ΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ κ.α. ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA), Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 980/18 και 1096/18, 31/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ κ.α. ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA), Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 980/18 και 1096/18, 31/3/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ.

980/18 και 1096/18

 

31 Μαρτίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα, 28, 30, 35 και 146 του Συντάγματος

 

(Υπόθεση αρ. 980/18)

Μεταξύ:

ΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA)

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

 

(Υπόθεση αρ. 1096/18)

Μεταξύ:

1.

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ ΚΟΥΔΟΥΝΑΡΗ

2.

ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

 

Αιτητές,

ΚΑΙ

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (CYTA)

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

 

Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για τους αιτητές.

Σ. Μαξούτη (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση.

Χρ. Καμπούρης, για Kampouri & Gialeli LLC, για Ε/Μ 1.

Ν. Κλεάνθους (κα), για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη, για Ε/Μ 3.

Καμία εμφάνιση για Ε/Μ 2.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με τις παρούσες προσφυγές, οι οποίες συνεκδικάζονται κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, οι αιτητές προσβάλλουν την απόφαση, η οποία γνωστοποιήθηκε με ανακοίνωση ημερομηνίας 20.06.2018 και με την οποία η καθ’ ης η αποφάσισε την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών, Κωνσταντίνου Γεωργίου (Ε/Μ 1), Ηλία Δημητρίου (Ε/Μ 2) και Κρίστιας Χρίστου (Ε/Μ 3), στη θέση Υποτμηματάρχη (Διοικητικό Προσωπικό), αντί και/ή στη θέση των ιδίων.

 

Σημειώνεται ότι εναντίον της απόφασης για προαγωγή των Ε/Μ είχαν προσφύγει και άλλοι αιτητές, με ξεχωριστές προσφυγές (υπ’ αρ. 1274/18, 1275/48 και 1293/18) οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τις υπό εξέταση, στην πορεία όμως αυτές αποσύρθηκαν.

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ’ ης η αίτηση (εφεξής «Διοικητικό Συμβούλιου») αποφάσισε στις 05.06.2012 την πλήρωση 3 θέσεων Υποτμηματάρχη (Διοικητικό Προσωπικό) με διαδικασία προαγωγής και προς τούτο ζήτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή (εφεξής «Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής»).  

Προσοντούχοι κρίθηκαν 106 υποψήφιοι, μεταξύ αυτών οι αιτητές και τα ενδιαφερόμενα μέρη.  Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών σε συνεδρία ημερομηνίας 19.06.2018, καταγράφοντας τα ακόλουθα στα σχετικά πρακτικά (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):

 

«[…] το Συμβούλιο μελέτησε διεξοδικά όλα τα ενώπιον του στοιχεία για τους υποψήφιους υπαλλήλους και συγκεκριμένα τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, όλα τα άλλα έγραφα που τέθηκαν ενώπιον του και το περιεχόμενο των προσωπικών και εμπιστευτικών φακέλων των υποψηφίων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα φύλλα ποιότητας/προαγωγής τους και/ή οι υπηρεσιακές τους εκθέσεις και/ή τα έντυπα αξιολόγησής τους και διαπίστωσε τα ακόλουθα για τον καθένα από αυτούς.

[…]

Ο υποψήφιος Μάριος Παπαδόπουλος (7390) [αιτητής 2 στη 1096/16] κρίνεται ως αφοσιωμένος εργατικός, θετικός και πρόθυμος υπάλληλος, ο οποίος διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των ευρύτερων θεμάτων ευημερίας του προσωπικού και το ψηλό αίσθημα ευθύνης.

 

Ο υποψήφιος Κωνσταντίνος Γεωργίου (529) [Ε/Μ 1]  κρίνεται ως τακτικός, μεθοδικός και αποφασιστικός υπάλληλος που διαθέτει ψηλό αίσθημα ευθύνης και αξιόλογες ικανότητες επικοινωνίας, είναι αξιόπιστος στη κρίση και αντίληψή του και αναπτύσσει πρωτοβουλίες με θετικά αποτελέσματα. Διακρίνεται για την αυστηρή προσήλωσή του, την ευσυνειδησία του και το υπηρεσιακό του ενδιαφέρον.

 

Η υποψήφια Μαρινέλλα Κουδουνάρη (6800) [αιτήτρια 1 στη 1096/16] κρίνεται ως εργατική, δημιουργική και μεθοδική υπάλληλος, με εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η οποία διακρίνεται για την υπευθυνότητα, την εστίαση στο αποτέλεσμα και το ομαδικό της πνεύμα.

[…]

 

Η υποψήφια Κρίστια Χρίστου (7970) [Ε/Μ 3] κρίνεται ως ευσυνείδητη, εργατική και σοβαρή υπάλληλος, εργάζεται αποδοτικά υπό συνθήκες πίεσης, είναι ιδιαίτερα συνεργάσιμη και επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο για την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και την εν γένει εκπλήρωση των δεσμεύσεων έναντι των πελατών της. Διαθέτει άριστη επαγγελματική κατάρτισή και ψηλό αίσθημα ευθύνης. Διακρίνεται για τον υποδειγματικό τρόπο παροχής γραμματειακής υποστήριξης σε θυγατρικές εταιρείες και για τη συνεχή έφεση προς μάθηση αλλά και την προθυμία διάχυσης των γνώσεών της σε συναδέλφους της. Με δική της πρωτοβουλία οργάνωσε κατά το 2017 το πρόγραμμα συμμόρφωσης με το νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τα Προσωπικά Δεδομένα και συντόνισε όλο τον Οργανισμό και τις θυγατρικές για αποτελεσματική υλοποίησή του.

 

Η υποψήφια Άννα Γιαννάκη (1735) [αιτήτρια στην 980/18] κρίνεται ως ευσυνείδητη, εργατική και σοβαρή υπάλληλος, εργάζεται με επιτυχία κάτω από συνθήκες πίεσης και διαθέτει ψηλό αίσθημα ευθύνης. Διακρίνεται για την εμβάθυνση στα θέματα που χειρίζεται και για τη συνεχή προσωπική διασφάλιση της Cyta από πιθανούς κινδύνους.

[…]

 

Ο υποψήφιος Ηλίας Δημητρίου (3167) [Ε/Μ 2] κρίνεται ως μεθοδικός, απόλυτα αξιόπιστος και ευσυνείδητος υπάλληλος, με ψηλή αντίληψη και κρίση. Ηγείται με μεγάλη επιτυχία του τμήματός του, διεκπεραιώνει τα καθήκοντά του με απαράμιλλο ζήλο και επαγγελματισμό. Επιδεικνύει πάντοτε πνεύμα ομαδικότητας και συνεργασίας χαρακτηριστικά τα οποία μεταφέρει με επιτυχία στην ομάδα του, επιτυγχάνοντας έτσι τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά εξαιρετικά αποτελέσματα.

[…]

 

Ακολούθως, το Συμβούλιο, αφού μελέτησε διεξοδικά όλα τα ενώπιον του στοιχεία και συγκεκριμένα τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, την εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, όλα τα άλλα έγραφα που τέθηκαν ενώπιον του και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των 106 υποψηφίων υπαλλήλων, στους οποίους περιλαμβάνονται τα φύλλα ποιότητας/προαγωγής τους και/ή οι υπηρεσιακές τους εκθέσεις και/ή τα έντυπα αξιολόγησής τους, αποφάσισε κατά πλειοψηφία την πλήρωση των τριών κενών θέσεων Υποτμηματάρχη (Διοικητικό Προσωπικό) με προαγωγή των υποψηφίων Κωνσταντίνου Γεωργίου (529), Κρίστιας Χρίστου (7970) και Ηλία Δημητρίου (3167). Η πλειοψηφία του Συμβουλίου, αποτελούμενη από τα Μέλη […] κατέληξε στην απόφαση αυτή αφού έλαβε υπ’ όψιν:

 

1.       Για τον υποψήφιο Ηλία Δημητρίου (3167) [Ε/Μ 2] την υπέρ του ομόφωνη σύσταση του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή.

 

2.       Για την υποψήφια Κρίστια Χρίστου (7970) [Ε/Μ 3] την υπέρ της σύσταση τεσσάρων Μελών του Συμβουλίου Προσωπικού (δύο από τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού την συνέστησαν από κοινού με άλλους υποψηφίους) και την εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή.

 

3.       Για τον υποψήφιο Κωνσταντίνο Γεωργίου (529) [Ε/Μ 1] τη μεγαλύτερη κατά τέσσερα σχεδόν έτη αρχαιότητά του στο βαθμό του Λειτουργού Α' και στην υπηρεσία σε σύγκριση με την υποψήφια Άννα Γιαννάκη (1735) [αιτήτρια στην 980/18] που εισηγήθηκε ο Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής, την υπέρ του σύσταση δύο Μελών του Συμβουλίου Προσωπικού (ένα από τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού τον συνέστησε από κοινού με άλλο υποψήφιο) και το ότι δεν υστερεί σε προσόντα αφού είναι κάτοχος πτυχίων B.Sc. in Economics (Honours) του University of Leicester και Master of Business Administration του Keele University.

 

Ο Αντιπρόεδρος και το Μέλος […] εξέφρασαν την άποψη ότι δεν δικαιολογείται απόκλιση από τη εισήγηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, ιδιαίτερα δε όσον αφορά την υποψήφια Άννα Γιαννάκη (1735) [αιτήτρια στην 980/18].

 

Η Πρόεδρος εξέφρασε την άποψη ότι, παρόλο που δεν παραγνωρίζει τη μεγαλύτερη αρχαιότητα του των (sic) υποψηφίου Κωνσταντίνου Γεωργίου (529) [E/M 1], κατατάσσει σε ψηλότερο επίπεδο την ουσιαστική καταλληλότητα της υποψήφιας Άννας Γιαννάκη (1735) [αιτήτρια στην 980/18], την οποία θεωρεί ίση με τον (sic)  ουσιαστική καταλληλότητα της υποψήφιας Κρίστια Χρίστου (7970), αφού αυτές οι δύο είναι ουσιαστικά οι στυλοβάτες της άκρως απαιτητικής και κρίσιμης λειτουργίας των Νομικών Υπηρεσιών.

Η προαγωγή των υπαλλήλων Κωνσταντίνου Γεωργίου (529), Κρίστιας Χρίστου (7970) και Ηλία Δημητρίου (3167) σε θέση Υποτμηματάρχη (Διοικητικό Προσωπικό) ισχύει από τις 20.6.2018.».

 

Οι αιτητές αμφισβητούν τη νομιμότητα της ανωτέρω απόφασης με αριθμό λόγων ακύρωσης. 

 

Συγκεκριμένα, η αιτήτρια στην προσφυγή 980/18 (Γιαννάκη) επισημαίνει καταρχάς ότι η ίδια, σε αντίθεση με το Ε/Μ 1 (Γεωργίου), είχε υπέρ της τη σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, έλαβε περισσότερες θετικές ψήφους από το Συμβούλιο Προσωπικού από τα Ε/Μ 1 (Γεωργίου) και 3 (Χρίστου), υπερέχει σε αρχαιότητα κατά 4 σχεδόν χρόνια έναντι του Ε/Μ 2 και επιπλέον είχε πρόσθετα προσόντα και εξαίρετη αξία.

 

Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω παράνομης συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου λόγω της παρουσίας του μέλους Γ.Σ., ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό της αιτήτριας, είχε ιδιάζουσα σχέση με τον Υπουργό Οικονομικών που ήταν μέλος και συμμετείχε στη συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την οποία διορίστηκαν ο Πρόεδρος και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής.  Διατείνεται δε πως υπήρξε επί του θέματος γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και για τον λόγο αυτό ο κος Γ.Σ. παραιτήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο ενώ ακολούθησαν οι παραιτήσεις όλων των μελών του, με το Υπουργικό Συμβούλιο να διορίζει νέο Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τα ίδια μέλη, πλην του κ. Γ.Σ., στη θέση του οποίου διορίστηκε άλλο πρόσωπο. 

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο Προσωπικού πλανήθηκε ως προς την αρχαιότητα του Ε/Μ 2 (Δημητρίου) έναντι άλλων υποψηφίων εφόσον η ίδια υπερείχε αυτού κατά 4 σχεδόν χρόνια.  Το δε Διοικητικό Συμβούλιο αγνόησε την εν λόγω αρχαιότητά της με αντιφατική αιτιολογία από αυτή που δόθηκε για την προτίμηση του Ε/Μ 1 (Γεωργίου).  

 

Ακολούθως, με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, διατείνεται πως το Διοικητικό Συμβούλιο επέλεξε αυθαίρετα και χωρίς ειδική αιτιολογία το Ε/Μ 1 (Γεωργίου) που δεν είχε υπέρ του τη σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, ούτε την κατά πλειοψηφία σύσταση του Συμβουλίου Προσωπικού.  Επιπλέον, ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων, αναιτιολόγητη, αντιφατική και αντίθετη με την αρχή της χρηστής διοίκησης και του ενιαίου μέτρου κρίσεως.

 

Οι αιτητές στην προσφυγή 1096/18 (Κουδουνάρη και Παπαδόπουλος) εγείρουν και αυτοί ζήτημα πλάνης ως προς την αρχαιότητα.  Συγκεκριμένα επισημαίνουν ότι οι ίδιοι (όπως και το Ε/Μ 1) υπερέχουν σε αρχαιότητα, έναντι του Ε/Μ 2 (Δημητρίου) κατά 7,5 χρόνια και έναντι του Ε/Μ 3 (Χρίστου) κατά 4 χρόνια, αρχαιότητα η οποία αγνοήθηκε στην εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, ο οποίος αναφέρθηκε μόνο στην αρχαιότητα του Ε/Μ 2 (Δημητρίου) σε σχέση με άλλους υποψηφίους, και αγνοήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο ενώ, αντιφατικά, λήφθηκε υπόψη σε σχέση με το Ε/Μ 1 (Γεωργίου).

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης εισηγούνται ότι η σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή και η εισήγηση του Συμβουλίου Προσωπικού είναι αντίθετες με τα στοιχεία των φακέλων, εφόσον οι αιτητές είναι ισοδύναμοι σε αξία και προσόντα με τα Ε/Μ, ενώ σε σχέση με τα Ε/Μ 2 (Δημητρίου) και 3 (Χρίστου) οι ίδιοι υπερέχουν κατά πολύ σε αρχαιότητα, συνακόλουθα και σε πείρα, στοιχείο το οποίο αναιτιολόγητα δεν λήφθηκε υπόψη στην αξιολόγηση της ουσιαστικής καταλληλότητας.  Το δε Διοικητικό Συμβούλιο διόρθωσε επιλεκτικά, αναιτιολόγητα και άνισα την εν λόγω παράλειψη μόνο σε σχέση με το Ε/Μ 1 (Γεωργίου), όχι όμως σε σχέση με τους αιτητές.  Επιπρόσθετα, είναι η θέση των αιτητών ότι το Συμβούλιο Προσωπικού και ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής προσέδωσαν επιλεκτικά και αντινομικά πλεονέκτημα στα Ε/Μ με βάση τα διαφορετικά καθήκοντα που εκτελούσαν, ως αυτά τους ανατέθηκαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους.

 

Οι αιτητές διατείνονται, τέλος, ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι αναιτιολόγητη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων.

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζουν τη νομιμότητα, την ορθότητα και το ευλόγως επιτρεπτό της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνοντας εν πρώτοις ότι τα κριτήρια για προαγωγή στην Αρχή δεν είναι τα ίδια όπως στη δημόσια υπηρεσία, καθότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10(7) της Κ.Δ.Π. 220/82[1], ως έχει τροποποιηθεί, «οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητά τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους».  Επισημαίνουν, περαιτέρω, πως η αρχαιότητα, τα προσόντα και η πείρα δεν είναι ξεχωριστά κριτήρια επιλογής για σκοπούς προαγωγής στην καθ’ ης η αίτηση, αλλά στοιχεία τα οποία εντάσσονται στο κριτήριο της εν γένει ουσιαστικής καταλληλότητας, στην οποία περιλαμβάνονται και η προσαρμοστικότητα, η ικανότητα του υπαλλήλου να ανταποκρίνεται σε νέες προκλήσεις, η αποτελεσματικότητα του υπαλλήλου, η ικανότητά του να υποστηρίζει και να εφαρμόζει νέες τεχνολογίες και διαδικασίες και η ικανότητα διαχείρισης πόρων.  Όλα αυτά, κατά την εισήγηση, συνιστούν, μαζί με την αρχαιότητα και τα προσόντα, υποκριτήρια της ουσιαστικής καταλληλότητας, χωρίς κάποιο κριτήριο να έχει προβάδισμα έναντι άλλου.  Είναι δε η θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της καθ’ ης η αίτηση ότι, όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στο πρακτικό της συνεδρίας κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Διοικητικό Συμβούλιο, για την ανεύρεση των καταλληλότερων υποψηφίων, μελέτησε διεξοδικά όλα τα ενώπιον του στοιχεία για όλους τους υποψηφίους.

 

Επισημαίνοντας ότι το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με τη δική του κρίση αναφορικά με τους καταλληλότερους υποψηφίους για προαγωγή, εισηγούνται επιπλέον ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν δική τους έκδηλη υπεροχή έναντι των Ε/Μ. 

Επιπρόσθετα, είναι η θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της καθ’ ης η αίτηση ότι η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού είναι πλήρως αιτιολογημένη και βρίσκει έρεισμα στους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων.  Στη δε εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή καταγράφονται ξεκάθαρα οι λόγοι στους οποίους η εισήγηση στηρίχθηκε.  Ως προς την τελική απόφαση, είναι η θέση τους ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, έχοντας ενώπιόν του τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, προέβη το ίδιο σε έρευνα και μελέτη αυτών, αιτιολογώντας την απόφασή του για επιλογή των Ε/Μ, χωρίς να έχει υποχρέωση να αναφερθεί ή να σχολιάσει τους αιτητές, τους οποίους δεν συμπεριέλαβε στην κρίση του ως καταλληλότερους.

 

Απορρίπτοντας τον λόγο ακύρωσης περί πάσχουσας συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση παραπέμπουν στη φύση της πράξης διορισμού των μελών του διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και εισηγούνται ότι ένας τέτοιος διορισμός συνιστά κυβερνητική πράξη.  Ακόμα και εάν ήθελε δε κριθεί ως ατομική εκτελεστή πράξη, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητάς της για να διαπιστώσει κατά πόσον τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου κατά την έκδοση της.

Στο πλαίσιο συμπληρωματικής αγόρευσης που καταχώρισαν, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση σε σχέση με την προσφυγή 1096/18 και ισχυρίζονται ότι απαράδεκτα οι 2 αιτητές καταχώρισαν από κοινού την ίδια προσφυγή, εφόσον δεν ικανοποιούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της ομοδικίας.

 

Τη νομιμότητα, το εύλογο και το αιτιολογημένο της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Ε/Μ 1 και 3.

 

Προέχει η εξέταση της εγερθείσας προδικαστικής ένστασης και συγκεκριμένα η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον ήταν εν προκειμένω επιτρεπτή η δυνητική συνένωση των αιτητών στην προσφυγή 1096/18 στο ίδιο δικόγραφο.

 

Σύμφωνα με το Λεξικό Νομικής Ορολογίας ΙΙ, Δημόσιο Δίκαιο[2], «ομοδικία»:

«Είναι η σχέση μεταξύ προσώπων, τα οποία είτε μπορούν είτε υποχρεούνται να ασκήσουν με το ίδιο δικόγραφο α) κοινή προσφυγή κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψη, ή β) κοινή αγωγή.  Διακρίνεται σε δυνητική και αναγκαστική.

 

Α) Δυνητική ομοδικία (άρθρο 115 ΚΔΔ) συντρέχει στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή προσφυγή κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, εφόσον οι λόγοι που προβάλλουν στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση […]

 

Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων.  Οι δικαστικές πράξης του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλου (άρθρο 115 παρ. 4ΚΔΔ).

[…]».[3]

 

Οι σκοποί που εξυπηρετούνται με την αναγνώριση της δυνητικής ομοδικίας είναι προφανείς και δεν αμφισβητούνται.  Η άσκηση κοινής προσφυγής από περισσότερα πρόσωπα κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης με την προώθηση κοινών λόγων ακύρωσης διευκολύνει την οικονομία της δίκης, εφόσον επιτρέπει την εκδίκαση συναφών υποθέσεων με μία διαδικασία.

 

Παρά την απουσία αντίστοιχης, με το άρθρο 115 ΚΔΔ, δικονομικής πρόνοιας στο εθνικό δίκαιο, είναι κοινώς αποδεκτό από τους διαδίκους πως η δυνατότητα συνένωσης περισσοτέρων αιτητών σε μία προσφυγή έχει αναγνωριστεί από την ημεδαπή νομολογία (βλ. την απόφαση της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Χατζηπαναγιώτη κ.ά. ν Πανεπιστημίου Κύπρου, Υπόθεση Αρ. 6182/2013, ημερ. 28.12.2018, στην οποία γίνεται αναφορά στη σχετική επί του θέματος βιβλιογραφία και νομολογία και το σύγγραμμα Το έννομο συμφέρον στην προσφυγή του Άρθρου 146 του Συντάγματος του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, Φρίξου Νικολαϊδη[4]).

 

Η ένσταση της καθ’ ης η αίτηση στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στη θεώρηση πως εν προκειμένω ελλείπει η κοινή πραγματική βάση που θα δικαιολογούσε και θα καθιστούσε δικονομικώς επιτρεπτή την ομοδικία των αιτητών.  Τούτο καθότι, κατά την εισήγηση, η επί μέρους συγκριτική εικόνα εκάστου αιτητή (αρχαιότητα, προσόντα, ουσιαστική καταλληλότητα κλπ) διαφέρει και ως εκ τούτου η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τους λόγους ακύρωσης δυνατόν να μην είναι η ίδια για κάθε αιτητή.

 

Με κάθε σεβασμό προς τους ευπαιδεύτους δικηγόρους της καθ’ ης η αίτηση, η εν λόγω θεώρηση δεν με βρίσκει σύμφωνη.  Η προϋπόθεση της ύπαρξης κοινής πραγματική βάσης δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως απαίτηση για απόλυτη εξομοίωση του πραγματικού της υπόθεσης για κάθε προσφεύγοντα καθότι αυτό θα απέληγε σε ακύρωση του σκοπού, τον οποίο ο θεσμός της ομοδικίας εξυπηρετεί.  Επισημαίνοντας ότι η διαπίστωση επιτρεπτής ομοδικίας διακρίνεται από το τυχόν βάσιμο των λόγων ακύρωσης, εκτιμώ ότι η προϋπόθεση για κοινή πραγματική και νομική βάση πληρούται με τη διαπίστωση ότι οι αιτητές αντλούν το έννομο συμφέρον τους στην άσκηση κοινής προσφυγής από την ίδια κατάσταση (εν προκειμένω την απόφαση προαγωγής των Ε/Μ ως αποτέλεσμα διαδικασίας στην οποία και οι ίδιοι ήταν υποψήφιοι) και προωθούν κοινούς λόγους ακύρωσης (κακή συγκρότηση διοικητικού οργάνου, έλλειψη έρευνας και αιτιολογίας, παραγνώριση των δικών τους προσόντων και αρχαιότητας). 

 

Είναι δε επιτρεπτό το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα για κάθε αιτητή εφόσον, παρά την κοινή προσφυγή, η δίκη παραμένει χωριστή για τον καθένα και οι διαδικαστικές πράξεις ενός ομόδικου (π.χ. απόσυρση) δεν επηρεάζουν τους υπολοίπους.

 

Στην απόφαση του Α’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας Α1592/2010, επισημάνθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου):

 

 

«6. Επειδή, όταν ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από περισσότερους ή κατά περισσοτέρων, οι οποίοι ενώνονται με δεσμό δυνητικής [«απλής», κατά την ορολογία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.)] ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς κάποιον από τους ομοδίκους δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 115 του Κ.Δ.Δ. Αν, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο αποφανθεί τελειωτικά για κάποιον ή κάποιους από τους δυνητικούς ομοδίκους και ως προς τους λοιπούς αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. διότι τάσσει αποδείξεις ή συμπλήρωση αποδείξεων), η απόφασή του, κατά το μέρος με το οποίο δέχεται ή απορρίπτει το ένδικο βοήθημα ή μέσο ως προς ορισμένους από τους δυνητικούς ομοδίκους, υπόκειται σε ένδικα μέσα χωρίς να εφαρμόζεται ο δικονομικός κανόνας που προβλέπει ότι, αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί ένδικο μέσο ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής. Τούτο, διότι ο κανόνας αυτός αναφέρεται στην περίπτωση που η εν μέρει οριστική απόφαση αφορά την ίδια έννομη σχέση δίκης, δηλαδή τη δίκη ως προς κάποιον από τους δυνητικούς ομοδίκους, χωρίς η απόφαση αυτή να αποφαίνεται τελειωτικά επί της δίκης αυτής και μόνο (πρβ. ΣτΕ 2910/1984 Ολομ., πρβ. επίσης Α.Π. 1327/2006, 651/2004, 7/2003).».

 

Όπως περαιτέρω επισημαίνει ο Απόστολος Γέροντας στο σύγγραμμα Επιτομή Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου[5] αναλύοντας τον θεσμό της ομοδικίας (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου):

 

«Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που ασκείται (με κοινό δικόγραφο) από περισσότερα τους ενός πρόσωπα, ακόμη και αν αυτά συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της ομοδικίας […] παραδεκτώς ομοδικούν κατά την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως, εφόσον την θεμελιώνουν στην ίδια νομική και πραγματική βάση και παραδεκτώς ζητούν την ακύρωση αυτοτελών διοικητικών πράξεων, οι οποίες είναι μεταξύ τους συναφείς, αφού αφορούν στο ίδιο αντικείμενο και επιβάλλουν ρύθμιση κατ' επίκληση των ίδιων πραγματικών και νομικών λόγων (ΣτΕ 1120-4/2016), δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι και οι αιτούντες (ΣτΕ 4134/2000, 3937/2000, 119/2018), η δε κρίση του δικαστηρίου για κάθε μια από αυτές διενεργείται αυτοτελώς, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση μπορεί αφενός να απορριφθεί ως προς ορισμένους από τους αιτούντες και αφετέρου, να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από άλλους (ΣτΕ 2334/2016).»

 

Με βάση τα ανωτέρω η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται και προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης που προωθούν οι αιτητές.

 

Αξιολογώντας κατά προτεραιότητα τον λόγο ακύρωσης περί πάσχουσας συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου, υιοθετώ την επί του θέματος εμπεριστατωμένη ανάλυση και κρίση της αδελφής Δικαστού Ε. Κελεπέσιη στην απόφαση Μ.Β. κ.ά. ν Α.ΤΗ.Κ. Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 901/2018 και 941/18, ημερ. 29.01.2025, στην οποία είχε εγερθεί ο ίδιος ισχυρισμός αναφορικώς με το συγκεκριμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και απορρίφθηκε.  Είναι δε και η δική μου κατάληξη πως ο υπό εξέταση λόγος ακύρωσης εγέρθηκε (και στην παρούσα) γενικώς και αορίστως, χωρίς να τεθεί με τον ορθό δικονομικό τρόπο το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε την εξέτασή του και για τον λόγο αυτό απορρίπτεται.

 

Ως προς τους λοιπούς λόγους ακύρωσης, επισημαίνεται εν πρώτοις ότι ορθώς οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση υποβάλλουν ότι τα κριτήρια προαγωγής στην Αρχή δεν είναι τα ίδια όπως στη δημόσια υπηρεσία.  Ως εκ τούτου, η παραπομπή από την πλευρά των αιτητών σε νομολογία ως προς τη διαδικασία προαγωγών στη δημόσια υπηρεσία δεν είναι σχετική, ούτε μπορεί να προσφέρει καθοδήγηση για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. 

 

Τα ισχύοντα σε διαδικασίες προαγωγής στην καθ’ ης η αίτηση έχουν αναλυθεί στην απόφαση Ελένη Λεωνίδου ν ΑΤΗΚ, ΕΔΔ αρ. 22/2016, ημερ. 20.07.2022, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με τον Καν.10(5)(α) των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών του 1982 μέχρι 1990: «Αι προαγωγαί ενεργούνται υπό της Αρχής. Προ πάσης προαγωγής, η Αρχή ζητεί την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τας εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του Αναπληρωτού του». Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Καν.10(7): «Οι κρίσεις για προαγωγή διενεργούνται με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση των υποψηφίων και την εν γένει ουσιαστική καταλληλότητα τους, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του προσωπικού τους φακέλου, τα φύλλα ποιότητας και τα φύλλα προαγωγής τους».

[…]

Στην Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 353, όπου εγέρθηκε ζήτημα ότι το Συμβούλιο Προσωπικού δεν συμβούλεψε απλώς, αλλά προέβη σε σύσταση, αναφέρθηκε (σελ.359-60) ότι, βάσει του Καν.10(5) της Κ.Δ.Π.91/1989, η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού δεν έχει επιτακτικό χαρακτήρα και δε δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο την Αρχή, η οποία προβαίνει σε δική της κρίση. Στη δε Χ''Ιωάννου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. κ.ά. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ. 661, 670, επισημάνθηκε ότι ο σκοπός του Συμβουλίου Προσωπικού, ως συμβουλευτική επιτροπή, είναι να υποβοηθά την Αρχή στο έργο της και σε κάθε περίπτωση, η συμβουλή του δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο δεσμευτική για την Αρχή (Διαμαντίδης v. Α.Η.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 278, 282 και Χριστοδουλίδου v. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4 Α.Α.Δ. 40, 43). Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή.

 

Η Αρχή διενεργεί τη δική της έρευνα και μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο θα πρέπει να ακολουθήσει τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και να ενεργήσει στη βάση τους ή να τους δώσει περιορισμένη ή και καθόλου σημασία.  Ό,τι έχει σημασία είναι η απόφαση της ιδίας της Αρχής και η αιτιολόγηση της. Εάν υπήρχε σφάλμα ή παράλειψη, είτε στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή και στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αλλά η Αρχή, στη βάση της δικής της έρευνας, ενήργησε μέσα στα ορθά πλαίσια και έχει αιτιολογήσει την απόφαση της, αυτή είναι άτρωτη. Εάν πάλι βασίστηκε στην εσφαλμένη συμβουλή ή και εισήγηση, πάσχει η ίδια η απόφαση της Αρχής και είναι ακυρώσιμη.[…]

[…]

Η σημασία των προσόντων που δεν απαιτούνται από το σχέδιο υπηρεσίας, ούτε προβλέπονται ως πλεονέκτημα, εξηγείται στην Πούρος κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3(Α) Α.Α.Δ.374, στην οποία παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Γίνεται μια εκτενής αναφορά στη νομολογία (σελ.392-5) και καταλήγει η Ολομέλεια ότι (σελ.395):

«. τα πρόσθετα, μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα, λαμβάνονται υπόψη εφόσον είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης. Απόκειται πια στην αρμόδια αρχή να τα αξιολογήσει και να σταθμίσει την κατά περίπτωση σημασία τους, αποφεύγοντας δύο άκρα: αφενός να μην είναι η βαρύτητα υπερβολική ώστε να φτάνει στο σημείο απόδοσης έκδηλης υπεροχής( και, αφετέρου, να μην είναι εντελώς οριακή, όπως θα ήταν, αν τα πρόσθετα προσόντα δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντα της θέσης. Μέσα σε αυτά τα όρια, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση και στάθμιση στοιχείων και παραγόντων.»

 

Θα πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι, στην περίπτωση προαγωγών στην Α.ΤΗ.Κ., ούτε τα προσόντα, αλλά ούτε και η αρχαιότητα συνιστούν ξεχωριστά κριτήρια, αλλά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στη στάθμιση του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας (Α.ΤΗ.Κ. ν. Περικλέους (1999) 3 Α.Α.Δ. 170, 180). Ούτε και εφαρμόζεται αναλογικά η νομολογία η οποία διαμορφώθηκε για τους δημόσιους υπαλλήλους, στην περίπτωση των οποίων η αρχαιότητα αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια (Ανδρέου κ.ά. ν. Α.ΤΗ.Κ. (1993) 4(Α) Α.Α.Δ.353, 361).  Είναι επομένως στα πλαίσια εξέτασης της ουσιαστικής καταλληλότητας που θα έπρεπε να συνυπολογιστούν τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων, όπως και η αρχαιότητα τους.

 

Ο δικαστικός έλεγχος εξαντλείται στη διαπίστωση ότι η Αρχή δεν παραγνώρισε τα προσόντα της Εφεσείουσας, αλλά τα έλαβε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας. Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν αναθεωρεί την ίδια την κρίση της διοίκησης, αλλά την τήρηση των προϋποθέσεων της νομότυπης και δίκαιης άσκησης της. Δεν θα μπορούσε να κρίνει, υποκαθιστώντας την Αρχή, ότι το Α' προσόν που έχει η Εφεσείουσα, την καθιστά ουσιαστικά καταλληλότερη από άλλο υποψήφιο που δεν το διαθέτει, αλλά διαθέτει κάποιο άλλο προσόν ή είναι αρχαιότερος της κατά Β' χρονική περίοδο με την αντίστοιχη εμπειρία, αλλά όχι σε σχέση με άλλο υποψήφιο που της υπερέχει σε αρχαιότητα κατά Γ' χρονική περίοδο και έχει διαφορετικά πρόσθετα προσόντα. Εφόσον η Αρχή, προτού καταλήξει στην απόφαση της ως προς την ουσιαστική καταλληλότητα των υποψηφίων έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε τα πρόσθετα προσόντα της Εφεσείουσας, η απόφαση της δεν επιδέχεται επέμβασης από το αναθεωρητικό Δικαστήριο.».

 

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ούτε η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ούτε η εισήγηση του Ανωτάτου Εκτελεστικού Διευθυντή ήταν καταρχήν δεσμευτικές για το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο είχε την ευχέρεια, κατόπιν δικής του έρευνας, να εκτιμήσει κατά πόσον θα τις ακολουθήσει ή όχι.  Σημασία έχει, σε κάθε περίπτωση, η αιτιολόγηση της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου. 

 

Έχοντας παραθέσει ανωτέρω την αιτιολογία του Διοικητικού Συμβουλίου για την επιλογή των Ε/Μ, κρίνεται σκόπιμο, προς τον σκοπό ευχερέστερου ελέγχου αυτής, τα συγκριτικά δεδομένα των διαδίκων, όπως αυτώ προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, να παρατεθούν σε Πίνακα, ως ακολούθως:

 

[Σημειώνεται ότι το στοιχείο της βαθμολογίας παραλείπεται, δοθέντος ότι όλοι οι διάδικοι ήταν ίσοι σε αξία, έχοντας όλοι βαθμολογηθεί στο μέγιστο επίπεδο τα έτη που λήφθηκαν υπόψη (2006-2011).  Η δε αρχαιότητα αναφέρεται στην ημερομηνία πρόσληψης στην Αρχή και στην ημερομηνία προαγωγής στην προηγούμενη της επίδικης θέση [Λειτουργός Α’ (Διοικητικό Προσωπικό)] και η συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού στον αριθμό των θετικών προτάσεων που έλαβε ο κάθε υποψήφιος.]

 

Υποψήφιος

 

Προσόντα

Αρχαιότητα

Σ.Π.

Α.Ε.Δ.

Γιαννάκη

Αιτήτρια

980/18

- Bachelor of Law

-Barrister at Law

-Εγγραφή ως δικηγόρος στις 03.10.1995

Ημερ. προσλ. 01.09.1997

Ημερ. προαγ. 01.09.2001

4,5/6

 

Κουδουνάρη

Αιτήτρια 1

1096/18

- B.A. Business Studies

-M.Sc. in Business Finance

 

Ημερ. προσλ. 01.11.1993

Ημερ. προαγ.01.11.1997

0/6

-

Παπαδόπουλος

Αιτητής 2

1096/18

-B.Sc. in Management

Ημερ. προσλ. 01.11.1993

Ημερ. προαγ. 01.11.1997

0/6

-

Γεωργίου

Ε/Μ 1

-B.Sc. in Economics

-Master of Business Administration

 

Ημερ. προσλ. 01.11.1993

Ημερ. προαγ. 01.11.1997

1,5/6

-

Δημητρίου

Ε/Μ 2

- Πτυχίο Ηλεκτρολόγου

- Πτυχίο Νομικής

Ημερ. προσλ. 01.09.1983

Ημερ. προαγ. 01.06.2005

6/6

 

 

Χρίστου

Ε/Μ 3

- Πτυχίο Νομικής

-Postgraduate College Diploma in European Community Competition Law

-Master of Laws in European and International Trade Law.

-Εγγραφή ως δικηγόρος στις 03.10.1995

Ημερ. προσλ. 01.09.1997

Ημερ. προαγ. 01.09.2001

3/6

 

 

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο, για την επιλογή των Ε/Μ 2 και 3, περιορίστηκε στην υιοθέτηση, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία,  της υπέρ τους σύστασης από το Συμβούλιο Προσωπικού και την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή.

 

Το σκεπτικό της εισήγησης του Συμβουλίου Προσωπικού ως προς τα Ε/Μ 2 και 3 καταγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 21.03.2018 και ήταν το ακόλουθο:

 

«Η υποψήφια με α/α Ε5 (Κρίστια Χρίστου), τουλάχιστον δεν υστερεί σε αξία συγκριτικά με όλους τους υποψήφιους και τουλάχιστον έχει ισάξια προσόντα με τους υποψήφιους που κατέχουν την ειδικότητα του Διοικητικού Προσωπικού και υπερέχουν συγκριτικά με την ίδια σε αρχαιότητα στην Υπηρεσία και στον βαθμό, επιπλέον πέραν από τον Μεταπτυχιακό Τίτλο στο Ευρωπαϊκό και Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο κατέχει και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα σε διαφορετικό θέμα δηλ στο Δίκαιο Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης προαγωγής. Από τα σχόλια του Προϊσταμένου της χαρακτηρίζεται ως σοβαρή και εργάζεται αποδοτικά υπό συνθήκες πίεσης. Αξιοσημείωτος είναι ο ζήλος της για την τήρηση των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων και την εν γένει εκπλήρωση των δεσμεύσεων έναντι των εσωτερικών πελατών του τμήματός της. Διακρίνεται για την προθυμία διάχυσης των γνώσεων της καθώς και την έμπρακτη εφαρμογή των νέων γνώσεων της προς όφελος της υπηρεσίας, ιδιαίτερα δε στην παρακολούθηση των ευρωπαϊκών κεκτημένων με έμπρακτα θετικά αποτελέσματα προς όφελος της Cyta. Επιπλέον διεκπεραιώνει τον ρόλο του Γραμματέα των Θυγατρικών Εταιρειών Cytaglobal και Iris.

[…]

 

Ο υποψήφιος με α/α Ε16 (Ηλίας Δημητρίου), υπερέχει σημαντικά σε αρχαιότητα στην Υπηρεσία δηλαδή τουλάχιστον δέκα έτη συγκριτικά με όλους τους υποψηφίους που κατέχουν την ειδικότητα του Διοικητικού Προσωπικού και τουλάχιστον δεν υστερεί σε αξία συγκριτικά με όλους τους υποψηφίους.  Επιπλέον, σύμφωνα με τα σχόλια του Προϊσταμένου του διεκπεραιώνει τα καθήκοντα του με απαράμιλλο ζήλο, με επαγγελματισμό και μεθοδικά.  Έχει συμβάλει καθοριστικά στη λειτουργία της Διεύθυνσης του αναλαμβάνοντας με απόλυτη επιτυχία και την εκτέλεση σημαντικών έργων.  Επιδεικνύει ζωηρό ενδιαφέρον για τον οργανισμό και αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις γνωριμίες του και τη συνδικαλιστική του ιδιότητα στη συγκράτηση ή επανάκτηση σημαντικών επιχειρηματικών πελατών.  Εκτελεί σε πλείστες φορές αναβαθμισμένα καθήκοντα σε σχέση με τον βαθμό που κατέχει και ως εκ τούτου είναι καθόλα έτοιμος να ανελιχθεί σε ανώτερη βαθμίδα.

 

Ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής αιτιολόγησε την εισήγησή του ως ακολούθως:

 

«Από τη δική μου μελέτη των ενώπιον μου στοιχείων, περιλαμβανομένων (α) των τομέων δραστηριότητας και έργων με τα οποία ασχολήθηκαν οι υποψήφιοι και της εν γένει πείρας που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους, (β) των βαθμολογιών, των παρατηρήσεων και των συστάσεων των Προϊστάμενών τους στα Φύλλα Ποιότητας και τα Έντυπα Αξιολόγησης, καθώς και του υπόλοιπου περιεχομένου του προσωπικού τους φακέλου, (γ) της συμβουλής του Συμβουλίου Προσωπικού και (δ) των αποτελεσμάτων και της συνολικής προσφοράς των υποψηφίων στη Cyta όπως προκύπτουν από την όλη υπηρεσιακή τους εικόνα, και αφού επικεντρώθηκα στους πέντε πιο πάνω υπαλλήλους που έλαβαν στήριξη από μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού, εισηγούμαι την πλήρωση των τριών κενών θέσεων με προαγωγή των ακόλουθων τριών από τους πέντε πιο πάνω υπαλλήλους:

 

Ηλία Δημητρίου

Άννα Γιαννάκη

Κρίστια Χρίστου

 

Για την εισήγησή μου αυτή έλαβα ιδιαίτερα υπ' όψιν τα ακόλουθα:

1. Ο Ηλίας Δημητρίου υπερέχει σημαντικά σε αρχαιότητα στην υπηρεσία δηλαδή τουλάχιστον δέκα έτη συγκριτικά με όλους τους υποψήφιους που κατέχουν την ειδικότητα του Διοικητικού Προσωπικού και τουλάχιστον δεν υστερεί σε αξία συγκριτικά με όλους τους υποψηφίους αφού είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επιπρόσθετα, έλαβα υπ' όψιν τα σχόλια του προϊσταμένου του σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ άλλων, έχει συμβάλει καθοριστικά στη λειτουργία της Διεύθυνσής του αναλαμβάνοντας με απόλυτη επιτυχία και την εκτέλεση σημαντικών έργων, ενώ αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις γνωριμίες του και τη συνδικαλιστική του ιδιότητα στη συγκράτηση ή επανάκτηση σημαντικών επιχειρηματικών πελατών.

 

2. Η Άννα Γιαννάκη, τουλάχιστον δεν υστερεί σε αξία συγκριτικά με όλους τους υποψηφίους και κατέχει τουλάχιστον του ίδιου επιπέδου προσόντα συγκριτικά με όλους τους υποψήφιους που υπερέχουν σε αρχαιότητα στην υπηρεσία και στον βαθμό σε σχέση με την ίδια. Επιπρόσθετα, υπερτερεί σε προσόντα αφού είναι κάτοχος πτυχίου Bachelor of Laws του University of Wales και τίτλου Barrister at Law του Honourable Society of Gray's Inn. Επιπρόσθετα, έλαβα υπ' όψιν τα σχόλια του προϊστάμενου της σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ άλλων, χειρίζεται με επιτυχία δύσκολα συμβόλαια και υποθέσεις, περιλαμβανομένων και υποθέσεων με μεγάλη αξία ή αυξημένων κινδύνων για τη Cyta, όπως για παράδειγμα έργα Πληροφορικής, υποστήριξη πειθαρχικών, διοικητικών και ποινικών ερευνών και διαχείριση σύνθετων σχέσεων με αρμόδιες αρχές.

 

Η Κρίστια Χρίστου, τουλάχιστον δεν υστερεί σε αξία συγκριτικά με όλους τους υποψηφίους και τουλάχιστον έχει ισάξια προσόντα με τους υποψηφίους που κατέχουν την ειδικότητα του Διοικητικού Προσωπικού και υπερέχουν συγκριτικά με την ίδια σε αρχαιότητα στην υπηρεσία και στο βαθμό ενώ υπερέχει σε αρχαιότητα έναντι του υποψήφιου […] με τον οποίο ισοψήφησε στο σύνολο των θετικών προτάσεων που δόθηκαν από τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού. Επιπλέον, υπερτερεί σε προσόντα αφού είναι κάτοχος πτυχίων Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών και Master of Laws του University of Leicester, καθώς και Postgraduate College Diploma in European Community Competition Law του University of London, Kings College. Επιπρόσθετα, έλαβα υπ’ όψιν τα σχόλια του Προϊσταμένου της σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ άλλων, διακρίνεται για την προθυμία διάχυσης των γνώσεών της καθώς και την έμπρακτη εφαρμογή των νέων γνώσεών της προς όφελος της υπηρεσίας, ιδιαίτερα δε στην παρακολούθηση των ευρωπαϊκών κεκτημένων, με έμπρακτα θετικά αποτελέσματα προς όφελος της Cyta».

 

Κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί επίσης πως ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής επεξήγησε την εισήγησή του στο Διοικητικό Συμβούλιο, σε συνεδρία του ημερομηνίας 05.06.2018 (συνεδρία η οποία προηγήθηκε αυτής κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση).  Στα σχετικά πρακτικά καταγράφονται τα ακόλουθα σε σχέση με το Ε/Μ 2:

 

«Απαντώντας σε ερώτηση του Αντιπροέδρου για τη μεγαλύτερη αρχαιότητα του Ηλία Δημητρίου στην υπηρεσία, ο Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής είπε ότι ο υποψήφιος αυτός προσλήφθηκε ως Τεχνικός και στη συνέχεια απέκτησε πτυχίο Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ ήταν στην υπηρεσία, οπότε και ανελίχθηκε σε Λειτουργό Β’ (Διοικητικό Προσωπικό) και ακολούθως σε Λειτουργό Α’ (Διοικητικό Προσωπικό).

 

Απαντώντας σε ερώτηση του μέλους […] γιατί δεν εισηγείται ένα άλλο από τους πέντε υποψηφίους που έλαβαν στήριξη από μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού, ειδικότερα δε τον Κωνσταντίνο Γεωργίου που είναι ο αρχαιότερος στο βαθμό του Λειτουργού Α’, ο Αναπληρωτής Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής είπε ότι, με βάση την όλη υπηρεσιακή εικόνα, τα αποτελέσματα και τη συνολική προσφορά των υποψηφίων στη Cyta, δεν θεωρεί των Κωνσταντίνο Γεωργίου ουσιαστικά καταλληλότερο για τις προς πλήρωση θέσεις».

 

Θα πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 9 της Κ.Δ.Π.220/82:

 

«9. (1) Η γενική υπηρεσιακή αρχαιότης του προσωπικού καθορίζεται εκ του χρόνου της προσλήψεως εις την Αρχήν, η δε αρχαιότης εν τω βαθμώ εκ του χρόνου της εις τον βαθμόν προαγωγής.[…]».

 

Λαμβάνοντας όλα τα ανωτέρω υπόψη, καταλήγω ότι οι αιτητές δικαίως διαμαρτύρονται για εμφιλοχώρηση πλάνης, τόσο στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, όσο και στην τελική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (το οποίο τις υιοθέτησε χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα ή αιτιολογία), ως προς την υπεροχή του Ε/Μ 2 (Δημητρίου) σε αρχαιότητα, δοθέντος ότι ο εν λόγω υποψήφιος υστερούσε έναντι όλων των αιτητών σε αρχαιότητα στον προηγούμενο της επίδικης θέσης βαθμό.  Ανεπίτρεπτα δε πιστώθηκε στο Ε/Μ 2 υπεροχή σε αρχαιότητα λόγω αρχαιότητας στην Υπηρεσία, δοθέντος ότι ο εν λόγω υποψήφιος προσλήφθηκε αρχικώς ως Τεχνικός στην Αρχή και ακολούθως - λόγω της μεταγενέστερης απόκτησης πτυχίου Νομικής - ανελίχθηκε σε θέσεις Διοικητικού Προσωπικού, προαχθείς στην προηγούμενη της επίδικης θέση πολύ αργότερα από τους αιτητές.  

 

Επισημαίνοντας ότι την πάγια νομολογιακή αρχή (και για τις προαγωγές στην καθ’ ης η αίτηση) πως, για να είναι αποφασιστικής σημασίας η πείρα πρέπει να έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση καθηκόντων σε θέση που προηγείται της επίδικης Μοδέστου κ.ά. ν ΑΤΗΚ, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 93/2014 & 104/2014, ημερ. 01.2.2022), αποδέχομαι τη θέση των αιτητών ότι αυτοί υπερείχαν του Ε/Μ σε αρχαιότητα και συνακόλουθα σε πείρα, στοιχείο το οποίο πεπλανημένα δεν λήφθηκε υπόψη στην αξιολόγηση της ουσιαστικής καταλληλότητας.

 

Αναφορικώς με την αιτήτρια στην προσφυγή 980/18 (Γιαννάκη) και την αιτήτρια 1 στην προσφυγή 1096/18 (Κουδουνάρη) διαπιστώνω και επιπρόσθετο σφάλμα στην σύσταση και επιλογή του Ε/Μ 2 (Δημητρίου), εφόσον οι αιτήτριες υπερείχαν αυτού και σε προσόντα.

 

Ως προς το Ε/Μ 3 (Χρίστου) δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε σφάλμα στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, τις οποίες επίσης υιοθέτησε το Διοικητικό Συμβούλιο.  Η επιλογή της εν λόγω υποψήφιας κρίνεται αιτιολογημένη και εύλογη, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων της, της υπέρ της σύστασης του Συμβουλίου Προσωπικού και του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή και των σχολίων του Προϊσταμένου της.  Η αρχαιότητα των αιτητών στην προσφυγή 1096/18 δεν παραγνωρίστηκε αλλά σταθμίστηκε στο πλαίσιο εξέτασης του κριτηρίου της ουσιαστικής καταλληλότητας.  Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υποκαταστήσει την κρίση του Συμβουλίου και να αποφανθεί ότι η αρχαιότητα των αιτητών τους καθιστά ουσιαστικά καταλληλότερους.

 

Σε σχέση, τέλος, με το Ε/Μ 1 (Γεωργίου), οι αιτητές δικαίως, εκτιμώ, διαμαρτύρονται για παραβίαση του ενιαίου μέτρου κρίσης από το Διοικητικό Συμβούλιο. 

 

Συγκεκριμένα, ενώ η υπεροχή σε αρχαιότητα της αιτήτριας στην προσφυγή 980/18, η οποία είχε συστηθεί από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή, δεν λήφθηκε υπόψη κατά την επιλογή του Ε/Μ 2 (Δημητρίου), εντούτοις η υπεροχή του Ε/Μ 1 (Γεωργίου) λήφθηκε υπόψη από το Διοικητικό Συμβούλιο για την επιλογή του, παρόλο που αυτός δεν είχε συστηθεί από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή.

 

Παραβίαση του ενιαίου μέτρου κρίσης διαπιστώνω και σε σχέση με τους αιτητές στην προσφυγή 1096/18, οι οποίοι είχαν την ίδια αρχαιότητα με το Ε/Μ 1 και επίσης δεν είχαν τη σύσταση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή, πλην όμως υπερείχαν του Ε/Μ 2 (Δημητρίου) σε αρχαιότητα, η οποία παραγνωρίστηκε, ενώ για την επιλογή του Ε/Μ 1 (Γεωργίου) λήφθηκε υπόψη.  

 

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το διορίζον όργανο πρέπει να υιοθετεί ενιαίο μέτρο κρίσεως κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων. Η δε παράβαση του ενιαίου μέτρου κρίσεως, αποτελεί κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας και επισύρει ακυρότητα της διοικητικής πράξεως (Χατζηγιάννη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 317, 329, Δημοκρατία κ.ά ν Ελισσαίου (2003) 3 ΑΑΔ 168).

Ως εκ τούτου, οι προσφυγές θα πρέπει να επιτύχουν και ως προς το Ε/Μ 1 καθότι το Δικαστήριο δεν δύναται να υποθέσει ποια θα ήταν η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου εάν εφάρμοζε ενιαίο μέτρο κρίσης για την επιλογή των καταλληλότερων υποψηφίων.  

 

Με βάση όλα τα ανωτέρω, οι προσφυγές επιτυγχάνουν μερικώς. 

 

Η προαγωγή των Ε/Μ 1 (Γεωργίου) και 2 (Δημητρίου) ακυρώνεται και επικυρώνεται η προαγωγή του Ε/Μ 3 (Χρίστου).

 

Εναντίον της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.500, πλέον ΦΠΑ, σε κάθε προσφυγή.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Οι περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικοί Κανονισμοί του 1982.

[2] Επιμέλεια Ε. Σπηλιωτόπουλος, Χ. Χρυσανθάκης, Χ. Πολίτης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014.

[3] Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου.

[4] 2026, σελ. 617 επ.

[5] Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, Β’ Έκδοση, 2020, σελ 254.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο