ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1567/2022 (i-Justice))
24 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ATAF UR REHMAN BHATTI
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η Αίτηση
Φ. Βρυωνίδης, για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Σ. Καρασαμάνης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής, υπήκοος Πακιστάν, προσβάλλει ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 26.5.2022 και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Όπως αναφέρεται στην επίδικη επιστολή που εστάλη στον αιτητή, η αίτησή του απορρίφθηκε, επειδή δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός είναι άτομο καλού χαρακτήρα και, συνακόλουθα, ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Ο αιτητής, γεννηθείς κατά το έτος 1981, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 7.10.2005, με σκοπό να φοιτήσει σε ιδιωτικό κολλέγιο και έκτοτε, μέχρι και τις 17.4.2009, βρισκόταν στην Δημοκρατία με το καθεστώς του φοιτητή, κατέχοντας σχετική άδεια παραμονής.
Στις 8.8.2008, ο αιτητής τέλεσε γάμο με Ρουμάνα υπήκοο και τού παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη μέχρι τις 7.6.2014.
Εν συνεχεία, και παρά το γεγονός ότι στις 5.5.2014, εκδόθηκε διαζύγιο μεταξύ του και της προαναφερθείσας Ευρωπαίας, ο αιτητής διατήρησε δικαίωμα παραμονής στην Κύπρο ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη, κατ’ εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, καθότι ο γάμος του είχε διαρκέσει πάνω από τρία χρόνια. Σύμφωνα δε με τα ενώπιον μου τεθέντα, αυτός εξακολουθεί να είναι κάτοχος δελτίου μόνιμης διαμονής ως μέλος οικογένειας Ευρωπαίου πολίτη, με ισχύ μέχρι τις 7.4.2031.
Στις 19.1.2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία εξετάστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και εν τέλει απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών («ο Υπουργός»), για το λόγο που έχει προεκτεθεί και ο οποίος αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 26.5.2022, που εστάλη στον αιτητή.
Ο αιτητής αντέδρασε και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 5.8.2022.
Με τον πρώτο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης που προωθεί, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι η επίδικη απόφαση πάσχει ως αναιτιολόγητη και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένη, εφόσον από πουθενά δεν αποκαλύπτεται ο λόγος για τον οποίο οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο αιτητής δεν είναι άτομο καλού χαρακτήρα. Περαιτέρω, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι πεπλανημένα οι καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν ότι ο αιτητής δεν πληροί τα υπό της νομοθεσίας προβλεπόμενα προσόντα για πολιτογράφηση, ενώ, πρόσθετα, προβάλλεται ότι η επίδικη απόφαση, εκτός από πεπλανημένη, είναι και προϊόν μη διενέργειας δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης. Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Τέλος, προωθείται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενάσκησαν εσφαλμένα και/ή κακόπιστα την διακριτική τους ευχέρεια.
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε δε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ενώ ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν διαπιστώνεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, ούτε παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή, αλλ’ ούτε παραβίαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά του αιτητή, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη.
Τονίζει, μεταξύ άλλων, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση ότι το ζήτημα της παραχώρησης υπηκοότητας σε αλλοδαπό, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους, ως έκφανση της άσκησης την κρατικής του κυριαρχίας και, εφόσον η Διοίκηση ενήργησε καλόπιστα, η κρίση της ως προς την έγκριση ή απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος, αναγνωρίζεται κατά τα λοιπά ως απόλυτη. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν καλόπιστα και καθόλα ορθά κατέληξαν στην απόρριψη της αίτησης του αιτητή, στηριζόμενοι στο ότι δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αιτητής είναι άτομο καλού χαρακτήρα.
Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Θα πρέπει εξ’ αρχής να τονίσω πως δεν παραγνωρίζω αυτό που κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, ότι δηλαδή ακόμα και η υφ’ ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για πολιτογράφηση, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής αιτήματος για πολιτογράφηση, αλλά δεν παρέχει αφ’ εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για πολιτογράφηση (Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της πολιτογράφησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66 και Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009).
Εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 111 του Νόμου, δυνάμει της οποίας λήφθηκε η επίδικη απόφαση, είναι ξεκάθαρο ότι ο ίδιος ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για πολιτογράφηση. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ' επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και επομένως το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Αυτός είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, p.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Εν προκειμένω, ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, ως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι κατά την υπό των καθ’ ων η αίτηση διενεργηθείσα εξέταση της αίτησης του αιτητή, η οποία και απέληξε στην επίδικη απορριπτική απόφαση, παραβιάστηκε η αρχή της καλής πίστης, με αποτέλεσμα να χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου. Και τούτο, καθότι διαπιστώνεται προφανές κενό αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, αλλά και έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και ενήργησαν εν προκειμένω αντιφατικά.
Ειδικότερα, οι καθ’ ων η αίτηση, δια της επίδικης επιστολής τους προς τον αιτητή, ημερομηνίας 26.5.2022, γνωστοποίησαν σε αυτόν την απορριπτική τους απόφαση, επειδή δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός είναι άτομο καλού χαρακτήρα και, συνακόλουθα, ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου. Ωστόσο, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, από πουθενά δεν προκύπτει στη βάση ποιων στοιχείων οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν σε αυτή την διαπίστωση. Μάλιστα, στη σχετική Έκθεση που ετοιμάστηκε και υποβλήθηκε στον Υπουργό Εσωτερικών προς έγκριση, ημερομηνίας 9.8.2021, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του αιτητή, ρητά αναφέρεται ότι ο αιτητής είναι άτομο καλού χαρακτήρα (με παραπομπή στο ερ. 210 του φακέλου, όπου περιέχεται Πιστοποιητικό Λευκού Ποινικού Μητρώου του αιτητή), ενώ την ίδια στιγμή, δίπλα από αυτή την καταγραφή, αναφέρεται ότι ο αιτητής «Απασχόλησε την ΚΥΠ». Επί του τελευταίου, και προς υποστήριξη της επίδικης απόφασης, ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση προσκόμισε, κατά τις διευκρινίσεις, αντίγραφο εγγράφου της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ), με ημερομηνία 30.9.2019 και την διαβάθμιση «Απόρρητο». Ωστόσο, καμία διαφώτιση δεν παρέχεται από το εν λόγω έγγραφο ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, εφόσον ουδέν αναφέρεται που θα μπορούσε να προσθέσει και/ή να στοιχειοθετήσει την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αιτητής είναι άτομο καλού χαρακτήρα. Το μόνο σχετικό που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, είναι πως ο αιτητής «απασχόλησε την Υπηρεσία [σημ.: ΚΥΠ] σε θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή και αρμοδιότητά της». Πέραν τούτου ουδέν. Από πουθενά και από κανένα σημείο του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ποια είναι αυτά τα θέματα για τα οποία ο αιτητής απασχόλησε την ΚΥΠ. Μάλιστα, ούτε και ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, όταν ρωτήθηκε σχετικώς από το Δικαστήριο τούτο κατά τις διευκρινίσεις, μπορούσε να υποδείξει οποιοδήποτε έγγραφο ή/και σημείο του φακέλου και/ή των παραρτημάτων του δικογράφου της ένστασης, από το οποίο να διαφαίνεται ή/και να προκύπτει για ποια ζητήματα ο αιτητής απασχόλησε την ΚΥΠ.
Συνακόλουθα, ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται προδήλως κενό αιτιολόγησης και/ή ανεπαρκής αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, η οποία ούτε και από τα στοιχεία του φακέλου δύναται να συμπληρωθεί, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου που είναι και το ζητούμενο (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270 Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Από πουθενά δεν προκύπτει που στηρίχθηκε η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο αιτητής είναι άτομο καλού χαρακτήρα, ούτε και μπορεί να συμπληρωθεί η αιτιολογία της πράξης από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, κατά τρόπο που να προκύπτουν με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης της αίτησης του αιτητή από τη Διοίκηση (Σανταφιανός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 108/2015, ημερ. 3.6.2022, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Με αποτέλεσμα και ο ισχυρισμός της πλευράς των καθ’ ων η αίτηση ότι η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου, να είναι αβάσιμος και το προαναφερθέν τεκμήριο υπέρ της καλόπιστης ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση να έχει κλονιστεί.
Ούτε και η αναφορά του κ. Καρασαμάνη στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Refik v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1416/2019, ημερ. 24.2.2022, μπορεί να διαφοροποιήσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις, εφόσον τα κριθέντα στην εν λόγω υπόθεση δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα: σε εκείνη την περίπτωση, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, υπήρχαν σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες από την ΚΥΠ περί παράνομης εισόδου και διαμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία. Εν προκειμένω, ουδέν αναφέρεται ως προς τους λόγους που ο αιτητής απασχόλησε την ΚΥΠ.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, η αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναπόφευκτα κρίνεται ελλιπής και πάσχουσα, εφόσον στερείται αυτή της αναγκαίας συγκεκριμενοποίησης και δεν δύναται να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά απαιτεί (Στέφανος Φράγκου, ανωτέρω). Αυτές οι ελλείψεις δημιουργούν σφάλμα και, κατ' επέκταση, κενό αιτιολογίας, που δεν μπορεί να καλυφθεί από την αρχή της καλής πίστης. Όπως λέχθηκε και στην Reyes, ανωτέρω, η εν λόγω αρχή δεν αποτελεί πανάκεια για να καλύψει κάθε κενό. Η αιτιολογία αποτελεί εχέγγυο σύννομης άσκησης της διοίκησης αποκλείοντας την αυθαιρεσία. Σε κάθε δε περίπτωση, οι αρχές του Διοικητικού Δικαίου επιβάλλουν την αιτιολόγηση της ληφθείσας απόφασης.
Έχει δε κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (βλ. και άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999). Θα πρέπει, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται όχι μόνο οι πραγματικοί, αλλά και οι νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης. Αντίθετα, πάσχει η αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο που να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιών στοιχείων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και να αποκαλύπτεται η επάρκεια της διενεργηθείσας έρευνας. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αιτιολογία είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία, επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348), προκειμένου να διακριβωθεί η νομιμότητα της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης, ανωτέρω ANDRELIA PAPHOS LTD, ανωτέρω).
Επιπρόσθετα δε, ως εκ των πιο πάνω, ούτε και το ενδεχόμενο να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη στην κρίση της Διοίκησης, δύναται να αποκλειστεί. Εν προκειμένω, ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, αλλά και γενικότερα των όσων έχουν προεκτεθεί, διαπιστώνεται πλάνη στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση ως προς τα πράγματα, με αποτέλεσμα η απόφαση να πάσχει και για αυτό τον λόγο: διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η προσέγγισή μου, εάν το σύνολο των στοιχείων της περίπτωσης του αιτητή εντασσόταν στην όλη εικόνα και απορριπτόταν αιτιολογημένα. Εκ των πραγμάτων δε, το παρόν Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό η πλάνη επηρέασε τη λήψη της απορριπτικής απόφασης (Ζένιος v. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181, 1183, 1184, Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Αμπελ. Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, 235). Αυτή δε η πλάνη σαφώς και είναι ουσιώδης και παραβιάζει, όπως και η μη διενέργεια της δέουσας, υπό τις περιστάσεις, έρευνας, την αρχή της καλής πίστης, επιδρώντας ωσαύτως καταλυτικά στο κύρος της επίδικης απόφασης.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο