AHMAD ALNAYEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1/2024 και 1732/2024, 20/4/2026
print
Τίτλος:
AHMAD ALNAYEF ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1/2024 και 1732/2024, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ.

1/2024 και 1732/2024)

 

20 Απριλίου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

(Υπόθεση Αρ. 1/2024)

 

AHMAD ALNAYEF

 

Αιτητής

 

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ης η Αίτηση

…………………………

(Υπόθεση Αρ. 1732/2024)

 

AHMAD ALNAYEF

 

Αιτητής

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ης η Αίτηση

…………………………

Ν. Χαραλαμπίδου για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

 

Ρ. Χαραλάμπους (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για την καθ’ ης η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Στον αιτητή παραχωρήθηκε την 1.12.2023 κατόπιν αίτησής του, συμπληρωματική προστασία. Στη βάση εύλογης υποψίας για συμμετοχή του σε κύκλωμα παράνομης διακίνησης μεταναστών, συνελήφθη και στις 26.1.2024 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα απέλασης και κράτησης. Στις 31.5.2024 εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή νέα διατάγματα απέλασης και κράτησης.

 

Ο αιτητής καταχώρησε την υπ’ αριθμό 315/2024 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (στο εξής το «ΔΔΔΠ») ζητώντας την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 26.1.2024 για απέλασή του στον Λίβανο και απαγόρευση εισόδου στην Κύπρο για πέντε έτη (αιτούμενη θεραπεία Α) και του διατάγματος κράτησης (αιτούμενη θεραπεία Β). Το ΔΔΔΠ με απόφασή του ημερομηνίας 7.5.2024 έκανε δεκτή την προσφυγή ως προς την αιτούμενη θεραπεία Α ακυρώνοντας το διάταγμα απέλασης και την απαγόρευση εισόδου και παρέπεμψε στο Διοικητικό Δικαστήριο την υπόθεση για εξέταση της αιτούμενης θεραπείας Β δηλαδή, του διατάγματος κράτησης. Η υπόθεση πήρε τον αριθμό ειδικού μητρώου 1/2024.

 

Ο περί Προσφύγων Νόμος, Ν. 6(Ι)/2000, δεν προνοεί για διαδικασία κράτησης αλλά μόνο για διαδικασία απέλασης (Άρθρο 29). Από την άλλη, το Άρθρο 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, προνοεί τα εξής (τονισμός του Δικαστηρίου):

 

«14.—(1) Τηρουµένων των διατάξεων του Νόµου αυτού και των όρων οποιασδήποτε άδειας ή έγκρισης που χορηγήθηκε βάσει του Νόµου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισµών που εκδόθηκαν βάσει αυτού και µε την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόµου, το Υπουργικό Συµβούλιο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε αλλοδαπό ο οποίος είναι απαγορευµένος µετανάστης ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, αφού εισήλθε στη ∆ηµοκρατία µε άδεια να παραµείνει σε αυτή για περιορισµένη περίοδο, παραµένει στη ∆ηµοκρατία µετά την παρέλευση της περιόδου αυτής ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο περιλαµβάνεται εντός της κατηγορίας που απαριθµείται στην παράγραφο (θ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 να απελαθεί από τη ∆ηµοκρατία και, εν τω µεταξύ, να τεθεί υπό κράτηση

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό, ένα διάταγμα κράτησης εκδίδεται μόνο για σκοπούς απέλασης προσώπου. Είναι η άποψη μου, επομένως, ότι εφόσον ένα διάταγμα απέλασης κρίνεται άκυρο από το ΔΔΔΠ συμπαρασύρει σε ακυρότητα και το διάταγμα κράτησης. Το διάταγμα κράτησης δεν εκδίδεται και ούτε μπορεί να εκδοθεί ως αυθύπαρκτη διοικητική πράξη αλλά εκδίδεται μόνο εφόσον εκδόθηκε και διάταγμα απέλασης. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε να προκύπτει ζήτημα παραπομπής από το ΔΔΔΠ στο Διοικητικό Δικαστήριο για την εξέταση της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης το οποίο στερείται πλέον αυτόματα νομικής υπόστασης με την ακύρωση του διατάγματος απέλασης. Επιπρόσθετα, η ίδια η διοίκηση οφείλει όταν ακυρώνεται δικαστικά ένα διάταγμα απέλασης να ανακαλεί άμεσα το διάταγμα κράτησης εφόσον εκλείπει το νομιμοποιητικό έρεισμα για την έκδοσή του.

 

Εν πάση περιπτώσει, κανένα από τα δύο δεν έγινε επομένως προχωρώ στην εξέταση της υπόθεσης 1/2024.

 

Μετά την έκδοση της απόφασης του ΔΔΔΠ και ενώ βρισκόταν σε εκκρεμότητα η προσφυγή 1/2024 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, οι καθ’ ων η αίτηση στις 31.5.2024 ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης που προσβάλλεται με την προσφυγή 1/2024 και εξέδωσαν απόφαση με την οποία κηρύσσεται ο αιτητής απαγορευμένος μετανάστης και νέα διατάγματα απέλασης και κράτησης. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής υπ’ αριθμό 1732/2024.

 

Εφόσον το αντικείμενο της προσφυγής 1/2024 εξέλειπε μετά την ακύρωση του διατάγματος κράτησης και την έκδοση των αποφάσεων που προσβάλλονται στην 1732/2024, η επιχειρηματολογία του αιτητή περιορίζεται σε εισήγηση για κατάλοιπο ζημίας λόγω της κράτησής του από τις 26.1.2024 και μετέπειτα παρόλο που το διάταγμα απέλασης ακυρώθηκε από το ΔΔΔΠ στις 7.5.2024. Η γραπτή αγόρευση του καθ’ ου η αίτηση δεν απαντά στην εισήγηση του αιτητή αλλά επιχειρηματολογεί υπέρ της νομιμότητας της απόφασης κήρυξης του αιτητή σε απαγορευμένο μετανάστη και του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 26.1.2024.

 

Σημειώνεται ότι το ΔΔΔΠ στην απόφασή του ακύρωσε την προσβαλλόμενη με την αιτούμενη θεραπεία Α απόφαση στην ολότητά της. Η αιτούμενη θεραπεία Α στην προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ ήταν η εξής:

 

«Α.    Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η απέλαση του Αιτητή από τη Δημοκρατία στο Λίβανο και η απαγόρευση εισόδου του στην Κύπρο για περίοδο 5 ετών, η οποία εκδόθηκε στις 26/01/2024 και κοινοποιήθηκε σε αυτόν την ίδια μέρα σε γλώσσα μη κατανοητή σε αυτόν (Παράρτημα 1) είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.»

 

Ομοίως, όπως προ-αναφέρθηκε, το διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε από τη διοίκηση στις 31.5.2024 (βλ. Τεκμήριο 1, εγγρ. 2) συνεπώς η επιχειρηματολογία υπέρ της νομιμότητας πράξης που δεν υφίσταται δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό.

 

Από την άλλη, το γεγονός ότι ο αιτητής εξακολούθησε να τελεί υπό κράτηση μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης του ΔΔΔΠ στις 7.5.2024 μέχρι τις 31.5.2024 που εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησής του, δεν καταργεί τη δίκη εφόσον παραμένει βλάβη (βλ., μεταξύ άλλων Stoyanov ν. Δημοκρατίας (2018) 3 Α.Α.Δ 473). Υπό τις περιστάσεις, η βλάβη που υπέστη ο αιτητής είναι αυταπόδεικτη και δεν χρειάζεται να δώσει πειστική απόδειξη της εν λόγω βλάβης. Ο αιτητής παράνομα παρέμεινε υπό κράτηση από τις 7.5.2024 όταν ακυρώθηκε το διάταγμα απέλασης από το ΔΔΔΠ μέχρι τις 31.5.2024 που εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης χωρίς να υφίσταται νομιμοποιητική βάση για την εν λόγω κράτηση. Συνεπώς, εφόσον η απέλαση κρίθηκε παράνομη από το ΔΔΔΠ, ο αιτητής έπρεπε πάραυτα να αφεθεί ελεύθερος. Για τον λόγο αυτό η προσφυγή 1/2024 επιτυγχάνει και το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 26.1.2024 ακυρώνεται.

 

Στην προσφυγή 1732/2024 οι αιτούμενες θεραπείες είναι οι ακόλουθες (με την ορθή αρίθμηση):

 

«Α.    Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση με την οποία ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6 (1)(ζ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Β.      Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η απέλαση του Αιτητή από τη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Γ.       Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η κράτηση του Αιτητή για σκοπούς απέλασης του από τη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 2) και κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Δ.      Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ' ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η απαγόρευση εισόδου του στην Κύπρο, η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Ε.      Αναγνωριστική απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απέλαση του Αιτητή από τη Δημοκρατία στο Λίβανο παραβιάζει το δικαίωμα του για προστασία από την άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση σε χώρα όπου υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί δίωξη και παραβιάσεις των δικαιωμάτων του υπό το άρθρο 2 και 3 της ΕΣΔΑ.»

 

Η καθ’ ης η αίτηση προβάλλει προδικαστική ένσταση της οποίας η εξέταση έχει προτεραιότητα. Εισηγείται ότι σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες Β και Ε το Διοικητικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Στη γραπτή αγόρευση ο αιτητής δηλώνει ότι αποσύρει τη θεραπεία Ε συνεπώς η εξέταση της προδικαστικής ένστασης της καθ’ ης η αίτηση περιορίζεται στη θεραπεία Β.

 

Υπενθυμίζεται ότι η υπό κρίση προσφυγή προέκυψε μετά την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος διαχωρισμού της προσφυγής στη βάση αίτησης που καταχώρησε ο αιτητής. Συγκεκριμένα, στο διάταγμα του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 12.12.2024 που κοινοποιήθηκε στο Δικαστήριο κατόπιν σχετικών οδηγιών ημερομηνίας 7.4.2026 καταγράφονται τα εξής:

 

«ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ το διαχωρισμό του δικογράφου της ως άνω αριθμό και τίτλο Προσφυγής.

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΔΙΔΕΙ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ όπως με την ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή ο Αιτητής εξαιτείται μόνο τις θεραπείες των παραγράφων A, Β και Ζ των αιτούμενων θεραπειών αυτής.

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΔΙΔΕΙ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ όπως με τη νέα προσφυγή που θα προκύψει από το διαχωρισμό ο Αιτητής εξαιτείται τις θεραπείες των παραγράφων Γ, Δ, Ε, Ζ, ΣΤ των αιτούμενων θεραπειών της ως άνω αριθμό και τίτλο Προσφυγής.

[…]

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΔΙΔΕΙ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ όπως η νέα προσφυγή που θα προκύψει από το διαχωρισμό καταχωρισθεί και εκδικασθεί δυνάμει του άρθρου 11Α των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 έως 2023 (Ν. 73(Ι)/2018) στο Διοικητικό Δικαστήριο καθότι αυτή εμπίπτει στην καθ' ύλη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου.»

 

Οι αιτούμενες θεραπείες Γ, Δ, Ε, Ζ και ΣΤ που εκ συμφώνου παραπέμφθηκαν στο Διοικητικό Δικαστήριο είναι οι πιο κάτω:

 

«Γ.    Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6 (1)(ζ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Δ.      Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η απέλαση του Αιτητή από τη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Ε.      Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η κράτηση του Αιτητή για σκοπούς απέλασης του από τη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 2) και κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν την 1/6/2024 είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

ΣΤ.    Δήλωση ή/ και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία διατάσσεται η απαγόρευση εισόδου του στην Κύπρο, η οποία εκδόθηκε στις 31/5/2024 (Παράρτημα 1) και κοινοποιήθηκε σ' αυτόν είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.»

 

Από μία απλή αντιπαράθεση, προκύπτει ότι αυτές αντιστοιχούν στις αιτούμενες στην υπό κρίση προσφυγή θεραπείες Α, Β, Γ, Δ και Ε.

 

Στη βάση των πιο πάνω, η καθ’ ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται να προβάλλει προδικαστική ένσταση αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου να εκδικάσει την αιτούμενη θεραπεία Β εφόσον συμφώνησε και αποδέχτηκε τον διαχωρισμό στη διαδικασία ενώπιον του ΔΔΔΠ ως επίσης και το ότι η εκδίκαση της νέας προσφυγής (που περιλαμβάνει και την αιτούμενη θεραπεία Β) «εμπίπτει στην καθ’ ύλη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου».

 

Εντούτοις, επειδή ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και δεν δεσμεύεται το Δικαστήριο από εκ συμφώνου παραπομπή από το ΔΔΔΠ καταλήγω στα εξής:

 

Όπως προκύπτει από τον τίτλο του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε:

 

«Δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε μέχρι το 2022 και του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2023»

 

          Στο σώμα του διατάγματος αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

«Επειδή, […], κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας στη Δημοκρατία θεωρείστε ότι αποτελείτε κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 29 του περί Προσφύγων Νόμου και/ή είστε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) […]

Για τον σκοπό αυτό ασκώντας τις εξουσίες που μου δίνονται δυνάμει του άρθρου 29 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 έχω αποφασίσει την απέλαση του […].»

         

Ωστόσο, την ίδια μέρα με την έκδοση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε και η απόφαση με το εξής περιεχόμενο η οποία προσβάλλεται στην υπό κρίση προσφυγή με τις αιτούμενες θεραπείες Α και Γ:

 

«You are hereby informed that you are an illegal immigrant by virtue of paragraph (ζ), section 1, Article 6 of the Aliens and Immigration Law, Chapter 105 as amended until 2022 and it has been decided in accordance with Article 29 of the Refugee Laws of 2000 as amended until 2023 to deport you from the Republic of Cyprus because there are reasonable reasons to consider that your behavior constitutes a real and serious threat to the safety of the Cypriot society and a consequent threat to the public order and security of the Republic of Cyprus.

Consequently, I have proceeded with the issuing of deportation and detention orders dated 31/05/2024, against you. A copy of these orders is hereby attached.

In view of the fact that you have been granted subsidiary protection, you will not be deported to your country of origin, but to LEBANON and measures are being taken to this affect.

Your re-entry to the Republic of Cyprus is prohibited from the date of your removal, by virtue of section (1) of Article 6 and by virtue of section (2) of Article 18ΠΓ of the Aliens and Immigration Laws (1952-2014). It is noted that this entry ban applies to all Member States bound by Directive 2008/115/EC. (i.e.: all EU Member States and EFTA states (Switzerland, Norway, Iceland and Liechtenstein), except UK and Ireland.»

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, η καθ’ ης η αίτηση έκρινε ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης στη βάση του Άρθρου 6(1)(ζ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και για τον λόγο αυτό αποφάσισε σύμφωνα με το Άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου να τον απελάσει. Το υπόβαθρο απέλασης σύμφωνα με το Άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου και η κήρυξη απαγορευμένου μετανάστη σύμφωνα με το Άρθρο 6(1)(ζ) του Κεφαλαίου 105 είναι και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο δηλαδή, η απειλή στη δημόσια ασφάλεια.

 

Προκύπτει ότι η πρόθεση της διοίκησης είναι να κηρύξει τον αιτητή απαγορευμένο μετανάστη στη βάση των προνοιών του Κεφαλαίου 105 και επειδή τον κρίνει ως τέτοιο, να τον απελάσει επικαλούμενη τις πρόνοιες και του Κεφαλαίου 105 και του περί Προσφύγων Νόμου, ενδιάμεσα να τον θέσει υπό κράτηση και να του επιβάλει απαγόρευση εισόδου, και τα δύο στη βάση των προνοιών του Κεφαλαίου 105.

 

Η αναφορά στο Κεφάλαιο 105 σε σχέση με την απόφαση απέλασης έγινε συμπληρωματικά ή/και για να παράσχει το νομικό υπόβαθρο για την έκδοση των άλλων αποφάσεων. Από την άλλη δεν θα μπορούσε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά στο Άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου επειδή δεν έπαυσε η αναγνώριση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και επομένως η απόφαση απέλασής του πρέπει να υποστηρίζεται νομικά από τον περί Προσφύγων Νόμο. Επειδή ακριβώς ο αιτητής εξακολουθεί να κατέχει συμπληρωματική προστασία πρέπει να τηρείται η διαδικασία που προνοεί το Άρθρο 29 του περί Προσφύγων Νόμου για την εξέταση της οποίας δικαιοδοσία έχει το ΔΔΔΠ.

 

Καταλήγω ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί η απόφαση απέλασης σε απόφαση η νομιμότητα της οποίας ελέγχεται στη βάση του Κεφαλαίου 105 από το Διοικητικό Δικαστήριο και σε απόφαση η νομιμότητα της οποίας ελέγχεται στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου από το ΔΔΔΠ. Εφόσον ο αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της απόφασης απέλασης κατείχε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφαρμογής τυγχάνει ο περί Προσφύγων Νόμος και άρα δικαιοδοσία ελέγχου της νομιμότητας της της αιτούμενης θεραπείας Β έχει το ΔΔΔΠ.

Επειδή όπως προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες στα πλαίσια της ΔΑ 3/2024 ενώπιον του ΔΔΔΠ ως κοινοποιήθηκαν στο Δικαστήριο από τη συνήγορο του αιτητή δεν φαίνεται να συμπεριλήφθηκε θεραπεία σε σχέση με την απόφαση απέλασης του αιτητή και για να μην απωλέσει ο αιτητής το δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας του διατάγματος απέλασης, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα με το οποίο διατάζει τον διαχωρισμό του δικογράφου και την παραπομπή ενώπιον του ΔΔΔΠ ως το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος νέας προσφυγής με αντικείμενο την αιτούμενη θεραπεία στην υπό κρίση υπόθεση Β η οποία θα θεωρείται εμπρόθεσμη.

 

Ούτε η αιτούμενη θεραπεία Γ μπορεί να εξεταστεί εφόσον το διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε από τη διοίκηση και επιβλήθηκαν στον αιτητή εναλλακτικά μέτρα της κράτησης. Σε σχέση με τυχόν κατάλοιπο ζημίας και άρα μη κατάργηση της δίκης – ως επιχειρηματολογεί ο αιτητής στις σελίδες 14 μέχρι 19 της γραπτής αγόρευσης – είναι ζήτημα που έπεται της κατάληξης της εξέτασης νομιμότητας της απόφασης απέλασης αφού, όπως εξήγησα και στα πλαίσια της Υπόθεσης 1/2024, το διάταγμα κράτησης εκδίδεται για σκοπούς απέλασης και δεν μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητά του χωρίς να προηγηθεί ο έλεγχος νομιμότητας του διατάγματος απέλασης. Για να μην απωλέσει ο αιτητής το δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης, το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα με το οποίο διατάζει τον διαχωρισμό του δικογράφου, την καταχώρηση εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος νέας προσφυγής με αντικείμενο την αιτούμενη θεραπεία στην υπό κρίση υπόθεση Γ και ότι η νέα προσφυγή θα θεωρείται εμπρόθεσμη.

 

Ως έχει διαμορφωθεί η εικόνα στη βάση των προαναφερόμενων, παραμένουν προς έλεγχο νομιμότητας οι αιτούμενες θεραπείες Α και Δ.

 

Ο αιτητής εισηγείται ότι η απόφαση λήφθηκε παράνομα, αναιτιολόγητα και υπό νομική πλάνη εφόσον ο αιτητής ως κάτοχος συμπληρωματικής προστασίας δεν υπάγεται στο Κεφάλαιο 105 αλλά στον περί Προσφύγων Νόμο.

 

Η νομική βάση των δύο αιτούμενων θεραπειών είναι σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης τα Άρθρα 6(1), 6(1)(ζ) και 18ΠΓ(2) του Κεφαλαίου 105.

 Τα Άρθρα 6(1) και 6(1)(ζ) προνοούν ότι:

 

«6.—(1) Τα ακόλουθα πρόσωπα θα είναι απαγορευµένοι µετανάστες και, τηρουµένων των διατάξεων του Νόµου αυτού ή των διατάξεων που δυνατό να περιέχονται σε οποιουσδήποτε Κανονισµούς που εκδόθηκαν δυνάµει αυτού ή σε οποιοδήποτε ∆ιάταγµα του Υπουργικού Συµβουλίου, δεν θα επιτρέπεται η είσοδος ή η παραµονή στη ∆ηµοκρατία σε:—

(ζ) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο φαίνεται από στοιχεία τα οποία το Υπουργικό Συµβούλιο δυνατόν να θεωρήσει επαρκή ότι ενδέχεται να συµπεριφερθεί κατά τέτοιο τρόπο που να καταστεί επικίνδυνο για τη δηµόσια ασφάλεια, τη δηµόσια τάξη, την έννοµη τάξη ή τα δηµόσια ήθη ή να προκαλέσει έχθρα µεταξύ των πολιτών της ∆ηµοκρατίας ή να ραδιουργήσει εναντίον αρχής στη ∆ηµοκρατία·»

 

Και το Άρθρο 18ΠΓ(2) προνοεί:

 

«(2) Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και, κανονικά, δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. Ωστόσο είναι δυνατόν να υπερβαίνει την πενταετία, αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας.»

 

Τα Άρθρα 19(4)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου προνοούν ότι (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«(4)(α) Σε πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζεται καθεστώς συµπληρωµατικής προστασίας και στα µέλη της οικογένειάς του παραχωρούνται, το συντοµότερο µετά τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος, άδειες διαµονής ετήσιας ισχύος, οι οποίες χορηγούν στα εν λόγω πρόσωπα δικαίωµα διαµονής στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας περιοχές και οι οποίες ανανεώνονται για όσο χρόνο διαρκεί το εν λόγω καθεστώς για περαιτέρω διετείς περιόδους.

(β) Ο ∆ιευθυντής δεν εφαρµόζει την παράγραφο (α) όταν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας της ∆ηµοκρατίας ή επιτακτικοί λόγοι δηµόσιας τάξης επιβάλλουν τη µη χορήγηση άδειας διαµονής

 

Σχετικές επίσης με τις υποχρεώσεις δικαιούχου διεθνούς προστασίας είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 24 του περί Προσφύγων Νόμου:

 

«24.-(1) Κάθε αιτητής διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόµου και κάθε δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή άλλου καθεστώτος βάσει του παρόντος Νόµου και κάθε µέλος οικογένειας προαναφερόµενου προσώπου οφείλει να υπακούει στο Σύνταγµα, στην πρωτογενή και δευτερογενή νοµοθεσία και στο δίκαιο της ∆ηµοκρατίας.

(2) ∆εν επιτρέπεται σε πρόσωπο που αναφέρεται στο εδάφιο (1) να συµµετέχει σε δραστηριότητες οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή τη δηµόσια ασφάλεια ή τη συνταγµατική τάξη ή τη δηµόσια τάξη της ∆ηµοκρατίας ή βλάπτουν ή είναι δυνατό να βλάψουν άλλως πως το δηµόσιο συµφέρον.»

 

 

Όπως διευκρινίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν διαδικασίας επανανοίγματος και σχετικού ερωτήματος του Δικαστηρίου, ουδέποτε εκδόθηκε άδεια διαμονής στον αιτητή επειδή ο λόγος δημόσιας ασφάλειας προέκυψε πολύ σύντομα μετά την αναγνώριση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια διαμονής στον αιτητή εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Κεφαλαίου 105 εκτός σε ότι αφορά στην απόφαση απέλασης σε σχέση με την οποία με δεδομένο ότι δεν έπαυσε η αναγνώριση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ισχύουν οι πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Οι λόγοι γιατί ο αιτητής κρίθηκε ότι αποτελεί απειλή στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Δημοκρατίας καταγράφονται εκτενώς στο σημείωμα της Αστυνομίας προς την καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 25.1.2024 που επισυνάφθηκε εκ νέου σε σημείωμα ημερομηνίας 30.5.2024 το περιεχόμενο του οποίου διαβαθμίζεται ως απόρρητο και συνεπώς δεν μπορεί να περιληφθεί αυτούσιο στην παρούσα απόφαση. Προκύπτει, όμως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αιτιολογημένη.

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι οι εναπομείνασες αιτούμενες θεραπείες Α και Δ αποτυγχάνουν και απορρίπτονται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται €2.000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση στην Υπόθεση Αρ. 1/2024 και €2.000 υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή στην Υπόθεση Αρ. 1732/2024.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο