LUMBE JEAN JACQUE SHEMBO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 188/2026, 9/4/2026
print
Τίτλος:
LUMBE JEAN JACQUE SHEMBO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 188/2026, 9/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                         

                                                                   Υπόθεση Αρ. 188/2026

 

                                                  9 Απριλίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

               ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

LUMBE JEAN JACQUE SHEMBO

                                                                                                                      Αιτητής,

                       

                             v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

                                                                      

Καθ' ων η Αίτηση.

   

 __________________

 

Αλεξάνδρα Κιρακόζοβα, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Ιωάννα Χαραλαμπους, Δικηγόρος, για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΔΕΠΕ, δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Ο αιτητής με την παρούσα υπόθεση προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 05.02.2026 με την οποία κρίθηκε ως παράνομος μετανάστης, δυνάμει του άρθρου 6 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, αφού παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 07.02.2024, όταν απορρίφθηκε η Προσφυγή του με αριθμό 7607/2022, κατά της Απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας και εκδόθηκαν εναντίον του τα διατάγματα κράτησης και απέλασης μετανάστης ίδιας ημερομηνίας.

 

Σημειώνεται από το Δικαστήριο ότι στην αίτηση ακυρώσεως προβάλλονται εκ μέρους των δικηγόρων του Αιτητή διαφορετικές θεραπείες με τις οποίες ουσιαστικά επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα. Παραθέτω το ακριβές κείμενο από την προσφυγή.

«Α. Δήλωση ή/και Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ'ων η αίτηση ημερ. 05/02/2026 με την οποίαν ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 14 και βάσει του Άρθρου 6(1)(Κ) του ΚΕΦ. 105 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1, είναι παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα ή/και το ΚΕΦ. 105 ή/και τον Περί Προσφύγων Νόμο  ή/και τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμος 158(Ι)/1999 ή/και τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφυγών ή/και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή/και Κανονισμούς, ή/και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή ημερομηνίας 05/02/2026 - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2, είναι εξ υπαρχής παράνομη ή/και αντίθετη με το Σύνταγμα ή/και το ΚΕΦ. 105 ή/και τον Περί Προσφύγων Νόμο   ή/και τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμος 158(Ι)/1999 ή/και τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφυγών ή/και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες ή/και Κανονισμούς, ή/και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Γ. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η διατήρηση σε ισχύ των προσβαλλόμενων διαταγμάτων και η συνέχιση της κράτησης του αιτητή με σκοπό την απέλαση, εκκρεμούσης της Προσφυγής του υπ' αριθμό Τ399/2Ο25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης η οποία προβλέπεται σε Διεθνή Σύμβαση, στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Κυπριακό Δίκαιο και παραβιάζει τα άρθρα 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ή/και των άρθρων 7 και/ή 8 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή/και των άρθρων 2 ή/και 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Περί Προσφύγων Νόμο N.  είναι άκυρη, παράνομη και αντισυνταγματική.

 

Δ. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων Διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 05/02/2026 — ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2, χωρίς να δοθεί στον Αιτητή κανένα περιθώριο για οικειοθελή αναχώρηση, χωρίς να τηρηθεί η αρχή της μη επαναπροώθησης και χωρίς να του δοθεί δικαίωμα ακρόασης και/ή συνέντευξης, παραβιάζει τα άρθρα 180Θ, 18ΠΑ και 180Ζ του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ΚΕΦ. 105, το άρθρο 43(1) των Γενικών Αρχών Δικαίου Νόμο 158(1 )/99, είναι άκυρη, παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί.»

 

Αναφερόμενος στο αιτητικό της ενώπιον μου υπόθεσης, θεωρώ χρήσιμο να επαναλάβω και στη παρούσα ότι έχει καταγράψει ο Γ. Σεραφείμ ΔΔΔ (όπως ήταν τότε) στην Υπόθεση Αρ. 640/2017 ημερ. 31 Ιουλίου 2020, όπου οι διαδοχικές θεραπείες στην ενώπιον του αίτηση ακυρώσεως ήταν οι ίδιες, με μόνη διαφορά στο λεκτικό έκαστης θεραπείας την επίκληση κάθε φορά διαφορετικού λεκτικού, ζητώντας από το Δικαστήριο την ακύρωση  των ίδιων πάντα διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Όπως τονίζεται στην εν λόγω απόφαση, προς καθοδήγηση των δικηγόρων του αιτητή, «Κατά την άποψη μου, αυτό αποτελεί εσφαλμένη δικονομικά πρακτική, η οποία είναι κατ' ελάχιστον αχρείαστη και, δικονομικά ή ουσιαστικά δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε ή διασφαλίζει κάτι, πέραν από την ενδεχόμενη δημιουργία σύγχυσης για το αντικείμενο της προσφυγής και, ως εκ τούτου, ορθό είναι να αποφεύγεται.». Το λεκτικό αυτό υιοθετώ και επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της ενώπιον μου υπόθεσης.

 

Λέγοντας τούτο, προχωρώ στη καταγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ως αυτά καταγράφονται στην ένσταση της Νομικής Υπηρεσίας και προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα στο διοικητικό φάκελο.

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λ.Δ. του Κόγκο με ημερομηνία γέννησης την 26.10.1998 ο οποίος εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία σε χρόνο που δεν καταγράφεται στο διοικητικό φάκελο. Στις 02.11.2022 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το πιο πάνω αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 22.12.2022, η οποία κοινοποίησε με επιστολή στον Αιτητή την απόφαση της. Σχετικά ο Αιτητής καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 28.12.2022, η οποία εξετάστηκε και απορρίφθηκε στις 07.02.2024.  Ακολούθησε μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, η οποία απορρίφθηκε επίσης στις 09.01.2026. Κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, ο Αιτητής στις 22.08.2025, υπέβαλε την Προσφυγή ταχείας εκδίκασης με αριθμό Τ399/2025 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων της διοίκησης, φαίνεται να εκκρεμεί.

 

Ο Αιτητής συνελήφθη στη Λάρνακα στις 4.02.2026 λόγω παράνομης παραμονής του στην Δημοκρατία. Όπως διαπιστώθηκε και καταγράφεται στην επιστολή της ΥΑΜ Λάρνακας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης ημερομηνίας 5.02.2026, το Διαβατήριο του Αιτητή δεν εντοπίστηκε στη κατοχή του, ο ίδιος δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, δεν έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κ.Δ., σε κατάθεση που έδωσε δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη πατρίδα του ούτε με χρηματικό αντάλλαγμα, ενώ διαπιστώθηκε πως δεν διαμένει σε καμία από τις δηλωθείσες διευθύνσεις διαμονής του. Για τους λόγους αυτούς, κρίθηκε πως δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και έγινε εισήγηση να εκδοθούν εναντίον του διάταγμα κράτησης και απέλασης. Την επόμενη ημέρα της σύλληψης, η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία ο Αιτητής κρίθηκε ως παράνομος μετανάστης σύμφωνα με το Άρθρο 6(1)(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου λόγω της παράνομης παραμονής του στην Δημοκρατία από τις 07.02.2024, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης της υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Ταυτόχρονα εκδόθηκαν εναντίον του Αιτητή διάταγμα κράτησης και απέλασης αυτού, ενώ αποφασίστηκε ακόμη ότι, η είσοδος του στην Δημοκρατία απαγορεύεται για περίοδο πέντε (5) ετών από την ημερομηνία αποχώρησης του.

 

Ενάντια στα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 5.02.2026, ο Aιτητής, καταχώρησε μέσω της δικηγόρου του την παρούσα υπόθεση.

 

Με την εδώ υπό κρίση προσφυγή, η δικηγόρος του Αιτητή ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του πελάτη της ελήφθησαν χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και τελώντας υπό πλάνη περί τα πράγματα καθότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη και επαρκή έρευνα και η επίδικη απόφαση λήφθηκε χωρίς να εξετάσουν την μεταγενέστερη του αίτηση, η δε έκδοση τους είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Υποστηρίζει ακόμα πως, τα διατάγματα κράτησης και απέλασης είναι παράνομα και θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι η αιτιολογία που παρέχεται αναφορικά με την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη από τις 07.02.2024, όπου απορρίφθηκε η αρχική προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, είναι λανθασμένη αφού ο Αιτήτης προσήλθε με μεταγενέστερη αίτηση όπου και παρουσίασε νέα στοιχεία τα οποία ενδυναμώνουν τους ισχυρισμούς του και η νέα Προσφυγή στο Δ.Δ.Δ.Πρ. επί της απόρριψης αυτής εκκρεμεί. Ακόμα υποστηρίζει ότι, οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη και επαρκή έρευνα και η επίδικη απόφαση λήφθηκε χωρίς να εξετάσουν κατά πόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εναλλακτικά μέτρα του άρθρου 18 ΠΓ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου θα ήταν ακατάλληλα για να διασφαλίσουν τη μη διαφυγή του Αιτητή. Κύριος δηλαδή πυλώνας της επιχειρηματολογίας του Αιτητή είναι ότι, υποβληθείσας της δεύτερης (μεταγενέστερης) αίτησης του στην Υπηρεσία Ασύλου και εκκρεμούσης της Προσφυγής Τ399/2025 ενάντια στην νέα απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 20.08.2025, ο αιτητής διατηρούσε  δικαίωμα παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Επιπρόσθετα, καταγράφω ότι προβάλλονται, μονομερώς, ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την εμπλοκή του Αιτητή σε ποινική υπόθεση η οποία εκκρεμεί στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, για την οποίαν, πάντα κατά τη δικηγόρο του,  έδωσε κατάθεση αλλά το όνομα του δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων, ισχυρισμοί οι οποίοι ωστόσο ουδόλως αναφέρονται εντός του σχετικού διοικητικού φακέλου. Ούτε βρίσκονται εντός του φακέλου στοιχεία πως, ο Αιτητής αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας για τα οποία είχε υποβληθεί σε νοσηλεία από τις 05.04.2025 στην Νευροχειρουργική Κλινική του Γεν. Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου του είχαν χορηγηθεί συγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα στο πλαίσιο της φαρμακευτικής του αγωγής, κατάσταση την οποία επίσης επικαλείται η δικηγόρος του Αιτητή ότι δεν λήφθηκε υπόψιν από τη διοίκηση.

 

Αντίθετα, η δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνεται των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και αιτείται επικύρωση της απόφασης. Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι, τα επίδικα διάταγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του Αιτητή εκδόθηκαν ορθά και νόμιμα, ενώ βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους Νόμους και τους εκδοθέντες υπ’ αυτούς Κανονισμούς, κατόπιν ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ’ ων η αίτηση, μετά από δέουσα έρευνα και αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένα. Απαντώντας επί της κύριας θέσης της δικηγόρου του αιτητή, τονίζει ότι, η υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης δυνάμει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δεν θεωρείται νέα αίτηση, αλλά περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.

 

Καταρχάς, ως προς τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η δικηγόρος του Αιτητή, για εμπλοκή του αιτητή σε ποινική υπόθεση η οποία εκκρεμεί στο Κακουργιοδικείο Λάρνακας και ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, διαπιστώνω ότι αυτές οι αναφορές δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει πολλάκις νομολογηθεί, η αγόρευση σε υποθέσεις διοικητικού δικαίου δεν είναι μέσο για θεμελίωση πραγματικών δεδομένων και περαιτέρω, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν έχει επιτραπεί. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της προσφυγής και τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται στη δικογραφία και η γραπτή αγόρευση επ’ ουδενί αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου, Υπόθεση Αρ. 1061/94, ημερ.30/6/95, Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ., v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 380/94, ημερ.31/8/95 και Κυριακίδης και άλλος ν. Δημοκρατίας, Υποθέσεις Αρ. 212/95 και 259/95, ημερ.31/1/97). Συνεπώς, δεδομένου ότι ουδεμία αίτηση για προσαγωγής μαρτυρίας μεσολάβησε, τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης προκύπτουν αποκλειστικά από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου, ο οποίος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο στο στάδιο των Διευκρινήσεων. Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται ο αιτητής μέσω της δικηγόρου του, δεν αποτελούν επιτρεπτή μαρτυρία και δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω το Δικαστήριο.

 

Εξετάζοντας σωρευτικά τους λόγους ακύρωσης των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω τα ακόλουθα.

 

Καταρχήν, σημειώνω ότι, η αιτιολογία των επίδικων αποφάσεων προκύπτει ρητώς από τις ίδιες τις επίδικες αποφάσεις. Ως απαγορευμένος μετανάστης κηρύχθηκε ο αιτητής, λόγω της παράνομης παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατίας μετά τις 07.02.2024, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, γεγονός το οποίο ο αιτητής έκτοτε γνώριζε.

 

Όπως τονίστηκε ανωτέρω, η πλευρά του αιτητή προβάλλει κυρίως τον ισχυρισμό ότι παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης, λόγω μη ακύρωσης ή αναστολής των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης μετά την καταχώρηση της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή και στη συνέχεια της προσφυγής του κατά της νέας απόρριψης με την Προσφυγή με αριθμό Τ399/2025 η οποία εκκρεμεί στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Η συνήγορος του αιτητή προβάλει τη θέση ότι, τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης παραβιάζουν την αρχή της μη επαναπροώθησης, με το σκεπτικό πως εξαιτίας της μεταγενέστερης αίτησης του, δεν υπόκειται σε διαδικασία επιστροφής, ενώ η κράτηση του παύει να δικαιολογείται και ο αιτητής θα πρέπει να αφεθεί αμέσως ελεύθερος.

 

Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον πιο πάνω ισχυρισμό. Με σχετική, δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει κριθεί ότι, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει κατά πόσο όφειλαν να διατηρηθούν ή μη ήδη εκδοθέντα διατάγματα κράτησης και απέλασης, μετά από καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή για χορήγηση ασύλου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 20.4.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 126/2021 M S A LIMON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο εδικαιούτο να ασκήσει τέτοιο έλεγχο, η νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων και/ή διαταγμάτων  δεν αναιρείται απλά και μόνο λόγω της καταχώρησης νέου μεταγενέστερου αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αφού αυτός δεν καθίσταται, με αυτό τον τρόπο, αιτητής ασύλου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 59/2021, ημερομηνίας 5/7/2021 λέχθηκαν, χαρακτηριστικά και τα εξής: 

«Δυνάμει του άρθρου 6Β(1)(β), ο όρος «αιτητής διεθνούς προστασίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «αιτητής», σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ορίζει ότι «αιτητής» σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή. Στο ίδιο άρθρο δίδεται και η ερμηνεία της «τελικής απόφασης.

 

Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής με βάση τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν εμπίπτει στην κατηγορία αιτητή διεθνούς προστασίας, εφόσον η αίτησή του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, όπως επίσης απορρίφθηκε και η προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της εν λόγω απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Το γεγονός ότι εξετάζεται το αίτημα του για επανάνοιγμα του φακέλου του, δεν τον καθιστά αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου».

 

 

Περαιτέρω, παραπέμπω στο περιεχόμενο της γνωστής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sohel Madber v. Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022, ημερ. 17.11.2022. Στην εν λόγω περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, ο οποίος είχε υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση, η οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη πριν από την έκδοση των διαταγμάτων. Έκρινε ότι, αυτά ήσαν έγκυρα και νόμιμα, εφόσον ο αιτητής, με την απόρριψη της αίτησής του ως απαράδεκτης, έστω και αν είχε ακολούθως καταχωρήσει κατ' αυτής της απόφασης προσφυγή στο ΔΔΔΠρ, δεν διατηρούσε πλέον το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας και συνακόλουθα, η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε. 

 

Παραθέτω το κατωτέρω απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου  (με τον τονισμό να έχει προστεθεί) όπου καταγράφεται αναφορικά με την πρωτόδικη απόφαση στη Προσφυγή 1152/22 ότι, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς: «Αποφάσισε, αντλώντας καθοδήγηση από τις πρόνοιες των άρθρων 40 και 41 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε σχέση με τις μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου, πως αυτές αφορούν σε περαιτέρω διαβήματα προσώπου που είχε υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία η οποία είχε απορριφθεί, χωρίς η αίτηση αυτή να συνιστά νέα αίτηση, γι’ αυτό είναι δυνατή η τυχόν απόρριψη αυτής στη βάση του δεδικασμένου. Η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αίτηση ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απορρίφθεί

 

Τα κριθέντα στην εν λόγω απόφαση, τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα προς επίρρωση της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων διαταγμάτων. Η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης βάσει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δεν συνεπάγεται αυτόματα το επανάνοιγμα του φακέλου του και επανεξέταση της αίτησης του, ώστε να αρθεί η τελεσιδικία της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου. Η μεταγενέστερη (δεύτερη) αίτηση του αιτητή για χορήγηση ασύλου ουδόλως καθιστά τον Αιτητή εκ νέου αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει των προνοιών του σχετικού Νόμου, όπως προτείνει η δικηγόρος του.

 

Έχοντας εξετάσει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν νόμιμα και η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης ασκήθηκε καλόπιστα και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας, αφού κατά τη σύλληψη του ο αιτητής ήταν παράνομα διαμένοντας στο έδαφος της Δημοκρατίας, ήδη από 07.02.2024 όταν απορρίφθηκε από το Δ.Δ.Δ.Πρ. η προσφυγή του κατά της αρχικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακόμα, δεν εντοπίζω οιαδήποτε πάσχουσα αιτιολογία, αφού ακριβώς αναγράφεται επί των εγγράφων ο λόγος για τον οποίον οι αιτητής κρίθηκε ως παράνομα διαμένοντας στη Κ.Δ. και εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, ενώ σε κάθε περίπτωση η αιτιολογία συνάγεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Ούτε πλάνη περί τα γεγονότα, ούτε κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου και της Χρηστής Διοίκησης, όπως υποστηρίζει η δικηγόρος του αιτητή, εντοπίζεται από το Δικαστήριο. Οι προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που περιέχει αποκλειστικά το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, φαίνεται να έχουν εξεταστεί από τους Καθ’ ων η αίτηση και ουδόλως προκύπτουν γεγονότα τα οποία συνηγορούν στη θέση του αιτητή περί ελλιπούς έρευνας και πλάνης των διοικητικών οργάνων. Είναι δηλαδή, τα προσβαλλόμενα Διατάγματα, προϊόν δέουσας και επαρκούς έρευνας η οποία διενεργήθηκε λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων της υπόθεσης και κατ' επέκταση, πλήρως και επαρκώς, υπό τις περιστάσεις αιτιολογημένα. Συνεπώς, οι εν λόγω θέσεις του αιτητή, οι οποίες προωθούνται μέσω της γραπτής του αγόρευσης, απορρίπτονται ως αβάσιμες.  

 

Καταλήγοντας, θα σχολιάσω και τη θέση του αιτητή ότι, στη παρούσα περίπτωση δεν εξετάστηκαν εναλλακτικά μέτρα της κράτησης του. Οι αναφορές της δικηγόρου του ότι δεν προκύπτουν από το διοικητικό του φάκελο και ότι δεν έχουν εξεταστεί από τους Καθ’ ων η αίτηση οιαδήποτε αντικειμενικά κριτήρια, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Όπως φαίνεται στην επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 5.02.2026 η οποία προηγήθηκε της έκδοσης των διαταγμάτων, αυτό απασχόλησε τη διοίκηση.  Εν προκειμένω, τα όσα καταγράφονται στο διοικητικό φάκελο σε σχέση με τη προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή στο έδαφος της Κ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρέμενε παράνομα αφού απορρίφθηκε η τελευταία αίτηση του για άδεια διαμονής, οδηγούν στο εύλογο συμπέρασμα ότι αυτός δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα του και θα υπήρχε εύλογα κίνδυνος διαφυγής από το συγκεκριμένο πρόσωπο και παρεμπόδιση της διαδικασίας επαναπατρισμού του.

 

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι, ουδείς εκ των λόγων ακυρώσεως που προωθήθηκαν ευσταθεί και η παρούσα προσφυγή, στην ολότητα της, αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα ύψους 1500 Ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

                                                                             Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο