ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1213/2021 και 1214/2021, 24/4/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1213/2021 και 1214/2021, 24/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                    

(Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1213/2021 και 1214/2021)

 

 24 Απριλίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

(Υποθ. Αρ. 1213/2021)

             ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ                                                                                                      Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων η Αίτηση

                               ΚΑΙ

(Υποθ. Αρ. 1214/2021)            

                                ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΡΑΓΚΟΥ

                                                                         Αιτήτρια

                                                  ΚΑΙ

         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

Σ. Κ. Αυγουστή, μαζί με Σ. Νικολάου (κα), για Αιτήτριες

Α. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Kαθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με τις υπό κρίση, συνεκδικαζόμενες προσφυγές, κάθε μια από τις αιτήτριες ζητεί-

 

«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερ. 29/07/2021, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 29/07/2021 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) και η οποία λήφθηκε από την Αιτήτρια στις 05 Αυγούστου 2021, να μην αναβαθμίσουν μισθολογικά την Αιτήτρια από τις Κλίμακες Α5 (2η βαθμ.), Α7 και Α8(1) στις Κλίμακες Α8, Α10 και Α11, είναι παράνομη και/ή εν όλω και/ή εν μέρει άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος».

 

Οι αιτήτριες είχαν επιλεγεί για πρόσληψη πάνω σε έκτακτη βάση για απασχόληση στην Δικαστική Υπηρεσία ως Διερμηνείς, δυνάμει των διατάξεων του περί της Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμου (Ν.108(Ι)/1995), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην μεν αιτήτρια στην προσφυγή αρ. 1213/2021, εστάλη σχετική επιστολή προσφοράς για την πιο πάνω θέση, ημερομηνίας 26.5.2004, την οποίαν η αιτήτρια αποδέχθηκε ενυπόγραφα στις 27.5.2004, στην δε αιτήτρια στην προσφυγή αρ. 1214/2021, εστάλη σχετική επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 31.7.2009, την οποίαν η αιτήτρια αποδέχθηκε ενυπόγραφα στις 18.8.2009.

 

Αργότερα, με επιστολή τους προς το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού («το Τμήμα»), ημερομηνίας 7.4.2021, οι αιτήτριες υπέβαλαν αίτημα για μισθολογική αναβάθμιση και αναπροσαρμογή της μισθολογικής τους κλίμακας στις συνδυασμένες μισθολογικές κλίμακες Α8, Α10 και Α11. Το αίτημα μεταβιβάστηκε στο Τμήμα μέσω της Αρχιπρωτοκολλητού του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Το Τμήμα, με επιστολή του προς την Αρχιπρωτοκολλητή, ημερομηνίας 29.7.2021, γνωστοποίησε την απορριπτική απόφασή του επί του αιτήματος των αιτητριών. Συγκεκριμένα, το Τμήμα ενημέρωσε ότι το εν λόγω αίτημα δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, καθότι, ως αναφέρεται στην σχετική επιστολή, «η μισθολογική ταξινόμηση μιας θέσης δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά και από τα καθήκοντα που θα εκτελούνται». Εν προκειμένω, σύμφωνα πάντα με την επίδικη επιστολή, «δεν φαίνεται να προκύπτουν τέτοια καθήκοντα που να δικαιολογούν την μισθολογική τοποθέτηση» των αιτητριών στις Κλίμακες Α8, Α10 και Α11, παρά την απαίτηση για κατοχή Πανεπιστημιακού Διπλώματος Τουρκικών Σπουδών κατά την προκήρυξη της θέσης.

 

Οι αιτήτριες αντέδρασαν και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησαν τις δυο υπό εξέταση προσφυγές στις 15.10.2021.

Της εξέτασης των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειρε η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση δια της ενστάσεώς της και ανέπτυξε εκτενώς δια της γραπτής της αγόρευσης και σύμφωνα με τις οποίες οι προσφυγές υπόκεινται σε απόρριψη ως απαράδεκτες, καθότι (α) στρέφονται κατά μη εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία εμπίπτει στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, (β) οι αιτήτριες στερούνται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση των προσφυγών τους, εφόσον οι ίδιες αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την προσφορά διορισμού τους στη Δικαστική Υπηρεσία σε έκτακτη βάση και χωρίς διαμαρτυρία ως προς τη μισθολογική τους τοποθέτηση και (γ) οι αιτήτριες στερούνται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος, καθότι το αίτημά τους για μισθολογική αναβάθμιση, δεν ερείδεται στο Νόμο, με αποτέλεσμα το όποιο συμφέρον τους να μην είναι άξιο προστασίας.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες επί των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων υπήρξαν οι θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητριών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν εν εκτάσει τόσο υπέρ της ύπαρξης της απαιτούμενης νομιμοποίησης των αιτητριών, αλλά και υπέρ της εκτελεστότητας της επίδικης απόφασης ως πράξης που εμπίπτει στο χώρο του δημοσίου δικαίου, ενώ, περαιτέρω, δια των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούν, ισχυρίστηκαν ότι οι προσφυγές θα πρέπει να επιτύχουν και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων και ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της επίδικης απόφασης.

 

Προέχει, βεβαίως, η εξέταση του κατά πόσον υφίσταται η απαιτούμενη νομιμοποίηση των αιτητριών προς καταχώρηση και προώθηση των παρουσών προσφυγών. Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα της ύπαρξης του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος και η κρίση για την ύπαρξη ή έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πρέπει δε αυτό να εξετάζεται και να αποφασίζεται κατά προτεραιότητα, λόγω ακριβώς του θεμελιακού του ζητήματος (The Onisi Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 202A/2010, ημερ. 13.2.2017, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κοινοπραξίας Φυσικών και Νομικών Προσώπων Αντωνίου, Πίττα, Σκουρής, Μαραθοβουνιώτης, Μαύρου, Πίττας, Παπαχριστοφόρου, SKP Soteriou, Kyrzis Partners, Nicolaou & Konides Quantity Surveyors, εγγεγραμμένης ως ΕΡΓΟ ΣΥΝ - ΠΑΓΚ, Α.Ε. 139/2012, ημερ. 8.6.2018). Μάλιστα, στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του, στην Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Θεοδότης Χατζηβασιλείου, Ε.Δ.Δ. 24/2018, ημερ. 25.1.2024, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται από το Δικαστήριο, «ως πρώτο θέμα μεταξύ των λόγων που ερευνώνται, είτε αυτοί αφορούν την αρμοδιότητα ή την κακή σύνθεση ή τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Παπαδόπουλος κ.ά. ν. Ρ.Ι.Κ. κ.α. (1996) 3 ΑΑΔ 1, Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 797)».

 

Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην The Onisi Ltd, ανωτέρω, στην οποία παραπέμπει και η μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παπαθεοδώρου κ.α. ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Α.Ε. 99/12, ημερ 16.10.2018, το έννομο συμφέρον θα πρέπει να υπάρχει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την έγερση της προσφυγής, μέχρι την εκδίκαση της και την έκδοση της σχετικής απόφασης (βλ. και ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΑΦΟΥ (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 96/2020, ημερ. 24.1.2025), μπορεί δε αυτό να εξαλειφθεί αν ο αιτητής αποδεχθεί την προσβαλλόμενη πράξη και η αποδοχή του είναι ελεύθερη και ανεπιφύλακτη και όχι αποτέλεσμα πίεσης ή απειλής επέλευσης επιβλαβών συνεπειών σε αυτόν.

 

Εν προκειμένω, δε χωρεί αμφιβολία ότι οι δυο αιτήτριες, στις 27.5.2004 και στις 18.8.2009, αντίστοιχα, αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την απόφαση πρόσληψής τους στη Δικαστική Υπηρεσία πάνω σε έκτακτη βάση για απασχόληση και για εκτέλεση των καθηκόντων που αναγράφονται στην σχετική επιστολή που εστάλη σε κάθε μια εξ’ αυτών. Αυτό προκύπτει αβίαστα από τις δυο επιστολές ημερομηνίας 26.5.2004 και 31.7.2009, οι οποίες εστάλησαν στις δυο αιτήτριες και στις οποίες, στο κάτω μέρος αυτών, εμφαίνεται η ενυπόγραφη αποδοχή κάθε αιτήτριας, στις 27.5.2004 και 18.8.2009, αντίστοιχα. Στις εν λόγω επιστολές, γίνεται αναφορά στο οικείο νομοθετικό καθεστώς δυνάμει του οποίου προσλήφθηκαν οι αιτήτριες, ήτοι στον περί της Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων (Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία) Νόμο, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ καθοριστικής σημασίας είναι η ρητή αναφορά στη μισθολογική κλίμακα της επίδικης θέσης (Κλίμακα Α5 κατ’ ανώτατο όριο), επί της οποίας θα προστίθεται οποιαδήποτε εγκεκριμένη αύξηση και το τιμαριθμικό επίδομα που θα ισχύει κατά την περίοδο απασχόλησης (παράγραφος 2 της επιστολής). Επιπρόσθετα, στις εν λόγω επιστολές, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα καθήκοντα τα οποία θα καλούνταν να εκτελούν οι αιτήτριες και ειδικότερα: (α) καθήκοντα Διερμηνέα σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου από την Τουρκική στην Ελληνική και από την Ελληνική στην Τουρκική γλώσσα, (β) επαγωγή όρκων σε δικαστικές και άλλης φύσεως υποθέσεις, (γ) μετάφραση δικαστικών εγγράφων από την Τουρκική στην Ελληνική και από την Ελληνική στην Τουρκική γλώσσα, (δ) καθήκοντα Πρωτοκολλητείου που σχετίζονται με την καταχώρηση αγωγών και δικογράφων στην Τουρκική γλώσσα και (ε) οποιαδήποτε άλλα συναφή καθήκοντα ανατεθούν σε αυτές.

 

Δεδομένων των πιο πάνω, είναι σαφές ότι κατά τον χρόνο αποδοχής της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, οι αιτήτριες γνώριζαν για τα καθήκοντα και/ή τους όρους απασχόλησης και μισθοδοσίας τους, περιλαμβανομένης βεβαίως και της μισθολογικής κλίμακας της επίδικης θέσης (Κλίμακα Α5 κατ’ ανώτατο όριο), την οποία και αυτές αποδέχθηκαν ελεύθερα και ανεπιφύλακτα. Αυτή δε ακριβώς η ανεπιφύλακτη, οικειοθελής και κατ’ ελεύθερη βούληση αποδοχή των όρων της επιστολή και/ή της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, ημερομηνίας 27.5.2004 και 18.8.2009, αντίστοιχα, οδηγεί αναπόφευκτα στην εξάλειψη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος εκ μέρους των αιτητριών για καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών. Δια της ανεπιφύλακτης και ελεύθερης αποδοχής της απόφασης πρόσληψής τους, ως αυτή περιέχεται στις επιστολές προς τις αιτήτριες, ημερομηνίας 26.5.2004 και 31.7.2009, αντίστοιχα, οι αιτήτριες απέκοψαν τον ειδικό δεσμό, conditio sine qua non της ίδιας της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, μεταξύ αυτών και μιας νόμιμης κατάστασης, δυνάμει του οποίου θα μπορούσαν να αναμένουν και/ή να αντλήσουν ωφέλεια (βλ. Δώρα Ανδρέα Κούππα ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 151/06, ημερ. 2.4.2009 και απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην CYBARCO LTD-S.K. EUROMARKET LTD-MEKEL LTD AQWISE JV ν. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, Υποθ. Αρ. 272/2015, ημερ. 31.1.2019, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση, καθώς και το σύγγραμμα Επ. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 5η έκδοση, σελ. 433).

 

Εν προκειμένω, η υπό των αιτητριών ανεπιφύλαχτη και ελεύθερη αποδοχή των όρων και/ή του περιεχομένου της επιστολής αποδοχής πρόσληψης στη θέση που τους προσφέρθηκε και/ή της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, απολήγει στην έλλειψη νομιμοποίησής τους προς καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών, εφόσον με αυτήν ακριβώς την ανεπιφύλαχτη και ελεύθερη αποδοχή, δεν υφίσταται πλέον το απαιτούμενο έννομο συμφέρον (Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltd κ.α. (2011) 3 Α.Α.Δ. 1).

 

Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στη Γεωργίου ν. Παναγή (1997) 3 Α.Α.Δ. 81 και επιβεβαιώθηκε στην ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθ. Αρ. 621/2008, ημερ. 16.7.2009, το έννομο συμφέρον πρέπει να εκπορεύεται από τα νομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν εξομοιώνεται με αγώγιμο δικαίωμα, ενώ συσχετίζεται με την ιδιαιτερότητα της θέσης του εκάστοτε προσφεύγοντος, εν προκειμένω των αιτητριών, οι οποίες δια της συμπεριφοράς τους και/ή των προεκτεθεισών ενεργειών τους, απώλεσαν το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς αμφισβήτηση και προσβολή δια προσφυγής της επίδικης απόφασης (βλ. The Onisi Ltd, ανωτέρω).

 

Η νομολογία επί του υπό συζήτηση θέματος ήταν ανέκαθεν σταθερή. Στην HadjiConstantinou and Others v. Republic (1984) 3 C.L.R. 319 εξετάστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρόμοιο ζήτημα, που αφορούσε, ως και εν προκειμένω, ελεύθερη και χωρίς όρους αποδοχή διορισμών, στους οποίους είχαν τεθεί ξεκάθαρα οι μισθολογικές κλίμακες. Σε εκείνη την περίπτωση, οι αιτητές ήταν πυροσβέστες επί προσωρινής βάσεως, οι οποίοι, μετά το διορισμό τους στη μόνιμη θέση, ζήτησαν όπως τους παραχωρηθούν προσαυξήσεις. Το αίτημά τους απορρίφθηκε, καθότι «η παραχώρησις προσαυξήσεων εις εκτάκτους Πυροσβέστας επί τω διορισμώ αυτών επί μονίμου βάσεως ηγέρθη, εξητάσθη και ενεκρίθη το πρώτον την 22.3.1973 ουδείς δε εκ των αιτητών ήγειρε τοιούτο θέμα κατά τον χρόνον της αποδοχής του διορισμού του». Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγινε αναφορά στην πάγια θέση της νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η υφ’ ενός αιτητή ανεπιφύλακτη αποδοχή διοικητικής πράξης ή απόφασης, του αφαιρεί το έννομο συμφέρον άσκησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ακολούθως το θέμα τέθηκε ως εξής (σε μετάφραση):

 

«Ελάβαμε υπόψη το γεγονός ότι οι εφεσείοντες είχαν αποδεχθεί ελεύθερα και χωρίς όρους τούς διορισμούς τους στους οποίους είχαν τεθεί ξεκάθαρα οι μισθολογικές τους κλίμακες και ανκαι είχαν διορισθεί στις θέσεις τους προ πολλού χρόνου, μεταξύ 2 και 12 ετών, και έπαιρναν τους μισθούς τους κανονικά, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή ήγειραν το θέμα. Έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον να προωθήσουν τις προσφυγές τους και ακόμη και αν τέτοιο έννομο συμφέρον δυνατόν να υπήρχε σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα έχει απωλεσθεί με την εκπνοή πέραν των 75 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκαν τον πρώτο μισθό τους.».

 

Η ίδια προσέγγιση, επί παρόμοιου θέματος, ακολουθήθηκε αργότερα και στην ΠΑΣΥΔΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ.  187/2003, 23 Δεκεμβρίου, 2003, ενώ πιο πρόσφατα, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Μαρία Ζαντή ν. Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου μέσω Διοικούσας Επιτροπής, Ε.Δ.Δ. 129/2018, ημερ. 14.2.2024, όπου εξετάστηκε παρόμοιο με το υπό συζήτηση ζήτημα, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας διοικητικής πράξης, συνεπάγεται αποστέρηση του έννομου συμφέροντος προσβολής της με προσφυγή.  (βλ. Π. Κύρου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3(Α) ΑΑΔ 217 και Α. Μιχαήλ ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., ΕΔΔ 82/2018 και 83/2018, ημερ. 11.1.2024). Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από το Συμβούλιο της Επικράτειας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929 - 1959, σελ. 260, 261), όπου σημειώνεται πως, «γενικώς, δεν δημιουργείται έννομο συμφέρον οσάκις διαπιστώνεται ότι ο αιτών συνήνεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση της πράξης. Η γενόμενη τυχόν αποδοχή της προσβαλλόμενης πράξης από τον αιτούντα καθιστά απαράδεκτη την κατ' αυτής στρεφόμενη αίτηση ακυρώσεως, ελλείψει συμφέροντος.»

 

Σχετικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 2, 16η έκδοση (2022) του Επ. Σπηλιωτόπουλου, στις  παρ. 457 και 458, σελ. 105 και 106, που συνοψίζει την ορθή προσέγγιση επί του θέματος:

«457. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει σωρευτικά σε τρία χρονικά σημεία:  α) κατά την έκδοση προσβαλλόμενης πράξης (ΣΕ 4964/2012), β) κατά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, δηλαδή κατά την κατάθεσή της και γ) κατά την τελευταία συζήτησή της.  Το έννομο συμφέρον μπορεί να μην δημιουργηθεί ή μπορεί να εκλείψει μετά τη δημιουργία του για λόγους υποκειμενικούς, που αφορούν τον αιτούντα ή αντικειμενικούς. Έτσι, η δημιουργία έννομου συμφέροντος εμποδίζεται, αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι θετική και εκδόθηκε μετά από αίτηση του προσώπου που ασκεί την αίτηση ακυρώσεως ή προκλήθηκε από αυτό, ή εάν ο αιτών έδωσε κατά οποιοδήποτε τρόπο την συναίνεσή του για την έκδοση της πράξης (ΣΕ 2356/1964, 2468/2009).

 

458. Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει από αντικειμενικούς λόγους και η δίκη καθίσταται άνευ αντικειμένου, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970), όπως όταν ο αιτών έχασε, μετά την έκδοση της πράξης, την ιδιότητα με την οποία είχε υποστεί τη βλάβη (ΣΕ 1757/2005), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (Δ/γμα 18/1989, άρθρο 29).  Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της όπως π.χ. είναι η ανεπιφύλακτη συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης της πράξης και ειδικότερα η υποβολή προσφορών σε διαγωνισμό δημοσίων έργων χωρίς επιφύλαξη για τη νομιμότητα της διακήρυξης.  Η αποδοχή πρέπει i)  να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη, ii) να μην έγινε από νόμιμη υποχρέωση (ΣΕ 4528/1976, 4071/1990) ή λόγω οικονομικής ανάγκης (ΣΕ 2407/1970) ή λόγω παράνομης βίας ή απειλής  (ΣΕ 2013/1959) ή διότι η παράλειψή της θα είχε για τον αιτούντα δυσμενείς συνέπειες (ΣΕ 1568/1960) και iii) να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 2087/1970) ή, όταν δεν είναι ρητή να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως δεν υποδηλώνει αποδοχή της πράξης. Επίσης, το έννομο συμφέρον παύει να υπάρχει, εάν απωλέσθηκε η ιδιότητα υπό την οποίαν δημιουργείται βλάβη από την πράξη (ΣΕ 280/1996) εκτός αν επικαλείται τυχόν δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της από τη προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ4888/021, ΣΕ 1792/2014)»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, στη βάση των επίδικων γεγονότων, πως η Εφεσείουσα, στις 31.8.2007 αποδέχθηκε τον επίδικο διορισμό της, με μισθολογική τοποθέτηση στην 1η βαθμίδα της κλίμακας Α8.    Η αποδοχή της ήταν σαφής και εκούσια, δόθηκε  δηλαδή με ελεύθερη βούληση και χωρίς καμιά επιφύλαξη.  Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν απέρριψε, αλλά αποδέχθηκε στις 6.11.2007 και απέδωσε σ' αυτήν, μετά το διορισμό της, κατόπιν αιτήματος της ημερ. 22.10.2007, δύο επιπρόσθετες προσαυξήσεις για το μεταπτυχιακό της δίπλωμα, ουδόλως κατά την κρίση μας, επηρεάζει την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Εφεσείουσας να προσβάλει την επίδικη απόφαση για απόρριψη του αιτήματος της,  σε σχέση με την προϋπηρεσία της στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.  Τούτο γιατί η εκ των υστέρων του διορισμού της και εν μέρει ικανοποίηση του αιτήματος της για άλλο λόγο, δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να αλλοιώσει την προγενέστερη ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού  της στην συγκεκριμένη βαθμίδα και κλίμακα, ούτε και μπορεί να προσδώσει σ' αυτήν έννομο συμφέρον προκειμένου να αμφισβητήσει την νομιμότητα και ορθότητα της μεταγενέστερης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου σε σχέση με την προϋπηρεσία της.

 

Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω, κρίνουμε πως η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την Εφεσείουσα στις 31.8.2007, της πρότασης διορισμού της ημερ. 20.8.2007, αποστερεί από αυτήν το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την ορθότητα της μεταγενέστερης επίδικης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου ημερ. 13.2.2015 και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε προς τούτο την σχετική προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου.».

 

Τα πιο πάνω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην υπό εξέταση περίπτωση, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται και εδώ η έλλειψη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος εκ μέρους των αιτητριών να προσβάλλουν την επίδικη απόφαση απόρριψης του αιτήματος αναβάθμισης της μισθολογικής τους Κλίμακας, εφόσον είναι σαφές ότι αυτές είχαν αποδεχθεί με ελεύθερη βούληση και ανεπιφύλακτα την απόφαση και/ή πρόταση πρόσληψής τους, στις 27.5.2004 και 18.8.2009 αντίστοιχα, στη βάση συγκεκριμένων όρων, περιλαμβανομένης της μισθολογικής τους Κλίμακας. Ούτε και έχει προσκομιστεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. (βλ. και σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο (2020) Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 130).

 

Υπό το φως των πιο πάνω και δη της προεκτεθείσας νομολογίας αλλά και βιβλιογραφίας, κρίνονται αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της πλευράς των αιτητριών ότι στην υπό κρίση περίπτωση υφίσταται δημόσιο δικαίωμά  τους, το οποίο δεν επιδέχεται παραιτήσεως. Εν προκειμένω, οι αιτήτριες δεν έχουν παραιτηθεί από κανένα δημόσιο δικαίωμά τους, ελεύθερα δε και ανεπιφύλακτα αποφάσισαν να αποδεχθούν τη θέση που τούς προσφέρθηκε και/ή την επίδικη απόφαση πρόσληψής τους. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Κυριακόπουλου, B' Γενικό  Μέρος, "Εκδοση 4η, στη σελίδα 289, αναφορικά με τα «δημόσια δικαιώματα» και τη δυνατότητα «παραίτησης» από αυτά-

 

"γ. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος δεν είναι δυνατή και ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγεται, εφ’ όσον τούτο δεν αναγνωρίζη ται μόνον προς ικανοποίησιν ατομικού συμφέροντος αλλά και χάριν του γενικού συμφέροντος. Δημόσια δικαιώματα, συνιστάμενα ουχί χάριν των δημοσίων υπαλλήλων αλλά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι κατ' εξοχή τα εκ του νόμου εις αυτούς αναγνωριζόμενα και εκ της δημοσιοϋπαλληλικής αυτών ιδιότητος απορρέοντα, και τα οποία, διά τούτο, είναι ανεπίδεκτα παραιτήσεως. Ούτω, γενική παραίτησις από δικαιώματος προς λήψη μισθού ή συντάξεως ή προαγωγής εις ανώτερον βαθμόν του δημοσίου υπαλλήλου, ή βοηθήματος ασφαλείας του εργάτου κ.ο.κ, είναι ανίσχυρος.».

 

Και πιο κάτω, στη σελίδα 291-

«4. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος χωρεί, κατά κανόνα, δια ρητής δηλώσεως βουλήσεως εκ μέρους του δικαιούχου πολίτου και δέον κατ' αρχήν να είναι έγγραφος. Εντούτοις, είναι δυνατή και σιωπηρά παραίτησις, λ.χ. διά παραμελήσεως της ασκήσεως ωρισμένου δικαιώματος. Εν αμφιβολία όμως τεκμαίρεται έλλειψις παραιτήσεως. Ούτως, η υπό του παρανόμως απολυθέντος δημοσίου υπαλλήλου είσπραξις της συντάξεως, δεν επιτρέπεται να θεωρηθή ως παραίτησις από της αξιώσεως επί την προς τον μισθόν διαφοράν. Εάν δε η γενομένη ρητή παραίτησις είναι έγκυρος και εγένετο αρμοδίως αποδεκτή, ο παραιτηθείς δεσμεύεται ανάκλησις δεν επιτρέπεται.».

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι τα «δημόσια δικαιώματα» είναι τα δικαιώματα που υφίστανται για χάρη του δημοσίου συμφέροντος και είναι τα κατ’ εξοχήν εκ του νόμου αναγνωριζόμενα στους δημόσιους υπαλλήλους και απορρέουν ακριβώς από τη «δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα» αυτών, η οποία και συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση. Στην υπό κρίση περίπτωση, αυτό δεν ισχύει, εφόσον οι αιτήτριες δεν υπόκεινται στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο (Ν.1/1990) ο οποίος, όπως επισημάνθηκε και στη Ειρήνη Μουζουρή ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1199/2014, ημερ. 22.12.2014, αφορά στους προσληφθέντες, μόνιμα ή προσωρινά, υπαλλήλους από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, που είναι και η μόνη θεσμοθετημένη αρχή δυνάμει των σχετικών προνοιών του Συντάγματος για να διενεργεί τις εν λόγω προσλήψεις.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, είναι σαφές από την προεκτεθείσα νομολογία, αλλά και τη σχετική βιβλιογραφία επί του θέματος, ότι ναι μεν δεν χωρεί παραίτηση ρητή ή σιωπηρή σε θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία και είναι αναπαλλοτρίωτα, ωστόσο είναι δυνατή παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα, κατά κανόνα δια ρητής δήλωσης τέτοιας βούλησης. Έτι δε περαιτέρω, προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από την προεκτεθείσα νομολογία ότι σε περιπτώσεις ως η υπό εξέταση, η ελεύθερη και χωρίς όρους αποδοχή διορισμού και/ή πρόσληψης σε συγκεκριμένη θέση, στην οποία έχει τεθεί ξεκάθαρα η σχετική μισθολογική κλίμακα, αφαιρεί από τον αιτητή το έννομο συμφέρον άσκησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

 

Επιπρόσθετα, όμως, δεν έχω αντιληφθεί που έγκειται η παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, η οποία και θεμελιώνει έννομο συμφέρον των αιτητριών για προώθηση των προσφυγών τους, ως οι ίδιες οι αιτήτριες διατείνονται. Η αρχή της ισότητας, ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, επιβάλλει στη Διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, ίση και/ή ομοιόμορφη μεταχείριση όλων των πολιτών που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες και απαγορεύει τη θέσπιση αδικαιολόγητων και αυθαίρετων διακρίσεων (Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία CYBARCO LTD - A. ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, Ε.Δ.Δ. 19/2017, ημερ 31.10.2023, Αργύρης Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 Α.Α.Δ.Δ., 125, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας (1965) 3 Α.Α.Δ. 401). Κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, αποκλείονται διακρίσεις που δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Αν τα υποκείμενα ή αντικείμενα είναι ανομοιογενή, χωρεί διάκριση και παρέχεται στη Διοίκηση η ευχέρεια για τη θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα και την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης (Ανδρέας Σωτηριάδης ν. Παντελής Θεοφυλάκτου και Άλλης (2002) 3 Α.Α.Δ. 56).

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, παραπονείται η πλευρά των αιτητριών ότι δια της επίδικης αποφάσεως παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας, καθότι οι αιτήτριες δεν απολαμβάνουν «ίσης αμοιβής συγκριτικά με άλλους δημόσιους λειτουργούς της εν λόγω Δημόσιας Υπηρεσίας», καθώς και ότι οι καθ’ ων η αίτηση αντιμετώπισαν με ανόμοιο και/ή άνισο τρόπο όμοιες καταστάσεις εντός της δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν τα ίδια προσόντα. Δεν έχει, ωστόσο, αναφερθεί και/ή υποδειχθεί οτιδήποτε από την πλευρά των αιτητριών, με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, σε σχέση με περιπτώσεις συγκεκριμένων δημόσιων λειτουργών, που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά και/ή ευρίσκονται σε παρόμοιες συνθήκες με τις αιτήτριες και τυγχάνουν διαφορετικής και/ή ευμενούς μεταχείρισης, ούτως ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ισότητας. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα, και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός περί άνισης μεταχείρισης των αιτητριών.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεδομένης της ανεπιφύλαχτης και ελεύθερης αποδοχής της επίδικης απόφασης πρόσληψής τους, διαπιστώνεται έλλειψη της απαιτούμενης νομιμοποίησης των αιτητριών  προς καταχώρηση και προώθηση των υπό κρίση προσφυγών.

 

Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Κατά συνέπεια, οι προσφυγές αποτυγχάνουν, αποσυνενώνονται και απορρίπτονται ως απαράδεκτες. Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητριών.

 

                                                                                                    

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο