ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 537/2021, 20/3/2026
print
Τίτλος:
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 537/2021, 20/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                       

 

(Υπόθεση Αρ. 537/2021)

 

 20 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                        ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΕΝΟΙΚΟΥ                                                                                                               Αιτητές

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

 (1) ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

(2) ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

(3) ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 

Καθ΄ ων  η Αίτηση

 

Ν. Ιακώβου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές

Θ. Πιπερή (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

Μ. Κλεάνθους (κα), για Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, οι αιτητές στρέφονται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 16.3.2021, με την οποία χορηγήθηκε προς την εταιρεία Α&Α Σφαγεία Λτδ (ενδιαφερόμενο μέρος «Ε.Μ.») η  Πολεοδομική Άδεια (Αρ. Αιτήσεως [.]) για κατασκευή και λειτουργία τεσσάρων χωμάτινων ανοικτών δεξαμενών αποθήκευσης επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων, εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας Μενοίκου, της Επαρχίας Λευκωσίας.

 

Η επίδικη Πολεοδομική Άδεια εκδόθηκε κατόπιν Πολεοδομικής Αίτησης που υποβλήθηκε από το Ε.Μ. στις 16.12.2019. Η εν λόγω Αίτηση συνοδευόταν από Έκθεση Πληροφοριών σχετικά με την κατασκευή τεσσάρων δεξαμενών εντός των τεμαχίων αρ. 359 και 360, Φ/Σχ.[.].

 

Στο πλαίσιο εξέτασης της Πολεοδομικής Αίτησης, ζητήθηκαν οι απόψεις του Προέδρου της Κοινότητας Μενοίκου, ήτοι των αιτητών. Όπως αναφέρεται σε επιστολή τους, ημερομηνίας 8.7.2020 (παράρτημα 4 στην ένσταση), οι αιτητές αποφάσισαν ομόφωνα να μην συστήσουν το έργο, λόγω κυρίως της ήδη βεβαρημένης από κτηνοτροφικές μονάδες και δεξαμενές περιοχής, της ρύπανσης του περιβάλλοντος και της πιθανής πρόκλησης ατυχήματος. Επιπρόσθετα, λήφθηκαν υπόψη οι θέσεις της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας, η οποία, με την επιστολή της ημερομηνίας 25.2.2020 (παράρτημα 6V στην ένσταση), διατύπωνε τη θέση ότι δεν έφερε ένσταση στο προτεινόμενο έργο και/ή ανάπτυξη, δεδομένου ότι θα εξασφαλίζετο θετική περιβαλλοντική γνωμάτευση και θα λαμβάνονταν θετικές απόψεις από όλα τα αρμόδια Τμήματα και το Κοινοτικό Συμβούλιο Μενοίκου (αιτητές).

 

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβούλευσης, στις 3.8.2020, η Περιβαλλοντική Αρχή (Τμήμα Περιβάλλοντος) εξέδωσε Αιτιολογημένη Διαπίστωση με όρους, οι οποίοι ενσωματώθηκαν στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια, εφόσον η αξιολόγηση του έργου απέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τη λειτουργία των δεξαμενών, εκτός συγκεκριμένων περιπτώσεων, δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις, οι όποιες δε επιπτώσεις ήσαν διαχειρίσιμες με την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων που περιέχονταν στην Αιτιολογημένη Διαπίστωση. Εξασφαλίστηκε επίσης η θετική Περιβαλλοντική Γνωμοδότηση της μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων.

 

Σημειώνεται, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της ένστασης, ότι για αντίστοιχο έργο, που αφορούσε άλλες τέσσερεις δεξαμενές αποθήκευσης επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων, εντός των διοικητικών ορίων της κοινότητας Αγίου Ιωάννη Μαλλούντας, της Επαρχίας Λευκωσίας, είχε εξασφαλιστεί από το Ε.Μ. έτερη Πολεοδομική Άδεια, η οποία όμως δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, εφόσον η νομιμότητα και εγκυρότητά της δεν προσβάλλεται με την υπό κρίση προσφυγή. Κρίνεται ωστόσο σκόπιμο να αναφερθεί ότι οι δυο Πολεοδομικές Αιτήσεις αξιολογήθηκαν ως ένα έργο διότι οι δυο μονάδες επεξεργασίας οργανικών αποβλήτων ήταν απαραίτητο όπως λειτουργούν μαζί για τις ανάγκες του συνόλου του έργου. Συναφώς, στις 4.8.2020, ο Διευθυντής του Τμήματος Περιβάλλοντος εξέδωσε κοινή Αιτιολογημένη Διαπίστωση και για τις δυο Πολεοδομικές Αιτήσεις, εφόσον αυτές αφορούσαν δυο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους έργα. 

 

Κατά της επίδικης Πολεοδομικής Άδειας ημερομηνίας 16.3.2021 (Αρ. Αιτήσεως [.]), καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 28.5.2021.

 

Με τον πρώτο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, οι αιτητές προβάλλουν ότι, κατά παράβαση των άρθρων 23 και 8 του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου (Ν.127(Ι)/2018), η Περιβαλλοντική Αρχή δεν παρέσχε σε αυτούς όλη την συνολικά διαθέσιμη πληροφόρηση, ως είχε υποχρέωση να πράξει.

 

Περαιτέρω, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στη βάση του Νόμου 127(Ι)/2018, δεν συνάδει με τον σκοπό του εν λόγω Νόμου, που είναι η διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής. Δεν λήφθηκε υπόψη η αποδοτική χρήση των πόρων, ούτε εκτιμήθηκαν σωστά οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από την υλοποίηση του προτεινόμενου έργου. Με τους δε όρους που περιλήφθηκαν στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια, δεν μπορούν να ξεπεραστούν οι κίνδυνοι που έχουν ήδη εντοπιστεί από τη λειτουργία των δεξαμενών.

Υποβάλλεται επίσης ότι δεν εξετάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση εναλλακτικές τοποθεσίες χωροθέτησης του έργου, ενώ παραλείφθηκε η διενέργεια της δέουσας μελέτης και δη Μελέτης από την Περιβαλλοντική Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 22(4) και 5(4) και τα όσα προβλέπονται στα Παραρτήματα 3 και 4 του Νόμου 127(Ι)/2018. Κατά τη σχετική εισήγηση, ένεκα της φύσης της ανάπτυξης και της επιλογής χωροθέτησης στα συγκεκριμένα τεμάχια, σε συνάρτηση με τα προβλεπόμενα κριτήρια του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου, θα έπρεπε να απαιτηθεί η διενέργεια Μελέτης.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε ορθά και νόμιμα, κατ’ εφαρμογή του Συντάγματος και της οικείας νομοθεσίας, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας.

 

Κατά τους καθ’ ων η αίτηση, εφαρμόστηκαν πλήρως και ορθά οι πρόνοιες του περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμου (Ν.127(Ι)/2018), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε αμέλειας εκ μέρους της Διοίκησης. Επισημαίνουν ότι η Περιβαλλοντική Αρχή παρέχει στις ενδιαφερόμενες αρχές τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους για τις πληροφορίες και μελέτες που υποβάλλονται στα θέματα των αρμοδιοτήτων τους, αλλά οι απόψεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές και συνυπολογίζονται μαζί με όλες τις περιβαλλοντικές πτυχές ενός έργου και τα αποτελέσματα των σχετικών διαβουλεύσεων. Υποβάλλουν επίσης οι καθ’ ων η αίτηση ότι η Πολεοδομική Αρχή ενήργησε καθόλα σύννομα, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και με βάση τις πρόνοιες του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και του ισχύοντος Σχεδίου Ανάπτυξης.

 

Περαιτέρω, οι καθ’ ων η αίτηση ήγειραν δια του δικογράφου της ένστασής τους και ανέπτυξαν δια της γραπτής τους αγόρευσης και της συμπληρωματικής γραπτής τους αγόρευσης, προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι στερούνται οι αιτητές του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς έγερση και προώθηση της υπό κρίση προσφυγής, καθότι (α) δεν έχουν στοιχειοθετήσει με την απαιτούμενη εξειδίκευση και/ή επαρκώς τους ισχυρισμούς τους περί δυσμενούς επηρεασμού τους από την επίδικη απόφαση και (β) δεν προσέβαλαν επίσης με προσφυγή την Άδεια Οικοδομής που αφορά την ίδια ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζήτημα αλυσιτέλειας. Μάλιστα, όπως τονίζει η κα Πιπερή, ενώ οι αιτητές κατά τις διευκρινίσεις της υπόθεσης είχαν αναφέρει ότι δεν είχαν καταχωρήσει προσφυγή κατά της εν λόγω Άδειας Οικοδομής, έπραξαν τούτο αφού έλαβαν ενημέρωση κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καταχωρώντας την προσφυγή αρ. 1547/2024, στις 22.11.2024, η οποία, κατά τον σχετικό ισχυρισμό, είναι εκπρόθεσμη και απορριπτέα.

 

Η πλευρά του Ε.Μ. ρητά δήλωσε κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 22.9.2023 ότι υιοθετεί την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, ενώ δεν καταχώρησε ούτε γραπτή αγόρευση, παρά τις κατ’ επανάληψη παρατάσεις που της είχαν δοθεί προς τούτο.

 

Προέχει βεβαίως η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των καθ’ ων η αίτηση περί έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης των αιτητών προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής τους. To έννομο συμφέρον αποτελεί αδήριτη προϋπόθεση για την άσκηση οποιασδήποτε προσφυγής στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Παναγιώτης Καλλής ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 126/2019, ημερ. 23.9.2024, The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Κουλέντη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 92/2014, ημερ. 2.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:C411) και, ως εκ της θεμελιώδους σημασίας του, η ύπαρξη του και η κρίση για τον κατά πόσον υφίσταται η απαιτούμενη νομιμοποίηση, εξετάζεται και αποφασίζεται κατά προτεραιότητα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοδότης Χατζηβασιλείου, Ε.Δ.Δ. 24/2018, ημερ. 25.1.2024, Παπαδόπουλος κ.α. ν. ΡΙΚ κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ. 1).

Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος της προδικαστικής ένστασης, και υπό το φως της πρόσφατης και δεσμευτικής για το παρόν Δικαστήριο νομολογίας, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι υφίσταται ζήτημα αλυσιτέλειας και ότι στερούνται οι αιτητές του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της υπό εξέταση προσφυγής, επειδή δεν προσέβαλαν, επίσης με προσφυγή, και την Άδεια Οικοδομής που αφορά στην ίδια ανάπτυξη. Άμεσα σχετική είναι η απόφαση στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Μαρία-Μακρή Ονουφρίου, Ε.Δ.Δ. 44/2020, ημερ. 19.2.2025, στην οποία λέχθηκαν τα έξης επί του υπό συζήτηση θέματος:

 

«Το Διοικητικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας προδικαστική ένσταση των Εφεσειόντων και του ΕΜ για το ότι η Εφεσίβλητη παρέλειψε να προσβάλει την Άδεια Οικοδομής που είχε εκδοθεί την 12.3.19 αναφορικώς προς την ίδια ανάπτυξη («η Άδεια Οικοδομής»), αποδέχθηκε την Προσφυγή, διαπιστώνοντας έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από τους Εφεσείοντες.

[.]

Ως προς τους λόγους έφεσης 1 και 2 (προδικαστική ένσταση), το Διοικητικό Δικαστήριο ορθώς αυτοκαθοδηγήθηκε από τις εφαρμοζόμενες στην περίπτωση νομολογιακές αρχές, τονίζοντας πως η πολεοδομική άδεια και η άδεια οικοδομής συνιστούν κατ' αρχήν αυτοτελείς διοικητικές πράξεις και ότι, ως τέτοιες, μπορούν να προσβληθούν η καθεμιά ξεχωριστά ή και μαζί στην ίδια προσφυγή, εφόσον βεβαίως συντρέχουν προς τούτο οι απαραίτητες προϋποθέσεις, όπως η συνάφεια της μιας άδειας προς την άλλη (Δήμος Λευκωσίας ν. Παπαϊωάννου και Άλλων (2010) 3 Α.Α.Δ. 102, 106-108, Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2006) 3 Α.Α.Δ. 478, Δήμος Λεμεσού ν. Νικολαΐδη (2005) 3 Α.Α.Δ. 591, 596-597).

 

Προσθέτως, το Διοικητικό Δικαστήριο έγραψε και τούτα (το απόσπασμα είναι αυτούσιο όπως και όσα ακολουθούν):

 

«[...] Έχω την άποψη ότι αυτά που προκύπτουν από τη νομολογία είναι, αφενός, το επιθυμητό και δικονομικά ορθότερο της προσβολής τόσο της πολεοδομικής όσο και της άδειας οικοδομής στην ίδια αίτηση ακυρώσεως εφόσον πρόκειται για συναφείς πράξεις και, αφετέρου - όπου αυτό δεν έχει συμβεί - προηγείται η εξέταση της αίτησης ακυρώσεως που στρέφεται κατά της πολεοδομικής άδειας και το όποιο αποτέλεσμά της επιδρά και στην αίτηση ακυρώσεως κατά της άδειας οικοδομής.[...] Το ζήτημα, όμως, που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι κατά πόσο επειδή η αιτήτρια δεν έχει στραφεί κατά της νομιμότητας της άδειας οικοδομής - είτε στην ίδια αίτηση ακυρώσεως είτε σε άλλη - αυτό δημιουργεί αλυσιτέλεια στην παρούσα προσφυγή. [...]».

 

Έπειτα, το Διοικητικό Δικαστήριο εισέδυσε στα γεγονότα και απαιτήσεις της επίμαχης περίπτωσης, μη αποδεχόμενο τη θέση των Εφεσίβλητων και του ΕΜ περί αλυσιτέλειας, τονίζοντας:

 

«[...] Έχω την άποψη ότι ζήτημα αλυσιτέλειας θα προέκυπτε, ενδεχομένως, εάν αυτό που προσβαλλόταν ήταν μόνο η άδεια οικοδομής στην έκταση που στηρίζεται στην πολεοδομική άδεια που προηγήθηκε αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση των καθ' ων η αίτηση και του ενδιαφερόμενου μέρους ότι προκύπτει αλυσιτέλεια στην έκταση που η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της καθ' όλα αυτοτελούς διοικητικής πράξης έκδοσης πολεοδομικής άδειας.

Ενδεχομένως θα προκύψει ζήτημα για την αιτήτρια ως προς την πρακτική εφαρμογή έκδοσης τυχόν ακυρωτικής απόφασης σε σχέση με την πολεοδομική άδεια και πώς αυτή επιδρά ή μη στο κύρος της άδειας οικοδομής δεδομένου ότι δεν έχει προσβληθεί αλλά αυτά είναι ζητήματα που δεν θα πρέπει να εμποδίσουν το Δικαστήριο από το να ασκήσει τη δικαιοδοσία του και να εξετάσει τη νομιμότητα της ενώπιόν του προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης [...]».

 

Δεν ακούσαμε κάτι από τους Εφεσείοντες ή διακρίναμε οτιδήποτε άλλο από τα ενώπιον μας τεθέντα που θα μπορούσε να κατατείνει προς διάφορη θεώρηση, είτε επί ζητημάτων αρχής είτε γεγονότων.

 

Απεναντίας.

 

Η πραγμάτευση του Διοικητικού Δικαστηρίου συνταιριάζεται ομαλώς με τη νομολογία της εποχής αλλά και με την πιο επίκαιρη επανάληψη της στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο (Μακρή ν. Δήμου Λακατάμειας, Ε.Δ.Δ. 159/19, ημ. 14.10.24, Kotsonis Enterprises Limited ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 24/15, ημ. 21.9.21, ECLI:CY:AD:2021:C404, Αρσαλίδης ν. Δήμου Στροβόλου, Α.Ε. 211/12, ημ. 1.7.19, ECLI:CY:AD:2019:C267).

 

Δεν παρέχεται πεδίο εφετειακής επέμβασης.

 

Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.».

 

Ας σημειωθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έχει καταχωρηθεί κατά της εκδοθείσας Άδειας Οικοδομής, η προσφυγή αρ. 1547/2024, στις 22.11.2024. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι, στις 11.11.2022 και εκκρεμούσης της υπό κρίση προσφυγής, εκδόθηκε προς όφελος του Ε.Μ. η Άδεια Οικοδομής με αρ. [.] σε σχέση με το υπό αναφορά έργο και δη για την κατασκευή των τεσσάρων προαναφερθεισών δεξαμενών. Το συγκεκριμένο γεγονός τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τους συνηγόρους των διαδίκων κατά το έτος 2024. Στο πλαίσιο των συμπληρωματικών γραπτών αγορεύσεων που καταχώρησαν αιτητές και καθ’ ων η αίτηση, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου τούτου, ηγέρθη εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, προς επίρρωση της θέσης τους περί αλυσιτέλειας της παρούσας προσφυγής, ο ισχυρισμός περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της προσφυγής αρ. 1547/2024, δεδομένου ότι η Άδεια Οικοδομής εκδόθηκε το έτος 2022 και η εν λόγω προσφυγή καταχωρήθηκε το έτος 2024. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο, υπό το φως των διαπιστώσεων στην Μαρία-Μακρή Ονουφρίου, ανωτέρω, ότι, δεδομένης της αυτοτέλειας της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής, η μη προσβολή της άδειας οικοδομής δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην απόρριψη της προσφυγής κατά της έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, αλλά και δεδομένης της καταχώρησης της προσφυγής αρ. 1547/2024, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επαρκώς ζήτημα αλυσιτέλειας. Το κατά πόσον η προσφυγή αυτή είναι όντως εκπρόθεσμη, ως ισχυρίζονται οι καθ’ ων η αίτηση, αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η εν λόγω προσφυγή και όχι το παρόν Δικαστήριο. Εξάλλου, είχαν οι καθ’ ων η αίτηση τη δυνατότητα να θέσουν έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ήδη από το έτος 2022 το γεγονός της έκδοσης της εν λόγω Άδειας Οικοδομής, όπως επίσης είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε αίτηση συνεκδίκασης της παρούσας προσφυγής με την προσφυγή αρ. 1547/2024.

 

Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω, και έχοντας ως αφετηρία ότι η Πολεοδομική Άδεια και η Άδεια Οικοδομής συνιστούν κατ’ αρχήν αυτοτελείς διοικητικές πράξεις και ότι, ως τέτοιες, μπορούν να προσβληθούν η καθεμιά ξεχωριστά, ο εν είδει προδικαστικής ενστάσεως προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αλυσιτέλειας της παρούσας προσφυγής απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Προχωρώ τώρα στην εξέταση του έτερου σκέλους της προδικαστικής ενστάσεως περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αιτητών. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος που να ερείδεται στο νόμο, ούτε και δυσμενή επηρεασμό τους. Υποβάλλει η κα Πιπερή ότι δεν έχει θεμελιωθεί έννομη αξίωση των αιτητών να προσβάλουν την Πολεοδομική Άδεια που εκδόθηκε υπέρ του Ε.Μ. Με εκτενή αναφορά σε ημεδαπή νομολογία, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση εισηγείται ότι οι αιτητές όφειλαν να αποδείξουν ειδικό, ίδιον και ενεστώς έννομο συμφέρον, με ρητές και σαφείς αναφορές στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως, κάτι που απέτυχαν να πράξουν εφόσον περιορίζονται «σε αοριστίες και γενικότητες για το ενδιαφέρον τους στην ανάπτυξη της περιοχής», χωρίς να επεξηγούν ποιοι συγκεκριμένοι λόγοι θίγουν το έννομο συμφέρον τους.

Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των αιτητών, οι οποίοι με ειδική αναφορά στην ενδιάμεση, αλλά και στην τελική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 809/2022 (i-Justice), ημερ. 25.9.2023, όπου εξετάστηκε παρόμοια προδικαστική ένσταση, υποβάλλουν ότι το δικαίωμά τους εδράζεται σε νομοθετικές διατάξεις και ισχυρίζονται ότι δια του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως ήγειραν με την απαιτούμενη επάρκεια ζητήματα δυσμενούς επηρεασμού τους από την υπό αναφορά ανάπτυξη. Εισηγούνται επίσης ότι κατά τη νομολογία, αρκεί η πιθανολόγηση ορατού κινδύνου για την θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος, «ο οποίος είναι εμφανής στην επίδικη υπόθεση».  

 

Ζητήματα παρόμοια με αυτά που εγείρονται στην υπό κρίση περίπτωση, εξετάστηκαν πράγματι στην Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού, ανωτέρω, όπου κρίθηκε ότι οι εκεί αιτητές, Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού και άλλα Κοινοτικά Συμβούλια, είχαν, ως ενδιαφερόμενες τοπικές αρχές, έννομο συμφέρον προσβολής της επίδικης πράξης έγκρισης της αίτησης για Πολεοδομική Άδεια, παρά την περί του αντιθέτου θέση των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους για τη συνέχιση της προσφυγής τους, αφού απέτυχαν να υποδείξουν με ποιο τρόπο υπέστησαν βλάβη από την επίδικη απόφαση. Η πρωτόδικη κρίση, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος των Κοινοτικών Συμβουλίων, παρέμεινε αλώβητη, εφόσον επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την εν λόγω απόφαση, το οποίο σχετίζεται άμεσα με τα εδώ επίδικα θέματα:

 

«Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος των αιτητών εξετάστηκε ενδελεχώς στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην παρούσα προσφυγή. Στην ενδιάμεση απόφασή του το Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα Κοινοτικά Συμβούλια των Κοινοτήτων/ Αιτητών είχαν έννομο συμφέρον στην καταχώριση προσφυγής, προσβάλλοντας τη νομιμότητα της εκδοθείσας Πολεοδομικής Άδειας, καθώς και των προπαρασκευαστικών αποφάσεων που προηγήθηκαν, με το ακόλουθο σκεπτικό, το οποίο υιοθετείται στην παρούσα απόφαση του Δικαστηρίου, ως το εκτενές απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση μεταξύ των ίδιων διαδίκων Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού και Άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/8/2022, που ακολουθεί:

 

«Προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης περί της μη πλήρωσης της προϋπόθεσης του παραδεκτού της καταχώρισης προσφυγής εκ μέρους των αιτητών, της έλλειψης δηλαδή της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντός τους. Όπως προκύπτει από το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου τα Κοινοτικά Συμβούλια εκπροσωπούν το σύνολο των κατοίκων τους. Βάσει της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι Τοπικές Αρχές έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν τη νομιμότητα αποφάσεων της Κεντρικής Κυβέρνησης (βλ. Improvement Board of Strovolos v. Republic (1983) 3 CLR 434, Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας). Σχετική με το έννομο συμφέρον είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου και Άλλοι (1998) 3 ΑΑΔ 210, στην οποία η Ολομέλεια συμφώνησε με την ανωτέρω νομολογία και παρέπεμψε σε σχετικά αποσπάσματα από τις αποφάσεις αυτές. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, της δεσμευτικής για το Διοικητικό Δικαστήριο νομολογίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τη νομιμοποίηση των Κοινοτικών και ή Τοπικών Αρχών να καταχωρούν προσφυγή:

 

«Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος συζητήθηκε από τους συνηγόρους πρωτόδικα με αναφορά στο κατά πόσο, πρώτο, το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου, ως Αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης και οι κάτοικοι προσωπικά θα μπορούσαν σε οποιαδήποτε περίπτωση να νομιμοποιούνταν στην προσβολή απόφασης της κεντρικής διοίκησης. και, δεύτερο, στο κατά πόσο, εν πάση περιπτώσει, προέκυπτε ή όχι δυσμενής επηρεασμός προς την κοινότητα Γερίου ώστε να θεμελιώνεται έννομο συμφέρον δεδομένου ότι με τον εκσυγχρονισμό του τουβλοποιείου θα επέρχετο βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης. Τα ίδια τέθηκαν και ενώπιον μας με αντίστοιχους λόγους έφεσης από τη Δημοκρατία και την εταιρεία.

 

Το Δικαστήριο, πρωτόδικα, ασχολήθηκε με το πρώτο εκτενώς, το δεύτερο όμως απλώς το σημείωσε. Έκρινε, υπό το φως πρωτόδικων αποφάσεων κυρίως στις υποθέσεις Κοινότητα Πυργών κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 223 και Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 578/93 ημερ. 16 Σεπτεμβρίου 1994, όπως και Ελληνικών συγγραμμάτων, ότι το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου έχει έννομο συμφέρον. Για τους υπόλοιπους αιτητές το Δικαστήριο κατέληξε ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη για τον λόγο ότι δεν είχαν την ιδιότητα περιοίκου "..... που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση νομιμοποίησης ...". Η Ολομέλεια στη Σοφούλλα Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 73, επικρότησε αυτή τη νομική θεώρηση.

 

Πρόσφατα, στη Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 346, η Ολομέλεια αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην πρωτόδικη Improvement Board Strovolos v. Republic (1983) 3 C.L.R. 434  στην οποία αναγνωρίστηκε ότι αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης νομιμοποιείται να προσβάλει απόφαση οργάνου της Κεντρικής Κυβέρνησης όπου επηρεάζεται δυσμενώς ίδιον συμφέρον. Στην Improvement Board Strovolos v. Republic (ανωτέρω) που αφορούσε την ανάληψη αρμοδιότητας της τοπικής αρχής από όργανο της Κεντρικής Κυβέρνησης λέχθηκε ότι:

 

"Local authorities are expected, within the sphere of their responsibilities and always subject to their authority under the law, to give effect to what appears best for the locality they serve.  There may be a conflict between the wider needs of the country, safeguarded by central administration and local needs.  Inasmuch as political responsibility for the acts of local authorities does not vest in the central government, legal means must be provided for resolving a conflict, if there is any, between organs of central and local administration. Consequently, in an appropriate case, a recourse may be taken by an improvement board against organs of central government for the review of the legality of their actions affecting the interests of the improvement board."

 

Εξ άλλου με ενδιάμεση απόφαση στην υπόθεση Κοινότητα Πυργών κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 A.A.Δ. 3498, εντάχθηκε στο πεδίο συμφέροντος της αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης και το φυσικό περιβάλλον εφόσον η κοινότητα επηρεαζόταν δυσμενώς. Αυτή η άποψη είχε κυρίως ως έρεισμα το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα ζωής. Αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής:

 

"Κρίνω ότι το δικαίωμα της ζωής που κατοχυρώνεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος δεν περιορίζεται στην προστασία της ύπαρξης, αλλά επεκτείνεται και στις βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση του ανθρώπου στο χώρο που διαβιεί. Δε θα διερευνήσω, διότι δεν είναι αναγκαίο για τους σκοπούς αυτής της υπόθεσης, τις διαστάσεις ή προεκτάσεις του δικαιώματος.  Διαπιστώνω όμως ότι κάτοικος κοινότητας έχει λόγο στη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο διαβιεί, το οποίο, εφόσον είναι κοινό σε όλους τους κατοίκους της κοινότητας, μπορεί να προασπισθεί συλλογικά από την κοινοτική αρχή η οποία τους εκπροσωπεί."

 

Σε έφεση που ασκήθηκε για άλλους λόγους κατά της εν λόγω απόφασης, το ζήτημα εννόμου συμφέροντος δεν συζητήθηκε και η πλειοψηφία της Ολομέλειας δεν εξέφρασε γνώμη: βλ. Δημοκρατία κ.ά. ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503.

 

Κατά την άποψή μας, οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν συμφέρον στην πολεοδομική διαμόρφωση της περιοχής τους εφόσον προκύπτει δυσμενής επηρεασμός στο φυσικό περιβάλλον, ιδωμένο όπως πρόκειται διαχρονικά να διαμορφωθεί.  Πρόκειται για συμφέρον εγγενές στη φύση της αποστολής τους και ως εκ τούτου νόμιμο. Η διαπίστωση αυτή καθιστά μη αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της νομιμοποίησης του εφεσίβλητου Συμβουλίου. Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στη Γεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1997) 3 Α.Α.Δ. 81:

 

"Το αντικείμενο του επηρεασμού κάτω από το Άρθρο 146 είναι το συμφέρον και όχι αποκρυσταλλωμένο νομικό δικαίωμα."

 

Τα εκεί εκτεθέντα παραδείγματα από αποφάσεις του Σ.τ.Ε. απεικονίζουν εναργώς ακριβώς αυτή τη διάσταση. Καταλήγουμε λοιπόν ότι το Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου νομιμοποιείται κατ' αρχήν στην προσφυγή».

 

Σε συμφωνία με την ανωτέρω νομολογία, το Δικαστήριο απορρίπτει την πρώτη προδικαστική ένσταση περί έλλειψης νομιμοποίησης των αιτητών να καταχωρίσουν προσφυγή, κατά της νομιμότητας της απόφασης με την οποία εκδόθηκε πολεοδομική άδεια στην περιοχή τους για βαριά βιομηχανία, επικαλούμενοι την βλάβη που δυνατόν να προκύψει στο περιβάλλον και/ή στην διαβίωσή και/ή στην υγεία των κατοίκων τους.

 

Περαιτέρω το Δικαστήριο απορρίπτει και την δεύτερη προδικαστική ένσταση περί της απαγόρευσης προσφυγής από διοικητικά όργανα εναντίον πράξεων στις οποίες συμμετέχουν ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής. Η παρούσα δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδοστρεφής, καθ΄ ότι οι αιτητές δεν συμμετέχουν στην διαδικασία έκδοσης της επίδικης απόφασης στα πλαίσια μίας σύνθετης διοικητικής πράξης, διαφωνώντας με την τελική απόφαση που εκδίδεται από το άλλο όργανο, που ασκεί ιεραρχικό ή δευτεροβάθμιο έλεγχο, (βλ. Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 346) και Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (2007) 3 Α.Α.Δ. 568). Οι απόψεις των αιτητών ζητήθηκαν στα πλαίσια της επιτακτικής πρόνοιας της Δήλωσης Πολιτικής όπως αναζητηθούν οι απόψεις των επηρεαζόμενων τοπικών αρχών στην περίπτωση έκδοσης πολεοδομικής άδειας βαριάς βιομηχανίας κατ΄ εξαίρεση, εκτός Βιομηχανικής Ζώνης Α΄. Με αυτό ως δεδομένο, συνάγεται πως οι κάτοικοι των συγκεκριμένων Κοινοτήτων θεωρήθηκαν από τους ίδιους τους καθ΄ ων η αίτηση ως επηρεαζόμενοι από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και επιβαλλόταν η αναζήτηση των απόψεών τους. Η απαίτηση νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων για αναζήτηση των απόψεων των επηρεαζόμενων κατοίκων, λόγω εγγύτητας των κατοικιών τους με την ανάπτυξη, παρέχοντας τους το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, δεν τους μετατρέπει σε όργανα παραγωγής της διοικητικής απόφασης, αφού οι απόψεις τους αναζητούνται για να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της δέουσας έρευνας και σύννομης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου με την αποφασιστική αρμοδιότητα.

 

Περαιτέρω το έννομο συμφέρον των αιτητών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι για την ανάπτυξη απαιτήθηκε η ετοιμασία και κατάθεση περιβαλλοντικών μελετών σε σχέση με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την οχληρία που δυνατόν να προκληθεί στην δική τους διαβίωση στην εν λόγω περιοχή, (κάτοικοι των Κοινοτήτων-Αιτητών).

 

Οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν, ότι δεν παραβιάστηκε οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή κανονισμού και δεν λήφθηκε η απόφαση βάσει πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο, αλλά έγινε η δέουσα έρευνα σε όλο το εύρος των δυσμενών παραγόντων, που όφειλαν να ληφθούν υπόψη, και αποδείκνυαν πως η επίδικη πολεοδομική άδεια μπορούσε να εκδοθεί. Εν προκειμένω τίθενται ζητήματα με τους λόγους ακυρώσεως, που αφορούν στην πρόσθετη επιβάρυνση της ίδιας της διαβίωσης  των κατοίκων των Κοινοτήτων που προσέφυγαν με την εγκατάσταση εργοστασίου βαριάς βιομηχανίας στην περιοχή τους και όχι μόνο της οικονομικής ζημιάς στην περιουσίας τους, που βρίσκεται εντός οικιστικής ζώνης, κοντά στην χωροθέτηση του εργοστασίου. Όπως αποφασίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κοινότητα Πυργών ν. Δημοκρατίας (1991) 4 ΑΑΔ 3498, το δικαίωμα της ζωής, που προστατεύεται από το άρθρο 7.1 του Συντάγματος δεν περιορίζεται στην προστασία της ύπαρξης, αλλά επεκτείνεται και στις βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση του ανθρώπου στον χώρο όπου διαβιεί.

 

Η πολεοδομική άδεια αποτελεί την θεμέλια απόφαση της διοίκησης στην οποία θα βασιστούν οι μεταγενέστερες άδειες, δηλαδή η άδεια οικοδομής και άδεια λειτουργίας του επίδικου εργοστασίου. Όπως αποφασίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Frangos and Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. 53:

 

«Η πολεοδομική άδεια αποτελεί το θεμέλιο, την προϋπόθεση για την υποβολή αίτησης για την παροχή άδειας οικοδομής. Χωρίς το θεμέλιο αυτό δεν παρέχεται εξουσία στην αρμόδια, βάσει του Κεφ. 96, αρχή να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής άδειας οικοδομής. Ο κάτοχος πολεοδομικής άδειας ο οποίος απευθύνεται για άδεια οικοδομής, δεσμεύεται εκ προοιμίου από αυτή εφόσον αυτό τούτο το δικαίωμά του για ανάπτυξη στοιχειοθετείται από τους όρους της. Η άδεια οικοδομής ορθά χαρακτηρίζεται ως άδεια για την εκτέλεση των εγκριθέντων με την πολεοδομική άδεια έργων. Η εξουσία της αρμόδιας αρχής περιορίζεται ουσιαστικά στον καθορισμό των όρων της εκτέλεσης".

 

Η επέλευση των δυσμενών συνεπειών στην υγεία των κατοίκων είναι άμεσα ορατή στο εγγύς μέλλον, (βλ. ανωτέρω απόφαση Δημοκρατία ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου και Άλλων όπου αναφέρεται πως: «προκύπτει δυσμενής επηρεασμός στο φυσικό περιβάλλον, ιδωμένο όπως πρόκειται διαχρονικά να διαμορφωθεί». Ειδικότερα αν βάσει της επίδικης πολεοδομικής άδειας οι επόμενες διοικητικές διαδικασίες έκδοσης των επόμενων αδειών, για σκοπούς μεταφοράς του εργοστασίου, επιταχύνονται ή έχουν ήδη μετά την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου επιταχυνθεί, βάσει της αναγκαιότητας επίσπευσης της μεταφοράς του, όπως αυτή φανερώνεται και από την επίκληση από τους καθ' ων η αίτηση και το ενδιαφερόμενο μέρος των δυσχερειών που θα προκληθούν από την αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης για την υλοποίηση της μετακίνηση του εργοστασίου.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κοινότητα Πυργών και Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερίου (ανωτέρω) εξεδόθη πριν την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε αυτήν γίνεται επίκληση μόνο στο άρθρο 7.1 του Συντάγματος σε σχέση με τη νομιμοποίηση των πολιτών να προσβάλλουν αποφάσεις, οι οποίες πλήττουν κατά την άποψή τους το περιβάλλον στο οποίο διαβιούν.

 

Ακόμα πριν την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Κυπριακή Δημοκρατία την 21/1/2003, υπέγραψε και κύρωσε σε Νόμο την Σύμβαση του Αάρχους που συνομολογήθηκε στο Αάρχος της Δανίας στις 25/6/1998, (ο περί της Σύμβασης του Αάρχους Αναφορικά με την Πρόσβαση στην Πληροφόρηση, τη Δημόσια Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε Περιβαλλοντικά θέματα Νόμος του 2003 (Ν.33(ΙΙΙ)/2003)).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Σύμβασης, προβλέπεται η δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα μεταξύ αυτών και για προσβολή αποφάσεων που παραβιάζουν τη νομοθεσία σχετική με το περιβάλλον. Μάλιστα σε αντίθεση με την μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία εκτός από τα φυσικά πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον μόνο οι Τοπικές Αρχές (και όχι άλλες ενώσεις προσώπων) μπορούν να προσβάλουν διοικητικές πράξεις που πλήττουν τα συμφέροντα των κατοίκων της τοπικής αρχής, στον ορισμό του «ενδιαφερόμενου κοινού», το οποίο μπορεί να έχει και πρόσβαση στην δικαιοσύνη βάσει του άρθρου 9 της Σύμβασης, περιλαμβάνονται  στο άρθρο 2 παράγραφος 5 και οι «μη κυβερνητικοί οργανισμοί».

 

Σημειώνεται ότι η Σύμβαση του Αάρχους εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, στις 17/2/2005 και ενσωματώθηκε στην κοινοτική έννομη τάξη μέσω, ανάμεσα σε άλλα, της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ (όπως έχει τροποποιηθεί) για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Οδηγία ΕΠΕ). Έκτοτε η Σύμβαση του Αάρχους αποτελεί δίκαιο της Ένωσης και τυγχάνει ερμηνείας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), (βλ. ενδεικτικά Υπόθεση C-115/09). Το ΔΕΕ στην απόφασή του στην Υπόθεση Slovak Brown Bear (C-240/09) δεν αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στην διάταξη του άρθρου 9 παράγραφος 3 της Σύμβασης αναφέροντας ότι η Σύμβαση αφήνει σημαντικό πεδίο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη για την εφαρμογή της. Παρόλα αυτά αποφασίστηκε πως τα εθνικά δικαστήρια υπέχουν υποχρέωση να ερμηνεύουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες σύμφωνα με το περιεχόμενο του άρθρου 9 παράγραφος 3 της Σύμβασης, ώστε να διασφαλιστεί ευρεία πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

 

Πέραν της νομολογίας του ΔΕΕ σε σχέση με την ερμηνεία της Σύμβασης και των σχετικών Οδηγιών, σε πρόσφατες αποφάσεις του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αποφάσισε ότι η παράλειψη των κρατικών αρχών να προστατεύσουν τους κατοίκους περιοχών που επηρεάζονται από τις τοξικές εκπομπές εργοστασίου, παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Cordella κ.α. κατά Ιταλίας, ημερομηνίας 24/2/2019, αρ. υπ. 54414/18 και 54264/15). Παραβίαση του ίδιου άρθρου αποφασίστηκε πως συντρέχει λόγω αποτυχίας των κρατικών Αρχών στο πεδίο της προστασίας από τη ρύπανση στην απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου στην Jugheli κ.α. κατά Γεωργίας ημερομηνίας 13/7/2017, αρ. υπ. 38342/05)»».

 

Οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται στη Γραπτή της Αγόρευση δικαστικές αποφάσεις, στις οποίες αποφασίστηκε πως δεν είναι αρκετό το ενδιαφέρον του περίοικου για την καταχώρηση προσφυγής με την επίκληση του γενικότερου ενδιαφέροντος (υπ. αρ. 231/2015, Παντέλα και Άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31/1/2018), αλλά απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένης βλάβης, αλλά και σε σχέση με προσφυγή της τοπικής κοινότητας για έκδοση πολεοδομικής άδειας με την οποία διαφωνεί (υπ. αρ. 1420/2017, Δήμος Πέγειας ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 14/2/2020), για να υποστηρίξουν ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους. Η θέση αυτή παραγνωρίζει πως τα δεδομένα στις πιο πάνω αποφάσεις ήταν διαφορετικά. Στην μεν πρώτη περίπτωση αφορούσε κάτοικο της περιοχής, ο οποίος επικαλείτο την ιδιότητά του ως κατοίκου που ήταν περίοικος, ο οποίος θα έπρεπε να είχε αποδείξει την εγγύτητα της κατοικίας του με την επίδικη εκεί ανάπτυξη και ότι στην άλλη περίπτωση ο εκεί Δήμος απέτυχε να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, λόγω γενικόλογων ισχυρισμών.

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, το έννομο συμφέρον των αιτητών αναγνωρίζεται από το Νόμο. Σύμφωνα με τον περί Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο (Ν.127(Ι)/2018), το άρθρο 8 προβλέπει ότι η Περιβαλλοντική Αρχή διαβιβάζει στις ενδιαφερόμενες αρχές την ΜΕΕΠ και τις άλλες πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τον κύριο του έργου. Ενδιαφερόμενες δε αρχές είναι, σύμφωνα με τον ορισμό στο άρθρο 2 και οι αρχές τοπικής διοίκησης που περιλαμβάνονται και στο Τρίτο Παράρτημα του Νόμου («Αρχές τοπικής διοίκησης στα διοικητικά όρια των οποίων προτείνεται να εκτελεστεί ένα έργο»). Στην Δήλωση Πολιτικής για την Ύπαιθρο προβλέπεται πως οι Τοπικές Αρχές συμμετέχουν στην λήψη απόφασης χωροθέτησης Βιομηχανίας Κατηγορίας Α΄ εκτός των Βιομηχανικών ή Λατομικών Ζωνών εκφέροντας απαραιτήτως τις θέσεις τους.

 

Το κατωτέρω απόσπασμα από το σύγγραμμα της Γλυκερίας Π. Σιούτη, «Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος», σελ. 140, (με τις σχετικές υπογραμμίσεις να έχουν προστεθεί) αναφέρονται στο δικαίωμα στην ένδικη προστασία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος στο οποίο οι κάτοικοί τους διαβιούν, με παραπομπή σε σχετικές επί του θέματος αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας:

 

«5. Η διεύρυνση του εννόμου συμφέροντος στην περίπτωση των ΟΤΑ

 

α) Το κριτήριο των διοικητικών ορίων

 

Έννομο συμφέρον αναγνωρίζεται και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) για την προστασία του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι αυτοί έχουν πλήθος αρμοδιοτήτων σε θέματα περιβάλλοντος, χωροταξίας και πολεοδομίας. Συμφώνως προς τη νομολογία, το βασικό κριτήριο για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος είναι το προστατευτέο περιβαλλοντικό στοιχείο να βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του δήμου ή της κοινότητας ή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που ασκεί την αίτηση ακύρωσης (ΣΤΕ 2196/82, 312/83, 944/85, 3682/86, 1615/88, 150/90, 2586/92, 2690/94, 2301/95 Ολομ. 1495/2002 Ολομ., 1756-59/2002, 83/2005 Ολομ.). Το χωρικό αυτό στοιχείο αρκεί για την προσβολή οποιασδήποτε πράξης βλάπτει το περιβάλλον, όταν αυτή αφορά την οικιστική ανάπτυξη (ΣτΕ 2690/94, 1071/94 Ολομ.), την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων και την περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής (ΣτΕ 2755/94 Ολομ., όπου μάλιστα έγινε δεκτό ότι το έννομο συμφέρον του δήμου δεν αίρεται από το γεγονός ότι στη θέση όπου θα εγκατασταθούν οι βιομηχανικές μονάδες λειτουργούσαν και στο παρελθόν βιομηχανικές εγκαταστάσεις), το πολιτιστικό περιβάλλον (ΣτΕ 2182/94), την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας (ΣτΕ 2301/95 Ολομ.) ή τη διατήρηση της δασικής βλάστησης (ΣτΕ 1/93).

 

6. Το έννομο συμφέρον για την προστασία του περιβάλλοντος στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο

 

Η δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή της ταυτότητας των προσώπων, στα οποία εφαρμόζεται η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι η απόφαση τα α­φορά ατομικώς. Αντιθέτως, η εξατομίκευση γίνεται δεκτή στο μέτρο που ο προσφεύγων είχε δικαίωμα λήψης πληροφοριών και συμμετοχής στη διοικητική διαδικασία έκδοσης της πράξης.».

 

Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί σε συνάρτηση με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, βάσει των οποίων οι Αιτητές ως ενδιαφερόμενες τοπικές αρχές και ως αρχές στις οποίες αναγνωρίζει δικαιώματα συμμετοχής στη λήψη απόφασης για χωροθέτηση του έργου, είχαν δικαίωμα όχι μόνο στην πληροφόρηση, αλλά και στην συμμετοχή βάσει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, καθώς και της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αιτητών απορρίπτεται. Η επέλευση της βλάβης σε προσφυγές κατά πράξεων που ενδέχεται να προξενήσουν βλάβες και/ή επιβάρυνση στο περιβάλλον, δεν απαιτείται να αποδεικνύεται αλλά να πιθανολογείται, (βλ. Γλυκερία Σιούτη (ανωτέρω), σελ. 120-121.

Παρομοίως, στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το οποίο και υιοθετώ, κρίνω ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, στοιχειοθετείται στον απαιτούμενο βαθμό η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος των αιτητών, το οποίο και εδράζεται στον περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο (Ν.127(Ι)/2018), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος)[1], ενώ και η επέλευση βλάβης και/ή ο δυσμενής επηρεασμός από τη λειτουργία του έργου, έχει θεμελιωθεί στον απαιτούμενο βαθμό, που εν προκειμένω εξαντλείται στο επίπεδο της πιθανολόγησης και δη στις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να επέλθουν στο περιβάλλον και στην οχληρία που δυνατόν να προκληθεί στη διαβίωση των κατοίκων της περιοχής.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ήδη με το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως οι αιτητές έχουν παραθέσει τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με το ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού: στην παράγραφο 3 των γεγονότων της αίτησης ακυρώσεως, αναφέρεται ότι η θέση των αιτητών για την κατασκευή του έργου ήταν αρνητική, ήδη από το έτος 2016, «καθότι στην περιοχή συσσωρεύεται μεγάλος όγκος ομβρίων υδάτων, τα οποία καταλήγουν στους ποταμούς καθώς και το γεγονός ότι η χωροθέτηση γίνεται ανάμεσα σε εγγεγραμμένους δρόμους». Περαιτέρω, σε σχέση με τα όμβρια ύδατα, δημιουργείται ορατός κίνδυνος υπερχείλισης της δεξαμενής «με αποτέλεσμα οι βλαβερές ουσίες των δεξαμενών να καταλήγουν στους ποταμούς με αποτέλεσμα τη μόλυνση των υδάτων». Περαιτέρω, στις επόμενες παραγράφους των γεγονότων της αίτησης ακυρώσεως, γίνεται αναφορά σε σχετική αλληλογραφία μεταξύ των αιτητών και του Επάρχου Λευκωσίας αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα (η οποία επισυνάπτεται ως Παραρτήματα στην προσφυγή, τα οποία εντοπίζονται και στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση και στον διοικητικό φάκελο). Ανάμεσα στα έγγραφα που επισυνάπτονται, εντοπίζεται η επιστολή προς τον Έπαρχο, ημερομηνίας 28.2.2021 (Παράρτημα Στ), όπου παρατίθεται η αρνητική θέση των αιτητών επί της αίτησης του Ε.Μ. για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας για τη δημιουργία των τεσσάρων δεξαμενών αποβλήτων. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, οι αιτητές αποφάσισαν ομόφωνα να μην συστήσουν την υπό αναφορά αίτηση, καθότι το σημείο όπου σκοπείται η ανέγερση των δεξαμενών «είναι πλησίον εγγεγραμμένου δρόμου όπου θα είναι ορατές και επικίνδυνες από τους διερχόμενους». Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την εν λόγω επιστολή, «Στην κοινότητα Μενοίκου υπάρχουν αρκετές οχληρές εγκαταστάσεις και η περιοχή είναι βεβαρημένη και δεν μπορεί να δεχτεί τέτοιου είδους άλλες οχληρές εγκαταστάσεις». Τέλος, οι αιτητές προέβαλαν και τη θέση ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι γεωργική, η πιο καλή γόνιμη γη για γεωργικούς σκοπούς και δεν επιθυμούν την καταστροφή της με οχληρές εγκαταστάσεις. Σημειώνεται, επίσης, ότι παρόμοιες θέσεις είχαν εκφραστεί από τους αιτητές και προηγουμένως, δια της προαναφερθείσας επιστολής τους προς τον Έπαρχο Λευκωσίας, ημερομηνίας 8.7.2020 (παράρτημα Η στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως), όπου επιπρόσθετα αναφέρθηκε ότι η περιοχή Μενοίκου-Ορούντας είναι μολυσμένη από νιτρικά και ήδη βεβαρυμένη από κτηνοτροφικές μονάδες και δεξαμενές, οι δε προτεινόμενες δεξαμενές βρίσκονται σε απόσταση 70 μέτρων από αργάκι που μεταφέρει νερό σε ποταμό.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι θα πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο σκέλος της προδικαστικής ένστασης περί έλλειψης θεμελίωσης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος των αιτητών προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής τους.

 

Προχωρώ στην εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι πάσχει η προσβαλλόμενη πράξη λόγω ανεπαρκούς πληροφόρησής τους κατά τη διαβούλευση, μη διασφάλισης της προστασίας του περιβάλλοντος, μη εξέτασης εναλλακτικών τοποθεσιών χωροθέτησης και παράλειψης διενέργειας της δέουσας μελέτης.

 

Εν πρώτοις, πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 8(1) του Νόμου, η Περιβαλλοντική Αρχή έχει υποχρέωση να διαβιβάσει µε ηλεκτρονικό ταχυδροµείο ή ταχυδροµικώς, στις ενδιαφερόµενες αρχές, τις πληροφορίες που τής έχουν υποβληθεί σύµφωνα µε το άρθρο 23 και τις πληροφορίες για τη Μελέτη που υποβάλλεται. Στο δε άρθρο 23, καθορίζονται οι πληροφορίες που υποβάλλονται «κατά τρόπο συνοπτικό» από τον κύριο του έργου[2], στην παρούσα από το Ε.Μ., αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του έργου, τη µορφή, έκταση και διάρκεια των επιπτώσεων που δυνατόν να επιφέρει στο περιβάλλον η εκτέλεση ή/και η λειτουργία του έργου και τα µέτρα που προβλέπονται ώστε αυτές να προληφθούν ή να µετριαστούν.

 

Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι η επιστολή του Τμήματος Περιβάλλοντος, ημερομηνίας 25.6.2020 (παράρτημα 6-ΙΙ στο δικόγραφο της ένστασης), με την οποία ζητήθηκαν οι απόψεις των αιτητών για το υπό αναφορά έργο και την οποία οι αιτητές διατείνονται ότι δεν έλαβαν, απεστάλη στους αιτητές με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μαζί με όλες τις σχετικές εκθέσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον διοικητικό φάκελο και δη τα κυανά 96 και 95 του φακέλου του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε κατά τις διευκρινίσεις ως «Τεκμήριο 7». Ειδικότερα, στην επιστολή προς τους αιτητές ημερομηνίας 25.6.2020 (Κυανούν 96), αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στα πλαίσια της διαβούλευσης με βάση το άρθρο 24 του Νόμου, κρίθηκε αναγκαίο όπως ζητηθούν οι απόψεις των αιτητών λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων τους «για το συγκεκριμένο έργο ή/και για τις δυνητικές του επιπτώσεις για το περιβάλλον», ενώ από το έγγραφο που καταχωρήθηκε ως Κυανούν 95, προκύπτει ότι στις 25.6.2020, πράγματι απεστάλησαν ηλεκτρονικώς στους αιτητές και οι σχετικές εκθέσεις. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Κυανούν 97 του ιδίου φακέλου, οι αιτητές, με επιστολή τους προς τον Έπαρχο Λευκωσίας, ημερομηνίας 8.7.2020 (υπάρχει και ως παράρτημα 6-ΙΙΙ στην ένσταση), διατύπωσαν τις θέσεις τους ως προς το αίτημα του Ε.Μ. για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας για την κατασκευή των δεξαμενών, αυτή δε η επιστολή, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της (βλ. σχετική σφραγίδα), λήφθηκε από το την Περιβαλλοντική Αρχή, ήτοι το Τμήμα Περιβάλλοντος, στις 8.7.2020 και δόθηκαν σχετικές οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό.

 

Ενόψει των πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της πλευράς των αιτητών ότι δεν παρασχέθηκε στους αιτητές συνολικά η διαθέσιμη πληροφόρηση, κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου, ενώ ούτε και παράλειψη οποιασδήποτε οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση εντοπίζεται. Αντίθετα, αυτό που διαπιστώνεται είναι η, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, διενέργεια διαβούλευσης των καθ’ ων η αίτηση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, περιλαμβανομένων των αιτητών, στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκαν και τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης και οι θέσεις ή/και προβληματισμοί των αιτητών. Άμεσα σχετικός είναι και ο περιεχόμενος στο παράρτημα 5 της ένστασης Πίνακας, όπου καταγράφονται συνοπτικά οι σχετικές απόψεις όλων των Τμημάτων και/ή Υπηρεσιών που έλαβαν μέρος στη διαβούλευση και υπέβαλαν τις θέσεις τους αναφορικά με την Πολεοδομική Αίτηση που απέληξε στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια.

 

Κατά συνέπεια, αυτός ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης που προωθούνται, εγείρεται επί της ουσίας ζήτημα μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση.

 

Εξ' αρχής θα πρέπει να υπομνησθεί αυτό που έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι δηλαδή η μορφή της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χριστάκης Κωνσταντινίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 93/2016, ημερ. 11.9.2023, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ 503, Ράφτη ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, 366). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 189).

Εξίσου δε σημαντικό είναι να υπομνησθεί ότι η κρίση της Διοίκησης σε ζητήματα τεχνικής φύσης ή σε θέματα που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, όπως είναι εν πολλοίς οι ισχυρισμοί των αιτητών στην υπό κρίση περίπτωση, είναι γενικά ανέλεγκτη και εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017, Κυριάκου Ανδρέα Κκαḯλα ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης, Α.Ε. 268/2012, ημερ. 1.11.2018, WTE WASSERTECHNIK GMBH ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 118/2011, ημερ. 23.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:C38, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελ. 227). Όπως τονίστηκε και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ. 21.12.2016, η ουσιαστική κρίση της Διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας. Η αυτή προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία CYBARCO LTD-A.ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, Ε.Δ.Δ. 19/17, ημερ. 31.10.2023, αλλά και στην Χρίστος Πρωτοπαπάς ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 39/17, ημερ. 17.10.2023, όπου επισημάνθηκε ότι δεν ελέγχονται από το ακυρωτικό Δικαστήριο θέματα τεχνικής φύσεως και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξαντλείται στην εξέταση τυχόν πλάνης περί τα πράγματα, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και έλλειψης αιτιολογίας (βλ. και Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016, Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147 και Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543).

 

Δε χωρεί αμφιβολία ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, πολλά από τα ζητήματα που έχουν εξεταστεί από τους καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου οι τελευταίοι να προβούν στην έκδοση της επίδικης Πολεοδομικής Άδειας, ως άλλωστε αβίαστα προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και από την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των ίδιων των συνηγόρων των διαδίκων, είναι ζητήματα τεχνικής φύσεως που απαιτούν ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις και επί των οποίων, εκ των πραγμάτων αλλά και ως εκ της θέσεως του, το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να προβεί σε «ιδίαν κρίση»: η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα.

 

Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας, αλλά και δέουσας αιτιολόγησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου τούτου και, κατ' επέκταση, αιτιολόγησης της απόφασής του (βλ. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αρχής Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.α., Ε.Δ.Δ. 67/2017, ημερ. 12.5.2025), εξετάζονται κατωτέρω τα επιμέρους ζητήματα που ήγειραν οι συνήγοροι των αιτητών, προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση.

 

Ειδικότερα, με τον δεύτερο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης που προωθούν, οι αιτητές προβάλλουν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στη βάση του Νόμου, δεν συνάδει με τον σκοπό του Νόμου, που είναι η διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής: και τούτο, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη η αποδοτική χρήση των πόρων, ενώ δεν εκτιμήθηκαν σωστά οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από την υλοποίηση του προτεινόμενου έργου. Με τους δε όρους που περιλήφθηκαν στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια, δεν μπορούν να ξεπεραστούν οι κίνδυνοι που έχουν ήδη εντοπιστεί από τη λειτουργία των δεξαμενών. Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, υποβάλλεται ότι δεν εξετάστηκαν εναλλακτικές τοποθεσίες χωροθέτησης, ενώ περαιτέρω (τέταρτος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης) προβάλλεται ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα μελέτη.

 

Ούτε με τους πιο πάνω ισχυρισμούς μπορώ να συμφωνήσω.

 

Προκύπτει, ιδιαίτερα από το περιεχόμενο του δικογράφου της ένστασης, ότι τα θέματα που εγείρουν οι αιτητές έχουν εξεταστεί από τους καθ’ ων η αίτηση πριν από την έκδοση της επίδικης Πολεοδομικής Άδειας. Ειδικότερα, έχοντας εξετάσει προσεκτικά την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνω ότι έχουν τύχει της δέουσας εξέτασης και αξιολόγησης, και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι λήφθηκαν υπόψη, όλα όσα αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος και/ή στην περιβαλλοντική πτυχή της προσβαλλόμενης ανάπτυξης.

 

Εν πρώτοις, είναι ορθή η θέση της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση ότι οι υπό αναφορά δεξαμενές διαλαμβάνουν την εναπόθεση επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων, τα οποία προέρχονται από αδειοδοτημένη μονάδα επεξεργασίας οργανικών αποβλήτων/ζωικών υποπροϊόντων του Ε.Μ., στην άμεσα περιβάλλουσα περιοχή, σε απόσταση της τάξης των 750 μέτρων νοτίως (σχετικά είναι και τα παραρτήματα 1 και 2 στο δικόγραφο της ένστασης). Συνεπώς, πράγματι, η προσβαλλόμενη πράξη συνδέεται άμεσα με ήδη αδειοδοτημένη και λειτουργούσα ανάπτυξη, για την οποία προηγήθηκε Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον (ΜΕΕΠ) πριν από την έγκρισή της. Συγκεκριμένα, μέσα από το περιεχόμενο της παραγράφου 7 του δικογράφου της ένστασης και τα σχετικά παραρτήματα, αποκαλύπτεται το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση και από τις οποίες προκύπτει ότι της επίδικης απόφασης προηγήθηκε και η απαιτούμενη περιβαλλοντική μελέτη. Εντός αυτού του πλαισίου, προκύπτει ότι η Πολεοδομική Αρχή απέστειλε στον Διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος, για σκοπούς λήψης της απαιτούμενης Αιτιολογημένης Διαπίστωσης, Έντυπο με τις σχετικές πληροφορίες, ως αυτό είχε κατατεθεί από τους αιτητές και το Ε.Μ. κατά το στάδιο υποβολής της σχετικής Πολεοδομικής Αίτησης, ενώ στη συνέχεια ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση Πληροφοριών, σύμφωνα και με το Παράρτημα ΙΙ του Νόμου (βλ. παράγραφο 12(β)), σύμφωνα με το οποίο απαιτείται η υποβολή Έκθεσης Πληροφοριών για τα έργα κατασκευής δεξαμενών επεξεργασίας υγρών αποβλήτων.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από το παράρτημα 6-V της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση, λήφθηκαν υπόψη και οι απόψεις της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας, η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 25.2.2020,  ανέφερε ότι δε φέρει ένσταση, νοουμένου ότι θα ληφθούν θετικές απόψεις όλων των αρμοδίων Τμημάτων, περιλαμβανομένων και των αιτητών.

 

Μετά δε την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβούλευσης, η Περιβαλλοντική Αρχή, στις 3.8.2020, αξιολογώντας τα ενώπιον της στοιχεία και/ή τις περιβαλλοντικές παραμέτρους που ενδέχεται να επηρεαστούν από την κατασκευή και λειτουργία του συγκεκριμένου έργου, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της Έκθεσης Πληροφοριών που υποβλήθηκε με βάση το προαναφερθέν άρθρο 23 του Νόμου, τα κριτήρια του Τέταρτου Παραρτήματος του Νόμου, τις διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν, τα χωροταξικά δεδομένα του έργου, καθώς και την αναγκαιότητα  της κατασκευής των δεξαμενών εξάτμισης των αποβλήτων, ως μέρους του βιολογικού σταθμού διαχείρισης των αποβλήτων του Ε.Μ., εξέδωσε Αιτιολογημένη Διαπίστωση με όρους, αφού η αξιολόγηση του έργου απέληξε στη διαπίστωση ότι κατά τη λειτουργία των δεξαμενών, δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις, εκτός από περιπτώσεις αστοχίας των δεξαμενών ή υπερχείλισής τους ή έκλυσης οσμών λόγω ανεπαρκούς ή ακατάλληλης  επεξεργασίας των οργανικών αποβλήτων. Αυτές δε οι επιπτώσεις, σύμφωνα πάντα με την Περιβαλλοντική Αρχή, κρίθηκαν διαχειρίσιμες, με την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων που προτείνονται στην, δυνάμει του άρθρου 24 του Νόμου, Αιτιολογημένη Διαπίστωση. Σχετικό είναι το παράρτημα 6-VΙ της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση, στο οποίο περιέχονται όλα τα πιο πάνω.

 

Επιπρόσθετα, προκύπτει από το παράρτημα 6-VΙΙ της ένστασης ότι, κατά τη συνεδρίες της, ημερομηνίας 18.2.2020 και 2.6.2020 εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον και οι επιπτώσεις της κατασκευής του έργου, στην δε συνεδρία της Επιτροπής κλήθηκαν όλες οι εμπλεκόμενες και/ή επηρεαζόμενες αρχές για να εκφέρουν τις απόψεις τους.

 

Εκδόθηκε επίσης, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της ένστασης, Γνωμοδότηση για την ΜΕΕΠ όσον αφορά τον βιολογικό σταθμό και τον αναερόβιο σταθμό επεξεργασίας αποβλήτων, σε συνδυασμό με την Αιτιολογημένη Διαπίστωση για τις εν λόγω δεξαμενές, καθώς θεωρείται αναπόσπαστο και απαραίτητο μέρος του εν λόγω έργου, όπως αναφέρεται και στην εν λόγω Γνωμοδότηση. Σχετική είναι η επιστολή του Τμήματος Περιβάλλοντος προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ημερομηνίας 4.8.2020, στην οποία γίνεται αναφορά και στις τέσσερεις δεξαμενές για τις οποίες εξασφαλίστηκε η επίδικη Πολεοδομική Άδεια (παράρτημα 6-VΙΙΙ της ένστασης).

 

Περαιτέρω, όσον αφορά τους ισχυρισμούς για τις σωρευτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, και πάλι διαπιστώνω ότι εξετάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση όλες οι παράμετροι (όπως λ.χ. το θέμα των οσμών, για το οποίο και κατατέθηκε μοντέλο διασποράς οσμών, βιομηχανικές εκπομπές, προστασία των υδάτων, του εδάφους και του αέρα) και/ή το σύνολο των δραστηριοτήτων του που θα εκτελούνται σε σχέση με τη λειτουργία των δεξαμενών.

 

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημανθεί αυτό που τονίζει και η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, ότι δηλαδή ήδη το βασικό έργο είχε αδειοδοτηθεί με άλλη διοικητική πράξη ([.]) και η μόνη προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση αφορά στην Πολεοδομική Άδεια αρ. [.], η οποία αφορά μόνο στη λειτουργία τεσσάρων χωμάτινων ανοικτών δεξαμενών αποβλήτων. Αυτό εξάλλου καταγράφεται και στο δικόγραφο της ένστασης (παράγραφος 1), όπου αναφέρεται ότι πρόκειται για δεξαμενές που διαλαμβάνουν την εναπόθεση επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων, τα οποία προέρχονται από αδειοδοτημένη μονάδα επεξεργασίας οργανικών αποβλήτων/ζωικών υποπροϊόντων του Ε.Μ. στην άμεσα περιβάλλουσα περιοχή. Επιπρόσθετα, στην ευρύτερη περιοχή των τεμαχίων της υπό αναφορά ανάπτυξης, το Ε.Μ. εξασφάλισε άδεια λειτουργίας Σφαγείου (Πολεοδομική Άδεια με αρ. [.]), ενώ περαιτέρω, και σε άμεση σχέση με την εν λόγω Πολεοδομική Άδεια, χορηγήθηκε, στις 22.9.2020, η Πολεοδομική Άδεια με αρ. [.], εντός του ίδιου τεμαχίου στο οποίο υφίσταται το εγκεκριμένο Σφαγείο και η οποία αφορούσε την προσθήκη σταθμού παραγωγής και εκμετάλλευσης βιοαερίου, με σκοπό τη χρήση του ως καύσιμη ύλη συμπαραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας και εγκατάστασης μονάδας επεξεργασίας ζωικών αποβλήτων. Όπως αναφέρεται και στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, και η εν λόγω Πολεοδομική Άδεια χορηγήθηκε αφού προηγουμένως εξασφαλίστηκαν οι θετικές απόψεις των οικείων κυβερνητικών Τμημάτων/Υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των θετικών απόψεων της ενδιαφερόμενης Κοινότητας και της θετικής Περιβαλλοντικής Γνωμοδότησης, ημερομηνίας 4.8.2020, και κατόπιν αξιολόγησης της απαιτούμενης, σύμφωνα με το Νόμο, ΜΕΕΠ. Όπως δε προκύπτει από το παράρτημα 7 στην ένσταση, στις 16.3.2021, η Πολεοδομική Αρχή προχώρησε με τη χορήγηση και της Επίδικης Πολεοδομικής Άδειας, λαμβάνοντας υπόψη τις θετικές Αιτιολογημένες Διαπιστώσεις της Περιβαλλοντικής Αρχής, σε συνδυασμό με την θετική Περιβαλλοντική Γνωμοδότηση της μονάδας επεξεργασίας αποβλήτων, οι όροι των οποίων ενσωματώθηκαν ως αναπόσπαστο μέρος της Πολεοδομικής Άδειας. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Περιβαλλοντικής Αρχής, «δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις», ενώ «τυχόν επιπτώσεις δύναται να τύχουν διαχείρισης». Ως προκύπτει, οι εν λόγω διαπιστώσεις λήφθηκαν υπόψη από την Πολεοδομική Αρχή, η οποία, αφού έλαβε επίσης υπόψη και τις αρνητικές θέσεις των αιτητών, κατέληξε ότι είναι δυνατόν να διαφυλαχθούν οι ανέσεις των άμεσα επηρεαζόμενων Κοινοτήτων, με την τήρηση και αυστηρή επιθεώρηση ελέγχου συμμόρφωσης με τους περιβαλλοντικούς όρους λειτουργίας των Έργων. Σχετική είναι και η Σημείωση προς Τοπικές Αρχές που τέθηκε στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια όπως «οι Τοπικές Αρχές να προβαίνουν σε εξαμηνιαία ενημέρωση/καταγραφή για τυχόν προβλήματα (μόλυνση εδάφους, μόλυνση υδάτων, οσμές κλπ.) ώστε οι αρμόδιες Αρχές (Τμήμα Περιβάλλοντος και Έπαρχος Λευκωσίας) να δρουν έγκαιρα για διευθέτηση των προβλημάτων και / ή τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων

 

Περαιτέρω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνεται αβάσιμος και ο ισχυρισμός περί μη εξέτασης εναλλακτικών τοποθεσιών χωροθέτησης. Ειδικότερα, προβάλλεται εκ μέρους των αιτητών ο ισχυρισμός ότι θα έπρεπε να εξεταστούν εναλλακτικές τοποθεσίες χωροθέτησης. Εν προκειμένω, είναι ορθή η θέση που προβάλλει η κα Πιπερή ότι ο καθορισμός της χωροθέτησης μιας ανάπτυξης δεν είναι ζήτημα που αποφασίζεται από την αρμόδια αρχή, αλλά προσδιορίζεται από τον εκάστοτε αιτήτη ανάπτυξης, εν προκειμένω το Ε.Μ., με την υποβολή της αίτησής του η οποία απαραιτήτως προσδιορίζει την προτεινόμενη χωροθέτηση. Πράγματι, αποτελεί ρητή υποχρέωση του εκάστοτε αιτητή να προσδιορίζει τον «χώρο» (τεμάχιο) και το «είδος» μιας ανάπτυξης ως στοιχειώδη προαπαιτούμενα για εξέταση κάθε αίτησης. Ο εκάστοτε αιτητής οφείλει να προτείνει συγκεκριμένη χωροθέτηση για συγκεκριμένη ανάπτυξη και αυτά τα δεδομένα αξιολογούνται στη συνέχεια από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, για σκοπούς έγκρισης ή μη ενός αιτήματος έκδοσης Πολεοδομικής Άδειας. Σχετικά είναι τα άρθρα 20 και 21 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν.90/1972), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπου προβλέπονται τα εξής:

 

«Ερμηνεία "αναπτύξεως".

20.-(1) Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου, “ανάπτυξις” σημαίνει, τηρουμένων των επομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, την εκτέλεσιν οικοδομικών, μηχανικών, μεταλλευτικών ή άλλων εργασιών εντός, επί, ύπερθεν ή κάτωθεν ακινήτου ιδιοκτησίας ή την εκτέλεσιν οιασδήποτε ουσιώδους μεταβολής εν τη χρήσει οιασδήποτε οικοδομής ή άλλης ακινήτου ιδιοκτησίας .[..]»

[..]

 

Πολεοδομική άδεια

21. Τηρουμένων των επομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, από της ορισθείσης ημέρας απαγορεύεται η έναρξις οιασδήποτε αναπτύξεως ακινήτου ιδιοκτησίας εκτός εάν έχη χορηγηθή πολεοδομική άδεια υπό της Πολεοδομικής Αρχής εξουσιοδοτούσα την ανάπτυξιν ταύτην: […]».

Οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις συμπληρώνονται από τους περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Αιτήσεις και Ιεραρχικές Προσφυγές) Κανονισμούς του 2016 (ΚΔΠ. 62/2016): στον Κανονισμό 3, με πλαγιότιτλο «Αίτηση για πολεοδομική άδεια», καθορίζονται όσα απαιτούνται να υποβληθούν μαζί με την αίτηση από τον εκάστοτε αιτούντα και από τα οποία προκύπτει η ανάγκη προσδιορισμού της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, για την οποία υποβάλλεται αίτημα ανάπτυξης.

 

Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι στερείται βασιμότητας και αυτός ο λόγος ακύρωσης, ο οποίος έγκειται στον ισχυρισμό περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας ως προς την εξεύρεση εναλλακτικών τοποθεσιών χωροθέτησης εκ μέρους της Διοίκησης, η οποία, κατά τον σχετικό ισχυρισμό, εσφαλμένα δεν άλλαξε την προτεινόμενη στην αίτηση του Ε.Μ. χωροθέτηση. Συναφώς, υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι το θέμα της μονάδας επεξεργασίας οργανικών αποβλήτων είναι επιπρόσθετο έργο σε ένα ήδη υφιστάμενο αδειοδοτημένο έργο (το σφαγείο), ενώ το περιθώριο εναλλακτικής ειδικής χωροθέτησης, εντός της εμβέλειας της ίδιας ανάπτυξης, έτυχε ήδη αξιολόγησης στην ΜΕΕΠ, κατά το στάδιο της εξέτασης της βασικής άδειας.

 

Τέλος, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τους ισχυρισμούς των αιτητών, περί ανεπαρκών όρων στην επίδικη Πολεοδομική Άδεια. Πράγματι, όπως καταγράφεται και στην παράγραφο 9 του δικογράφου της ένστασης, για σκοπούς υποβοήθησης της διαδικασίας ορθολογικής επίβλεψης τυχόν αστοχιών που προκύπτουν από ακατάλληλη επεξεργασία λυμάτων, τέθηκε Σχετική Σημείωση στις χορηγηθείσες Πολεοδομικές Άδειες όπως: «οι Τοπικές Αρχές να προβαίνουν σε εξαμηνιαία ενημέρωση/καταγραφή για τυχόν προβλήματα (μόλυνση εδάφους, μόλυνση υδάτων, οσμές κλπ.) ώστε οι αρμόδιες Αρχές (Τμήμα Περιβάλλοντος και Έπαρχος Λευκωσίας) να δρουν έγκαιρα για διευθέτηση των προβλημάτων και / ή τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων.» Με τον τρόπο αυτό, οι ίδιες οι Κοινότητες, εν προκειμένω οι αιτητές, δύνανται να έχουν εμπλοκή και/ή να ενεργοποιούνται, ώστε οποιοδήποτε πρόβλημα προκύπτει να αντιμετωπίζεται άμεσα από τις αρμόδιες αρχές.

 

Όσον δε αφορά τον, εμμέσως πλην σαφώς προβαλλόμενο, ισχυρισμό περί αδυναμίας της αρμόδιας αρχής για επιβολή του νόμου και/ή των όρων των αδειών άλλων μονάδων στην περιοχή, είναι σαφές ότι αυτός τίθεται γενικόλογαι, δεν μπορεί να υποστηρίξει επαρκώς οποιονδήποτε από τους εδώ προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης της υπό κρίση προσφυγής.  

 

Ενόψει των πιο πάνω, και υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, έχοντας εξετάσει προσεκτικά το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων, περιλαμβανομένων βεβαίως και των ζητημάτων που εγείρει η πλευρά των αιτητών, έχω καταλήξει ότι εν προκειμένω διενεργήθηκε η απαιτούμενη και/ή δέουσα μελέτη από τους καθ’ ων η αίτηση, των οποίων, γενικότερα, η διενεργηθείσα έρευνα υπήρξε επαρκής και/ή η δέουσα και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή και δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κενό έρευνας. Αυτή δε η διαπίστωση αφορά στο σύνολο των ισχυρισμών που εγείρει η πλευρά των αιτητών, προκειμένου να καταδείξει ανεπάρκεια στη διενεργηθείσα έρευνα.

 

Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.



[1] Άμεσα σχετικό είναι το άρθρο 48 που προβλέπει τη δυνατότητα νομικού προσώπου που έχει ενεστώς, άµεσο και προσωπικό έννοµο συµφέρον, το οποίο επηρεάζεται δυσµενώς από απόφαση, πράξη ή παράλειψη, να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

[2] Σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό του άρθρου 2, ««κύριος του έργου» σηµαίνει πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για εξασφάλιση άδειας για την υλοποίηση ιδιωτικού έργου ή την κρατική υπηρεσία που έχει την ευθύνη και αναλαµβάνει την πρωτοβουλία για την προώθηση εκτέλεση ενός έργου·».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο