ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 60/2020
19 Μαρτίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Ανδρέας Πολεμίτης
Αιτητής
και
Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
Καθ’ ης η Αίτηση
__________________
Μ. Κυπριανού, για Μιχ. Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι Αιτητή,
Ι. Μιχαήλ (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι της Καθ’ ης η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή προσβάλλει την απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση - Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, με την οποία προήχθησαν στη θέση Διευθυντή Β' (Τεχνικό Προσωπικό) της Αρχής τα ενδιαφερόμενα μέρη Νικόλαος Γεωργιάδης, Πέτρος Χαραλάμπους, Νίκος Μιχαηλίδης και Σάββας Πατσαλίδης, από τις 05/11/2019.
Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου ο οποίος έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ήτοι την προαγωγή του Ενδιαφερομένου Μέρους, έχουν ως εξής:
Η Καθ' ης η αίτηση κατ' ακολουθία του Κανονισμού 10(5) των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Γενικοί Κανονισμοί Προσωπικού) Κανονισμών, αποφάσισε στις 24/09/2019 την πλήρωση των θέσεων Διευθυντή Β' (Τεχνικό Προσωπικό). Αφού ζήτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και τις εισηγήσεις του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Αρχής, αποφάσισε την προαγωγή στη θέση Διευθυντή Β' (Τεχνικό Προσωπικό) των Ε.Μ. Ν. Γεωργιάδη, Π. Χαραλάμπους, Ν. Μιχαηλίδη και Σ. Πατσαλίδη, από τις 05/11/2019.
Ο Αιτητής προσελήφθη στην Καθ' ης η αίτηση την 1/09/1988 στη θέση του Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β' — Τεχνικό Προσωπικό, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση Τμηματάρχη (Τεχνικό Προσωπικό) από 05/04/2006, ήταν κάτοχος πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών BSc και MSc και υποψήφιος στην επίδικη θέση.
Με την εδώ υπό κρίση υπόθεση, ο αιτητής στρέφεται εναντίον της ως άνω απόφασης και προβάλει τη θέση ότι, η Καθ' ης η Αίτηση, προβαίνοντας στις επίδικες προαγωγές, βασίσθηκε στην εισήγηση του Α.Ε.Δ., η οποία ήταν αναιτιολόγητη και/ή λανθασμένη. Ακόμα προβάλλεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση είναι αποτέλεσμα πλάνης περί το νόμο και/ή τα πράγματα, καθότι δεν έλαβε υπόψη και/ή δεν αξιολόγησε ορθώς ότι ο αιτητής υπερτερεί σε αρχαιότητα των ενδιαφερομένων μερών και παραγνώρισε την πείρα του. Τέλος προβάλλεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.
Αντίθετα, παραπέμποντας σε πληθώρα αυθεντιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσω των οποίων καθορίζονται οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες προαγωγών στην ΑΤΗΚ, η θέση της δικηγόρου της Αρχής είναι πως, κατά την έκδοση της επίδικης πράξης, λήφθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση όλα τα στοιχεία, περιλαμβανομένης και της αρχαιότητας, όπως ακόμη ότι διεξήχθη η δέουσα έρευνα. Όπως τονίζει η Καθ' ης η Αίτηση, ουδόλως ευσταθεί ο ισχυρισμός του αιτητή ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα και ότι η αρχαιότητά του αγνοήθηκε εκ μέρους της. Όπως υποδεικνύεται στο Δικαστήριο, μέσα από τα τηρηθέντα πρακτικά της επίδικης συνεδρίας, ημερομηνίας 05/11/2019, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Συμβούλιο της Αρχής έλαβε υπόψη του όλα τα ενώπιον του στοιχεία, τα θεσμοθετημένα κριτήρια του Κανονισμού 10(7) της Κ.Δ.Π. 220/82, καθώς και το περιεχόμενο των προσωπικών και εμπιστευτικών φακέλων των υποψηφίων, περιλαμβανομένης της υπηρεσιακής τους επίδοσης και απόδοσης, της εν γένει ουσιαστικής τους καταλληλότητας, η οποία εμπερικλείει τα ακαδημαϊκά τους προσόντα, την αρχαιότητά τους και την αξία τους, καθώς και τα σχόλια των Προϊσταμένων τους. Πραγματοποιείται δε, τονίζει η δικηγόρος της Αρχής, ειδική μνεία σε σχέση με το στοιχείο της αρχαιότητας αλλά και ως προς το γιατί τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, παρόλο που υστερούσαν σε αρχαιότητα έναντι ανθυποψηφίων τους, η αρχαιότητα αυτή δεν ήταν καθοριστικής σημασίας. Τέλος, υποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή αιτιολογία, αφού αποτελεί παγίως εδραιωμένη νομολογιακά αρχή ότι η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία των σχετικών διοικητικών φακέλων, στα οποία και παραπέμπει το Δικαστήριο, με τις αναφορές της στα πρακτικά.
Προχωρώντας στην εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, έχω μελετήσει εν πρώτοις τους διοικητικούς φακέλους και συγκεκριμένα τα σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών των συνεδριάσεων του Συμβουλίου Προσωπικού, της σύστασης από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή και της απόφασης του Συμβουλίου της Καθ' ης η Αίτηση τα οποία οδηγούν στην απόφαση της Α.ΤΗ.Κ. να επιλέξει τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αντί του αιτητή.
Καταρχήν, παραθέτω απόσπασμα από το πρακτικό της 2ης συνεδρίας του Συμβουλίου Προσωπικού ημερομηνίας 25/10/2019, όπου καταγράφονται αυτολεξεί τα ακόλουθα σε σχέση με τη διαδικασία αξιολόγησης των υποψηφίων:
« Το Συμβούλιο Προσωπικού συνεχίζοντας τις εργασίες του και λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολο τους τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 70(7), όπως έχει τροποποιηθεί με την ΚΔΠ. 763/90-73.7.90, τις βαθμολογίες, τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις των Προϊσταμένων τους στα ΦΠ/Π, στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις και στα Έντυπα Αξιολογήσεως που είναι ταξινομημένα στον προσωπικό φάκελο του καθενός από τους έντεκα (11) υποψηφίους καθώς και τα άλλα στοιχεία του προσωπικού φακέλου, προχώρησε σε αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων μεταξύ τους.
Το Συμβούλιο Προσωπικού σημείωσε ότι στο κριτήριο της ουσιαστικής καταλληλότητας περιλαμβάνονται και σταθμίζονται για σκοπούς σύγκρισης πέραν από την αξία, η αρχαιότητα, η πείρα, τα προσόντα, η προσαρμοστικότητα, η αποτελεσματικότητα, η ικανότητα διαχείρισης πόρων, η ικανότητα σύλληψης και εφαρμογής νέων ιδεών και ανταπόκρισης στις νέες προκλήσεις, η ικανότητα να παρακολουθεί νέες τεχνολογίες και εν γένει η προσωπικότητα και χαρακτηριστικά του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από τους προσωπικούς φακέλους πάντοτε σε σχέση με τις απαιτήσεις του βαθμού και ειδικότητας των προς πλήρωση θέσεων πέραν των βαθμολογημένων κριτηρίων.
Περαιτέρω σημείωσε ότι η πείρα στο κατεχόμενο βαθμό με άριστα αποτελέσματα προσμετρά και επαυξάνει την αξία που είναι το κριτήριο της επίδοσης και απόδοσης.»
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, στη συνέχεια, το Συμβούλιο Προσωπικού, αφού προέβη σε αξιολόγηση και σύγκριση των συνολικά 11 υποψηφίων, ανάμεσα στους οποίους ο αιτητής και τα ΕΜ, καταγράφει και πάλι ότι έλαβε υπόψη του στο σύνολό τους τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 10(7), δηλαδή την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση καθώς και εκείνο της ουσιαστικής καταλληλότητας το οποίο περιλαμβάνει την αξία, την πείρα, τα προσόντα και τη γενική υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων καθώς και τις βαθμολογίες, τις παρατηρήσεις και τις συστάσεις των Προϊσταμένων τους στα Φύλλα Ποιότητας (Εκθέσεις Προόδου και Προαγωγής), τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις και τα Έντυπα Αξιολογήσεως στις Υπηρεσιακές Εκθέσεις και όλα τα ενώπιόν του στοιχεία καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου ενός εκάστου εκ των υποψηφίων και αποφάσισε να συμβουλεύσει την Αρχή ως η εισήγηση της. Εντοπίζεται εκτενής παράθεση και αιτιολογία των λόγων που οδήγησαν το Συμβούλιο Προσωπικού στην εν λόγω «Συμβουλή» του για τους υποψηφίους που εισηγήθηκε.
Στη συνέχεια, ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής (ΑΕΔ) προχώρησε στη δική του «Εισήγηση», όπου υιοθέτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού, αφού και ο ίδιος προέβη σε σύγκριση των υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψιν του όλα τα κριτήρια αξιολόγησης αυτών. Από το περιεχόμενό της «Εισήγησης» ημερομηνίας 1/11/2019 καταδεικνύεται ότι, τόσο η αρχαιότητα, όσο και τα προσόντα των υποψηφίων, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. Όπως αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα του κειμένου «Από μόνη της η αρχαιότητα, η οποία είναι υποκριτήριο της ουσιαστικής καταλληλότητας, δεν δίνει προβάδισμα σ’ ένα υποψήφιο αλλά συσταθμίζεται μαζί με τα άλλα υποκριτήρια της ουσιαστικής καταλληλότητας. Το ίδιο ισχύει και για τα προσόντα». Ως έχει εντοπίσει ο ΑΕΔ, η αρχαιότητα του αιτητή δεν ήταν αρκετή από μόνη της ώστε να του αποδώσει έκδηλη υπεροχή και αφετέρου, προκύπτουν ευκρινώς οι λόγοι που οδήγησαν στην εισήγηση - σύσταση υπέρ των ενδιαφερομένων προσώπων, με αποτέλεσμα αυτή να είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Εν προκειμένω, ο ΑΕΔ, συμφώνησε μεν με τον πίνακα των υποψηφίων, ως αυτός καταρτίστηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού ωστόσο, στη συνέχεια, ο ίδιος προέβη σε δική του έρευνα και μελέτη των προσόντων και της υποψηφιότητας ενός εκάστου.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εισήγησης του ΑΕΔ, αυτός συμφώνησε με τους συστηθέντες εκ μέρους του Συμβουλίου Προσωπικού υποψηφίους, κατέγραψε όμως επαρκώς τους λόγους και την αιτιολογία που οδήγησε στη δική του εισήγηση εν τέλει. Στην εισήγηση του ΑΕΔ ημερ. 1/11/2019 καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Αφού συμφώνησα με τον πίνακα των υποψηφίων, όπως παρατίθεται στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, μελέτησα τόσο τα πρακτικά αυτά όσο και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα Φύλλα Ποιότητας/Προαγωγής τους ή/και οι Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις ή/και τα Έντυπα Αξιολόγησης τους.
Από την πιο πάνω μελέτη και σύγκριση των έντεκα υποψηφιων μεταξύ τους και αφού έλαβα υπ' όψιν στο σύνολό τους (α) τα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 70(7), δηλαδή την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση, καθώς και εκείνο της ουσιαστικής καταλληλότητας, στο οποίο περιλαμβάνονται η αξία, η πείρα, τα προσόντα και η γενική υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων, (β) τις βαθμολογίες / παρατηρήσεις / συστάσεις των προϊσταμένων τους, (γ) τις Υπηρεσιακές, (δ) τα Έντυπα Αξιολόγησης και (ε) όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, περιλαμβανομένου και του υπόλοιπου περιεχομένου του προσωπικού τους φακέλου, προχωρώ στην εισήγησή μου για την πλήρωση των τεσσάρων κενών θέσεων Διευθυντή Β' (Τεχνικό Προσωπικό).
Για την πλήρωση των υπόλοιπων τριών κενών θέσεων προχώρησα σε περαιτέρω σύγκριση των εννέα υποψηφίων και από τα ενώπιόν μου στοιχεία σημειώνω κατ' αρχήν ότι όλοι οι υποψήφιοι βαθμολογούνται με 5,00. Οσον αφορά την αρχαιότητα υπερέχουν οι υποψήφιοι Ανδρέας Πολεμίτης και Αιμίλιος Πιποκοπίτης, ακολουθεί ο υποψήφιος Άγις Πιπερίδης και έπονται οι υποψήφιοι Παναγιώτης Βάσου, Πέτρος Χαραλάμπους, Νίκος Μιχαηλίδης, Ελευθέριος Χρίστου, Σάββας Πατσαλίδης και Κώστας Μακρής.»
Τέλος, στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 05/11/2019, αναφέρονται τα εξής ουσιαστικά:
«Συνεχίζοντας, το Συμβούλιο σημείωσε ότι:
- Στη Cyta, οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητά τους.
- Στο κριτήριο της ουσιαστικής καταλληλότητας, πέραν της αξίας, πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν και άλλα στοιχεία όπως η προσαρμοστικότητα, η αποτελεσματικότητα, η ικανότητα ανταπόκρισης σε νέες προκλήσεις, η ικανότητα εφαρμογής νέων τεχνολογιών, η καινοτομία, η ικανότητα διαχείρισης πόρων κτλ.
- Η αρχαιότητα και τα προσόντα δεν αποτελούν από μόνα τους κριτήρια επιλογής, αλλά αποτελούν στοιχεία που λαμβάνονται υπ' όψιν στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας.
[ ... ]
Συνεχίζοντας, το Συμβούλιο προχώρησε σε περαιτέρω σύγκριση των υπόλοιπων εννέα υποψηφίων και η πλειοψηφία του Συμβουλίου [...] έκρινε ως ουσιαστικά καταλληλότερους για πλήρωση των τριών κενών θέσεων Διευθυντή Β' (Τεχνικό Προσωπικό) τους υποψήφιους Πέτρο Χαραλάμπους (7886), Νίκο Μιχαηλίδη (7574) και Σάββα Πατσαλίδη (7353), τους οποίους παρέθεσε κατά σειρά επετηρίδας. Αιτιολογώντας τη θέση της αυτή, η πλειοψηφία του Συμβουλίου σημείωσε τα ακόλουθα:
Ο υποψήφιος Πέτρος Χαραλάμπους (7886) βαθμολογείται με πέντε, συστήνεται από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή και, με τον τρόπο που καταγράφεται πιο πάνω, τάχθηκαν υπέρ της προαγωγής του τέσσερα από τα μέλ του Συμβουλίου Προσωπικού [.. .]. Τέλος, συγκρίνοντας τον με τους υποψηφίους που υπερτερούν από αυτόν σε αρχαιότητα, η πλειοψηφία του Συμβουλίου σημείωσε 'τι τα κριτήρια της ουσιαστικής καταλληλότητας που αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλη η υπηρεσιακή εικόνα του Πέτρου Χαραλάμπους υπερκαλύπτουν την υστέρησή του σε αρχαιότητα, η οποία αποτελεί ένα από τα κριτήρια που λαμβάνονται υπ' όψιν.»
Εξετάζοντας συνολικά τους ισχυρισμούς του αιτητή, καταγράφω ότι οι προαγωγές στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου δεν διενεργούνται με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια της αξίας, προσόντων και της αρχαιότητας που εφαρμόζονται σε διαδικασίες παρόμοιας φύσεως στη δημόσια υπηρεσία αλλά, πέραν από τα εν λόγω κριτήρια, τα οποία αποτελούν ένα μέρος μόνο των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία κρίσης, οι κρίσεις για προαγωγή στην Αρχή αποφασίζονται στη βάση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητα τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού και εμπιστευτικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους. Ακόμα, όπως μας παραπέμπει και η ευπαίδευτη δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση και επιβεβαιώνεται από το σχετικό πρακτικό, καταρχήν το Συμβούλιο Προσωπικού μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα προσόντα των υποψηφίων τόσο κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 24/10/2019 όσο και κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 25/10/2019. Ως καταγράφεται ρητά στα τηρηθέντα πρακτικά της συνεδρίας του Συμβουλίου Προσωπικού ημερομηνίας 25/10/2019, έγινε ειδική μνεία στα προσόντα των αιτητών καθώς και στα πρόσθετα προσόντα που κατέχουν, από ορισμένα μέλη του Συμβουλίου τα οποία συμβούλευσαν την Αρχή να προχωρήσει στην πλήρωση των θέσεων επιλέγοντάς τους. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν στη συνέχεια και από το περιεχόμενο της εισήγησης του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή αλλά και από το περιεχόμενο του πρακτικού της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής ημερομηνίας 05/11/2019, όπου καταγράφεται ότι η αρχαιότητα του αιτητή ήταν εις γνώσιν του διορίζοντος οργάνου και λήφθηκε δεόντως στην υποψηφιότητά του. Ωστόσο, η υπεροχή του στο στοιχείο αυτό δεν ήταν ικανή από μόνη της να δώσει τέτοια έκδηλη υπεροχή, ούτως ώστε να επιλεγεί αντί των ενδιαφερομένων μερών. Συνεπώς, η Καθ' ης η Αίτηση ουδόλως φαίνεται να παραγνώρισε την αρχαιότητα του, αλλά αυτή λήφθηκε δεόντως υπόψη στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας.
Ως τη προς σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή και καταπόσον αυτή είναι αναιτιολόγητη και λανθασμένη, ως εν πρώτοις υποστηρίζει ο αιτητής, παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/03/2025, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(A)/2020, ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ v. ΕΛΕΝΑΣ ΚΑΚΟΥΛΛΗ, όπου αναφέρονται επί του ζητήματος τα εξής.
«Η σύσταση του «ΑνΑΕΔ» δεν είναι μόνο εκείνη η οποία καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά πριν καταλήξει στις συστάσεις του, αφού αναγνώρισε ότι η εφεσίβλητη και τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ισάξιες στην επίδοση, απόδοση και αρχαιότητα, στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση τα στοιχεία των φακέλων τους καταλήγοντας:
« …………………………»
Προκύπτει, συνεπώς, πως έλαβε υπόψη τα στοιχεία των φακέλων και στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση εκείνα τα στοιχεία. Συστάσεις οι οποίες στηρίζονται και δεν συγκρούονται με τους προσωπικούς τους φακέλους, όπως έχει νομολογηθεί στην Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 426. Αυτή είναι και η μόνη υποχρέωση που τίθεται στον «ΑνΑΕΔ» χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης. Αρχή η οποία επισημάνθηκε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δαμιανού (2001) 3 ΑΑΔ 247, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην εισήγηση του Συμβουλίου Προσωπικού και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η τελευταία δεν επιβάλλεται από θεσμοθετημένη διάταξη να είναι αιτιολογημένη, εμπεριέχεται και η αιτιολόγηση τους γιατί κρίνουν το ενδιαφερόμενο μέρος συνολικά καταλληλότερο για προαγωγή. Να υπενθυμίσουμε πως τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού και ο Διευθυντής έχουν προσωπική γνώση της γενικής αξίας των υποψηφίων, ως εκ της ιδιότητας τους σαν ανώτεροι λειτουργοί της Αρχής. Η φράση που χρησιμοποιήθηκε: «ουσιαστικά καταλληλότεροι», δεν είναι κατ΄ανάγκην αναπαραγωγή αυτής που χρησιμοποιείται στον Κανονισμό 10(7). Δηλώνει, νομίζουμε, την επιλογή του Συμβουλίου Προσωπικού και του Διευθυντή μεταξύ υποψηφίων που ισοβαθμούν στα στοιχεία που καταγράφονται στα χαρτιά. Αν δεν ήταν δυνατή σε τέτοια, ή παρόμοια περίπτωση, το Συμβούλιο Προσωπικού ή ο Διευθυντής να εκφράσουν την προτίμηση τους, αναφορικά με ισότιμους υποψηφίους, τότε θα ήταν αχρείαστη η συμμετοχή τους στη διαδικασία, εφόσον όλα τα έγγραφα, στα οποία καταγράφεται η απόδοση και επίδοση των υποψηφίων, είναι στο φάκελο τους και ενώπιον του Συμβουλίου της Αρχής. Εδώ ακριβώς, νομίζουμε, πως υπεισέρχεται η ατομική κρίση, η οποία δυνατό να μην μπορεί να εκφραστεί με συγκεκριμένες λέξεις, ενόψει της ισοβαθμίας των υποψηφίων, διαπιστώνεται όμως από το πνεύμα του γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται και τις ιδιάζουσες περιστάσεις στην κάθε υπόθεση.».
Τούτων λεχθέντων από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και παραπέμποντας στο περιεχόμενο των σχετικών πρακτικών, καταλήγω ότι η θέση του αιτητή πως η σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή είναι λανθασμένη και αναιτιολόγητη, ουδόλως με βρίσκει σύμφωνο. Όπως έχω υποδείξει μέσω της πρόσφατης νομολογίας η σύσταση του ΑΕΔ δεν επιβάλλεται από θεσμοθετημένη διάταξη να είναι αιτιολογημένη. Παρά το γεγονός ότι, δεν έχει υποχρέωση εκ του σχετικού Κανονισμού να δώσει αιτιολογημένη εισήγηση, εντούτοις, αυτός κατέγραψε τους λόγους που, κατά την προσωπική του γνώση, οι συστηθέντες είναι ουσιαστικά καταλληλότεροι για προαγωγή. Σημειώνω ακόμα ότι, στη σύσταση υπεισέρχεται η ατομική κρίση του ΑΕΔ ως του πλέον αρμόδιου προσώπου να κρίνει το πρόσωπο που συστήνει, εν προκειμένου τα ενδιαφερόμενα μέρη ως τα ουσιαστικά καταλληλότερα πρόσωπα για προαγωγή σε συγκεκριμένη θέση, αφού εξετάστηκε η καταλληλότητα όλων των υποψηφίων, όπως είχε αναδειχθεί μέσα από την εργασία και τα καθήκοντα που είχαν στην υπηρεσία. Αυτό διαπιστώνω και στη παρούσα περίπτωση να έχει πράξει ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής.
Προχωρώντας στη συνέχεια στο σχολιασμό των υπολοίπων λόγων που προβάλλει ο Αιτητής, δηλαδή ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση είναι αποτέλεσμα πλάνης περί το νόμο και/ή τα πράγματα, καθότι δεν έλαβε υπόψη και/ή δεν αξιολόγησε ορθώς ότι ο υπερτερεί σε αρχαιότητα των ενδιαφερομένων μερών και παραγνώρισε την πείρα του και ότι η απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, αναφέρω τα ακόλουθα.
Οι αρχές που διέπουν την διαδικασία προαγωγών στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου έχουν απασχολήσει κατ’ επανάληψη το Διοικητικό Δικαστήριο. Σε πολύ πρόσφατη της απόφαση, η αδελφή μου Δικαστής Ε.Γαβριήλ Δ.Δ.Δ. στην υπόθεση ΔΕΣΠΩ Π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA), Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 1873/2019, 62/2020, 71/2020 και 82/2020, ημερ.13/01/2026 παραθέτει συνολικά αυτές τις αρχές, οι οποίες βρίσκουν αντίκρισμα στα δεδομένα και της παρούσας υπόθεσης. Επαναλαμβάνω εκτενές απόσπασμα το οποίο και υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας.
«Στην Ε.Δ.Δ. 22/2016 Λεωνίδου ν. Α.ΤΗ.Κ, ημερομηνίας 20.7.2022, με αναφορά στα κριθέντα στην Α.ΤΗ.Κ. ν. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170, τονίστηκε πως στην περίπτωση προαγωγών στην Α.ΤΗ.Κ, «ούτε τα προσόντα, αλλά ούτε και η αρχαιότητα συνιστούν ξεχωριστά κριτήρια, αλλά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας». Επίσης, με αναφορά στην Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ.353, λέχθηκε πως δεν εφαρμόζεται αναλογικά η νομολογία που διαμορφώθηκε για τους δημοσίους υπαλλήλους, όπου εκεί η αρχαιότητα, συνιστά ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια προαγωγής και πως είναι στα πλαίσια της εξέτασης της ουσιαστικής καταλληλότητας που θα πρέπει να συνυπολογίζονται, τόσο η αρχαιότητα, όσο και τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων.
Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνω πως το Συμβούλιο Προσωπικού, επιτέλεσε το συμβουλευτικό του έργο, σε σύμπνοια με αντικειμενικά στοιχεία των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, λαμβανομένης υπόψη και της ισάξιας αξιολόγησης τους στα έντυπα αξιολόγησης, παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους ξεχώρισε, ως ουσιαστικά καταλληλότερα, τα συστηθέντα πρόσωπα. Εξάλλου, όπως εξηγείται και στην Πούρος κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3(Α) Α.Α.Δ.374, τα πρόσθετα, μη προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, εν προκειμένω εκ των προσόντων που προνοούνται στον Κανονισμό 8, λαμβάνονται υπόψη, εφόσον είναι συναφή με τα καθήκοντα της θέσης, χωρίς αφενός να τους δίδεται υπερβολική βαρύτητα, αλλά ούτε και εντελώς οριακή.
Επίσης, όπως κρίθηκε στην Α.ΤΗ.Κ. ν. Δαμιανού (2001) 3(Α) Α.Α.Δ. 247, η φράση που χρησιμοποιήθηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού, «ουσιαστικά καταλληλότεροι», δεν συνιστά αναπαραγωγή της φράσης που περιέχεται στον Κανονισμό 10(7), αλλά αποτελεί την επιλογή του Συμβουλίου Προσωπικού, το οποίο έχει προσωπική γνώση της γενικής αξίας των υποψηφίων, για τους καταλληλότερους υποψήφιους, για την πλήρωση των κενών θέσεων.
Σύμφωνα επίσης με την νομολογία, το Συμβούλιο Προσωπικού, δεν έχει ούτε υποχρέωση να αναφερθεί ειδικότερα και σε υποψηφίους τους οποίους δεν συστήνει για προαγωγή ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η Λεωνίδου (ανωτέρω), με αναφορά στην Τούμπας κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (2009) 4(Β) Α.Α.Δ. 1054, επανέλαβε πως το Συμβούλιο Προσωπικού, δεν είχε υποχρέωση να αναφερθεί ή να σχολιάσει ειδικότερα τους υποψήφιους που δεν συμπεριέλαβε, κατά την κρίση του, στους καταλληλότερους υποψηφίους.
Δεν συμφωνώ με τις θέσεις που προβλήθηκαν πως το κάθε Μέλος του Συμβουλίου Προσωπικού, όφειλε να δώσει τις δικές του θέσεις και την δική του αιτιολογία για τον υποψήφιο που θεώρησε ως τον καταλληλότερο για προαγωγή. Το Συμβούλιο Προσωπικού, αποτελεί συμβουλευτικό όργανο, το οποίο συλλογικά, υποβάλλει τις δικές του εισηγήσεις προς το αρμόδιο να αποφασίζει διοικητικό όργανο, ήτοι προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής.
Έχει υποχρέωση να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ένα υποψήφιο κατάλληλο για προαγωγή, ως όργανο και όχι το κάθε Μέλος αυτού προσωπικά. Παρότι ένα μέλος του Συμβουλίου Προσωπικού, προέβη σε διαζευκτική σύσταση δύο ενδιαφερόμενων μερών, με αναφορά «ένας εξ των δύο για μία θέση», θέση που προέβαλε ο αιτητής στην προσφυγή 62/2020, κάτι που πράγματι δεν συνάδει με την έννοια της σύστασης που πρέπει να είναι ξεκάθαρη, εντούτοις, το γεγονός αυτό, δεν αποτελεί λόγο που επηρεάζει την νομιμότητα της συμβουλής που δόθηκε από το Συμβούλιο Προσωπικού προς το αποφασίζον όργανο.
Τούτο, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο διενεργεί τη δική του έρευνα και ακόμα κι εάν υπήρχε οποιοδήποτε σφάλμα ή παράλειψη, είτε στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού, είτε στην εισήγηση του ΑΕΔ, στην οποία αναφορά θα γίνει κατωτέρω, εφόσον η Αρχή διενεργεί τη δική της έρευνα, η νομιμότητα της οποίας ελέγχεται, η απόφαση αυτή, δεν επηρεάζεται (Λεωνίδου (ανωτέρω)).
Σε σχέση με τον ρόλο του Συμβουλίου Προσωπικού, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την Λεωνίδου (ανωτέρω)):-
«Εφόσον δεν υπάρχει υποχρέωση σχολιασμού υποψηφίων που δεν περιλαμβάνονται στους κατά την κρίση του Συμβουλίου Προσωπικού καταλληλότερους, η όποια υποχρέωση περιορίζεται σε αυτούς που το Συμβούλιο Προσωπικού προτείνει και επομένως δεν επιβάλλεται να εμφαίνεται οιαδήποτε σύγκριση με εκείνους που δεν προτάθηκαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Εφεσείουσα.
Στην Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 353, όπου εγέρθηκε ζήτημα ότι το Συμβούλιο Προσωπικού δεν συμβούλεψε απλώς, αλλά προέβη σε σύσταση, αναφέρθηκε (σελ.359-60) ότι, βάσει του Καν.10(5) της Κ.Δ.Π.91/1989, η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού δεν έχει επιτακτικό χαρακτήρα και δε δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο την Αρχή, η οποία προβαίνει σε δική της κρίση. Στη δε Χ''Ιωάννου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. κ.ά. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 661, 670, επισημάνθηκε ότι ο σκοπός του Συμβουλίου Προσωπικού, ως συμβουλευτική επιτροπή, είναι να υποβοηθά την Αρχή στο έργο της και σε κάθε περίπτωση, η συμβουλή του δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο δεσμευτική για την Αρχή (Διαμαντίδης v. Α.Η.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 278, 282 και Χριστοδουλίδου v. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 40, 43). Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή».
Όπως αναφέρεται στην Α.ΤΗ.Κ ν. Στασοπούλου κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 157:-
«Η αρμοδιότητα εξακολουθεί να παραμένει στην Α.ΤΗ.Κ. και για την άσκησή της λαμβάνεται υπόψη η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού, που υπό τις συνθήκες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συμβουλευτικό όργανο, που έχει δημιουργηθεί για να υποβοηθά την ορθή άσκηση της αρμοδιότητας προαγωγών. ».
Εξάλλου, δεν εντοπίζω σύγκρουση της συμβουλής του Συμβουλίου Προσωπικού με τα στοιχεία των φακέλων, αλλά, αντιθέτως, διαπιστώνω πως αυτά λήφθηκαν δεόντως υπόψη από το Συμβούλιο Προσωπικού, κατά την απόδοση της συμβουλής του.»
Οι αρχές, με βάση τις οποίες θα πρέπει να κριθεί η επίδικη υπόθεση έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα από την απόφαση Μιλτιάδους ν. Δημοκρατίας (1989) 3 (Γ) Α.Α.Δ. 1318 σελ. 1336 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η υπόθεση αυτή θα κριθεί με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από το Δικαστήριο τούτο:-
1. Το Διοικητικό Δικαστήριό δεν ακυρώνει απόφαση διορισμού ή προαγωγής αν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και ήταν εύλογα επιτρεπτή.
2. Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου. (Βλ. μεταξύ άλλων, Alexandros Christou and CII)ers and The Republic (Public Service Commission) 4 R.S.C.C. 1 , σελ. 6, Charaiambos Georg ades and Another ν. Republic (Public Service Commission) (1970 3 C.L.R. 257, στη σελ. 268, Odysseas Geoghiou ν. Republic (Public Service Commission) (1976) 3 C.L.R. 74, σελ. 82, Piperi and Others ν.Republic (ανωτέρω), Republic ν. Zachariades (1986) 3 C L.R 852).
Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, εκτός εάν αιτητής αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του υποψηφίου που διορίστηκε ή προάχθηκε - (Niki Michael (Νο. 1) ν. Republic (Public Service Commission) (1975) 3 C.L.R. 136- Evgeniou v. Republic (1979) 3 C.L.R. 239- HadjiIoannou ν. Republic (1983) 3 C.L.R 1041).”
Σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου ήτοι του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.ΤΗ.Κ.. Επαναλαμβάνω εν προκειμένω τις ανωτέρω διαπιστώσεις μου ότι, η προηγηθείσα σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή υπέρ των Ε.Μ. ήταν αιτιολογημένη και εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων, ενώ διαπιστώνω διεξαγωγή της δέουσας έρευνας εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση και πλήρους αιτιολογίας εκ μέρους της ως αυτή συμπληρώνεται από τα στοιχεία των φακέλων. Εν προκειμένω διαπιστώνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση, υιοθετώντας τη θέση του αρμόδιου προϊστάμενου του προσωπικού της ήτοι του Α.Ε.Δ. και διενεργώντας τη δική της έρευνα, στάθμισε τα διάφορα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένης της αρχαιότητας και της πείρας των υποψηφίων και άσκησε ορθά την κρίση της ώστε να καταλήξει στη προσβαλλόμενη πράξη.
Λέγοντας τούτα, απορρίπτω και τους υπόλοιπους λόγους ακύρωσης οι οποίοι προωθούνται από τον Αιτητή. Η Καθ’ ης η αίτηση, έδρασε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και συνυπολογίζοντας όλα τα στοιχεία κρίσης αποφάσισε όπως επιλέξει, ως τα πιο κατάλληλα για προαγωγή στην επίδικη θέση τα ενδιαφερόμενα μέρη, η δε προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτεται πλήρως από το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο ουδόλως έχει ανατραπεί.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο