BI ZAH CYRILLE GOURE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 121/2026, 20/4/2026
print
Τίτλος:
BI ZAH CYRILLE GOURE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 121/2026, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 121/2026 (Κ))

 

20 Απριλίου 2026

 

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

BI ZAH CYRILLE GOURE

                                                                             Αιτητής

                                                    ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Π. Πιερίδης, για Πιερίδη & Πιερίδη, για Αιτητή

Ι. Χαραλάμπους (κα), για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 6.2.2026, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) ληφθείσας, απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 25.1.2026.

 

Ο αιτητής είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού, ο οποίος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας.

 

Στις 12.6.2023, απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου η αίτηση χορήγησης ασύλου που είχε υποβάλει ο αιτητής, ημερομηνίας 28.2.2020. Κατ’ αυτής της απορριπτικής απόφασης, η οποία τού γνωστοποιήθηκε στις 29.8.2023, ο αιτητής καταχώρησε, στις 4.9.2023, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), η οποία απορρίφθηκε στις 20.10.2025. Αργότερα, στις 17.12.2025, ο αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 24.1.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε και συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας στη Λάρνακα, για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και στις 25.1.2026, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ.105, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 20.10.2025, όταν και απορρίφθηκε από το ΔΔΔΠ η προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Σχετική είναι η επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λάρνακας προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 25.1.2026 (παράρτημα 1 στο δικόγραφο της ένστασης).

 

Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον δεν εξετάστηκε η πιθανότητα εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, είναι δε αυτή αναιτιολόγητη και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένη. Εντός αυτού του πλαισίου, προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη το γεγονός ότι αυτός είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και συμβίος με τη μητέρα της ανήλικης, σε σταθερή διεύθυνση στη Δημοκρατία, γεγονός που επέβαλλε να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον της ευημερίας του παιδιού, κάτι που δεν έγινε, κατά παράβαση του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 και χωρίς να ληφθεί υπό το δικαίωμα επανένωσης της οικογένειας.

 

Προωθείται επίσης ο ισχυρισμός ότι η αιτιολογία και η νομική βάση των επίδικων διαταγμάτων είναι ελλιπείς και/ή εσφαλμένες, κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, εφόσον εσφαλμένα οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και εσφαλμένα και/ή παράνομα δεν αποφασίστηκε η λήψη εναλλακτικών της κράτησης μέτρων του αιτητή, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105, καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες που επιβάλλουν την έκδοση απόφασης επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, ως προβλέπεται στο άρθρο 18ΟΘ. Περαιτέρω, ο αιτητής δεν ενημερώθηκε δεόντως για το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), παρά μόνον έλαβε για πρώτη φορά γνώση περί τούτου στις 25.1.2026 με την επίδοση σε αυτόν των επίδικων διαταγμάτων.

 

Στη βάση των πιο πάνω, προωθείται και έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης, ο οποίος έγκειται στον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

 

Η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου (Κεφ. 105) και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Με αποτέλεσμα, να στερούνται ερείσματος όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή, περιλαμβανομένων και αυτών περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και των άρθρων 18ΟΖ, 18ΟΔ και 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Τονίζοντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, η κα Χαραλάμπους προβάλλει ότι εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εντός των ορίων αυτής της ευχέρειας και σύννομα έλαβαν τις επίδικες αποφάσεις, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, δεδομένου ότι ήδη από 20.10.2025, το ΔΔΔΠ είχε απορρίψει την προσφυγή του κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας είχε απορριφθεί η αίτησή του για παροχή ασύλου. Η ίδια δε η Διευθύντρια του Τμήματος εξέτασε την πιθανότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων στον αιτητή, αλλά την απέκλεισε λόγω της μη συμμόρφωσής του με τις προηγηθείσες απορριπτικές αποφάσεις, της μη συνεργασίας του με τις αρχές και της άρνησής του να επαναπατριστεί.

 

Έχω εξετάσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των επίδικων πράξεων.

 

Το πρώτο που αδιαμφισβήτητα προκύπτει, είναι ότι ο αιτητής, πράγματι, κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ήταν απαγορευμένος μετανάστης ως διαμένων στη Δημοκρατία παράνομα από 20.10.2025, όταν και είχε απορριφθεί από το ΔΔΔΠ η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας. Και, βεβαίως, η υπό του αιτητή καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης στις 17.12.2025, ήτοι πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα: στην Ruth Nsah v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024, σε υπόθεση όπου η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση υπεβλήθη πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, τα οποία και εκδόθηκαν εκκρεμούσης της εξέτασης της αίτησης, το Διοικητικό Εφετείο, με αναφορά και στην Madber v Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 8/22, ημερ. 17.11.2022, τόνισε ότι η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης αιτούντος διεθνούς προστασίας, μετά την απόφαση του ΔΔΔΠ, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτηση παραχώρησης αυτού του καθεστώτος, δεν μετατρέπει τον αιτούντα σε αιτητή ασύλου πριν από την προκαταρκτική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης ως προς το παραδεκτό της από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Το καθεστώς διεθνούς προστασίας τερματίζεται με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του ΔΔΔΠ και η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, εκκρεμούσης της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν είναι νόμιμη. Η μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ξεκινά με το δεδομένο ότι ο αιτών δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας, ήτοι ξεκινά από το καθεστώς που ισχύει με την απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου και ο αιτών που υποβάλλει μεταγενέστερη αίτηση, δεν είναι αιτητής ασύλου και δεν επανακτά, ως εκ της καταχώρησης της μεταγενέστερης αιτήσεως και μόνον, το νόμιμο καθεστώς του αιτούντος διεθνούς προστασίας με δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις S.S.S. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1578/2024(Κ), ημερ. 20.2.2025,  S.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1281/2023(Κ) (i-Justice), ημερ. 19.9.2023 και Y.S. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 721/2023 (i-Justice), ημερ. 31.10.2024). Εν προκειμένω, τελική απόφαση επί της αίτησης του αιτητή, είναι η απόφαση του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 20.10.2025, ο δε αιτητής διατηρούσε την ιδιότητα του αιτητή ασύλου μέχρι την ημερομηνία αυτή, όχι όμως μετά από αυτήν. 

 

Πρόσθετα των αποφασισθέντων στη Madber, ανωτέρω, και Nsah, ανωτέρω, ενισχυτικό της πιο πάνω θέσης είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση Habeas Corpus Αρ. 114/2023 (ijustice), ημερομηνίας 24.10.2023,

 

«Ο Αιτητής παραγνωρίζει τις ρητές πρόνοιες που περιέχονται στον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6(Ι)/2000, συμφώνως των οποίων η ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας ισχύει από την περίοδο υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση το αδιαμφισβήτητο πραγματικό ιστορικό της υπόθεσης, ασκήθηκε από τον Αιτητή προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και εκδόθηκε επί αυτής απορριπτική απόφαση από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Με βάση, δε, τα διαλαμβανόμενα στο Νόμο, υφίσταται τελική απόφαση και ουδεμία σχέση έχει το γεγονός ότι ο Αιτητής άσκησε έφεση εναντίον αυτής. Η ιδιότητα του αιτητή ασύλου διατηρείται μέχρι να καταστεί τελική η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, δηλαδή μέχρι και το τέλος του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο ορίζει ότι « «αιτητής» […] 

«Προβλήθηκε, ακόμη, από μέρους του Αιτητή ότι δυνάμει της υποβολής μεταγενέστερης αίτησης (πρώτη μεταγενέστερη αίτηση) στην Υπηρεσία Ασύλου, αυτός επανάκτησε το νόμιμο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας, με δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία και ότι, ως εκ τούτου, δεν θεωρείται παράνομος μετανάστης και κανένα διάταγμα κράτησης και απέλασης δεν μπορεί να εκτελεστεί εναντίον του.

Η πιο πάνω θέση είναι παντελώς αβάσιμη. Η μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να προσδώσει στον Αιτητή την ιδιότητα αυτή, καθόσον έχει εξετασθεί μέσω προσφυγής που ο ίδιος καταχώρισε στο ΔΔΔΠ  εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου για να του παραχωρηθεί αυτό το καθεστώς και απερρίφθη από το ΔΔΔΠ με απόφαση του στις 31/7/2023.

 

Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Sohel Madber v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΕΔΔ 8/2022, ημερ. 17/11/2022, μεταγενέστερο αίτημα για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ξεκινά με το δεδομένο πως ο αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απερρίφθη. Αντίθετη κρίση, ως αυτή που εισηγείται η συνήγορος του Αιτητή, ήτοι την παραχώρηση και απόκτηση της ιδιότητας ασύλου σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερης αίτησης, θα έδιδε δικαίωμα καταστρατήγησης του Νόμου εκ μέρους αιτητών ασύλου, οι οποίοι θα καταχωρούν συνεχείς αιτήσεις προσδοκώντας στην άνευ ετέρου νομιμοποίηση της παραμονής τους στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Όπως προέκυψε, ο Αιτητής ήταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το γεγονός της καταχώρισης μεταγενέστερης αίτησης, η οποία ήταν μεταγενέστερη των Διαταγμάτων Κράτησης/Απέλασης, δεν τον μετατρέπει σε αιτητή ασύλου πριν την προκαταρκτική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και κρίσης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ως παραδεκτής αίτησης για περαιτέρω εξέταση της αίτησης στην ουσία της».  

 

Καταληκτικά, αυτό που αναδεικνύεται από το σκεπτικό της πιο πάνω νομολογιακής προσέγγισης, είναι ότι μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ξεκινά με το δεδομένο ότι ο αιτών δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας, ήτοι ξεκινά από το καθεστώς που ισχύει με την απόρριψη της αρχικής αίτησης ασύλου. Εν προκειμένω, η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή, μετά την απόφαση του ΔΔΔΠ που επικύρωσε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν μετέτρεπε αυτόν σε αιτητή ασύλου. Συνεπώς, η παραμονή του στη Δημοκρατία δεν ήταν νόμιμη και, συνακόλουθα, κρίνεται νόμιμη τόσο η κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη, όσο και η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ως προς το ότι βασίστηκαν επί της εν λόγω κήρυξης. Ο αιτητής, κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105  από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης από το ΔΔΔΠ, ημερομηνίας 20.10.2025.. Η μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να προσδώσει στον αιτητή την ιδιότητα αυτή, καθόσον το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε μέσω προσφυγής που ο ίδιος καταχώρισε στο ΔΔΔΠ κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, για να του παραχωρηθεί αυτό το καθεστώς και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (βλ. και τις αποφάσεις στις Α.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2239/2022 (Κ) (i-Justice), ημερ. 25.1.2023, ΤHI HONG ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2090/22 (Κ) (i-Justice), ημερ. 30.12.2022, ALI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2186/2022 (Κ) (i-Justice), ημερ. 10.1.2023 και D.S. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 578/2023 (Κ) (i-Justice), ημερ. 1.6.2023).

 

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι ο αιτητής, βάσει της προεκτεθείσας νομολογίας, δεν θεωρείται αιτητής διεθνούς προστασίας με την υποβολή και μόνο της μεταγενέστερης αίτησής του, δεν τίθεται ζήτημα πλάνης περί το νόμο όσον αφορά στην απόφαση κράτησής του για σκοπούς απέλασης, εφόσον αυτός είχε τεθεί υπό κράτηση ως απαγορευμένος και/ή παράνομος μετανάστης βάσει του Κεφ. 105 (βλ. D.S., ανωτέρω, Α.Μ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2186/2022 (Κ) i-Justice, ημερ. 16.1.2023, E.Υ.O. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 351/2023 (Κ) i-Justice, ημερ. 10.4.2023, αλλά και την απόφαση στο προδικαστικό ερώτημα στην C-181/2016 Grandi, ημερ. 19.6.2018).

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή περί εμφιλοχωρήσασας πραγματικής και νομικής πλάνης, ανεπαρκούς αιτιολογίας και μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.

 

Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, ενώ δεδομένης της απροθυμίας του να επαναπατριστεί, δεν υπήρχαν περιθώρια για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 25.1.2026 (παράρτημα 1 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εναντίον του αιτητή, καθότι αυτός δεν συμμορφώθηκε με την προηγηθείσα απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ, αρνείται να αναφέρει τον τόπο διαμονής της πρώην συμβίας τους και της ανήλικης θυγατέρας τους, καθώς και ότι αυτός δεν είναι συνεργάσιμος για σκοπούς επαναπατρισμού του, ακόμα και αν του παραχωρηθεί χρηματικό κίνητρο, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 25.1.2026, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-

 

«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-

 

[.]

(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».

 

Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ’ ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις T.B.F. ν.  Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025, G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ), ημερ. 9.6.2023 και πιο πρόσφατα στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025 (Κ), ημερ. 10.2.2026 και MOHAMMAD QASIM HAYAT ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 23/2026 (Κ), ημερ. 11.2.2026). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-

 

«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-

 

(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής

(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».

 

Είναι σαφές από την πιο πάνω διάταξη, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί, του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, αλλά και ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη δικαστική απόφαση και δεν διευθέτησε το νόμιμο της παραμονής του στη Δημοκρατία, δεν ήταν συνεργάσιμος, δεν επιθυμούσε τον επαναπατρισμό του, αλλ’ ούτε και ανέφερε δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής της πρώην συμβίας του, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή και δεν συμφωνώ με τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του συνηγόρου του αιτητή.

 

Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης (βλ. ενδεικτικά επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια, παράρτημα 1 στην ένσταση).

Παρομοίως, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε ο αιτητής, προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, πληροφορήθηκε ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, κατά παράβαση του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/79). Εν πρώτοις, ο αιτητής ήδη από 20.10.2025 γνώριζε ότι απορρίφθηκε η προσφυγή του από το ΔΔΔΠ και, κατ’ επέκταση, το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας. Αυτός, ωστόσο, συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία και ουδέν έπραξε προς διευθέτηση της παραμονής του. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 164/2021, ημερ. 12.3.2021). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Islam ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερ. 9.7.2013-

 

«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».

 

Κατά συνέπεια, και αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ότι δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και το γεγονός ότι στη Δημοκρατία βρίσκεται η ανήλικη θυγατέρα του αιτητή και η μητέρα της, πρώην συμβία του αιτητή.

 

Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των  επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F., ανωτέρω). Θεωρώ δε πως είχε ο αιτητής σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, πέραν του επαρκούς, χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη χώρα, χωρίς να επικαλείται στο παρόν στάδιο ανθρωπιστικούς λόγους για την παραμονή του (βλ. ROZALES GARCIA JOEL ALEJANDRO ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2025 (Κ), ημερ. 3.3.2026). Ουδέν όμως έπραξε.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τα ενώπιον μου τεθέντα, και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη εν προκειμένω η Διοίκηση, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Τονίζεται εν πρώτοις ότι ο ίδιος ο αιτητής, κατά το χρόνο σύλληψής του (βλ. επιστολή ΥΑΜ, δια της οποίας υποβαλλόταν η εισήγηση για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, παράρτημα 1), δήλωσε στα μέλη της Αστυνομίας ότι στην Κύπρο βρίσκεται η πρώην συμβία του και η θυγατέρα τους, ότι δεν διαμένει μαζί τους, ενώ αρνήθηκε να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τον τόπο διαμονής τους. Επιπρόσθετα, προκύπτει από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τον ουσιώδη χρόνο (σελιδ. 31-30 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά τις διευκρινίσεις), ότι στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, αναγράφεται πως είναι ελεύθερος, ενώ δεν υπάρχει καταγραμμένο οποιοδήποτε δεδομένο αναφορικά με εξαρτώμενα μέλη και/ή μέλη οικογένειας του αιτητή. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή, περί στενών δεσμών του αιτητή με την πρώην συμβία του και με το ανήλικο τέκνο τους, καθίστανται μετέωροι και απορριπτέοι, εφόσον ουδόλως υποστηρίζονται από τα ενώπιον μου τεθέντα.   

 

Επιπρόσθετα όμως, είναι εξίσου σημαντικό να λεχθεί ότι, σύμφωνα και με το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου (βλ. και επιστολή ΥΑΜ, παράρτημα 1 στην ένσταση), η πρώην συμβία του αιτητή διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία από 28.2.2025, όταν και απορρίφθηκε η προσφυγή της από το ΔΔΔΠ κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας. Η ίδια δε δήλωσε στην Υπηρεσία Ασύλου ότι είναι ελεύθερη, με τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση διαφορετική από αυτήν του αιτητή. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 3» και δη από τις δυο καταχωρηθείσες προσφυγές επί των οποίων το ΔΔΔΠ εξέδωσε απορριπτική απόφαση, ότι το ανήλικο τέκνο ήταν διάδικο μέρος στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών μαζί με την πρώην συμβία του αιτητή και, συνακόλουθα, ως ορθώς αναφέρει και η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, προκύπτει ότι το ζήτημα της ύπαρξης του τέκνου του αιτητή και του βέλτιστου συμφέροντος αυτού είχε ήδη τύχει εξέτασης στο πλαίσιο της αίτησης της μητέρας του, όταν και απορρίφθηκαν τόσο η αρχική όσο και η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως και οι προαναφερθείσες προσφυγές τους ενώπιον του ΔΔΔΠ. Ας σημειωθεί δε περαιτέρω, ότι σε κανένα σημείο της δικαστικής απόφασης επί της προσφυγής του αιτητή, ημερομηνίας 20.10.2025, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ανήλικο τέκνο. Έτι δε περαιτέρω, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μου, από το οποίο να προκύπτει ότι ο αιτητής έχει οποιαδήποτε σχέση με την πρώην συμβία του και το ανήλικο τέκνο τους, ούτε και ότι συμβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο στην ανατροφή και φροντίδα του τέκνου.

 

Συνεπώς, είναι πρόδηλο στη βάση των πιο πάνω ότι δεν μπορεί επ’ ουδενί να στοιχειοθετηθεί και οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος του αιτητή στην οικογενειακή ζωή. Εν πάση δε περιπτώσει, εναπόκειτο στον αιτητή να συνεργασθεί με τις αρμόδιες αρχές και να παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και/ή οικογενειακή του κατάσταση, οι οποίες ενδεχομένως να δικαιολογούσαν την, κατά τους ισχυρισμούς του, λήψη απόφασης διαφορετικής από την εδώ προσβαλλόμενη. Ο αιτητής, όμως, δεν το έπραξε.

 

Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, και σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η πλευρά του αιτητή, προκύπτει ευκρινώς ότι οι καθ' ων η αίτηση, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασής τους, έλαβαν υπόψη τους και ό,τι είχε τεθεί ενώπιον τους σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή στη Δημοκρατία. Οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 105 και δη αυτών των άρθρων 18ΟΔ και 18ΟΖ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

 

Έτι δε περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Ούτε και είχαν οι καθ' ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί, σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).

Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (HAYAT, ανωτέρω). Όπως  λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-

 

«Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ' εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).

 

Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και απορρίπτεται. Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και εμφιλοχώρησης ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης στην κρίση τους.

 

Τέλος, ούτε ο ισχυρισμός ότι δεν δόθηκε στον αιτητή προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης με βρίσκει σύμφωνο. Εν πρώτοις, υπενθυμίζω ότι ήδη με την απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ, ημερομηνίας 20.10.2025, ο αιτητής κατέστη παράνομος μετανάστης ως διαμένων παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ στη συνέχεια, αυτός όχι μόνο δεν προέβη στα δέοντα για να διευθετήσει την παραμονή του στη χώρα, αλλά υπήρξε αρνητικός στον επαναπατρισμό του και, ως ήδη ελέχθη, δεν συνεργάστηκε με τις αρχές κατά τη σύλληψή του. Εν πάση δε περιπτώσει, οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν στη συνέχεια, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της παραγράφου (4) του άρθρου 18ΟΘ του Κεφ. 105, να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον όπως, νομίμως ήδη κρίθηκε, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.».

 

Συνεπώς, και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κρίση της Διοίκησης να μην παραχωρήσει στον αιτητή χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ), ημερ. 9.6.2023, V.E.A. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 583/2023, ημερ. 2.6.2023).

 

Υπενθυμίζεται, εν κατακλείδι, αυτό που έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι δηλαδή το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, εν προκειμένω έστω και μέσω των ισχυρισμών περί παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα, ως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος δεν έχει σεβαστεί τους νόμους της Δημοκρατίας και παρέμενε στη χώρα παράνομα (Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/21, ημερ. 20.4.2022).        

                                              

Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο