναι γνωστές. Περιλαμβάνονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ιδίως, στην παράγραφο 1(γ) αυτού, αναφέρεται πως ο αλλοδαπός που αιτείται την παραχώρηση υπηκοότητας με πολιτογράφηση, θα πρέπει να είναι καλού χαρακτήρα.

 

  Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024. Επαναλήφθηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Όπως υποδείχθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μονάχα προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).

 

  Σχετική επίσης είναι κι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, στην οποία υπεδείχθη πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.

 

  Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος για τον οποίο η υποβληθείσα αίτηση απερρίφθη, ανάγεται στην μη πλήρωση του κριτηρίου του καλού χαρακτήρα της παραγράφου 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου. Στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών (σελιδώσεις 114 και 113 Τεκμηρίου 2), γίνεται αναφορά στις πληροφορίες που συνέλεξε η διοίκηση από την ΚΥΠ και την Αστυνομία, όπως αυτές οι πληροφορίες περιέχονται στις σελιδώσεις 310 και 312 του Τεκμηρίου 1, έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, σε κλειστό φάκελο, λόγω της διαβάθμισης τους ως «Απόρρητα», τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 3. Σε αυτά καταγράφεται πως ο αιτητής απασχόλησε την ΚΥΠ σε θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή και αρμοδιότητες της, όσο και την Αστυνομία.

 

   Στην Ε.Δ.Δ. 81/2019, Alabdalla v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20.7.2021, λέχθηκε πως η εκτίμηση των στοιχείων ή πληροφοριών που ευλόγως προκαλούν ανησυχία για τη δημόσια ασφάλεια, γίνεται από την διοίκηση και πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική εκτίμηση των πληροφοριών. Στην Bekefi κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 258, κρίθηκε πως πληροφορίες που συγκεντρώνει η Αστυνομία, μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον συγκεντρώνονται από κατάλληλες πηγές.

 

  Στην Hamdan (ανωτέρω), το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε πως ορθά η διοίκηση βασίστηκε σε πληροφορίες από κατάλληλες πηγές, όπως ακριβώς η ΚΥΠ, περί εμπλοκής του εκεί Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες, που εύλογα και αιτιολογημένα, θεωρήθηκε εκ μέρους της διοίκησης πως αυτές έπλητταν το κριτήριο του καλού χαρακτήρα.

 

  Τα πιο πάνω, επιβεβαιώθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 119/2020, Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2025, από την οποία μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα:-

 

«Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Hamdan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 141/2018, ημερ. 6.3.2024, αντικείμενο της οποίας αποτέλεσε επίσης, η άρνηση εκ μέρους της Διοίκησης, αίτησης αλλοδαπού για απόκτηση Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, επικύρωσε ως ορθή την προσέγγιση του Διοικητικού Δικαστηρίου σε σχέση με τη διερεύνηση των «περί εμπλοκής του Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες στη βάση πληροφοριών που εξασφαλίσθηκαν από την ΚΥΠ.» Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:

 

«Είπε και αυτά το Διοικητικό Δικαστήριο:

 

«[.] Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί περί εμπλοκής του αιτητή σε παράνομες δραστηριότητες, οι καθ' ων η αίτηση υποδεικνύουν με αναφορά σε νομολογία αναφορικά με απέλαση Ευρωπαίων Πολιτών, σε σχέση με τους οποίους εφαρμόζονται αυστηρότερα κριτήρια, ότι η προηγούμενη ποινική καταδίκη δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας ευρωπαίου πολίτη στην επικράτεια της Δημοκρατίας, ενώ αρκούν πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές οι οποίες προκαλούν ανησυχία. Κατά τις εισηγήσεις των καθ' ων η αίτηση, τα ίδια θα πρέπει να ισχύουν και σε όσον αφορά τις περιπτώσεις πολιτογράφησης αλλοδαπών [.]

 

Η πρωτόδικη προσέγγιση είναι σωστή».

………………………………………………………………………

 

Διόλου δεν παραβλέπουμε, ότι ο Εφεσείων πρότεινε πως αν όντως υπήρχαν τέτοιες πληροφορίες οι Εφεσίβλητοι έπρεπε να του είχαν προσάψει ανάλογες κατηγορίες, κάτι που δεν έγινε.

 

Τούτο, όμως, δεν ήταν αναγκαίο.

Δεν αποτελεί απαρεγκλίτως κριτήριο αξιοπιστίας και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών, η απόφαση τους να διώξουν, ή όχι, ποινικά έναν αιτητή ή μια αιτήτρια, σε παρόμοιες ή όμοιες περιστάσεις, ενώ εξετάζουν αίτημα απόκτησης της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Αυτό, γιατί, ζητούμενο είναι, σε κάθε περίπτωση, αν ο αιτητής ή η αιτήτρια - και στην προκειμένη ο Εφεσείων - πληρούν τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα τα οποία, συνυπολογιζόμενα, υπό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης, μπορεί να οδηγήσουν προς τη μια ή την άλλη απάντηση.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Εφεσείων θεωρήθηκε, αιτιολογημένα και εμπεριστατωμένα από τους Εφεσίβλητους, ότι δεν πληρούσε τα σχετικά κριτήρια. Δόθηκε μάλιστα προς τούτο και επαρκές πραγματικό έρεισμα εφόσον, κατά νομολογιακή ευχέρεια, συγκεντρώθηκαν πληροφορίες από κατάλληλες πηγές - όπως η ΚΥΠ - που ευλόγως θεωρήθηκαν από τους Εφεσίβλητους ότι προκαλούν ανησυχία εν σχέσει προς την παρουσία τού εν λόγω ατόμου στην Κύπρο (Eddine ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, 98).

 ……………………………………………………………………

 

Η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, 21).

 

Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης στην Κυπριακή Δημοκρατία, παρά μονάχα προσδοκία πως, διά της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, 69, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, 315-316, Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, 2587).»

 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση του Εφεσείοντα απορρίφθηκε διότι αυτός κρίθηκε από τους Εφεσίβλητους πως δεν πληρούσε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα, βάσει του Άρθρου 111 του Ν.141(1)/2002 και συγκεκριμένα το κριτήριο του καλού χαρακτήρα. Και τούτο, σύμφωνα με στοιχεία που κατέχουν οι αρχές του Κράτους, στη βάσει πληροφοριών της ΚΥΠ ότι αυτός ενέχετο στις παράνομες δραστηριότητες που αναφέρθηκαν πιο πάνω και βαρύνετο επίσης με ποινική καταδίκη για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού.

 

Συνεπώς, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εφεσείοντος πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στη βάση μόνο της προηγούμενης καταδίκης του Εφεσείοντος δεν ευσταθεί. Αντίθετα, προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, πως κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, συνυπολογίστηκε τόσο η ποινική καταδίκη, όσο και οι πληροφορίες της ΚΥΠ περί εμπλοκής του Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες. Το γεγονός ότι η εν λόγω ποινική καταδίκη είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραγραφεί, ουδόλως μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος του Εφεσείοντα. Τούτο γιατί η ποινική καταδίκη του συνδέεται άμεσα με το κριτήριο του «καλού χαρακτήρα» και επομένως ορθά λήφθηκε υπόψη από τη Διοίκηση σε σχέση με αυτό. Το θέμα της παραγραφής είναι στοιχείο που θα μπορούσε να προσμετρήσει προς όφελος του ως έλλειψη προηγούμενης καταδίκης και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο που αποσυνδέει παντελώς την προηγούμενη καταδίκη του από το κριτήριο του «καλού χαρακτήρα».

 

Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, η Διοίκηση βασίστηκε και σε πληροφορίες από κατάλληλες πηγές – όπως η ΚΥΠ - περί εμπλοκής του Εφεσείοντα σε παράνομες δραστηριότητες που εύλογα και αιτιολογημένα θεωρήθηκαν από τους Εφεσίβλητους πως έπλητταν το κριτήριο του καλού του χαρακτήρα. Ούτε και ήταν αναγκαίο να είχαν προσαφθεί εναντίον του σχετικές κατηγορίες. Σύμφωνα με την νομολογία (ανωτέρω), «Δεν αποτελεί απαρεγκλίτως κριτήριο αξιοπιστίας και αποφασιστικότητας των αρμοδίων αρχών, η απόφαση τους να διώξουν, ή όχι, ποινικά έναν αιτητή ή μια αιτήτρια, σε παρόμοιες ή όμοιες περιστάσεις, ενώ εξετάζουν αίτημα απόκτησης της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση. (βλ. Hamdan (ανωτέρω))»

 

  Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, θεωρώ εύλογη και καλόπιστη την κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών να απορρίψει την επίδικη αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που συνέλεξε από κατάλληλες πηγές, ήτοι, τόσο από την ΚΥΠ, όσο και από την Αστυνομία, πληροφορίες που ευλόγως κρίθηκε πως έπλητταν τον καλό χαρακτήρα του αιτητή, ως αυτό απαιτείται να υφίσταται από την παράγραφο 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου.

 

  Επαναλαμβάνεται πως η διακριτική ευχέρεια του κράτους, εξετάζοντας αυτής της φύσεως αιτήσεις, είναι τόσο ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, με μόνη επιφύλαξη αυτήν της ενάσκησής της με καλή πίστη (Nagorny (ανωτέρω)).

 

 Για τους προαναφερόμενους λόγους διαπιστώνω πως δεν υπήρξε παράβαση, ούτε της καλής πίστης, ούτε και της χρηστής διοίκησης, η δε κατάληξη, κρίνεται πως είναι αποτέλεσμα δέουσας και επαρκούς έρευνας.

 

 Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

                       

 

                                                             Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο