ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 196/2026 (Κ))
27 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ABDUL RAHEEM HUSSAIN
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ι. Γιάννης, για Αλτάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Α. Φιλίππου, για Λώρα Βελίκοβα, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 24.2.2026, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και ζητά την ακύρωση της, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105) ληφθείσας, απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της συνακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ημερομηνίας 18.2.2026. Ας σημειωθεί ότι εσφαλμένα στα αιτητικά Α, Β και Γ της αίτησης ακυρώσεως αναφέρεται ως ημερομηνία έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων η 18.2.2025, ωστόσο, όπως ανέφερε σχετικώς ο συνήγορος του αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις διευκρινίσεις, αυτό έγινε εκ παραδρομής και ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως προβεί στη σχετική τροποποίηση. Το Δικαστήριο τούτο, διαπιστώνοντας, στη βάση του συνόλου των ενώπιον του τεθέντων, ότι πράγματι πρόκειται επί της ουσίας για τυπογραφικό λάθος, έκανε δεκτό το αίτημα του συνηγόρου του αιτητή.
Ο αιτητής είναι υπήκοος Πακιστάν, ο οποίος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα, σε άγνωστη ημερομηνία, μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας.
Στις 19.7.2024, απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου η αίτηση χορήγησης ασύλου που είχε υποβάλει ο αιτητής, ημερομηνίας 30.12.2022. Κατ’ αυτής της απορριπτικής απόφασης, η οποία τού γνωστοποιήθηκε στις 8.8.2024, ο αιτητής καταχώρησε, στις 9.9.2024, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), η οποία απορρίφθηκε την 31.12.2024.
Αργότερα, στις 14.11.2025, απορρίφθηκε από τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, αίτημα που είχε υποβάλει ο αιτητής μέσω του δικηγόρου του στις 8.1.2025, για παραχώρηση σε αυτόν και στα μέλη της οικογένειάς του άδειας παραμονής στη Δημοκρατία για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ(4) του Κεφ. 105.
Στις 18.2.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε στη Λευκωσία και συνελήφθη από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λευκωσίας, για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και την ίδια μέρα εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Κεφ.105, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα, ήταν απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με το άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105, εφόσον παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 31.12.2024, όταν και απορρίφθηκε από το ΔΔΔΠ η προσφυγή του κατά της προηγηθείσας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Σχετική είναι η επιστολή της ΥΑΜ Λευκωσίας προς την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 18.2.2026 (παράρτημα 1 στο δικόγραφο της ένστασης).
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης λήφθηκε χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλά και υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα των τέκνων του αιτητή και η οικογενειακή του κατάσταση με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), αλλά και η κατάσταση της υγείας του αιτητή. Στη βάση των πιο πάνω, προωθείται και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Προωθείται επίσης ο ισχυρισμός ότι η αιτιολογία των επίδικων αποφάσεων είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη, κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, εφόσον εσφαλμένα οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν υπήρχε περιθώριο για τη λήψη εναλλακτικών της κράτησης μέτρων του αιτητή.
Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, δεδομένου ότι οι καθ’ ων η αίτηση, παρόλο που είχαν ενώπιον τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με τις προσωπικές και/ή οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή, δεν τα έλαβαν υπόψη κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων.
Η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις λήφθηκαν ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου (Κεφ. 105) και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει στους καθ’ ων η αίτηση η οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτές επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένες και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη τους. Περαιτέρω, ουδόλως παραβίαζεται το δικαίωμα του αιτητή σε οικογενειακή και ιδιωτική ζωή από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων η δε ύπαρξη οικογένειας του αιτητή στη Δημοκρατία, της οποία η παραμονής ήταν ούτως ή άλλως παράνομη, δεν μπορεί να νομιμοποιήσει το παράνομο της παραμονής του αιτητή στη χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή, περιλαμβανομένων και αυτών περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και των άρθρων 18ΟΖ και 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, στερούνται ερείσματος και υπόκεινται σε απόρριψη.
Περαιτέρω, η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση προβάλλει ότι εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας και σύννομα έλαβαν τις επίδικες αποφάσεις, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν πράγματι απαγορευμένος μετανάστης, δεδομένου ότι ήδη από 31.12.2024, το ΔΔΔΠ είχε απορρίψει την προσφυγή του κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, δια της οποίας είχε απορριφθεί η αίτηση του αιτητή, αλλά και της οικογένειάς του για παροχή ασύλου. Η ίδια δε η Διευθύντρια του Τμήματος εξέτασε την πιθανότητα επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων στον αιτητή, αλλά την απέκλεισε λόγω της μη συμμόρφωσής του με τις προηγηθείσες απορριπτικές αποφάσεις και της άρνησής του να επαναπατριστεί.
Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας των επίδικων πράξεων.
Το πρώτο που αδιαμφισβήτητα προκύπτει, είναι ότι ο αιτητής, πράγματι, κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ήταν απαγορευμένος μετανάστης ως διαμένων στη Δημοκρατία παράνομα από 31.12.2024, όταν και είχε απορριφθεί από το ΔΔΔΠ η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας. Όπως λέχθηκε από το Διοικητικό Εφετείο στην Ruth Nsah v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 20/2024, ημερ. 22.10.2024, με αναφορά και στην Madber v Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 8/22, ημερ. 17.11.2022, το καθεστώς διεθνούς προστασίας τερματίζεται με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του ΔΔΔΠ, μετά την οποία, η παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία, ακόμα και εάν εκκρεμεί μεταγενέστερη αίτησή του, δεν είναι νόμιμη. Μάλιστα, όπως επίσης λέχθηκε, η όποια μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ξεκινά με το δεδομένο ότι ο αιτών δεν είναι πλέον αιτητής διεθνούς προστασίας και δεν επανακτά, ως εκ της καταχώρησης της μεταγενέστερης αιτήσεως και μόνον, το νόμιμο καθεστώς του αιτούντος διεθνούς προστασίας με δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις S.S.S. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1578/2024(Κ), ημερ. 20.2.2025, S.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1281/2023(Κ) (i-Justice), ημερ. 19.9.2023 και Y.S. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 721/2023 (i-Justice), ημερ. 31.10.2024). Εν προκειμένω, βεβαίως, ο αιτητής δεν καταχώρησε ούτως ή άλλως μεταγενέστερη αίτηση και τελική απόφαση επί της αίτησης του αιτητή, είναι η απόφαση του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 31.12.2024, ο δε αιτητής διατηρούσε την ιδιότητα του αιτητή ασύλου μέχρι την ημερομηνία αυτή, όχι όμως μετά από αυτήν (βλ. και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση Habeas Corpus Αρ. 114/2023 (ijustice), ημερομηνίας 24.10.2023, όπου γίνεται αναφορά και στην Madber, ανωτέρω).
Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, υπό το φως της πιο πάνω νομολογιακής προσέγγισης, η παραμονή του στη Δημοκρατία μετά την 31.12.2024 ήταν παράνομη και, συνακόλουθα, κρίνεται νόμιμη τόσο η κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη, όσο και η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ως προς το ότι βασίστηκαν επί της εν λόγω κήρυξης. Ο αιτητής, κατά το χρόνο της σύλληψής του και έκδοσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα και ήταν απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης από το ΔΔΔΠ, ημερομηνίας 31.12.2024. Το αίτημα του αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε μέσω προσφυγής που ο ίδιος καταχώρισε στο ΔΔΔΠ κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, για να του παραχωρηθεί αυτό το καθεστώς και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (βλ. και την πρόσφατη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην BI ZAH CYRILLE GOURE ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 121/2026 (Κ), ημερ. 20.4.2026, καθώς και τις αποφάσεις στις Α.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2239/2022 (Κ) (i-Justice), ημερ. 25.1.2023, ΤHI HONG ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2090/22 (Κ) (i-Justice), ημερ. 30.12.2022, ALI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2186/2022 (Κ) (i-Justice), ημερ. 10.1.2023 και D.S. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 578/2023 (Κ) (i-Justice), ημερ. 1.6.2023).
Περαιτέρω, με τα πιο πάνω ως δεδομένα, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα πλάνης περί το νόμο όσον αφορά στην απόφαση κράτησης του αιτητή για σκοπούς απέλασης, εφόσον αυτός είχε τεθεί υπό κράτηση ως απαγορευμένος και/ή παράνομος μετανάστης βάσει του Κεφ. 105 (βλ. D.S., ανωτέρω, Α.Μ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2186/2022 (Κ) i-Justice, ημερ. 16.1.2023, E.Υ.O. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 351/2023 (Κ) i-Justice, ημερ. 10.4.2023, αλλά και την απόφαση στο προδικαστικό ερώτημα στην C-181/2016 Grandi, ημερ. 19.6.2018).
Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετούνται οι ισχυρισμοί του συνηγόρου του αιτητή περί εμφιλοχωρήσασας πραγματικής και νομικής πλάνης, ανεπαρκούς αιτιολογίας και μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.
Ειδικά ως προς το επίδικο διάταγμα κράτησης, ρητά αναφέρεται σε αυτό ότι κρίθηκε αναγκαίο όπως ο αιτητής παραμείνει υπό κράτηση μέχρις ότου απελαθεί, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105, ενώ δεδομένης της απροθυμίας του να επαναπατριστεί και της μη συμμόρφωσής του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, δεν υπήρχαν περιθώρια για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Άμεσα σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στην επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 18.2.2026 (παράρτημα 1 στο δικόγραφο της ένστασης), όπου γίνεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εναντίον του αιτητή, καθότι υπάρχει ο κίνδυνος διαφυγής του, εφόσον αυτός δεν συμμορφώθηκε με την προηγηθείσα απορριπτική απόφαση του ΔΔΔΠ και δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.
Είναι σαφές ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν, επειδή ο αιτητής είχε κηρυχθεί και ήταν κατά τον χρόνο έκδοσής τους, στις 31.12.2024, απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη-
«6.-(1) Τα ακόλoυθα πρόσωπα θα είvαι απαγoρευμέvoι μεταvάστες και, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv διατάξεωv πoυ δυvατό vα περιέχovται σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv δυvάμει αυτoύ ή σε oπoιoδήπoτε Διάταγμα τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, δεv θα επιτρέπεται η είσoδoς στη Δημoκρατία σε:-
[.]
(κ) oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo εισέρχεται ή διαμέvει στη Δημoκρατία κατά παράβαση oπoιασδήπoτε απαγόρευσης, όρoυ, περιoρισμoύ ή επιφύλαξης πoυ περιλαμβάvεται στo Νόμo αυτό ή σε oπoιoυσδήπoτε Καvovισμoύς πoυ εκδόθηκαv βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή σε oπoιαδήπoτε άδεια πoυ παραχωρήθηκε ή εκδόθηκε βάσει τoυ Νόμoυ αυτoύ ή τωv Καvovισμώv αυτώv·».
Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, η ευχέρεια των καθ’ ων η αίτηση ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της και δεν εντοπίζεται κατάχρηση εξουσίας, ούτε κενό έρευνας και αιτιολογίας, αλλ’ ούτε να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Η Διευθύντρια του Τμήματος έκρινε ότι τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα δεν ήταν επιλέξιμα, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί (βλ. αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις T.B.F. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1523/2024 (Κ), ημερ. 24.2.2025, G.S.D.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023 (Κ), ημερ. 9.6.2023 και πιο πρόσφατα στην MR PACRAZ REMZI ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1136/2025 (Κ), ημερ. 10.2.2026 και MOHAMMAD QASIM HAYAT ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 23/2026 (Κ), ημερ. 11.2.2026). Τονίζεται, περαιτέρω, ότι το διάταγμα κράτησης εναντίον του αιτητή εκδόθηκε και δυνάμει της διάταξης του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, σύμφωνα με την οποία-
«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν-
(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής
(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.».
Είναι σαφές από την πιο πάνω διάταξη, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο (και, κατόπιν εξουσιοδότησης, η Διευθύντρια) έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, των λόγων που έχουν προεκτεθεί, του ιστορικού του αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά και δεδομένης της προεκτεθείσας πρόνοιας του άρθρου 18ΠΣΤ(1) και της εκεί προβλεπόμενης διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης να αποφασίζει την κράτηση υπηκόου τρίτης χώρας, υποκείµενου σε διαδικασίες επιστροφής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις προεκτεθείσες περιπτώσεις των παραγράφων (α) ή (β) της εν λόγω διάταξης, ως εν προκειμένω, που διαπιστώθηκε ότι υφίστατο κίνδυνος διαφυγής, αλλά και ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη δικαστική απόφαση, δεν διευθέτησε το νόμιμο της παραμονής του στη Δημοκρατία και δεν επιθυμούσε τον επαναπατρισμό του, οι ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση κρίνονται σύννομες, η δε έκδοση της επίδικης απόφασης κρίνεται ορθή και εύλογα επιτρεπτή και δεν συμφωνώ με τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του συνηγόρου του αιτητή.
Επιπρόσθετα, η απόφαση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, εφόσον περιέχονται σε αυτήν τόσο οι νομικοί όσο και οι πραγματικοί λόγοι έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης (βλ. ενδεικτικά την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια).
Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, δεν διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων του και της οικογένειάς του, δεδομένου ότι στη Δημοκρατία βρίσκεται η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του αιτητή.
Επί των πιο πάνω, τονίζεται εν πρώτοις και κυρίως ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, είναι μόνον ο έλεγχος της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων διαταγμάτων, καθώς και της προηγηθείσας απόφασης κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, αποφάσεις οι οποίες κρίνονται ως καθόλα σύννομες και ληφθείσες εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των καθ' ων η αίτηση, εφόσον, ως ήδη ελέχθη, ο αιτητής ήταν απαγορευμένος μετανάστης κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο τούτο ενεργεί εν προκειμένω ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της Διοίκησης, υποκαθιστώντας τους καθ' ων η αίτηση δια της έκδοσης διοικητικής απόφασης με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό της επίδικης (T.B.F., ανωτέρω). Θεωρώ δε πως είχε ο αιτητής σε προγενέστερο στάδιο, πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, πέραν του επαρκούς, χρόνο, αλλά και τη δυνατότητα να μεριμνήσει και να διευθετήσει τα της νόμιμης παραμονής του στη χώρα, χωρίς να επικαλείται στο παρόν στάδιο ανθρωπιστικούς λόγους για την παραμονή του (βλ. ROZALES GARCIA JOEL ALEJANDRO ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2025 (Κ), ημερ. 3.3.2026).
Εν πάση όμως περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τα ενώπιον μου τεθέντα, και με βάση τις ενέργειες στις οποίες προέβη εν προκειμένω η Διοίκηση, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση της εκ του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105 προβλεπόμενης αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ ούτε και διενέργεια πλημμελούς έρευνας εντοπίζεται. Ούτε και μπορεί να τίθεται άνευ ετέρου ζήτημα παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΖ και της αρχής της μη επαναπροώθησης, λόγω έκδοσης διατάγματος απέλασης του αιτητή. Επ’ αυτού, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι με την απόφαση του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 31.12.2024, είχε απορριφθεί όχι μόνο το αίτημα του αιτητή, αλλά και της συζύγου του και των τριών τέκνων του για παροχή διεθνούς προστασίας. Πράγματι, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση (βλ. Ερ. 152-143 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 2») διάδικοι (Αιτητές) στην ενώπιον του ΔΔΔΠ προσφυγή ήσαν όχι μόνο ο αιτητής, αλλά και η σύζυγος και τα τρία τέκνα του. Με την εν λόγω απόφασή του, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους κατά της προηγηθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει την αίτησή τους για διεθνή προστασία. Συνεπώς, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, τόσο ο αιτητής όσο και τα μέλη της οικογένειάς του ήσαν απορριφθέντες αιτητές ασύλου. Αυτό δε το γεγονός σαφώς και ήταν ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι λήφθηκε υπόψη κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, όπως προκύπτει από την επιστολή της ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 18.2.2026, δια της οποίας υποβαλλόταν η εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, εισήγηση με την οποία η Διευθύντρια συμφώνησε. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι το ζήτημα της ύπαρξης οικογένειας και των τέκνων του αιτητή και του βέλτιστου συμφέροντος αυτών είχε ήδη τύχει εξέτασης στο πλαίσιο της αίτησης των ιδίων και της μητέρας τους, η οποία και απορρίφθηκε, ως και η προαναφερθείσα προσφυγή τους ενώπιον του ΔΔΔΠ.
Υπενθυμίζεται επίσης στο σημείο αυτό ότι και το αίτημα ημερομηνίας 8.1.2025 που είχε υποβάλει ο αιτητής για παροχή σε αυτόν και στην οικογένειά του άδειας παραμονής στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους, επίσης απορρίφθηκε κατόπιν εξέτασης από τη Διοίκηση στις 14.11.2025.
Συνεπώς, είναι πρόδηλο στη βάση των πιο πάνω ότι δεν μπορεί επ’ ουδενί να στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος του αιτητή στην οικογενειακή ζωή. Σε κάθε δε περίπτωση, από την προαναφερθείσα επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, και σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η πλευρά του αιτητή, προκύπτει ευκρινώς ότι οι καθ' ων η αίτηση, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασής τους, έλαβαν υπόψη τους ό,τι είχε τεθεί ενώπιον τους σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή στη Δημοκρατία. Οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 105 και δη αυτών του άρθρου 18ΟΖ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (βλ. και την πρόσφατη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην BI ZAH CYRILLE GOURE, ανωτέρω, όπου επί παρομοίου ζητήματος ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση).
Έτι δε περαιτέρω, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις του συνηγόρου του αιτητή επί του ισχυρισμού περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, φαίνεται να παραγνωρίζουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής, ως και τα μέλη της οικογένειάς του, ουδέποτε αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Γενικότερα δε, ο αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή καταδείξει οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ισχυρισμό ότι αυτός διατρέχει εύλογο και/ή βάσιμο κίνδυνο δίωξης ή/και ότι θα υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Μάλιστα, επαναλαμβάνω ότι στις 14.11.2025 απορρίφθηκε και το αίτημα του αιτητή για παραμονή στη Δημοκρατία για ανθρωπιστικούς λόγους και/ή λόγους φιλευσπλαχνίας. Ούτε και είχαν οι καθ' ων η αίτηση υποχρέωση να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί, σε σχέση με το ζήτημα της μη επαναπροώθησης του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (βλ. και τις αποφάσεις στις B.D.M. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 556/2025, ημερ. 20.6.2025 και Ζ.Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1696/2023 (Κ), ημερ. 8.12.2023).
Σε κάθε περίπτωση, τονίζεται ότι, για να εμπίπτει μία περίπτωση στο ουσιαστικό πεδίο της αρχής της μη επαναπροώθησης, επιβάλλεται να υπάρχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο αιτών θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (HAYAT, ανωτέρω). Όπως λέχθηκε σχετικά από το Δικαστήριο τούτο στην M.I.U.H. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1507/23(Κ), ημερ. 25.10.2023,-
«Κατά πάγια νομολογία του Δ.Ε.Ε., αλλά και όπως έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί μέσα από διάφορα συγγράμματα επί του θέματος, προκειμένου να παρέχεται προστασία κατ' εφαρμογήν της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι αυτός θα υποστεί κακή μεταχείριση, «που θα ξεπερνά τα ελάχιστο κατώφλι σοβαρότητας» (βλ. Π. Νάσκου Περράκη Μηχανισμοί προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου-Διεθνείς πράξεις, θεωρία και πρακτική- εκδόσεις Σάκκουλα 2008, σελ. 369), η δε ύπαρξη κινδύνου κακομεταχείρισης, εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή οφείλει τα κράτος να γνωρίζει κατά το χρόνο της έκδοσης απόφασης απομάκρυνσης ή/και εκτέλεσης της απέλασης (βλ. C-482/01 και C-493/01 Ορφανόπουλου κ.α. και Raffaele Oliveri κατά Land Baden-Wurtenmberg σκέψεις 77-79).
Συνεπώς, και στην υπό κρίση περίπτωση, ο αιτητής ήταν αυτός που όφειλε να θέσει ενώπιον των αρμόδιων αρχών και να αποδείξει ότι θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, κάτι ωστόσο που σε καμία περίπτωση δεν έπραξε.».
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και απορρίπτεται.
Παρομοίως, στη βάση των πιο πάνω, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και εμφιλοχώρησης ουσιώδους νομικής και πραγματικής πλάνης στην κρίση τους. Ούτε και, στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, εντοπίζεται οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.
Υπενθυμίζεται, εν κατακλείδι, αυτό που έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι δηλαδή το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια μιας χώρας κατ' επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, εν προκειμένω έστω και μέσω των ισχυρισμών περί παραβίασης της αρχής της επαναπροώθησης, δεν διασφαλίζεται ούτε από την ΕΣΔΑ, ούτε από το Σύνταγμα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που ο αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα και παραμένει σε αυτήν παράνομα, ως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος δεν έχει σεβαστεί τους νόμους της Δημοκρατίας, εισήλθε στη χώρα παράνομα και παράνομα παρέμενε σε αυτήν (Limon ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 126/21, ημερ. 20.4.2022).
Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει. Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο