ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 928/2022, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 928/2022, 30/3/2026
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 928/2022, 30/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                        

(Υπόθεση Αρ. 928/2022 (i-Justice))

 30 Μαρτίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                              ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ

                                                                             Αιτητής

                                                ΚΑΙ

         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

      ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

      

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Π. Παναγιώτου, για Κωνσταντίνου, Παναγιώτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή

Μ. Κοτσώνη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

Ρ. Πασιουρτίδου (κα), για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.), η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.5.2022 και σύμφωνα με την οποία διορίστηκε, αντί του αιτητή, το ενδιαφερόμενο μέρος («Ε.Μ.») Ανδρούλα Παναγιώτου στη μόνιμη θέση Προϊστάμενου Κέντρου Αίματος, Υπουργείο Υγείας («η επίδικη θέση»), από 1.4.2022.

 

Η Ε.Δ.Υ., στη συνεδρία της, ημερομηνίας 13.7.2012, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29(3) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας πλήρωσης της επίδικης θέσης. Για την πλήρωση της θέσης, δεν είχε υποβληθεί πρόταση από την αρμόδια αρχή εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 29(2) του Νόμου.

 

Ακολούθως, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 11.8.2020, η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε τη δημοσίευση της επίδικης θέσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπερ και εγένετο δια της σχετικής δημοσίευσης ημερομηνίας 25.9.2020. Εις ανταπόκριση, υποβλήθηκαν 16 αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του αιτητή και του Ε.Μ..

 

Στις 16.11.2021, υποβλήθηκε προς την Ε.Δ.Υ. η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής από την Πρόεδρο της Επιτροπής, ήτοι την Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας («η Γενική Διευθύντρια»).

Στη συνεδρία της, ημερομηνίας 11.1.2022, η Ε.Δ.Υ. προχώρησε στην εξέταση της έκθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και αποφάσισε να καλέσει σε προφορική εξέταση τους υποψηφίους που είχαν συστηθεί από την Επιτροπή, περιλαμβανομένων του αιτητή και του Ε.Μ.. Αποφασίστηκε, επίσης, όπως κατά την προφορική εξέταση, κληθεί να παραστεί και η Γενική Διευθύντρια.

 

Τελικά, η προφορική εξέταση ενώπιον της Ε.Δ.Υ. έλαβε χώρα στις 15.3.2022. Στην εν λόγω συνεδρία της Ε.Δ.Υ., παρέστη και η Γενική Διευθύντρια, η οποία, αφού σύστησε για διορισμό στην επίδικη θέση το Ε.Μ., αποχώρησε, πριν από την υπό της Ε.Δ.Υ αξιολόγηση των υποψηφίων και λήψη της επίδικης απόφασης. Μετά την αποχώρηση της Γενικής Διευθύντριας, η Ε.Δ.Υ., όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, στη βάση του συνόλου των ενώπιον της στοιχείων, έκρινε ότι το Ε.Μ. υπερείχε γενικά των λοιπών υποψηφίων, την επέλεξε ως την πιο κατάλληλη και αποφάσισε να της προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση από 1.4.2022.

 

Ο αιτητής αντέδρασε και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή, στις 10.5.2022.

 

Με τους πρώτους δυο εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθεί, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον αιτητή εγείρει ζητήματα μη τήρησης άρτιων πρακτικών και πάσχουσας ή/και παράνομης σύνθεσης του αποφασίζοντος οργάνου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Σε αυτό το πλαίσιο, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι η Ε.Δ.Υ. παράνομα δεν παρέσχε οποιαδήποτε αιτιολόγηση σχετικά με την υπ’ αυτής αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της διαδικασία προφορικής εξέτασης.

 

Περαιτέρω, με τον τρίτο προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, ο κ. Παναγιώτου ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του οικείου σχεδίου υπηρεσίας και/ή αποτελεί προϊόν πεπλανημένης ερμηνείας και/ή παρερμηνείας αυτού. Κατά τη σχετική εισήγηση, το Ε.Μ. δεν πληρούσε την απαιτούμενη εκ του σχεδίου υπηρεσίας πενταετή πείρα, αλλά διετή, στην άσκηση εποπτικών καθηκόντων, ούτως ώστε να μπορούσε να κριθεί ως υποψήφια για τη διεκδίκηση της επίδικης θέσης. Εντός αυτού του πλαισίου, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι η διενεργηθείσα έρευνα αναφορικά με την πείρα του Ε.Μ. ήταν ανεπαρκής και απέληξε σε εμφιλοχώρηση πλάνης στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση.

 

Προωθούνται επίσης ως αυτοτελείς λόγοι ακύρωσης, ισχυρισμοί ότι η επίδικη απόφαση πάσχει ως μη δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ως προϊόν εμφιλοχώρησης πραγματικής και νομικής πλάνης. Στον πυρήνα της σχετικής επιχειρηματολογίας του αιτητή, βρίσκονται οι ισχυρισμοί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη η πείρα και τα καθήκοντα που ασκούσε ως αναπληρωτής Προϊστάμενου Κέντρου Αίματος και τα οποία, κατά τον κ. Παναγιώτου, καθιστούσαν τον αιτητή ως τον καταλληλότερο για την επίδικη θέση. Περαιτέρω δε, ούτε τα πρόσθετα προσόντα που ο αιτητής, σε αντίθεση με το Ε.Μ., κατείχε, ούτε και, γενικότερα, τα προσόντα του αιτητή λήφθηκαν υπόψη, ούτε και δόθηκε σε αυτά η δέουσα βαρύτητα.

 

Επιπρόσθετα και στη βάση των πιο πάνω, αποτελεί βασική εισήγηση της πλευράς του αιτητή, με αναφορά και αντιπαραβολή στα θεσμοθετημένα στοιχεία κρίσης, ότι ο αιτητής ήταν καταφανώς υπέρτερος του Ε.Μ. και όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση να επιλέξουν αυτόν.

 

Τέλος, ο συνήγορος του αιτητή βάλλει κατά της σύστασης της Γενικής Διευθύντριας, ισχυριζόμενος ότι αυτή πάσχει ως προϊόν μη δέουσας έρευνας, πεπλανημένη και/ή εσφαλμένη και/ή αναιτιολόγητη, αντίκειται δε στα στοιχεία των φακέλων και  θυματοποίησε τον αιτητή, δεδομένου ότι παραγνώρισε την υπεροχή του έναντι του Ε.Μ..

 

Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγει ο κ. Παναγιώτου, και η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ., έχοντας υιοθετήσει την ήδη πάσχουσα σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, πάσχει λόγω εμφιλοχώρησης πλάνης, έλλειψης δέουσας έρευνας, αλλά και αιτιολογίας και συμπαρασύρεται σε ακυρότητα.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας όλους τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθήθηκαν, αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν διενέργειας της δέουσας έρευνας, καθόλα ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Επιπρόσθετα, η κα Κοτσώνη επιχειρηματολογεί υπέρ της τήρησης άρτιων πρακτικών εκ μέρους της Ε.Δ.Υ., αλλά και υπέρ της νόμιμης σύνθεσης του αποφασίζοντος οργάνου, η δε αιτιολογία της υπό της Ε.Δ.Υ. δοθείσας βαθμολόγησης των υποψηφίων, υπήρξε επαρκής, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο.

 

Περαιτέρω, τόσο η δοθείσα σύσταση, όσο και η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ., βρίσκονται σε συμβατότητα και ουδόλως συγκρούονται με τα στοιχεία των οικείων διοικητικών φακέλων. Η υπό των καθ’ ων η αίτηση αξιολόγηση όλων των σχετικών στοιχείων κρίσης, περιλαμβανομένης της αρχαιότητας, της πείρας και των πρόσθετων προσόντων των υποψηφίων, υπήρξε σύννομη και εντός των ορίων της διακριτικής τους εξουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, καταλήγει η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, ο αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του Ε.Μ..

 

Υπέρ της νομιμότητας και ορθότητας της επίδικης απόφασης επιχειρηματολογεί εν εκτάσει και η ευπαίδευτη συνήγορος για το Ε.Μ., προβάλλοντας εν πολλοίς παρόμοιες θέσεις με αυτές της πλευράς των καθ’ ων η αίτηση και υποβάλλοντας τελικά την εισήγηση ότι η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα των οικείων διοικητικών φακέλων και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ως προς τους πρώτους δυο εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται:

 

Ισχυρίζεται ο αιτητής, προς ανάπτυξη του ισχυρισμού περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών των συνεδριών της Ε.Δ.Υ., ότι «παραλείπεται να καταγραφεί ότι μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της υποβολής της πρότασης της αρχικά η συνεδρία της καθ’ ης η Αίτηση και η προφορική εξέταση των υποψηφίων είχε καθοριστεί όπως λάβει χώρα στις 9.2.2022», αναβλήθηκε δε αυτή χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά και/ή πρακτικό εκ μέρους της Ε.Δ.Υ. για το ζήτημα αυτό.

 

Εξ’ αρχής θα πρέπει να τονιστεί ότι ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος να προβάλλει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, εφόσον το γεγονός ότι η ημερομηνία των προφορικών συνεντεύξεων μεταφέρθηκε τελικά από 9.2.2022 σε 15.3.2022, ουδόλως επηρέασε τον αιτητή, ο οποίος μάλιστα προσήλθε στην προγραμματισμένη συνεδρία αδιαμαρτύρητα και έλαβε μέρος στη διαδικασία των προφορικών συνεντεύξεων. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι κατά πάγια νομολογία, όχι μόνο η προσφυγή, αλλά και έκαστος λόγος ακύρωσης πρέπει να προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος για να είναι παραδεκτός (Καττιμέρη ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 65/2019, ημερ. 22.11.2023, Αναστασίου ν. Δήμος Παραλιμνίου (2000) 3 Α.Α.Δ., 369). Εν προκειμένω, δια της ανεπιφύλακτης και ελεύθερης απόφασής του να συμμετάσχει στην προφορική εξέταση της 15.3.2022, ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος να προβάλλει τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης.

 

Επιπρόσθετα, όμως, και επί της ουσίας, είναι πρόδηλο ότι δεν απαιτείται η τήρηση πρακτικού για μια συνεδρία που εν τέλει δεν έλαβε χώρα και για την οποία, συνακόλουθα, καμία απόφαση δεν λήφθηκε, ως είναι εδώ η περίπτωση με την αναβληθείσα συνεδρία της 9.2.2022. Αυτό βεβαίως σε συμβατότητα με το άρθρο 24 του Νόμου 158(Ι)/1999 και τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία «Η υποχρέωση τήρησης άρτιων πρακτικών που επιβάλλει το άρθρο 24 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(I)/99, στοχεύει στην εξασφάλιση δυνατότητας δικαστικού ελέγχου τόσο όσον αφορά τη σύνθεση του οργάνου όσο και για τον έλεγχο της αιτιολογίας της απόφασης.» (Λουκά Α. Σκυλλουριώτη κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας, Υποθ. Αρ. 1909/2008, ημερ. 6.9.2011). Εν προκειμένω, καμία απόφαση δεν υπήρξε, ούτως ώστε να χρειάζεται να ελεγχθεί και η, μέσω της εξέτασης της τήρησης πρακτικών, πληρότητα και/ή επάρκειά της από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συνεδρία και οι υποψήφιοι πληροφορήθηκαν για την συγκεκριμένη αναβολή από το σύστημα Αριάδνη (βλ. Παράρτημα 1 στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή). Προφανώς και η εν λόγω αναβολή δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τη διαδικασία και την εγκυρότητα αυτής, δεδομένου ότι δεν έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συνεδρία. Εν πάση δε περιπτώσει, αυτά τα ζητήματα, όπως εγείρονται από την πλευρά του αιτητή, είναι τυπικά και δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί να επηρεάσουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης απόφασης, η οποία λήφθηκε στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 15.3.2022. Η αναβολή της συνεδρίας ημερομηνίας 9.2.2022, δεν ήταν ουσιαστικής σημασίας, κανένα ζήτημα επί της ουσίας δεν συζητήθηκε πριν από την συνεδρία λήψης της επίδικης απόφασης, και, προδήλως, με κανέναν τρόπο δεν επέδρασε στο κύρος αυτής. Διαφορετική προσέγγιση επί του θέματος, και δεδομένου ότι ούτε συνεδρία, ούτε απόφαση υπήρξαν, θα απέληγε σε ανεπίτρεπτη τυπολατρία και σε παραβίαση του άρθρου 24(1) του Νόμου 158(Ι)/1999, σύμφωνα με το οποίο (η έμφαση έχει προστεθεί)-

 

«24.-(1) Πρέπει να τηρούνται λεπτομερή πρακτικά των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, στα οποία να διατυπώνονται με σαφήνεια οι αποφάσεις που λαμβάνονται. Η τήρηση άρτιων πρακτικών είναι υποχρέωση κάθε οργάνου που ασκεί διοικητική λειτουργία.

 

Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του αιτητή ότι σε άλλη περίπτωση, όταν ένας από τους υποψηφίους ζήτησε αλλαγή της ώρας εξέτασης, ετοιμάστηκε πρακτικό, επισημαίνεται ότι η ετοιμασία του εν λόγω πρακτικού (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης) ήταν απαραίτητη, δεδομένου ότι υπήρχε ενώπιον της Ε.Δ.Υ. συγκεκριμένο αίτημα υποψηφίου, το οποίο αφορούσε την επίδικη διαδικασία και για το οποίο η Επιτροπή έπρεπε να λάβει απόφαση, όπερ και έπραξε στη συνεδρία της, ημερομηνίας 4.3.2022, όταν και αποφασίστηκε η ικανοποίηση του εν λόγω αιτήματος.

 

Περαιτέρω, στο πλαίσιο εξέτασης του ισχυρισμού περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι δεν δόθηκε η από την Ε.Δ.Υ. η απαιτούμενη αιτιολογία σε σχέση με τη βαθμολόγηση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση. Με αποτέλεσμα, επιπρόσθετα, να παρουσιάζεται και ζήτημα έλλειψης αιτιολογίας της επίδικης απόφασης.

 

Ούτε με αυτό τον ισχυρισμό μπορώ να συμφωνήσω.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 24(2) του Νόμου 158(Ι)/1999, -

 

«(2) Στις περιπτώσεις διορισμών ή προαγωγών επιβάλλεται η καταγραφή των αποτελεσμάτων προφορικής εξέτασης και κάθε άλλου γεγονότος που επενεργεί στη λήψη της απόφασης. Δεν απαιτείται η καταγραφή των ερωτήσεων και απαντήσεων κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης ούτε και η καταγραφή των νοητικών διεργασιών των μελών για τις εκτιμήσεις τους αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων. Οι τυχόν προσωπικές σημειώσεις των μελών σχετικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση, αν έγινε, παραδίδονται από τα μέλη αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων και αποτελούν μέρος του οικείου φακέλου.»

 

Στη βάση των ενώπιον μου τεθέντων, διαπιστώνω ότι η υπό της Ε.Δ.Υ. ακολουθηθείσα διαδικασία βαθμολόγησης των υποψηφίων κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση, βρίσκεται σε συμβατότητα με την πιο πάνω διάταξη και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Εν πρώτοις, παρατηρώ ότι στο ίδιο το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 15.3.2022, καταγράφονται η μεθοδολογία και όλα τα κριτήρια (Προσωπικότητα, Επικοινωνιακές Δεξιότητες, Ενημερότητα για το θεσμικό πλαίσιο και τις αρμοδιότητες/αποστολή της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται η θέση, Γνώση του αντικειμένου, των αρμοδιοτήτων, ευθυνών και καθηκόντων της θέσης, Δεξιότητες), με βάση τα οποία οι υποψήφιοι βαθμολογήθηκαν, «με βάση τις απαντήσεις τους σε κατάλληλες ερωτήσεις που τους έχουν υποβληθεί στα πλαίσια της προφορικής εξέτασης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί, καταγραφεί και αιτιολογηθεί η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέτασή τους». Αναφέρεται επίσης ρητά ότι ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Ε.Δ.Υ. χρησιμοποίησαν το Δομημένο Έντυπο Βαθμολογίας των υποψηφίων, το οποίο καταρτίστηκε από την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5Α του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 34(10) του Νόμου, που αφορά στη διαδικασία πλήρωσης θέσεων πρώτου διορισμού και προαγωγής, «(10)(α) Η Επιτροπή αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 5Α».

 

Σύμφωνα δε με το εν λόγω άρθρο 5Α του Νόμου-

 

«5Α.-(1) Σε όλες τις διαδικασίες της, η Επιτροπή µεριµνά, ώστε να εφαρμόζονται εσωτερικοί µηχανισµοί για τη διασφάλιση της συµµόρφωσης με τους τύπους, το νοµικό πλαίσιο και τις αρχές που διέπουν την επιλογή των υποψηφίων.

(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασµό της γενικότητας του εδαφίου (1), τα μέλη της Επιτροπής, μεταξύ άλλων- 

 (α) συµπληρώνουν δοµηµένα έντυπα, κατά τη διαδικασία επιλογής για κάθε υποψήφιο, με σκοπό την τεκµηρίωση και πιστοποίηση κάθε διεξαχθείσας προφορικής εξέτασης·

 (β) καταγράφουν ή/και βαθµολογούν τα αποτελέσµατα της προφορικής εξέτασης και καταγράφουν κάθε άλλη παρατήρηση που επενεργεί στη λήψη της απόφασης:

Νοείται ότι, οι προσωπικές σηµειώσεις ή/και η βαθµολογία των µελών σχετικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση παραδίδονται από αυτά αµέσως μετά το πέρας της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων και αποτελούν μέρος του οικείου φακέλου.

(3) Κάθε υποψήφιος μπορεί να έχει πρόσβαση στο μέρος των εγγράφων που προβλέπονται στο εδάφιο (2), τα οποία τον αφορούν, χωρίς να απαιτείται να ζητήσει γι’ αυτό άδεια Δικαστηρίου.».

 

Με την υπό της Ε.Δ.Υ. συμπλήρωση των δομημένων εντύπων συμφώνως των πιο πάνω διατάξεων και μεθοδολογίας, στοιχειοθετείται η επάρκεια της αιτιολόγησης της βαθμολόγησης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση και δεν αφήνεται περιθώριο επέμβασης του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει και από το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας ημεορμηνίας 15.3.2022, η Ε.Δ.Υ., πέραν της συμπλήρωσης του δομημένου εντύπου και της ανάλυσης των επιμέρους κριτηρίων, κατέγραψε και βαθμολόγησε τα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης, κατ’ εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων, με αποτέλεσμα ούτε ανεπάρκεια αιτιολόγησης να υφίσταται, αλλ’ ούτε ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών. Πρόκειται δε για εφαρμογή ειδικότερων ρυθμίσεων, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. Μαρία Λαμπρατσιώτη ν. Ηλιάνας Ανδρέου, Α.Ε. 137/09, ημερ. 8.4.2013, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα).

 

Ενόψει των πιο πάνω, προδήλως διαφοροποιείται και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Κ.Σ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1738/2019, ημερ. 26.4.2023, την οποία επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή: σε εκείνη την υπόθεση, η οποία αφορούσε προκήρυξη διαγωνισμού, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες των προεκτεθέντων άρθρων του Νόμου, αλλά καθόλα διαφορετικές διατάξεις, στο πλαίσιο άλλης νομοθεσίας, ενώ διαπιστώθηκε ότι καμία αιτιολογία δεν υπήρξε ως προς την βαθμολόγηση των υποψηφίων, αλλά και την ακολουθηθείσα διαδικασία.

 

Ως εκ των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Προχωρώ στον ισχυρισμό περί πάσχουσας σύνθεσης της Ε.Δ.Υ., λόγω της συμμετοχής της κας Μ. Λ. Τ., για την παρουσία της οποίας κατά τη διάρκεια της συνεδρίας λήψης της επίδικης απόφασης, σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή, καμία αναφορά δεν γίνεται. Κατά τον κ. Παναγιώτου, η κα Λ. Τ. συμμετείχε στη συνεδρία ως παρακαθήμενη, αλλά δεν διευκρινίζεται κατά πόσον η παρουσία της ήταν για την καταγραφή των πρακτικών, αν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στη διαδικασία και/ή αν και πότε αυτή αποχώρησε.  

 

Ούτε οι πιο πάνω ισχυρισμοί έχουν έρεισμα.

 

Σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 13 του Νόμου-

 

(2) Στο Γραφείο της Επιτροπής υπηρετεί ύστερα από πρόταση της Επιτροπής αριθμός δημόσιων υπαλλήλων, όπως θα καθορίζεται εκάστοτε από το Υπουργικό Συμβούλιο, από τους oπoίoυς ένας ενεργεί ως Γραμματέας.

 

(3) Ο Γραμματέας είναι υπεύθυvoς για το Γραφείο της Επιτροπής και, σύμφωνα με oπoιεσδήπoτε οδηγίες που δυvατόv να δoθoύv σ' αυτόν από τον Πρόεδρο, παρίσταται στις συνεδριάσεις της και τηρεί πρακτικά. Ο Γραμματέας διαβιβάζει κάθε απόφαση της Επιτροπής σε κάθε αρμόδια αρχή ή πρόσωπο, τηρεί την αλληλογραφία και τα αρχεία της Επιτροπής και τα θέτει στη διάθεση κάθε μέλους, αν αυτό ζητηθεί από το μέλος, για την εκτέλεση των καθηκόvτωv του.».

 

Εν προκειμένω, δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω, και ούτε έχει καταδειχθεί οτιδήποτε περί του αντιθέτου, ότι η κα Μ. Λ. Τ. ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η γραμματέας της Ε.Δ.Υ. ή, εν πάση περιπτώσει, ανατέθηκαν σε αυτήν, ως υπάλληλο που υπηρετεί στο Γραφείο της Ε.Δ.Υ., καθήκοντα Γραμματέα (Άσπρου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 866/2022, ημερ. 15.9.2003) και, συνακόλουθα, σύννομα παρακάθησε για την τήρηση των πρακτικών. Εξάλλου, στο ίδιο το πρακτικό της επίδικης συνεδρίας ρητά καταγράφεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν παρακαθήμενη ως Γραμματέας. Έχει δε νομολογηθεί ότι ο ρόλος του γραμματέα είναι θεσμοθετημένος και έγκειται στην τήρηση των πρακτικών (Αλετράρη Κοντού ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1344/2000, ημερ. 18.4.2002).

 

Η σύνθεση της Ε.Δ.Υ., με τη συμμετοχή της κας Μ. Λ. Τ. ως Γραμματέα, κρίνεται νόμιμη. Η δε απόφαση, στην οποία αναφέρεται ο κ. Παναγιώτου (Α & Χ Κτηματικής ΛΤΔ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Χλώρακας, Α.Ε. 8/2012, ημερ. 24.11.2017), δεν μπορεί να προσθέσει στην περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία του, δεδομένου ότι η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση προερχόταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας και όχι την Ε.Δ.Υ. και, συνακόλουθα, δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Νόμου και δη του προεκτεθέντος άρθρου 13.

 

Συνεπώς, και οι ισχυρισμοί περί πάσχουσας σύνθεσης της Ε.Δ.Υ. κρίνονται αβάσιμοι στην ολότητά τους και απορρίπτονται.

 

Προχωρώ στην εξέταση του τρίτου προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης που προωθείται και σύμφωνα με τον οποίο το Ε.Μ. δεν πληρούσε την πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας περί πενταετούς πείρας στην άσκηση εποπτικών καθηκόντων και, συνακόλουθα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί υποψήφια για την επίδικη θέση. Κατά τον αιτητή, το Ε.Μ. υπό πλάνη κρίθηκε προσοντούχο, καθότι αυτή κατέχει μόνο διετή πείρα σχετική με εποπτικά καθήκοντα.

 

Σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας, απαιτείται-

 

«Δεκαετής τουλάχιστον μεταπτυχιακή πείρα στον τομέα των ιατρικών ή/και βιολογικών επιστημών, από την οποία διετής τουλάχιστον πείρα σε σχετικούς με τα καθήκοντα της θέσης τομείς σε ένα ή περισσότερα κέντρα εγκεκριμένα για την ανάληψη δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την συλλογή ή/και τον έλεγχο ανθρώπινου αίματος και συστατικών αίματος ή την παρασκευή, την αποθήκευση και την διανομή τους. Η δεκαετής πείρα να περιλαμβάνει πενταετή τουλάχιστον πείρα σε εποπτικά/διοικητικά καθήκοντα που να περιλαμβάνουν προγραμματισμό, οργάνωση, καθοδήγηση, συντονισμό και έλεγχο εργασιών.».

 

Άμεσα διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το παράρτημα 5 στην ένσταση και η εκεί περιεχόμενη έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής σε σχέση με τη συνολική αξιολόγηση των υποψηφίων, όπου καταγράφεται ότι τόσο το Ε.Μ., όσο και ο αιτητής πληρούν τη συγκεκριμένη προϋπόθεση και κατέχουν την απαιτούμενη πείρα, με ειδικότερη και λεπτομερή αναφορά στα καθήκοντα και/ή ευθύνες και/ή αρμοδιότητες και/ή τομείς δραστηριοτήτων τους από το έτος 1990 μέχρι και το 2020 που κατείχαν τη θέση Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου Α’ και Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, αντίστοιχα.

 

Εξ’ αρχής θα πρέπει να τονιστεί η πάγια νομολογιακή προσέγγιση ότι η ερμηνεία και εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσίας, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του διορίζοντος διοικητικού οργάνου, με τη δικαστική παρέμβαση κατά την άσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, να δικαιολογείται μόνον όταν η ερμηνεία δεν είναι εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις ή το διορίζον όργανο έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 100/2020, ημερ. 19.2.2025, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 61/2020, ημερ. 24.1.2025, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/2014 ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:C493, Σουρουλλά ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 74/2013 ημερ. 10.10.2019, Μαππή ν. Δημοκρατίας  (2017) 3 (Β) Α.Α.Δ. 862, 869). Ούτε βεβαίως και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων ενός υποψηφίου, εφόσον αυτό εμπίπτει εντός της αρμοδιότητας και/ή συνιστά καθήκον του διοικητικού οργάνου. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017).

 

Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, περιλαμβανομένων και των όσων η Συμβουλευτική Επιτροπή ανέφερε επί του θέματος με συγκεκριμένες αναφορές σε στοιχεία των φακέλων, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει είτε τον ισχυρισμό ότι η υπό των καθ’ ων η αίτηση ερμηνεία του σχεδίου υπηρεσίας σε σχέση με την πείρα του Ε.Μ. δεν υπήρξε εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις, είτε ότι υπήρξε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας: ως καταγράφεται, το Ε.Μ. υπήρξε Υπεύθυνη Τράπεζας Αίματος και Αιμοδοσίας, Υπεύθυνη Τμήματος Επεξεργασίας και Διανομής του Κέντρου Αίματος και Τμήματος Ανοσοαιματολογίας, επόπτρια εργασίας τμήματος ή κλάδου Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, καθώς και υπεύθυνη για την καθοδήγηση και τον έλεγχο των επιπέδων ποιότητας των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων και για τον καταρτισμό προγραμμάτων εκπαίδευσης κατώτερου προσωπικού: με αποτέλεσμα να κριθεί ότι πληρούσε την προβλεπόμενη πενταετή πείρα σε διοικητικά/εποπτικά καθήκοντα, που περιλαμβάνουν προγραμματισμό, οργάνωση, καθοδήγηση, συντονισμό και έλεγχο εργασιών. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το αντικειμενικό και αναντίλεκτο γεγονός ότι το Ε.Μ. κατέχει και υπηρετεί σε θέση ιεραρχικά ανώτερη από αυτήν του αιτητή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη φύση και ένταση των καθηκόντων. Σε κάθε περίπτωση, και υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, επέμβαση του Δικαστηρίου δε χωρεί, δεδομένου και του γεγονότος ότι τόσο ο αιτητής όσο και το Ε.Μ. κρίθηκαν ότι κατείχαν το απαιτούμενο προσόν της πείρας, με βάση τη συνολική τους υπηρεσία, η οποία περιλάμβανε πείρα ως υπεύθυνοι τράπεζας αίματος και/ή υπεύθυνοι τμήματος. Η δε Επιτροπή εξέτασε και ερμήνευσε τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας και έκρινε και τους δυο υποψηφίους προσοντούχους με αναλυτική και/ή λεπτομερή καταγραφή της πείρας που διαθέτουν, η οποία και τεκμηρίωνε την κατοχή της συγκεκριμένης απαίτησης του σχεδίου υπηρεσίας.

 

Τέλος, ούτε η αναφορά του συνηγόρου του αιτητή σε άλλον υποψήφιο μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα και να ενισχύσει με οποιοδήποτε τρόπο την επιχειρηματολογία του επί του συγκεκριμένου θέματος. Πέραν του ότι ο συγκεκριμένος υποψήφιος δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση προσφυγή, με αποτέλεσμα εύλογα να εγείρεται και ζήτημα νομιμοποίησης του αιτητή να εγείρει οποιονδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με αυτόν, διαπιστώνεται μέσα από την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ότι, πράγματι, δεν επρόκειτο περί της ίδιας πείρας, αλλά οι δυο περιπτώσεις διαφοροποιούνται. Εξάλλου, όπως ορθώς επισημαίνει και η συνήγορος για το Ε.Μ., και ο συγκεκριμένος υποψήφιος υπηρετούσε σε κατώτερη ιεραρχικά θέση, όπως και ο αιτητής, από αυτήν του Ε.Μ..

 

Ως εκ των πιο πάνω, και ο τρίτος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Οι επόμενοι πέντε λόγοι ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής, θα εξεταστούν συνδυαστικά λόγω της άρρηκτης διασύνδεσής τους και του γεγονότος ότι η εξέτασή τους απαιτεί την προηγούμενη εξέταση της συγκριτικής εικόνας αιτητή και Ε.Μ. ως προς τα θεσμοθετημένα στοιχεία κρίσης: ισχυρίζεται ο αιτητής ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης και/ή επαρκούς αιτιολογίας, ότι δεν προηγήθηκε την έκδοσής της η δέουσα έρευνα και αξιολόγηση των θεσμοθετημένων κριτηρίων επιλογής, ότι εμφιλοχώρησε ουσιώδης νομική και πραγματική πλάνη στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση, καθώς και ότι πάσχει η σύσταση της Γενικής Διευθύντριας ως συγκρουόμενη και/ή μη συνάδουσα με τα στοιχεία των φακέλων.

 

Η συγκριτική, λοιπόν, εικόνα του αιτητή και του Ε.Μ. ως προς τα θεσμοθετημένα στοιχεία επιλογής, αποκαλύπτει τα εξής:

 

Στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων χρόνων, όπου η Ε.Δ.Υ., ως αναφέρεται και στο σχετικό πρακτικό, προσέδωσε ιδιαίτερη έμφαση, οι δυο διάδικοι είναι ισοδύναμοι, έχοντας αξιολογηθεί ως καθόλα Εξαίρετοι.

 

Όσον αφορά τα προσόντα, πέραν των απαιτούμενων υπό του σχεδίου υπηρεσίας της επίδικης θέσης, ο αιτητής, σε αντίθεση με το Ε.Μ., κατέχει δυο μεταπτυχιακούς τίτλους, ήτοι MSc in Biomedical Science, The Manchester Metropolitan University, και Μεταπτυχικό στη Διοίκηση Μονάδων Υγείας, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Τα εν λόγω προσόντα, όπως αναφέρεται από την Ε.Δ.Υ. στο πρακτικό λήψης της επίδικης απόφασης, αν και είναι σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης, δεν απαιτούνται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, ούτε και αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, αποδόθηκε δε σε αυτά η ανάλογη βαρύτητα.

 

Ως προς την αρχαιότητα, το Ε.Μ. υπερέχει έναντι του αιτητή, εφόσον κατέχει τη θέση Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου Α’ (αμέσως προηγούμενη της επίδικης) από 1.8.2018, ενώ ο αιτητής κατέχει ιεραρχικά κατώτερη θέση, ήτοι αυτήν του Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, από 2.2.2009.

 

Περαιτέρω, στην ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική εξέταση, ο αιτητής αξιολογήθηκε ως Σχεδόν Εξαίρετος, εξασφαλίζοντας 18.25 μονάδες, ενώ ως Σχεδόν Εξαίρετη αξιολογήθηκε και το Ε.Μ., εξασφαλίζοντας 18.30 μονάδες.

Τέλος, το Ε.Μ. είχε υπέρ της την σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και των φακέλων των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των δυο διαδίκων, ως ρητά καταγράφεται στην εν λόγω σύσταση, έκρινε ως καταλληλότερη και σύστησε για προαγωγή το Ε.Μ..

 

Έχοντας θέσει το πιο πάνω πλαίσιο, επισημαίνω τα εξής:

 

Δεν αμφισβητείται ότι, πράγματι, ο αιτητής υπερέχει έναντι του Ε.Μ. σε προσόντα, δεδομένου ότι κατέχει τους δυο προαναφερθέντες ακαδημαϊκούς τίτλους, οι οποίοι, παρόλο που είναι σχετικοί με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης, δεν απαιτούνται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, ούτε και αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν.

 

Είναι πάγια και διαχρονικά νομολογημένο ότι πρόσθετα προσόντα που δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας, ως συμβαίνει εν προκειμένω, λαμβάνονται υπόψη, μόνον εφόσον είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης. Εναπόκειται δε στο διορίζον όργανο να τα αξιολογήσει και σταθμίσει, αποφεύγοντας δυο άκρα, ήτοι, αφενός, να μη δοθεί σε αυτά υπερβολική βαρύτητα, ώστε να ισοδυναμούν με απόδοση έκδηλης υπεροχής και, αφετέρου, η σημασία που θα τους δοθεί να μην είναι εντελώς οριακή, όπως θα ήταν, αν τα πρόσθετα προσόντα δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντα της θέσης. Μέσα σε αυτά τα όρια, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση και στάθμιση των στοιχείων (Πανίκος Πούρος κ.α. ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, Σολομωνίδη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.135/2013, ημερ. 3.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:C44, Γιαννάκης Κολώνας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 94/2016 κ.α. ημερ. 26.7.2023, Γιώργος Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406). Εν προκειμένω, και δεδομένης της συγκριτικής εικόνας των δυο διαδίκων και στα λοιπά στοιχεία κρίσης, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη, ως άλλωστε ρητά αναφέρεται στο πρακτικό της επίδικης συνεδρίας, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν ορθά τα δυο πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα του αιτητή, ευρισκόμενοι εντός των πιο πάνω ορίων, με αποτέλεσμα να μη χωρεί δικαστική παρέμβαση.

 

Ως προς δε τα υπόλοιπα προσόντα, στα οποία αναφέρεται ο συνήγορος του αιτητή δια της αγορεύσεώς του, αυτά δεν μπορούν παρά να έχουν οριακή και/ή περιθωριακή σημασία, δεδομένου ότι προκειται για προσόντα τα οποία πέραν του ότι δεν απαιτούνται και δεν προβλέπονται στο σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, δεν συνιστούν ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία και μόνον, κατά τη νομολογία, λογίζονται ότι έχουν ουσιαστική σημασία για σκοπούς συστάθμισης και αξιολόγησης (Έλενα Παπαθεοδότου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 832/2011, ημερ. 30.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D588, Σταύρος Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 783/2002, ημερ. 19.4.2004, Γιαννάκης Καναράς v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1509/2008, ημερ. 26.10.2010, Παναγιώτης Πουργουρίδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1386/2007, ημερ. 23.12.2008, Γεώργιος Ταλιώτης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1317/2010, ημερ. 26.1.2012, Μάριος Στεφανίδης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1207/2011, ημερ.15.2.2013). Εν πάση όμως περιπτώσει, παρατηρώ από τα ενώπιον μου τεθέντα και δη από την Έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αλλά και τα σχετικά πρακτικά, ότι και αυτά τα προσόντα (σεμινάρια, εκπαιδεύσεις κλπ) βρίσκονταν ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της Ε.Δ.Υ. και ρητά καταγράφηκαν και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι λήφθηκαν υπόψη. Εξάλλου, αντίστοιχα προσόντα παρατηρώ ότι διαθέτει και το Ε.Μ..

 

Ως προς την αρχαιότητα, το Ε.Μ. δεδομένα υπερέχει έναντι του αιτητή, εφόσον κατέχει τη θέση Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου Α’ (αμέσως προηγούμενη της επίδικης) από 1.8.2018, θέση ιεραρχικά ανώτερη από αυτήν του Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, που κατέχει ο αιτητής. Συναφείς είναι οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (7) του άρθρου 49 του Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες-

 

«(4) Η αρχαιότητα μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις με διαφορετικούς µισθοδοτικούς όρους κρίνεται σύμφωνα με τους µισθοδοτικούς όρους των αντίστοιχων θέσεων.

[.]

(7) Στο άρθρο αυτό -

«µισθοδοτικοί όροι» σε σχέση με κάποιες θέσεις σημάινει τον πάγιο µισθό των θέσεων ή, προκειμένου περί µισθοδοτικών κλιµάκων, το ανώτατο σηµείο των κλιµάκων και σε περίπτωση κλιµάκων του ίδιου ανώτατου σηµείου, το κατώτατο σηµείο των κλιµάκων, και προκειμένου περί συνδυασµένων µισθοδοτικών κλιµάκων θέσης ή τάξης κάποιας θέσης, το ανώτατο σηµείο της ψηλότερης κλίµακας κάθε θέσης ή τάξης και σε περίπτωση κλιµάκων του ίδιου ανώτατου σηµείου, το κατώτατο σηµείο της χαµηλότερης κλίµακας κάθε θέσης ή τάξης·».

 

Ας σημειωθεί, περαιτέρω, ότι και όσον αφορά τη θέση Λειτουργού Νοσοκομειακού Εργαστηρίου, ο αιτητής διορίστηκε στις 2.2.2009, ενώ το Ε.Μ. στις 3.2.2003. Είναι λοιπόν σαφής η υπεροχή του Ε.Μ. έναντι του αιτητή σε αρχαιότητα.

 

Βεβαίως, σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχαιότητα φέρει μαζί της, κατά τεκμήριο, και την ανάλογη πείρα, λόγω ακριβώς του εύρους  υπηρεσίας του συγκεκριμένου υποψηφίου (Μουρτζή v. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 605 και Δημοκρατία v. Μιχαηλίδη (1999) 3 Α.Α.Δ. 756). Εκ του γεγονότος ότι η αρχαιότητα δεν έχει παύσει να αποτελεί θεσμοθετημένο κριτήριο, παρόλο που έχει υποτιμηθεί, η πείρα ως απορρέουσα από αυτή την αρχαιότητα, την τονίζει, προσθέτοντας στην αξία (Δημοκρατία v. Ταλιώτη (2010) 3 Α.Α.Δ. 391, Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406). Η δε πείρα, ναι μεν ως παράγων δεν αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια προαγωγής, ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, εφόσον είναι σχετική και ανάγεται σε καθήκοντα που ο υποψήφιος επιτελούσε στην αμέσως της προηγούμενης της προαγωγής θέση, ως συμβαίνει εν προκειμένω με το Ε.Μ., πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το διοικητικό όργανο, εφόσον αυτή η πείρα προσθέτει στην αξία του (βλ. Παναγή v Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639). Όλες οι πιο πάνω αρχές επισημάνθηκαν αργότερα στην Περικλέους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2/2014, ημερ. 13.1.2020, ECLI:CY:AD:2020:C15.

 

Ως προς την αξία, όπως αυτή αποτυπώνεται στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων χρόνων, αιτητής και Ε.Μ. είναι ισοδύναμοι ως καθόλα Εξαίρετοι, στην ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική εξέταση αξιολογήθηκαν και οι δυο ως Σχεδόν Εξαίρετοι, με οριακή υπεροχή του Ε.Μ., ενώ το Ε.Μ. διαθέτει την υπέρ της σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, η οποία βεβαίως προσθέτει στην αξία. Θα πρέπει, ωστόσο, να ελεγχθεί η νομιμότητα και ορθότητα της εν λόγω σύστασης, την οποία η πλευρά του αιτητή αμφισβητεί. Προηγουμένως, θα αρκεστώ να επισημάνω, εις απάντηση σχετικού ισχυρισμού του κ. Παναγιώτου, ότι το γεγονός ότι ο αιτητή υπερείχε έναντι του Ε.Μ. στην υπό της Συμβουλευτικής Επιτροπής αξιολόγηση ουδόλως μπορεί να προσδώσει υπεροχή στον αιτητή και να διαφοροποιήσει τα πράγματα, δεδομένου του συμβουλευτικού ρόλου της Επιτροπής, συμφώνως και του άρθρου 33 του Νόμου, αλλά βεβαίως και του γεγονότος ότι αιτητής και Ε.Μ. συστήθηκαν εν τέλει από τη Συμβουλευτική Επιτροπή (Χριστιάνα Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1973/2006 κ.α., ημερ. 16.4.2010).

 

Ως ήδη ελέχθη, η σύσταση δόθηκε από την Γενική Διευθύντρια, η οποία παρέστη στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 15.3.2022, κατά την οποία λήφθηκε η επίδικη απόφαση. Όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, η Γενική Διευθύντρια υπέβαλε τη σύστασή της και αποχώρησε από τη συνεδρία. Όπως επίσης καταγράφεται στο πρακτικό, στη διάθεση της Γενικής Διευθύντριας, τέθηκαν οι προσωπικοί φάκελοι και οι υπηρεσιακοί φάκελοι των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, τους οποίους έλαβε υπόψη της, είχε δε στη διάθεσή της, επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω φακέλους.

 

Είναι νομολογημένο ότι η σύσταση εξετάζεται σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), ούτως ώστε η αιτιολογία της να προκύπτει μέσα από ό,τι αποτυπώνεται σε αυτούς (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695). Η σύσταση του Διευθυντή πρέπει να εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων, διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (Δημήτριος Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023, Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Δημοκρατία κ.α. ν. Αγγελή κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 161), η δε εκτίμηση του Διευθυντή για την απόδοση των υποψηφίων, αποτελεί βοήθημα για τη μόρφωση κρίσης από το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω την Ε.Δ.Υ. (Χατζηκωστή, ανωτέρω, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 265).

 

Εν προκειμένω, η επίδικη θέση είναι πρώτου διορισμού και προαγωγής και στη βάση τούτου, η δοθείσα σύσταση, συμφώνως του άρθρου 34(9) του Νόμου, δεν απαιτείτο να είναι αιτιολογημένη. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύσταση δεν μπορεί να δίδεται από τον Διευθυντή κατά το δοκούν. Όπως λέχθηκε στην Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 171/2010, ημερ. 28.7.2015, «ο μόνος περιορισμός που θέτει η νομολογία σε μη αιτιολογημένη σύσταση, είναι ότι η σύσταση δεν πρέπει να συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων», αλλά, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, εξετάζεται σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), ούτως ώστε η αιτιολογία της να συνάδει και να προκύπτει μέσα από ό,τι αποτυπώνεται σε αυτούς (βλ. και Πιερίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 107/2014, ημερ. 10.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:C423).

 

Εξετάζοντας λοιπόν την δοθείσα σύσταση, υπό το φως των προεκτεθεισών νομολογικών κατευθυντήριων και λαμβάνοντας υπόψη την συγκριτική εικόνα των δυο διαδίκων στα θεσμοθετημένα στοιχεία κρίσης, διαπιστώνω ότι η Γενική Διευθύντρια, κατά τη διαμόρφωση της σύστασής της, μελέτησε όλα τα ενώπιον της δεδομένα, με τη σύσταση να εμπεριέχει τα κατά νομολογία απαραίτητα γνωρίσματα νομιμότητας και ουσίας (Χατζηχάννα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 108/2016, ημερ. 2.10.2023, Δημοκρατία ν. Κυρατζιή-Κτωρίδου, Α.Ε. 311/16, ημερ. 8.5.2023). Πρόκειται για μια σύσταση, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων και που, εν πάση περιπτώσει, δεν εκφεύγει των νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση και/ή βαρύτητα των διαφόρων κριτηρίων επιλογής. Προκύπτει δε από την εν λόγω σύσταση ότι η Γενική Διευθύντρια έκανε ειδική μνεία στον αιτητή και στα υπ’ αυτού κατεχόμενα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, στα οποία, ως ανέφερε, απέδωσε την ανάλογη βαρύτητα και με το δεδομένο ότι αυτά δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, ούτε ως πρόσθετο προσόν, ούτε ως πλεονέκτημα. Περαιτέρω, η δοθείσα σύσταση, η οποία βεβαίως συμπληρώνεται από τους οικείους διοικητικούς φακέλους, κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Αυτή δε η σύσταση αποτελεί, ως εκ της ιδιαίτερης γνώσης της Γενικής Διευθύντριας για την καταλληλότητα του Ε.Μ. να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της θέσης, επαυξητικό παράγοντα της αξίας (Σπανού ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 390, Ευριδίκη Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 141/2019, ημερ. 9.10.2024), ως ανεξάρτητος και αυτοτελής δείκτης (Μοδίτης, ανωτέρω, Ροζάννα-Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 168/10, ημερ. 10.9.2015, Παντελής Λοϊζου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1994) 3 Α.Α.Δ. 663).

 

Ας σημειωθεί, για σκοπούς πληρότητας, ότι ούτε ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν δύναται τώρα η  Γενική Διευθύντρια να συστήσει το Ε.Μ., καθότι κατά το έτος 2014 υπήρξε πρόταση της Γενικής Διευθύντριας όπως ο αιτητής αναλάβει την (τότε) θέση του Αναπληρωτή της επίδικης θέσης, μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Τα όσα έλαβαν χώρα κατά το έτος 2014 αφορούν σε μιαν άλλη, καθόλα ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία, η οποία βεβαίως δεν αποτελεί μέρος του διοικητικού φακέλου της παρούσας υπόθεσης και βεβαίως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο τούτο. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο αιτητής κατείχε σε κάποιο προγενέστερο χρονικά στάδιο την εν λόγω θέση του Αναπληρωτή, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το αποφασίζον όργανο για τους σκοπούς της επίδικης διαδικασίας πλήρωσης της θέσης κατά τρόπο επιζήμιο και βλαπτικό προς τους λοιπούς υποψηφίους, περιλαμβανομένου του Ε.Μ..

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπιζεται οτιδήποτε μεμπτό στην δοθείσα σύσταση, η οποία, αντιθέτως, και υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, κρίνεται ορθή και νόμιμη.

 

Την εν λόγω σύσταση υιοθέτησε ακολούθως η Ε.Δ.Υ., η οποία, παραθέτοντας το δικό της σκεπτικό, έκρινε  ότι το Ε.Μ. ήταν η πλέον κατάλληλη για προαγωγή στην επίδικη θέση. Προκύπτει από το σχετικό πρακτικό λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η Επιτροπή διενήργησε δική της έρευνα πριν από την διαμόρφωση της επίδικης κρίσης της. Η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ. συνάδει με το περιεχόμενο των φακέλων και, σε κάθε περίπτωση, είναι εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και εντός των παραμέτρων που έχει θέσει η σχετική επί του θέματος νομολογία. Για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, ο αιτητής υστερεί έναντι του Ε.Μ. σε αξία και σε αρχαιότητα, η δε υπεροχή του στα προσόντα, λόγω των συγκεκριμένων δυο τίτλων που κατέχει και οι οποίοι δεν προβλέπονται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, δεν μπορεί να προσδώσει σε αυτόν καθοριστικό προβάδισμα ούτε και έκδηλη υπεροχή έναντι του Ε.Μ., ούτως ώστε να χωρεί δικαστική παρέμβαση.

 

Πράγματι, ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ο αιτητής, σε αντίθεση με το Ε.Μ., διαθέτει δυο πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία είναι σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης και στα οποία, όπως ρητά αναφέρεται στο πρακτικό της επίδικης συνεδρίας, αλλά και από τα αντίστοιχα πρακτικά της προηγηθείσας Συβουλευτικής Επιτροπής, δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα από την Ε.Δ.Υ.. Ωστόσο, δεδομένης της προεκτεθείσας συνολικής συγκριτικής εικόνας αιτητή και Ε.Μ., θεωρώ ότι η κατοχή των συγκεκριμένων προσόντων, τα οποία ούτε απαιτούνται από το σχέδιο υπηρεσίας, ούτε και αναφέρονται ως πλεονέκτημα, δεν μπορεί από μόνη της να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του (βλ. και Δ.Μ. κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1505/2017 κ.α., ημερ. 16.11.2022). Αυτό, βεβαίως, δεν συνεπάγεται ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε αυτά τα προσόντα. Στην Μαρία Παπά ν. Ανδρέας Φραντζής, Α.Ε. 91/2014, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62, λέχθηκαν τα εξής επί του υπό συζήτηση θέματος:

 

«Ως προς τα προσόντα των μερών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης της ΕΔΥ, πιο πάνω, σημειώθηκε ότι η εφεσείουσα δεν υστερεί του συστηθέντα εφεσίβλητου και καταγράφονται τα πρόσθετα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης προσόντα, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε όλα τα προσόντα. Όμως, τα επιπρόσθετα προσόντα του εφεσίβλητου βρίσκονταν ενώπιον της ΕΔΥ και λήφθηκαν «δεόντως υπόψη» (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αντωνίου, ΑΕ 124/2014 κ.ά., ημερομηνίας 6.12.2017). Όπως προκύπτει από τη νομολογία «τα επιπρόσθετα προσόντα παραμένουν πρόσθετα ασχέτως του αριθμού τους και είναι λάθος να υπερτονίζεται η κατοχή κάποιων προσόντων από υποψήφιο, αποδίδοντας σ΄ αυτά μεγαλύτερη αξία ή βαρύτητα»  (Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 2076/2012, ημερομηνίας 22.12.2014, ECLI:CY:AD:2014:D988, Κουρτελλάρης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1039/2010, ημερομηνίας 17.7.2012, και Μάρκου κ.ά. ν. Ε.Δ.Υ., Συνεκ. Υποθ. Αρ. 950/2010 κ.ά., ημερομηνίας 22.3.2013). Ως εκ τούτου, η πρωτόδικη απόφαση ότι υπάρχει κάποια υπεροχή του εφεσίβλητου ως προς τα πρόσθετα «προσόντα» σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, ήταν λανθασμένη. Συνακόλουθα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πλάνη εκ μέρους της ΕΔΥ ως προς αυτό το στοιχείο.».

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, και δεδομένης της συνολικής υπηρεσιακής εικόνας αιτητή και Ε.Μ., δεν εντοπίζω να εκφεύγει των πιο πάνω ορίων η υπό της καθ’ ης η αίτηση αξιολόγηση των πρόσθετων προσόντων, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί του αιτητή περί εμφιλοχώρησης πλάνης και μη διενέργειας δέουσας έρευνας και, κατ’ επέκταση, να μη χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Κρίνω δε ότι είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το διορίζον όργανο, κατά τη διαδικασία επιλογής του πιο κατάλληλου υποψηφίου για συγκεκριμένη θέση, δύναται να αποδώσει περισσότερη σπουδαιότητα σε ένα παράγοντα από ό,τι σε άλλον, στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας (Georghiou v. Republic (1976) 3 C.L.R. 74, 82, lerides v. Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 180, Θέσπις Παντζαρή ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Υποθ. Αρ. 744/98, ημερ. 26.5.1999, Ανδρέας Χρίστου ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Υποθ. Αρ. 134/96, ημερ. 19.3.1997). Πεδίο δε για παρέμβαση του ακυρωτικού Δικαστηρίου παρέχεται μόνον εφόσον προκύπτει ότι η εξουσία ασκήθηκε εκτός της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου και/ή κατά παράβαση των κανόνων της χρηστής διοίκησης. Εν προκειμένω, στη βάση όλων όσων έχουν προαναφερθεί, δεν εντοπίζεται κακή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, πέραν της υπεροχής του Ε.Μ. σε αξία, έλαβαν υπόψη, στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, και την σαφή υπεροχή του Ε.Μ. έναντι του αιτητή σε αρχαιότητα, λόγω της ιεραρχικά ανώτερης και υψηλότερης σε μισθολογική κλίμακα θέσης που κατέχει, κατ’ εφαρμογή των εδαφίων (4) και (7) του άρθρου 49 του Νόμου.

 

Όπως, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν εντοπίζεται κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης. Από τα σχετικά πρακτικά και ειδικά αυτό της συνεδρίας 15.3.2022, όταν και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, προκύπτουν με σαφήνεια το σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν στην επιλογή του Ε.Μ., έναντι του αιτητή, κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Φράγκου, ανωτέρω). Προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό ότι λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικοί φάκελοι των υποψηφίων και οι φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια, τα προσόντα και η αρχαιότητά τους. Από το πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, προκύπτει επίσης ευκρινώς το σκεπτικό της Ε.Δ.Υ. και η διενέργεια της δικής της δέουσας έρευνας. Στην απόφασή της, η καθ' ης η αίτηση καταγράφει τα κριτήρια αξιολόγησης, τη μεθολογία διενέργειας της προφορικής εξέτασης και τα κριτήρια αξιολόγησης των υποψηφίων που συμμετείχαν σε αυτήν και γενικότερα όλα όσα έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, προκειμένου να επιλέξει το Ε.Μ., ενώ προβαίνει και σε συγκριτική αντιπαραβολή του Ε.Μ. με τους άλλους υποψηφίους, περιλαμβανομένου και του αιτητή.

 

Ούτε κενό έρευνας εντοπίζεται. Υπενθυμίζεται ότι το κριτήριο για την επάρκεια και πληρότητα της έρευνας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS, ανωτέρω). Επαρκής θεωρείται η έρευνα που επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450), η δε έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία επί της έρευνας που θα ακολουθηθεί είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121).

              

Εν τέλει, οι θέσεις της ημεδαπής νομολογίας ως προς την τελική και συνολική στάθμιση των δεδομένων σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, είναι αποκρυσταλλωμένες: αυτό που έχει σημασία είναι η ουσιαστική συνεξέταση των στοιχείων κρίσης, με κριτήριο τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου και όχι ένας μηχανιστικός υπολογισμός ή μια αριθμητική συνεξέταση που απολήγει σε επέμβαση στην εύλογη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης (Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 8/16, ημερ. 16.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:C56). Είναι εσφαλμένη η προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων, κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό, από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων (Σωτήρης Κολέττας ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 32/16, ημερ. 20.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C214, Χρίστος Σολομωνίδης, ανωτέρω). Εκείνο που έχει σημασία, είναι η διαπίστωση πως η Διοίκηση προέβη σε εύλογη και ουσιαστική στάθμιση των δεδομένων, εντός των πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας και δεν απαιτείται μικροσκοπική εξέταση από το Δικαστήριο, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι η υποκατάσταση της Διοίκησης από το Δικαστήριο (Σωτήρης Αναστασιάδης, ανωτέρω).

 

Εν προκειμένω, κρίνω ότι η καθ’ ης η αίτηση έδρασε εντός ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και εντός του πλαισίου που τάσσει η οικεία νομοθεσία. Δεν εντοπίζεται ούτε πλάνη, ούτε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, αλλ' ούτε, γενικότερα, οποιοσδήποτε λόγος που θα επέτρεπε την επέμβαση του Δικαστηρίου στην ουσιαστική κρίση του αποφασίζοντος οργάνου, το οποίο, ως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, εξέτασε όλα τα ενώπιον του στοιχεία.

 

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ε.Δ.Υ. ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων προαγωγής και η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε σύννομη, ορθή και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή (Θεοκλέους ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κ.α., Α.Ε. 90/2013, ημερ. 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490, Αθηνά Καραγιάννη-Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 7/2011, ημερ. 21.12.2016).

 

Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκεί όπου απουσιάζει έκδηλη υπεροχή, ώστε να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης με τη δική του, εκτός αν πράγματι προκύπτει μια τέτοια έκδηλη υπεροχή (Μαρία Παπά, ανωτέρω). Επέμβαση του Δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όπου ικανοποιείται από τον αιτητή ότι αυτός υπερείχε έκδηλα του υποψηφίου που έχει επιλεγεί. Μόνο σε τέτοια περίπτωση το όργανο που έχει προβεί στην επιλογή, θεωρείται ότι έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και έχει κάνει κακή χρήση της (Γεώργιος Χωραττάς ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 43/2021, ημερ. 19.11.2024, Δημοκρατία κ.α. ν. Παπαχριστοδούλου κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 329, Georghiou v. Republic (1976) 3 CLR 74, Γ.Μ. Παπαχατζή «Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου», σελ. 729). Εν προκειμένω, ο αιτητής, ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης (Παναγιώτη Χατζηβασιλείου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 755, Δημοκρατία ν. Μάριος Παπαχριστοδούλου (2002) 3 Α.Α.Δ. 329), δεν έχει αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του Ε.Μ., ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά απαιτεί (Θεοκλέους, ανωτέρω, Καραγιάννη-Κλεάνθους, ανωτέρω), ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Ούτε και υπήρξε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Ε.Δ.Υ., οπότε και μόνον θα μπορούσε το ακυρωτικό Δικαστήριο να παρέμβει  (Χατζηχάννα, ανωτέρω, Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1/17, ημερ. 18.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:C286, Georghiou v. Republic (1976) 3 CLR 74). Η δε προσβαλλόμενη απόφαση πληροί όλες τις παραμέτρους που θέτει η νομολογία, εφόσον σε αυτήν αναφέρονται τόσο η αιτιολογία της αλλά και τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να μπορεί να ασκηθεί ο απαιτούμενος δικαστικός έλεγχος.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ως αβάσιμοι θα πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί περί έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, αλλά και περί εμφιλοχώρησης πλάνης κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Δεν διακρίνω να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη της Ε.Δ.Υ., ούτε ως προς την αξιολόγηση των προσόντων των διαδίκων, ούτε ως προς το ζήτημα της αρχαιότητας και της πείρας, αλλ’ ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίσης.  

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο