V. P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1226/2025, 7/4/2026
print
Τίτλος:
V. P. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1226/2025, 7/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

 

(Υπόθεση Αρ. 1226/2025)

 

7 Απριλίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                        V. P.                                                                                                          Αιτητής

                                                 ΚΑΙ

 

                                       ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Ρ. Βραχίμης, για Ροβέρτος Βραχίμης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή

Α. Ελευθερίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 3.11.2025, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-

 

«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση και/η εντεταλμένου από αυτούς Οργάνου ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2025 (Επισυνημμένο 1), σύμφωνα και/ή δια της οποίας οι Καθ’ ων η αίτηση απεφάσισαν ότι η συμπεριφορά του Αιτούντος αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και περιόρισαν το δικαίωμα του Αιτούντα για ελεύθερη διακίνηση και διαμονή και ότι αποφασίστηκε η απέλαση του από την Δημοκρατία ως νομικό αποτέλεσμα της ποινής φυλάκισης του, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή ελήφθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή με πλάνη περί των πραγμάτων και/ή συνεπεία ελλιπούς έρευνας και/ή αιτιολογίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.

 

B. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση και/η εντεταλμένου από αυτούς Οργάνου ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2025 (Επισυνημμένο 2), σύμφωνα και/ή δια της οποίας οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στην έκδοση διαταγμάτων κράτησης και/ή απέλασης του Αιτούντος και/ή σύμφωνα και/ή δια των οποίων οι Καθ’ ου η αίτηση διάταξαν τον Αρχηγό Αστυνομίας να κρατήσει και να απελάσει τον Αιτούντα, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή ελήφθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή με πλάνη περί των πραγμάτων και/ή συνεπεία ελλιπούς έρευνας και/ή αιτιολογίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.».

 

Εκκρεμούσης της διαδικασίας, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 21.12.2025, δια της οποίας ζητούσε όπως προσκομίσει μαρτυρία, με την μορφή ένορκης δήλωσης του αιτητή, προς υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, δηλαδή πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας σε σχέση με (α) την επικινδυνότητα του αιτητή στη δημόσια ασφάλεια (β) την ημερομηνία καθόδου του στην Κύπρο (γ) τους δεσμούς του με την Κύπρο και (δ) τα δικαιώματα των ανηλίκων τέκνων του και (ε) την ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής και η οικογένειά του από τυχόν απέλασή του.

 

Το Δικαστήριο τούτο, με απόφασή του ημερομηνίας 24.2.2026, απέρριψε την εν λόγω αίτηση, λέγοντας όμως και τα εξής:

 

«Ταυτόχρονα, όμως, στη βάση του αιτητικού Β της υπό κρίση αιτήσεως, δια του οποίου ζητείται από το Δικαστήριο τούτο η έκδοση οποιασδήποτε «περαιτέρω και/ή άλλης Διαταγής και/ή Θεραπείας» και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια και τις συμφυείς μου εξουσίες, διατάσσω όπως η Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κατατεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 2.3.2026 και ώρα 9.15».

 

Εκτενής αναφορά στην εν λόγω Έκθεση των Κοινωνικών Υπηρεσιών, η οποία τελικά προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται κατωτέρω.

 

Ο αιτητής, Ρουμάνος υπήκοος, καταδικάστηκε στις 30.6.2023 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για το αδίκημα του βιασμού και της ζήτησης, είσπραξης και χρήσης υπηρεσιών θύματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης και του επιβλήθηκε η ποινή της τριετούς φυλάκισης.

 

Στις 29.10.2025, εκδόθηκαν εναντίον του αιτητή τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει των άρθρων 29(1) και 35 του περί του Δικαιώµατος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισµένων Υπηκόων του Ηνωµένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαµένουν Ελεύθερα στη Δηµοκρατία Νόμου (Ν.7(Ι)/2007).

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον αιτητή προβάλλει ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παραβίαση των διατάξεων του Νόμου 7(Ι)/2007, καταχρηστικά και για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, χωρίς δέουσα έρευνα και υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και τον Νόμο, ενώ η αιτιολογία τους είναι ελλιπής και λανθασμένη και δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα και τα στοιχεία του διοικητικού του φακέλου. Περαιτέρω, ο κ. Βραχίμης ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του αιτητή σε ακρόαση και συνέντευξη πριν την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης από τους καθ’ ων η αίτηση, καθότι ουδέποτε ο αιτητής ρωτήθηκε και/ή ακούστηκε αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του και την οικογενειακή κατάσταση του, κατά παράβαση του άρθρου 43(1) του περί των γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(I)/1999). 

 

Εγείρονται επίσης ισχυρισμοί περί υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας, της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.

 

Ειδικότερα όσον αφορά τις διατάξεις του Νόμου 7(Ι)/2007, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται εν πρώτοις ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις παραβιάζουν τα άρθρα 9, 14 και 17 του εν λόγω Νόμου: κατά τη σχετική εισήγηση, ο αιτητής ως πολίτης της Ένωσης ο οποίος έχει διαμείνει νομίμως στη Δημοκρατία για συνεχή περίοδο 14 χρόνων, και ο οποίος διαθέτει επαρκείς πόρους συντήρησης για τον ίδιο και την οικογένειά του, ώστε να μην επιβαρύνει κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής του το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας κάτω από το ΓΕΣΥ, έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής, το οποίο δεν υπόκειται στους όρους των Μερών ΙΙΙ και VI του Νόμου 7(Ι)/2007 και εφόσον αυτός έχει διαμείνει στην Κύπρο από το 2011 και ουδέποτε ανακλήθηκε η βεβαίωση εγγραφής του.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του αιτητή, τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 29(3)(α) και (β) του Νόμου 7(Ι)/2007, αφού δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας και ούτε αυτά θεμελιώθηκαν αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αιτητή, ο οποίος πριν από την εν λόγω καταδίκη του είχε λευκό ποινικό μητρώο, ενώ για την εν λόγω παραβατική συμπεριφορά του που διαπράχθηκε το 2021, δηλαδή τέσσερα χρόνια προηγουμένως, έχει ήδη δικαστεί και τιμωρηθεί με φυλάκιση και έχει εκτίσει όλη την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Δικαστήριο, «έχει καταλάβει το λάθος του και έχει μετανιώσει πικρά για αυτό, ενώ σήμερα είναι ένας εντελώς άλλος άνθρωπος πλήρως συμμορφωμένος, ο οποίος δεν πρόκειται να επαναλάβει στο μέλλον τα ίδια λάθη και/ή την ίδια παραβατική συμπεριφορά», η οποία «ήταν μια μεμονωμένη πράξη».

 

Τονίζει περαιτέρω ο κ. Βραχίμης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29(3)(β) του Νόμου 7(Ι)/2007, προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και τα προσβαλλόμενα διατάγματα λήφθηκαν χωρίς δέουσα έρευνα, υπό νομική πλάνη, καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας. Κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή, καθώς και ότι έχει ενσωματωθεί πλήρως και αυτός και ολόκληρη η οικογένεια του στην Κυπριακή κουλτούρα, νοοτροπία, ήθη και έθιμα και ότι έχει χάσει κάθε δεσμό με την Ρουμανία, ενώ κανένας επιτακτικός λόγος δημόσιας ασφάλειας δεν υφίσταται για την κράτηση και απέλασή του από την Δημοκρατία, κατά παράβαση τωνς πρόνοιων των άρθρων 30(1), (2) και (3) του Νόμου 7(Ι)/2007.

 

Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 32(3) του Νόμου 7(Ι)/2007, καθότι καμία προθεσμία δεν δόθηκε στον αιτητή για να εγκαταλείψει την Δημοκρατία που να μην είναι μικρότερη του ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης για απέλασή του. Αντιθέτως, συνεχίζει ο κ. Βραχίμης, το επίδικο διάταγμα απέλασης αναφέρει ρητά ότι διατάσσεται όπως ο αιτητής απελαθεί στην Ρουμανία και αναχωρήσει από τη Δημοκρατία πάραυτα, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32(3) του Νόμου 7(Ι)/2007.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του αιτητή, τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 35(1) και (2) του Νόμου 7(Ι)/2007, αφού πριν από την έκδοσή τους, καμία διερεύνηση δεν έγινε από τους καθ’ων η αίτηση εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις των άρθρων 29, 30 και 31 και ούτε εξετάστηκε και/ή ελέγχθηκε κατά πόσον ο αιτητής εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, καθώς επίσης δεν αξιολογήθηκε καθόλου το κατά πόσον έχει επέλθει ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων αφότου διαπράχθηκαν τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε, αλλά και αφότου εκδόθηκε το διάταγμα απέλασής του.

 

Έτι δε περαιτέρω, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι τα επίδικα διατάγματα παραβιάζουν το Άρθρο 15 του Συντάγματος, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, καθώς και τις Ευρωπαϊκές και Διεθνές Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως επίσης και τα άρθρα 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τα δικαιώματα και το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού και το δικαίωμά του να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απ’ ευθείας επαφές με τον αιτητή-πατέρα του.  Συναφώς, προβάλλεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη το βέλτιστο και υπέρτατο συμφέρον των ανήλικων τέκνων του αιτητή.

 

Τέλος, υποβάλλεται και η εισήγηση ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόστηκαν ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 29(4) του Νόμου 7(Ι)/2007, αφού ουδέποτε ζητήθηκε από την Ρουμανία να παράσχει εντός δύο μηνών πληροφορίες για το ποινικό μητρώο του αιτητή, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε δε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα και/ή οι παράμετροι αναφορικά με την περίπτωση του αιτητή λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν δεόντως και δε χωρεί δικαστική παρέμβαση.  Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν διαπιστώνεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, αλλ’ ούτε παραβίαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά του αιτητή, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη.

 

Επιπρόσθετα, ο κ. Ελευθερίου ήγειρε δια του δικογράφου της ενστάσεως και προώθησε περαιτέρω δια της γραπτής του αγόρευσης, προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενος ότι σε σχέση με το επίδικο διάταγμα απέλασης, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι έχει απωλέσει το αντικείμενό της, εφόσον το εν λόγω διάταγμα έχει ανασταλεί. Ούτε κατάλοιπο ζημία προωθείται από τον αιτητή επ’ αυτού, με αποτέλεσμα, κατά τη σχετική εισήγηση, η υπό κρίση προσφυγή να χρειάζεται να εξεταστεί μόνον όσον αφορά το διάταγμα κράτησης.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

 

Εν πρώτοις, η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη. Είναι πρόδηλο ότι αυτό που προσβάλλεται δια της υπό κρίση προσφυγής είναι η απόφαση έκδοσης τόσο του διατάγματος απέλασης όσο και του διατάγματος κράτησης εναντίον του αιτητή. Το γεγονός της αναστολής του διατάγματος απέλασης δεν αφορά στη φύση και στην ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος, αλλά στον περιορισμό της ισχύος αυτού. Με άλλα λόγια, το επίδικο διάταγμα απέλασης εξακολουθεί να υφίσταται, εφόσον αυτό δεν έχει ακυρωθεί, αλλά έχει ανασταλεί. Με αποτέλεσμα και η προσφυγή, η οποία στρέφεται κατά της απόφασης έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, να μην έχει απωλέσει το αντικείμενό της, παρά την αναστολή του διατάγματος αυτού. Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η προσέγγισή μου εάν το εν λόγω διάταγμα είχε ακυρωθεί. Ούτε και η αναφορά του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση στην Ruth Nsah v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024 μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην επιχειρηματολογία του υπέρ της εγερθείσας προδικαστικής ένστασης, εφόσον τα γεγονότα στην εν λόγω υπόθεση προδήλως διαφοροποιούνται από αυτά της παρούσας. Σε εκείνη την περίπτωση, επρόκειτο για ενδιάμεση διαδικασία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής των εκεί επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων η αιτήτρια είχε καταχωρήσει ενδιάμεση αίτηση στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας): ωστόσο, δεδομένου του γεγονότος ότι είχε ήδη, πριν από την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης, ανασταλεί το διάταγμα απέλασης από τους καθ’ ων η αίτηση, κρίθηκε από το Διοικητικό Εφετείο ότι ο λόγος έφεσης περί λανθασμένης μη αναστολής του διατάγματος απέλασης από το Δικαστήριο (σε σχέση με τη δυνατότητα παραμονής της αιτήτριας στην Δημοκρατία μέχρι εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησής της) προβλήθηκε αλυσιτελώς.

 

Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.

 

Προχωρώ στην εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται.

 

Κρίνεται εξ’ αρχής σκόπιμη η παράθεση των διατάξεων του Νόμου 7(Ι)/2007 που τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και οι οποίες ενέχουν ουσιώδη σημασία για την εξέταση των επίδικων ζητημάτων. Εν πρώτοις, στο άρθρο 29, με πλαγιότιτλο «γενικές αρχές» προβλέπονται τα ακολούθα (η έμφαση έχει προστεθεί):

 

«29.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Μέρους, η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

 

[.]

 

(3)(α) Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που το αφορά, η οποία πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας:

Νοείται ότι, δεν επιτρέπεται η επίκληση λόγων που δε συνδέονται με τα στοιχεία της εκάστοτε ατομικής περίπτωσης ούτε η επίκληση λόγων γενικής πρόληψης∙

 

(β) Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ' εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.

 

(4) Για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, κατά την έκδοση βεβαίωσης εγγραφής ή κατά την έκδοση του δελτίου διαμονής, η αρμόδια αρχή δύναται, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να ζητά από το κράτος μέλος καταγωγής του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, από άλλα κράτη μέλη, να της παρέχουν εντός δυο μηνών το αργότερο πληροφορίες για το ποινικό μητρώο, που πιθανόν να έχει ο ενδιαφερόμενος:

 

Νοείται ότι, η έρευνα αυτή δε δύναται να έχει συστηματικό χαρακτήρα.».

 

Περαιτέρω, στο άρθρο 30 του Νόμου προβλέπονται τα εξής:

 

«30.-(1) Προτού η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση απέλασης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, λαμβάνει υπόψη της την περίοδο διαμονής του ενδιαφερόμενου προσώπου στη Δημοκρατία, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στη Δημοκρατία και το εύρος των δεσμών του με τη χώρα καταγωγής του.

 

(2) Η αρμόδια αρχή δε δύναται να λαμβάνει απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη επικράτεια της Δημοκρατίας, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

 

(3) Ουδεμία απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης λαμβάνεται, εκτός εάν η απόφαση αυτή βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, εφόσον τα πρόσωπα αυτά-

 

(α) Έχουν διαμείνει κατά τα προηγούμενα δέκα έτη στη Δημοκρατία, ή

 

(β) είναι ανήλικοι, εκτός εάν η απέλαση είναι απαραίτητη για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως προβλέπεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, της 20ης Νοεμβρίου 1989, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο [.]».

 

Τέλος, στο άρθρο 35 προβλέπεται ότι-

 

«35.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να εκδίδει διατάγματα απέλασης ως παρεπόμενο μέτρο σε σχέση με ποινή φυλάκισης, μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 29, 30 και 31.

 

(2) Κατά την εκτέλεση του διατάγματος απέλασης που εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή ελέγχει κατά πόσο ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, και αξιολογεί, επίσης, κατά πόσο έχει, ενδεχομένως, επέλθει ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων αφότου εκδόθηκε το διάταγμα απέλασης.».

 

Εν πρώτοις, αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι ότι διατάγματα απέλασης δύναται να εκδοθούν ως παρεπόμενο μέτρο σε σχέση με ποινή φυλάκισης, μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 29, 30 και 31 του Νόμου 7(Ι)/2007. Επομένως χρήζει, κατά λογική προτεραιότητα, εξέτασης ο ισχυρισμός περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 29 του Νόμου και περί μη εξέτασης των απαιτούμενων παραμέτρων που θέτει το άρθρο 30(1), κατά τη λήψη των επίδικων διαταγμάτων. Σύμφωνα λοιπόν με το περιεχόμενο του εγγράφου με τίτλο «ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΕΛΑΣΗΣ», το οποίο επισυνάφθηκε στην επίδικη απόφαση απέλασης: 

 

«Οι αρμόδιες αρχές, αφού έλαβαν υπόψη όλα τα δεδομένα της περίπτωσής σας, έκριναν ότι η προσωπική σας συμπεριφορά αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

 

Συγκεκριμένα:

 

(α) Επειδή έχετε καταδικαστεί στη Δημοκρατία για τα αδικήματα του βιασμού και της ζήτησης, είσπραξης και χρήσης υπηρεσιών θύματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης.».

 

Εύλογα προκύπτει ότι η μοναδική καταγεγραμμένη αιτιολογία που τίθεται προς υποστήριξη της κρίσης των καθ’ ων η αίτηση ότι η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή συνιστά πραγματική ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αφορά αποκλειστικά και μόνο την ποινική καταδίκη του αιτητή για τα αδικήματα που διέπραξε.

 

Επιπρόσθετα όμως, δεν προκύπτει να εξετάστηκαν οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή, ως ρητά επιτάσσει το προεκτεθέν άρθρο 30(1) του Νόμου 7(Ι)/2007. Με αποτέλεσμα να υφίσταται κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει. Από πουθενά δεν προκύπτει τι ακριβώς είχε υπόψη του το αποφασίζον όργανο και ποια ήταν η κρίση του επί των παραμέτρων που ο ίδιος ο νομοθέτης επιτακτικά τάσσει στην προαναφερθείσα διάταξη, όταν παντελώς λακωνικά καταγράφεται ότι λήφθηκαν υπόψη «όλα τα δεδομένα της περίπτωσης» του αιτητή. Ούτε και δύναται να συμπληρωθεί το κενό αιτιολόγησης από το περιεχόμενο της επιστολής της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λευκωσίας (ΥΑΜ), ημερομηνίας 23.10.2025 (παράρτημα 2 στην ένσταση), όπου εν πάση περιπτώσει γίνεται μόνον αναφορά στην εγγραφή του αιτητή ως Ευρωπαίου πολίτη στον οποίον παραχωρήθηκε Άδεια Παραμονής Αορίστου Διαρκείας, καθώς και το γεγονός ότι κρίθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε τριετής ποινή φυλάκισης από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για τα προαναφερθέντα αδικήματα, τα οποία, ως αναφέρεται, είναι πολύ σοβαρά και «θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή προσώπων καθώς και τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια». Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το ερώτημα και/ή να μην προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα κατά πόσον εξετάστηκαν οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή και γενικότερα όλα όσα ρητά επιτάσσει το άρθρο 30(1) του Νόμου 7(Ι)/2007.

 

Μάλιστα, επισημαίνω το γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 23.10.2025, ρητά αναφέρεται ότι «Ζητήθηκε επανειλημμένα η κοινωνικο-οικονομική έκθεση από Λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών Ευημερίας στο Τμήμα Φυλακών, χωρίς θετικό αποτέλεσμα μέχρι τώρα». Άμεσα σχετικό είναι και το υπηρεσιακό σημείωμα από Λειτουργό του Τμήματος προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 29.10.2025 (παράρτημα 3 στην ένσταση), στην οποία αναφέρονται και τα εξής (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):

 

«2. Σε σχέση με την απαιτούμενη έρευνα από την αρμόδια αρχή πριν την οποιαδήποτε απόφαση απέλασης ως ορίζεται στο άρθρο 30 παράγραφο (1) του Ν. 7(Ι)/2007 θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ατομικά δεδομένα του υπό αναφορά [σημ.: αιτητή]. Επισημαίνεται ότι δεν έχει σταλεί οποιαδήποτε Κοινωνικοοικονομική Έκθεση ώστε να μπορέσει να εξεταστεί η υπό αναφορά περίπτωση ως οι πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας.

 

3. Με βάση τα υπό αναφορά δεδομένα δεν έχουν προσκομιστεί οι απαραίτητες πληροφορίες που θα επέτρεπαν την εξέταση της περίπτωσης ως απαιτείται με βάση το άρθρο 30 του Ν. 7(Ι)/2007. Ως εκ τούτου, εισηγούμαι την έκδοση Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης με ανεσταλμένο το Διάταγμα Απέλασης εν αναμονή των απόψεων ΥΚΕ για Κοινωνικοοικονομική Έκθεση.».

 

Επισημαίνεται ότι τα πιο πάνω λέχθηκαν σε επιστολή ίδιας ημερομηνίας (29.10.2025) με την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.

 

Επιπρόσθετα δε, παρατηρώ ότι στη συνέχεια, και αφού εξακολουθούσε να μην είχε ετοιμαστεί η εν λόγω έκθεση, δι’ επιστολής της Διευθύντριας του Τμήματος προς το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λευκωσίας, ημερομηνίας 10.11.2025 (παράρτημα 4 στην ένσταση), ζητήθηκε η, όσο το δυνατόν συντομότερη, αποστολή της Έκθεσης για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του αιτητή, ως απαιτείται από το άρθρο 30(1) του Νόμου 7(Ι)/2007. Μάλιστα, στην εν λόγω επιστολή γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 30(1), αλλά και σε όλα όσα πρέπει να περιέχονται στην έκθεση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Ωστόσο, η έκθεση αυτή ετοιμάστηκε στις 16.3.2026 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 24.3.2026, παρόλο που ήδη με την ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 24.2.2026, το Δικαστήριο είχε διατάξει όπως η Έκθεση των Κοινωνικών Υπηρεσιών κατατεθεί ενώπιον μου κατά τη δικάσιμο της 2.3.2026. Ας σημειωθεί ότι κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 2.3.2026, ήταν κοινή διαπίστωση του Δικαστηρίου και του δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, η οποία καταγράφηκε στο σχετικό πρακτικό, ότι η Έκθεση που είχε ετοιμαστεί από τις Υπηρεσίες και είχε προσκομιστεί κατά την εν λόγω δικάσιμο, έχρηζε συμπλήρωσης και/ή συμπληρωματικών και/ή πρόσθετων πληροφοριών. Συνεπώς,  ο κ. Ελευθερίου ζήτησε πρόσθετο χρόνο μερικών ημερών, προκειμένου να ετοιμαστεί συμπληρωμένη και/ή ολοκληρωμένη η σχετική Έκθεση. Πράγματι, η Έκθεση ετοιμάστηκε στις 16.3.2026 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ως εκ των πιο πάνω, καθίσταται προφανές ότι κατά παράβαση των όσων ρητά επιτάσσει το άρθρο 30(1) του Νόμου 7(Ι)/2007, δεν αξιολογήθηκαν και/ή δεν λήφθηκαν υπόψη από τους καθ’ ων η αίτηση κατά το χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος απέλασης, η περίοδος διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, η ηλικία του, η κατάσταση της υγείας του, η οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, η κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στη Δημοκρατία και το εύρος των δεσμών του με τη χώρα καταγωγής του: στοιχεία τα οποία εκτίθενται εκ των υστέρων και/ή μεταγενέστερα της επίδικης απόφασης στην υπό αναφορά Έκθεση, ημερομηνίας 16.3.2026. Πρόκειται για στοιχεία, τα οποία πράγματι περιέχονται στην εν λόγω Έκθεση, ωστόσο δεν υφίσταντο, ως έδει, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και, συνακόλουθα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η ενασχόληση του παρόντος Δικαστηρίου με μεταγενέστερα των επίδικων διαταγμάτων γεγονότα (Limon v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 126/2021, ημερ. 20.4.2022). Όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30(1) του Νόμου 7(Ι)/2007, να είχαν ενώπιον τους έγκαιρα και να είχαν λάβει υπόψη τους όλα τα πιο πάνω πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Μάλιστα, παρατηρώ ότι, επίσης μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, σε επιστολή των Κοινωνικών Υπηρεσιών προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 20.2.2026, ρητά εκφράζεται η θέση ότι είναι προς το συμφέρον των παιδιών του αιτητή η διατήρηση της συνοχής της οικογένειας, «η οποία σύμφωνα με τα δεδομένα παρουσιάζεται σήμερα να είναι λειτουργική». Η εν λόγω επιστολή αναρτήθηκε στο σύστημα του i-Justice από τους καθ’ ων η αίτηση και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 21.3.2026.

 

Επαναλαμβάνω ότι όλα τα πιο πάνω θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση και ληφθούν δεόντως υπόψη πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης. Και βεβαίως δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής μελέτη και αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης και η διαμόρφωση κρίσης προς υποκατάσταση του πρωτογενούς καθήκοντος της Διοίκησης (Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000)3 ΑΑΔ 438), Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3Α.Α.Δ. 145).

 

Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην, δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κ.Α. Preston  ν. Υπουργείο Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Η κατάληξη της   Διοίκησης σε πράξη απέλασης με βάση τα άρθρα 29 και 30 ευθέως δημιουργεί υποχρέωση της Διοίκησης  να ενεργήσει με βάση τα κριτήρια του Νόμου.

 

Κατ’ αρχάς πρέπει να παρατηρήσουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επανάλαβε την αρχή ότι η καταδίκη σε ποινικό αδίκημα δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο για απέλαση ατόμου  και δη, όπως εν προκειμένω, ευρωπαίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πολίτη[.]

 

Παρά την ορθή καταγραφή των  αρχών, θεωρούμε ότι στη συνέχεια έχει παρεισφρήσει σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αξιολόγηση των δεδομένων της  υπό κρίση περίπτωσης. Δεν ήταν καθήκον του ιδίου του Δικαστηρίου  να εντοπίσει κάποια διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου για  να αιτιολογήσει το ίδιο την απέλαση. ΄Ηταν εκ του Νόμου καθήκον  της διοίκησης  να λάβει υπόψη και να  εφαρμόσει τα κριτήρια που θέτει ο ίδιος ο Νόμος  και ιδιαίτερα το άρθρο 30 ανωτέρω, (όπου σαφώς τίθενται συγκεκριμένα  κριτήρια βλ. πιο πάνω, αρθρ.30(1)). Έχοντας δε αυτά υπόψη,  να αξιολογήσει την κρινόμενη περίπτωση δίδοντας συναφή αιτιολογία  της κρίσης της   διοίκησης. Αφ’ ης στιγμής τα κριτήρια τα θέτει ο ίδιος ο Νόμος, είναι υποχρέωση  της διοίκησης  να τα εξετάσει προβαίνοντας σε δέουσα έρευνα κατά πρώτον και  κατά δεύτερον να τα εντάξει στην επίδικη απόφαση, αιτιολογώντας την κρίση της. Πολλώ δε μάλλον που η αρχή της αναλογικότητας   τίθεται στο ίδιο το κείμενο του σχετικού άρθρου 29 [.]

 

Ομοίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει καν αναφορά στα κριτήρια, από τη Διοίκηση, τα οποία έπρεπε  να έχουν «δεσπόζουσα θέση στην αιτιολογία», σύμφωνα με τα ως άνω νομολογηθέντα. Συνεπώς, συνιστά σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφενός να  θεωρήσει αιτιολογημένη την απόφαση στην οποία απουσιάζει παντελώς η κρίση επί των  κριτηρίων του Νόμου και αφετέρου στο να  συλλέξει το ίδιο στοιχεία τα οποία συσχέτισε με τα κριτήρια του άρθρου 30.».

 

Υπό το φως των αμέσως πιο πάνω και λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων της υπό εξέταση περίπτωσης, κρίνω ότι και εν προκειμένω, οι καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να ενεργήσουν, ως η υποχρέωσή τους, με βάση τα όσα ρητά προνοούνται στο άρθρο 30(1) και άρθρο 29 του Νόμου 7(Ι)/2007. Τα πιο πάνω ευρήματα στοιχειοθετούν λόγους ακύρωσης που έγκεινται τόσο στην παραβίαση των διατάξεων των εν λόγω άρθρων, όσο και σε έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης. Η δε διαπίστωση ότι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση για απέλαση του αιτητή δεν εκδόθηκε σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις που η σχετική νομοθεσία επιβάλλει, είναι καταλυτική και σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής. Παρέλκει δε η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1800 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

 

                                                                     Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο