ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 187/2020
14 Απριλίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Μαίρη Κορομία
Αιτήτρια
και
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας
Καθ' ης η Αίτηση
__________________
Ρ. Ευγενίου (κα), για Μ. Ηλιάδης και Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι Αιτήτριας.
Μ. Κοτσώνη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Δικηγόρο της Καθ’ ης η αίτηση.
Κ. Παναγιώτου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι Ενδιαφερομένου Μέρους.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή ζητά απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι η απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αρ. 5256 την 31.1.2020, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος Αντρέας Παπαγιάννης, προάχθηκε στη μόνιμη Θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων A' (Τομέας εκδόσεων), στη Βουλή των Αντιπροσώπων, από 15.1.2020 αντί της Αιτήτριας, είναι παράνομη, άκυρη και/ή χωρίς νομικό αποτέλεσμα.
Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου ο οποίος έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, ήτοι την προαγωγή του Ενδιαφερομένου Μέρους, έχουν ως εξής:
Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, με επιστολή του ημερομηνίας 16.7.2019, η οποία λήφθηκε στο Γραφείο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας αυθημερόν, υπέβαλε εκ μέρους της αρμόδιας αρχής πρόταση για πλήρωση, μεταξύ άλλων, δύο κενών μονίμων θέσεων Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων Α', στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Επειδή, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας η θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων Α , Βουλή των Αντιπροσώπων, είναι θέση Προαγωγής, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας στη συνεδρία της με ημερομηνία 9.8.2019, αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος πλήρωσης της εν λόγω θέσης σε ημερομηνία που θα οριζόταν αργότερα, στην παρουσία του Γενικού Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων. Στη συνεδρία της Επιτροπής με ημερομηνία 19.12.2019 προσήλθε ο Γενικός Διευθυντής, ο οποίος σύστησε για προαγωγή το Ενδιαφερόμενο Μέρος και άλλη μία υποψήφια, και στη συνέχεια, αφού αυτός αποχώρησε, η Επιτροπή προχώρησε στη γενική αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο Γενικός Διευθυντής της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέφερε στη σύσταση του τα ακόλουθα (η έμφαση προστίθεται):
«Οι επτά παρακάτω υπάλληλοι ικανοποιούν την απαίτηση (1) του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων A' (Τομέας Εκδόσεων), Κλ. Α11(ii), για πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων (Τομέας Εκδόσεων) και κατά συνέπεια θεωρούνται υποψήφιοι για προαγωγή:
1. Μ. Χρ.,
2. Παπαγιάννης Αντρέας,
3. Χ. Έ.,
4. Κορομία Μαίρη,
5. Π. Σ.,
6. Θ. Σ.,
7. Κ. Θ..
Γνωρίζω προσωπικά όλους τούς υποψηφίους για προαγωγή λόγω της επαφής που έχω μαζί τους από τη θέση τον Γενικού Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων, προκειμένου, όμως, να προβώ σε σύσταση έχω μελετήσει τούς Προσωπικούς τους Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών του Εκθέσεων.
Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα καθιερωμένα κριτήρια για προαγωγή στο σύνολό τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - καθώς και τις απαιτήσεις τον Σχεδίου Υπηρεσίας των υπό πλήρωση θέσεων, κρίνω ως καταλληλότερους για προαγωγή στις θέσεις Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων Α' (Τομέας Εκδόσεων), τους Μ. Χρ. και Παπαγιάννη Αντρέα, τούς οποίους και συστήνω.
Οι συστηθέντες Μ. Χρ. και Παπαγιάννης Αντρέας υπερέχουν σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων (Τομέας Εκδόσεων) έναντι των υποψηφίων με α/α 4-7. Ειδικότερα οι Μ. και Παπαγιάννης υπερέχουν σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση κατά ένα μήνα από την υποψήφια Κορομία Μαίρη, κατά εννέα μήνες έναντι της υποψήφιας Π. Σ., κατά ένα χρόνο και δέκα μήνες έναντι της υποψήφιας Θ. Σ. και κατά τρία έτη και πέντε μήνες από τον υποψήφιο Κ. Θ.. Επιπλέον, οι Μ. και Παπαγιάννης υπερέχουν σε αρχαιότητα πού ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης έναντι της υποψήφιας με α/α 3, Χ.‘Ε..
Οι Μ. Χρ., Παπαγιάννης Αντρέας, Χ.Έ., Κορομία Μαίρη, Π. Σ. και Θ. Σ., είναι ισοδύναμοι μεταξύ τους σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία. Επιπλέον, οι Μ., Παπαγιάννης, Χ. και Κορομία υπερέχουν σε αξία έναντι τον Κ. Θ., όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων.
Σε ό,τι αφορά το θέμα των προσόντων, όλοι οι υποψήφιοι, Μ. Χρ., Παπαγιάννης Αντρέας, Χ. Έ., Κορομία Μαίρη, Π. Σ., Θ. Σ. και Κ. Θ., κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα, τα οποία, παρότι δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και τους έδωσα την ανάλογη βαρύτητα. Οι συστηθέντες Μ. και Παπαγιάννης κατέχουν Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στη Διεύθυνση με ειδίκευση στη Δημόσια Διοίκηση από το Μεσογειακό Ινστιτούτο Διεύθυνσης και Master of Arts in International Relations του Πανεπιστημίου Λευκωσίας αντίστοιχα. Η υποψήφια Χ. Έ. κατέχει Master of Arts in Counselling Studies τον Πανεπιστημίου Durham του Ηνωμένου Βασιλείου, η Κορομία Μαίρη κατέχει Master of Arts in Public Sector Management από το Cyprus International Institute of Management, η Π. Σ. κατέχει μεταπτυχιακό Master of Arts in Classics από το Πανεπιστήμιο Ρέντινγκ του Ηνωμένου Βασιλείου και o Κ. Θ. κατέχει Master of Arts in Classics από το Πανεπιστήμιο τον Λονδίνου. Δεν παρέλειψα να παρατηρήσω ότι η υποψήφια Θ. Σ. κατέχει Μεταπτυχιακούς τίτλους Master Artium στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία του Πανεπιστημίου Κύπρου και Master (Special Letters Modernes) του Montpellier Univ. ΙΙΙ (PaulVal.) της Γαλλίας καθώς και επιπλέον Δίπλωμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας-Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ωστόσο έλαβα υπόψη ότι οι συστηθέντες, Μ. Χρ. και Παπαγιάννης Αντρέας, υπερέχουν σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση κατά ένα έτος και δέκα μήνες από την υποψήφια Θ. Σ..»
Στο σημείο αυτό o Γενικός Διευθυντής της Βουλής των Αντιπροσώπων αποχώρησε από τη συνεδρία.»
Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το φάκελο πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και Φακέλους των Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συστηθέντες δύο υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων και το Ενδιαφερόμενο Μέρος, υπερέχουν των άλλων υποψηφίων με βάση το σύνολο των καθιερωμένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα) και αποφάσισε να προσφέρει προαγωγή σ' αυτούς ως τους πιο κατάλληλους για προαγωγή στη μόνιμη θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων Α' (Τομέας Εκδόσεων) στη Βουλή των Αντιπροσώπων, από 15.1.2020. Ως προκύπτει από τα πρακτικά, η απόφαση της ΕΔΥ, έχει ως εξής :
«Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα κριτήρια — αξία, προσόντα, αρχαιότητα - , σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη την σύσταση του Γενικού Διευθυντή, έκρινε ότι οι παρακάτω υπερέχουν των άλλων υποψηφίων, τους επέλεξε ως τους πιο κατάλληλους και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτούς προαγωγή στη μόνιμη θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων A', Βουλή των Αντιπροσώπων, από 15.1.20:
1. Μ. Χρ.
2. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ Αντρέας
Η Επιτροπή, καταλήγοντας στην πιο πάνω απόφασή της, έλαβε υπόψη ότι οι επιλεγέντες υπερέχουν σε αρχαιότητα στην παρούσα τους θέση, Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων, κατά ένα μήνα μέχρι τρία περίπου χρόνια, συγκρινόμενοι με τους υποψηφίους με α/α 4, 5, 6 και 7, και κατ' επέκταση σε πείρα η οποία σύμφωνα με τη νομολογία προσι9έτει στο στοιχείο της αξίας και λόγω ημερομηνίας γέννησης, συγκρινόμενοι με την υποψήφια με α/α 3, ουδενός υστερούν σε αξία έναντι των λοιπών υποψηφίων, όπως η αξία αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, και, επιπλέον, διαθέτουν την υπέρ τους σύσταση του Γενικού Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων. Σ' ότι αφορά τα προσόντα, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι επιλεγέντες κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα, τα οποία δεν απαιτούνται, που προβλέπονται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι όμως σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης και, ως εκ τούτου, τους δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, η Μ. Χρ. κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημόσια Διοίκηση από το Μ.I.Μ. και o Παπαγιάννης Αντρέας Master of Arts in International Relations, University of Nicosia.
Τέλος, η Επιτροπή, καταλήγοντας στην πιο πάνω απόφαση, δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι και οι λοιποί υποψήφιοι διαθέτουν και αυτοί σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης επιπρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα. Συγκεκριμένα, η υποψήφια με α/α 3, Χ. Έ., διαθέτει Master of Arts in Counselling Studies, University or Durhams, η υποψήφια με α/α 4, Κορομία Μαίρη, Master in Pablic Sector Management, C.I.l.M., η υποψήφια με α/α 5, Π. Σ., Master of Arts in Classics, University of Reading, η υποψήφια με α/α 6, Θ. Σ., Δίπλωμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Master (Special Letters Modernes), Montpellier University Γαλλίας καθώς επίσης και μεταπτυχιακό τίτλο στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, Πανεπιστήμιο Κύπρου, και o υποψήφιος με α/α 7, Κ. Θ. διαι9έτει Master of Arts in Classics. Ωστόσο, σημείωσε ότι αυτά δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν και, ως εκ τούτου, τους δόθηκε η ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώμενα με τα υπόλοιπα κριτήρια. Οι εν λόγω όμως υποψήφιοι δεν υπερέχουν σε αξία, έπονται σε αρχαιότητα και, επιπλέον, δεν διαθέτουν τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η οποία είναι υπέρ των επιλεγέντων.»
Η απόφαση της ΕΔΥ δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με Αρ. Φύλλου Εφ. 5256, ημερ 31.1.2020, με αριθμό γνωστοποίησης 87 και εναντίον αυτής καταχωρείται η παρούσα προσφυγή, όπου ο δικηγόρος της αιτήτριας προωθεί με τις αγορεύσεις του ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί για σειρά λόγων. Πρωτίστως, η αιτήτρια προβάλει τη θέση ότι, η σύσταση του Γενικού Διευθυντή της Βουλής υπέρ του Ενδιαφερομένου Μέρους πάσχει ως πεπλανημένη και αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων, ότι υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας αναφορικά με τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων και ότι είναι αναιτιολόγητη. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα πως, ο Γενικός Διευθυντής αναιτιολόγητα κατέληξε στο ατεκμηρίωτο συμπέρασμα ότι το προσόν του Ε.Μ. είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης. Ότι δηλαδή, λείπει η απαιτούμενη αιτιολογία από τον Γενικό Διευθυντή για το πώς κατέληξε στο συμπέρασμα του ότι το ακαδημαϊκό προσόν του Ε.Μ. (Μεταπτυχιακός τίτλος στις Διεθνείς Σχέσεις) είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, λαμβανομένου υπόψη ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας δεν προβλέπει μεταπτυχιακούς τίτλους σε συγκεκριμένα θέματα ως πρόσθετο προσόν, σε αντίθεση με το μεταπτυχιακό της Αιτήτριας στη Δημόσια Διοίκηση. Επιπρόσθετα, προβάλλεται άλλος λόγος ακύρωσης έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους της ΕΔΥ σε σχέση με την υιοθέτηση της σύστασης του Γενικού Διευθυντή, η οποία, ως υποστηρίζει η αιτήτρια, ήταν αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων, ότι δηλαδή υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας επί των προσόντων των υποψηφίων, ενώ εσφαλμένα δόθηκε υπέρτερη βαρύτητα στην οριακή υπεροχή του Ε.Μ. σε αρχαιότητα και κατά συνέπεια να συμπαρασύρεται σε ακύρωση και η τελική απόφαση προαγωγής του. Τέλος, υποστηρίζει ακόμα ότι, η αιτιολογία στην τελική απόφαση της ΕΔΥ είναι αόριστη και ελλιπής, σε βαθμό που δεν επιτρέπει τον δικαστικό έλεγχο.
Αντίθετα, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι, η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά, σύμφωνα με τις διατάξεις Νόμων, των Κανονισμών και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που έχει η ΕΔΥ και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα, τονίζει η κα.Κοτσώνη πως, προκύπτει ακριβώς από τα στοιχεία των φακέλων ότι, όλα τα πρόσθετα, μη απαιτούμενα προσόντα, των διαδίκων, έχουν ληφθεί υπόψη από τον Γενικό Διευθυντή κατά τη σύσταση του και ακολούθως από την ίδια την ΕΔΥ, ενώ αυτά προσμέτρησαν μαζί με τα άλλα στοιχεία κρίσης και τους αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα.
Αναφορικά με την εξέταση των δύο, σχετικών μεταξύ τους, λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης που προβάλλει η Αιτήτρια, ότι δηλαδή αυτή είναι αποτέλεσμα της πάσχουσας σύστασης του Γεν. Διευθυντή της Βουλής στην οποία εν συνεχεία στηρίχθηκε η κρίση της ΕΔΥ, ότι η σύσταση είναι αποτέλεσμα έλλειψης επαρκούς και δέουσας έρευνας και ο Γενικός Διευθυντής αναιτιολόγητα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μεταπτυχιακό προσόν του Ε.Μ. στις Διεθνείς Σχέσεις είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, σε αντίθεση με το μεταπτυχιακό της Αιτήτριας στη Δημόσια Διοίκηση, παραγνωρίζοντας τα πρόσθετα, μη απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας, προσόντα των υποψηφίων, παραπέμπω στο απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας της Επιτροπής, όπου καταγράφεται η σχετική σύσταση του Γενικού Διευθυντή, αλλά και το σκεπτικό της ΕΔΥ στην λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ανωτέρω.
Όπως διαπιστώνω από τους Προσωπικούς Φακέλους των υποψηφίων, τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της υπό αναφορά θέσης, τα διαθέτουν όλοι οι υποψήφιοι, ενώ τόσο η αιτήτρια όσο και το Ε.Μ είναι ισοδύναμοι μεταξύ τους σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές τους Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία. Όπως πάντα προκύπτει από τα στοιχεία των φακέλων, αμφότεροι κατέχουν επιπρόσθετα προσόντα απόλυτα σχετικά με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης. Ως προς δε το κριτήριο της αρχαιότητας, το Ε.Μ. υπερέχει έστω και οριακά σε αρχαιότητα από την αιτήτρια λόγω διορισμού του στη θέση Λειτουργού Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων ένα μήνα πριν από το διορισμό της στην ίδια θέση, αφού το ενδιαφερόμενο μέρος διορίστηκε την 1.7.2008 ενώ η αιτήτρια την 1.8.2008.
Το ζήτημα κρίσης της κρίσης των πρόσθετων προσόντων, αποτελεί προμετωπίδα των επιχειρημάτων των δικηγόρων της αιτήτριας οι οποίοι ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε λανθασμένα, «σε σημείο που δεν αντιλαμβάνεται ο κοινός αναγνώστης, σε ποιο βαθμό ελήφθη υπόψη το πρόσθετο προσόν και ποια βαρύτητα δόθηκε κατά την τελική απόφαση για την σύσταση του Γενικού Διευθυντή» και ότι με αυτό τον τρόπο δεν μπορεί ούτε το Δικαστήριο να προβεί σε δικαστικό έλεγχο. Όπως υποστηρίζει η αιτήτρια, ο Γενικός Διευθυντής αναιτιολόγητα κατέληξε στο ατεκμηρίωτο συμπέρασμα ότι το προσόν του Ε.Μ. είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, όπως σχετικό κρίθηκε και το αντίστοιχο της ίδιας.
Προχωρώντας στο σχολιασμό των ως άνω λόγων ακύρωσης υπενθυμίζω ότι, η στάθμιση και αξιολόγηση υφισταμένων πρόσθετων προσόντων, μη απαιτουμένων από το σχέδιο υπηρεσίας, τα οποία έχουν κριθεί από τους Καθ’ ων η αίτηση εναπόκειται στην αρμόδια αρχή και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στη σχετική διεργασία, (Υπόθεση Αρ 326/2011, Αθηνάς Στεφάνου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, ημερομηνίας 28.02.2013). Ως έχει παγιωθεί νομολογιακά, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, αλλά της διοίκησης, η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων (Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.1997). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε επί του θέματος στην Λακκοτρύπη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. ECLI:CY:AD:2015:D552, Υποθ. Αρ. 135/2012 κ.α., ημερ. 4.8.2015, ECLI:CY:AD:2015:D552, αποτελεί έργο καθαρά διοικητικό η ερμηνεία του σχεδίου υπηρεσίας και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, με τη διενέργεια πρωτογενούς έρευνας και ουσιαστικής κρίσης για το θέμα της κατοχής και αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων.
Όπως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, ο προϊστάμενος του τμήματος και/ή της υπηρεσίας, όπου υφίσταται η κενή θέση, βρίσκεται στην καταλληλότερη θέση να γνωρίζει στην πράξη τις ανάγκες της εν λόγω θέσης, αλλά και για να περιγράψει τις αρετές που χρειάζονται για την επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων μιας θέσης, επισημαίνοντας ποιες από τις ιδιότητες και τις ικανότητες που καταφαίνεται ότι έχει ένας υπάλληλος ταιριάζουν καλύτερα στις ανάγκες της επίδικης θέσης, ώστε αυτός να αναδεικνύεται ως ο καταλληλότερος (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (422) 3 Α.Α.Δ. 695). Η δε σημασία που αποδίδεται στη Σύσταση, στοχεύει ακριβώς στη διασφάλιση ότι κατά τη διαδικασία επιλογής, το διορίζον όργανο θα καθοδηγηθεί από τον προϊστάμενο που βρίσκεται σε μοναδική θέση να συμβουλεύσει την Επιτροπή επί των ιδιοτήτων και της αξίας των υφιστάμενών του (βλ. Constantinou ν. Republic (1984) 3 C.L.R. 498, 501, Κύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1435/99 κ.α., ημερ. 12.9.2001). Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, η σύσταση του Προϊσταμένου του Τμήματος δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων, αλλά εμπεριέχει τη συμβουλή ή γνώμη του Προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως αυτή αποτυπώνεται στους σχετικούς φακέλους (βλ. Μοδίτης ανωτέρω).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα από το πρακτικό της ΕΔΥ ημερ. 9.8.2019, ο Γενικός Διευθυντής της Βουλής Σωκράτης Σωκράτους, δήλωσε πως «Γνωρίζω προσωπικά όλους τούς υποψηφίους για προαγωγή λόγω της επαφής που έχω μαζί τους από τη θέση τον Γενικού Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων, προκειμένου, όμως, να προβώ σε σύσταση έχω μελετήσει τούς Προσωπικούς τους Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών του Εκθέσεων». Στην δε σύσταση του κατέληξε αφού προέβη στη σύγκριση όλων των υποψηφίων, συμπεριλαμβανομένων της αιτήτριας και του Ε.Μ., με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης. Προκύπτει δε από το πρακτικό πως, ο Διευθυντής έλαβε υπόψη τα στοιχεία των φακέλων και στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση εκείνα τα στοιχεία. Συνεπώς οι συστάσεις στηρίζονται και δεν συγκρούονται με τους προσωπικούς φακέλους (Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 426). Στην απόφαση του νέου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(A)/2020, ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΛΕΝΑΣ ΚΑΚΟΥΛΛΗ, ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2025 έγινε εκ νέου αναφορά στην Αλίκη Στυλιανού (ανωτέρω), ενώ σημειώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη σύσταση του Διευθυντή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα ως εξής:
«Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η σύσταση του Αναπληρωτή Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή («ΑνΑΕΔ») ήταν αναιτιολόγητη και ότι με αυτή προσπαθούσε να κάνει ανάπλαση των φακέλων, αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης του δεύτερου λόγου έφεσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού καταγράφει πως ο «ΑνΑΕΔ» εισηγήθηκε ως καταλληλότερες τα ενδιαφερόμενα μέρη, αναφερόμενος σε στοιχεία από τους φακέλους, τα οποία υιοθέτησε στη συνέχεια το Συμβούλιο της Αρχής, κατέληξε πως τα στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψη είναι εκείνα τα οποία βαθμολογούνται στα έντυπα αξιολόγησης, στα οποία, «σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην προσφυγή Θεοδόση, οι υποψήφιες εμφανίζονται ισάξιες». Πρόσθετα, συνεχίζει « η καθ' ης η αίτηση προσδίδει υπεροχή στα Ε/Μ στη βάση των καθηκόντων και το είδος της εργασίας που τους ανατέθηκαν και εκτελούν, κάτι το οποίο η νομολογία αποδοκιμάζει. Η φύση των καθηκόντων που ανατίθενται σε υπάλληλο δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο κριτήριο για την προώθησή του έναντι συναδέλφου του, εκτός ίσως όπου προκύπτει ότι στον τελευταίο ανατέθηκαν, λόγω ανεπάρκειας περιορισμένα καθήκοντα. Μέτρο κρίσης της αξίας, είναι η επάρκεια και αποτελεσματικότητα με την οποία οι υπάλληλοι ασκούν τα καθήκοντα τους, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές τους εκθέσεις και όχι η φύση ή το είδος της εργασίας που εκτελούν κατ' εντολή των ανωτέρων τους (βλ. Χαραλαμπίδης v. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 414).».
Η σύσταση του «ΑνΑΕΔ» δεν είναι μόνο εκείνη η οποία καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά πριν καταλήξει στις συστάσεις του, αφού αναγνώρισε ότι η εφεσίβλητη και τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ισάξιες στην επίδοση, απόδοση και αρχαιότητα, στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση τα στοιχεία των φακέλων τους καταλήγοντας:
« …………………………»
Προκύπτει, συνεπώς, πως έλαβε υπόψη τα στοιχεία των φακέλων και στη συνέχεια προέβη στις ανάλογες επισημάνσεις με βάση εκείνα τα στοιχεία. Συστάσεις οι οποίες στηρίζονται και δεν συγκρούονται με τους προσωπικούς τους φακέλους, όπως έχει νομολογηθεί στην Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 426. Αυτή είναι και η μόνη υποχρέωση που τίθεται στον «ΑνΑΕΔ» χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης. Αρχή η οποία επισημάνθηκε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δαμιανού (2001) 3 ΑΑΔ 247, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην εισήγηση του Συμβουλίου Προσωπικού και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η τελευταία δεν επιβάλλεται από θεσμοθετημένη διάταξη να είναι αιτιολογημένη, εμπεριέχεται και η αιτιολόγηση τους γιατί κρίνουν το ενδιαφερόμενο μέρος συνολικά καταλληλότερο για προαγωγή. Να υπενθυμίσουμε πως τα μέλη του Συμβουλίου Προσωπικού και ο Διευθυντής έχουν προσωπική γνώση της γενικής αξίας των υποψηφίων, ως εκ της ιδιότητας τους σαν ανώτεροι λειτουργοί της Αρχής. Η φράση που χρησιμοποιήθηκε: «ουσιαστικά καταλληλότεροι», δεν είναι κατ΄ανάγκην αναπαραγωγή αυτής που χρησιμοποιείται στον Κανονισμό 10(7). Δηλώνει, νομίζουμε, την επιλογή του Συμβουλίου Προσωπικού και του Διευθυντή μεταξύ υποψηφίων που ισοβαθμούν στα στοιχεία που καταγράφονται στα χαρτιά. Αν δεν ήταν δυνατή σε τέτοια, ή παρόμοια περίπτωση, το Συμβούλιο Προσωπικού ή ο Διευθυντής να εκφράσουν την προτίμηση τους, αναφορικά με ισότιμους υποψηφίους, τότε θα ήταν αχρείαστη η συμμετοχή τους στη διαδικασία, εφόσον όλα τα έγγραφα, στα οποία καταγράφεται η απόδοση και επίδοση των υποψηφίων, είναι στο φάκελο τους και ενώπιον του Συμβουλίου της Αρχής. Εδώ ακριβώς, νομίζουμε, πως υπεισέρχεται η ατομική κρίση, η οποία δυνατό να μην μπορεί να εκφραστεί με συγκεκριμένες λέξεις, ενόψει της ισοβαθμίας των υποψηφίων, διαπιστώνεται όμως από το πνεύμα του γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται και τις ιδιάζουσες περιστάσεις στην κάθε υπόθεση.».
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος έφεσης επιτυγχάνει.»
Στη παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι ο Γενικός Διευθυντής, αξιολόγησε τους υποψήφιους, μεταξύ των οποίων την αιτήτρια και το Ε.Μ. και προέβη στη σύσταση του, προσφέροντας την αιτιολόγηση η οποία εντοπίζεται στο εν λόγω πρακτικό, η οποία κρίνεται πλήρης και αιτιολογημένη. Δεδομένων των αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης, η θέση της αιτήτριας πως, ο Γενικός Διευθυντής αναιτιολόγητα κατέληξε στο ατεκμηρίωτο συμπέρασμα ότι το προσόν του Ε.Μ. είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, λαμβανομένου υπόψη ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης δεν προβλέπει μεταπτυχιακούς τίτλους σε συγκεκριμένα θέματα ως πρόσθετο προσόν, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο, αφού, ως προανέφερα, αποτελεί έργο της διοίκησης και όχι του Δικαστηρίου η ερμηνεία του Σχεδίου Υπηρεσίας και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει με τη διενέργεια πρωτογενούς έρευνας και ουσιαστικής κρίσης για το θέμα της κατοχής και αξιολόγησης των προσόντων των υποψηφίων. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η σύσταση ήταν αιτιολογημένη και εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων, ούτε προκύπτει να δόθηκε υπέρτερη βαρύτητα στην οριακή υπεροχή του Ε.Μ. σε αρχαιότητα στη προηγούμενη θέση, αφού σε όλα τα άλλα κριτήρια αξιολόγησης αυτοί ήταν ίσοι. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακύρωσης, ο οποίος αναφέρεται σε πάσχουσα σύσταση του Γενικού Διευθυντή, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Λέγοντας τούτα διαπιστώνω ακόμα πως, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση της αιτήτριας ότι, διαπιστώνεται έλλειψη δέουσας έρευνας και πάσχουσας αιτιολογίας εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση περί της σύστασης του Γενικού Διευθυντή, η οποία ήταν αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων, με συνέπεια να συμπαρασύρεται σε ακύρωση και η τελική απόφαση προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Προσώπου.
Οι βασικές αρχές με βάση τις οποίες θα πρέπει να κριθεί η υπόθεση έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα από την απόφαση Μιλτιάδους ν. Δημοκρατίας (1989) 3 (Γ) Α.Α.Δ. 1318 σελ. 1336 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η υπόθεση αυτή θα κριθεί με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από το
Δικαστήριο τούτο:-
1. Το Διοικητικό Δικαστήριό δεν ακυρώνει απόφαση διορισμού ή προαγωγής αν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και ήταν εύλογα επιτρεπτή.
2. Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου. (Βλ. μεταξύ άλλων, Alexandros Christou and CII)ers and The Republic (Public Service Commission) 4 R.S.C.C. 1 , σελ. 6, Charaiambos Georg ades and Another ν. Republic (Public Service Commission) (1970 3 C.L.R. 257, στη σελ. 268, Odysseas Geoghiou ν. Republic (Public Service Commission) (1976) 3 C.L.R. 74, σελ. 82, Piperi and Others ν.Republic (ανωτέρω), Republic ν. Zachariades (1986) 3 C L.R 852).
Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, εκτός εάν αιτητής αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του υποψηφίου που διορίστηκε ή προάχθηκε - (Niki Michael (Νο. 1) ν. Republic (Public Service Commission) (1975) 3 C.L.R. 136- Evgeniou ν. Republic (1979) 3 C.L.R. 239- HadjiIoannou ν. Republic (1983) 3 C.L.R 1041).”
Σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση αναφορικά με την επιλογή του καταλληλότερου υποψήφιου, για προαγωγή ή διορισμό, με την κρίση του αρμοδίου οργάνου ήτοι της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Επαναλαμβάνω εν προκειμένω τις ανωτέρω διαπιστώσεις μου ότι, η προηγηθείσα σύσταση υπέρ του Ε.Μ. ήταν αιτιολογημένη και εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων. Ομοίως θα απορρίψω και τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας εκ μέρους της Καθ' ης η αίτησις, επειδή έτυχε υιοθέτησης η σύσταση του Γενικού Διευθυντή και τη θέσης της αιτήτριας ότι συμπαρασύρεται σε ακύρωση και η τελική απόφαση προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Προσώπου. Εν προκειμένω διαπιστώνω ότι, η ΕΔΥ διενεργώντας δική της έρευνα αποφάσισε τη σχετικότητα των μεταπτυχιακών των υποψηφίων με τα καθήκοντα της θέσης, αναφέροντας σαφώς ότι τους απέδωσε την ανάλογη βαρύτητα, συνεκτιμώντας τα με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης. Όπως διαπίστωσε η ΕΔΥ, πέραν της αρχαιότητας το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατείχε τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, σύσταση η οποία προσαυξάνει την αξία. Παραπέμποντας στο σχετικό πρακτικό ανωτέρω, διαπιστώνω ότι η ΕΔΥ κινήθηκε μέσα στα εύλογα και επιτρεπτά όρια, στάθμισε τα διάφορα δεδομένα και άσκησε την κρίση της, λαμβάνοντας υπόψιν και τη σύσταση, ώστε να καταλήξει στη προσβαλλόμενη πράξη. Η δε αιτιολογία που έδωσε για την απόφαση της, ως προκύπτει από το πρακτικό της απόφασης, κρίνεται ως πλήρης και επιτρέπουσα τον δικαστικό έλεγχο.
Στην παρούσα υπόθεση η απόφαση της ΕΔΥ ήταν εύλογη και νόμιμη. Η Καθ’ ης η αίτηση, έδρασε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και συνυπολογίζοντας όλα τα στοιχεία κρίσης αποφάσισε όπως επιλέξει το Ενδιαφερόμενο Μέρος, μεταξύ άλλων, ως τον πιο κατάλληλο για προαγωγή στην επίδικη θέση. Καταλήγοντας, θα συμφωνήσω με τη δικηγόρο της Καθ’ ης η αίτηση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτεται πλήρως από το τεκμήριο της κανονικότητας το οποίο δεν έχει ανατραπεί.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται.
Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο