ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 2/2026
20 Απριλίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ. 1 ΤΟΥ 2003
Theodor Dramou, από τη Δημοκρατία της Γουινέας
Αιτητής
__________________
Ο Aιτητής παρουσιάζεται προσωπικά.
Ραφαέλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(Μέλπω Σταύρου, μεταφράστρια η οποία μεταφράζει στον Αιτητή από τα Γαλλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα).
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η παρούσα αφορά αίτημα του ως άνω Αιτητή ημερομηνίας 7/04/2026 για παροχή προς αυτόν νομικής αρωγής για κάλυψη των δικηγορικών του εξόδων, ούτως ώστε να μπορέσει να διορίσει δικηγόρο, με οδηγίες να προσβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου τη νομιμότητα της έκδοσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 25/02/2026, τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, αφού θεωρήθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του ίδιου Νόμου, Διατάγματα τα οποία του κοινοποιήθηκαν με επιστολή της Διευθυντρίας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 25/02/2026.
Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στις 7/04/2026, καταχωρήθηκε από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 17/04/2026, σχετικό Σημείωμα, στο οποίο και περιγράφονται τα γεγονότα που συνοδεύουν τη παρούσα αίτηση και προβάλλονται οι θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, και το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 20/04/2026.
Ως προκύπτει από το Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Γουινέας, με ημερομηνία γέννησης την 09/10/1995. Στις 19/06/2020, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 19/09/2024. Στις 17/10/2024, καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την προσφυγή υπ' αρ. 4074/2024 κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε στις 12/12/2024. Σύμφωνα με επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λάρνακας ημερομηνίας 25/01/2026, ο Αιτητής συνελήφθη στη Λευκωσία και εναντίον του καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η Υπόθεση Αρ. 277/25 αναφορικά με τα αδικήματα : 1) επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στη συμβία του, 2 απειλή, 3) ψυχολογική πίεση κατά του ανήλικου υιού του και 5) παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κ.Δ.. Στις 22/01/2026, ο αιτητής καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση για παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία. Ακόμα στην ίδια επιστολή γίνεται εκτενής αναφορά στο ιστορικό διάπραξης αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας από τον αιτητή.
Στις 25/02/2026, εκδοθήκαν κατά του Αιτητή διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, ΚΕΦ. 105, τα οποία του κοινοποιήθηκαν με επιστολή ίδιας ημερομηνίας. Τα διατάγματα αυτά επιθυμεί να προσβάλει ο Αιτητής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και για την καταχώρηση της σχετικής προσφυγής αιτείται την παροχή νομικής αρωγής προς κάλυψη των εξόδων του, μέσω της παρούσας αιτήσεως.
Κατά την ακρόαση της παρούσας στις 20/02/2026, ο αιτητής ενημερώθηκε αναφορικά με το Σημείωμα το οποίο καταχωρήθηκε από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ενώ όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν επιθυμεί να δηλώσει οτιδήποτε, περιορίστηκε να εκφράσει την επιθυμία του να αφεθεί ελεύθερος ώστε να βρίσκεται μαζί με τον γιο του.
Αντίθετα, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, αφού κατέγραψε τα γεγονότα που αφορούν τη παρούσα υπόθεση, προέβαλε την ένσταση της στην επιτυχία της παρούσας αιτήσεως. Στο εκτενές σημείωμα το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο τόνισε πως, η περίπτωση κράτησης παρανόμως παραμένοντα υπηκόου τρίτης χώρας δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 6Γ(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου. Υπέβαλε συγκεκριμένα πως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για έγκριση της αίτησης, αφού η περίπτωση δεν καλύπτεται από τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο, λόγω του ότι στις διατάξεις του άρθρου 6Γ(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, δεν περιλαμβάνεται η έκδοση διαταγμάτων κράτησης που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 14(1) του Κεφ. 105. Ως προς το διάταγμα απέλασης, υποστήριξε πως και πάλιν δεν καλύπτεται από τις νομοθετικές διατάξεις, καθότι δεν πρόκειται, ούτε περί απόφασης επιστροφής, ούτε απομάκρυνσης, ούτε και απαγόρευσης εισόδου. Επιπρόσθετα ανέφερε ότι, το γεγονός ότι ο αιτητής κρίθηκε ανεπιθύμητος μετανάστης και ως εκ τούτου απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ),(κ) του Κεφ. 105 καθότι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, καθιστά αδύνατο να του παρασχεθεί το ευεργέτημα της δωρεάν νομικής αρωγής.
Είναι η θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται τα όσα έχουν ήδη αποφασιστεί σε αριθμό υποθέσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου και μέσω της Έκθεσης παραπέμπει ενδεικτικά σε κάποιες εκ των αποφάσεων τις οποίες και επικαλείται.
Εν προκειμένω, το νομικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η παρούσα αίτηση, στη βάση και των προνοιών του περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ. 1) του 2003, είναι ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Στις διατάξεις του άρθρου 6Γ του Νόμου, προβλέπεται η δυνατότητα παροχής δωρεάν νομικής αρωγής σε παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτης χώρας. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο εδάφιο (2) του εν λόγω άρθρου:-
«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε παρανόμως παραμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά -
(α) απόφασης επιστροφής που εκδίδεται από το Διευθυντή σύμφωνα µε το άρθρο 18ΟΗ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και αφορά τον εν λόγω υπήκοο, ή
(β) απόφασης περί απομάκρυνσης που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών σύμφωνα µε το άρθρο 18Π του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και αφορά τον εν λόγω υπήκοο, ή
(γ) απαγόρευσης εισόδου που εκδίδεται από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα µε το άρθρο 18ΠΓ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και αφορά τον εν λόγω υπήκοο.».
Όπως προκύπτει από το γραπτό αίτημα του Αιτητή, σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι να του παρασχεθεί από το Δικαστήριο η οικονομική ευχέρεια να προσβάλει τη νομιμότητα των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του ημερομηνίας 25/02/2026, τα οποία εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων του άρθρου 14 του Κεφ. 105, καθότι αυτός κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(δ) και (κ) του Κεφ. 105, λόγω της καταδίκης του στις 22/01/2026 για ποινικό αδίκημα ήτοι της παράνομης διαμονής στη Κ.Δ. και επειδή προέβη σε ψευδείς δηλώσεις στις Αρχές.
Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο το παρόν αίτημα, σημειώνω πως, στις διατάξεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, δεν υπάρχει πρόνοια για δυνατότητα παροχής νομικής αρωγής σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας, σε σχέση με το διάταγμα κράτησης, συνεπώς, η δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ απόφαση έκδοσης διατάγματος κράτησης, εκπίπτει του πεδίου εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων. Ως προς δε το διάταγμα απέλασης, ίδιας ημερομηνίας, την νομιμότητα του οποίου ο Αιτητής επιθυμεί επίσης να προσβάλει με προσφυγή, θεωρώ πως ούτε αυτό εμπίπτει στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 6Γ. Τούτο, αφού η επιθυμούμενη να προσβληθεί διοικητική απόφαση απέλασης, δεν συνιστά, ούτε απόφαση επιστροφής, ούτε απομάκρυνσης, ούτε απαγόρευσης εισόδου.
Όπως έχει πολύ ορθά τονίσει η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, παραπέμποντας μας σε αριθμό αποφάσεων, αντίστοιχα ζητήματα έχουν κριθεί κατ’ επανάληψη από το παρόν Δικαστήριο. Ενδεικτικά, στην απόφαση στην Αίτηση από Μ. Α., Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 6/2024, 27.6.2024, επιβεβαιώθηκε ότι αιτητής, ο οποίος κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον του οποίου εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει των άρθρων 18ΠΣΤ και 14 του Κεφ. 105, δεν δικαιούται το ευεργέτημα της δωρεάν νομικής αρωγής, ως εξής:
«Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο το παρόν αίτημα, σημειώνει ότι, στις διατάξεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, δεν υπάρχει πρόνοια για δυνατότητα παροχής νομικής αρωγής σε παρανόμως διαμένοντα υπήκοο τρίτης χώρας, σε σχέση με το διάταγμα κράτησης, συνεπώς, η δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ απόφαση έκδο6ης διατάγματος κράτησης, εκπίπτει του πεδίου εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων. Ως προς δε το διάταγμα απέλασης, ίδιας ημερομηνίας, την νομιμότητα του οποίου ο Αιτητής επιθυμεί επίσης να προσβάλει με προσφυγή, θεωρώ πως ούτε αυτό εμπίπτει στις εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 6Γ. Τούτο, αφού η επιθυμούμενη να προσβληθεί διοικητική απόφαση απέλασης, δεν συνιστά, ούτε απόφαση επιστροφής, ούτε απομάκρυνσης, ούτε απαγόρευσης εισόδου.»
Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ο αιτητής κρίθηκε ανεπιθύμητος μετανάστης και ως εκ τούτου απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(δ),(κ) του Κεφ. 105 καθότι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, καθιστά αδύνατο να του παρασχεθεί το ευεργέτημα της δωρεάν νομικής αρωγής. Επί τούτου, σχετική είναι η απόφαση στην Αίτηση από S. Ζ., Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 12/2024, 30.10.2024, όπου αποφασίστηκε ότι:
«Εφαρμογής εν προκειμένω τυγχάνει η παράγραφος (5)(β) του άρθρου 6(Γ) του Νόμου, συμφώνως της οποίας:
«(5) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στους παρανόμως παραμένοντες υπηκόους τρίτης χώρας που -
(β) υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση ή ως συνέπεια ποινικής κύρωσης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, ή υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης.
Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι τα διατάγματα, τα οποία ο αιτητής επιθυμεί να αμφισβητήσει με προσφυγή και για τα οποία καταχώρισε την παρούσα αίτηση νομικής αρωγής, εκδόθηκαν ως επακόλουθο της ποινικής του καταδίκης και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από τον Νόμο.»
Τέλος, παραπέμπω και στο σκεπτικό της αδελφής Ε.Γαβριήλ ΔΔΔ στην απόφαση της ημερ. 30/4/2024 στην Αίτηση του T.W. για Νομική Αρωγή με αρ. 4/2024, το οποίο υιοθετώ, όπου αναφέρθηκε πως και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως το αναφερόμενο διάταγμα απέλασης, συνιστά μορφή απομάκρυνσης, ήτοι φυσική μεταφορά του Αιτητή εκτός της Δημοκρατίας, εμπίπτον κατ' αυτόν τον τρόπο εντός των προνοιών του άρθρου 18Π του Κεφ. 105 και της παραγράφου (2)(β) του άρθρου 6Γ του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, ήτοι απόφασης απομάκρυνσης και πάλιν η θεώρηση του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι πως δεν πληρείται η άλλη προϋπόθεση της υποπαραγράφου (ββ), για την ύπαρξη πιθανότητας να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση υπέρ του αιτητή. Τούτο, αφού για να πετύχει η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί πως υπάρχει πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής, την οποία ο αιτητής προτίθεται να καταχωρήσει, αξιολόγηση που διενεργείται από το Δικαστήριο στη βάση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του, στα πλαίσια πάντοτε της παρούσας διαδικασίας.
Όπως έχει επισημάνει και η αδελφή μου Δικαστής, στη προαναφερθείσα απόφαση το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, προς το σκοπό αξιολόγησης αυτής της πιθανότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη μου και τα όσα έχει δηλώσει σήμερα ο Αιτητής, χωρίς να προβαίνω σε απόφανση επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που ενδεχομένως θα καταχωρηθεί από τον Αιτητή, διαπιστώνω πως δεν έχει τεθεί υπόψη μου οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλώνει πλάνη της διοίκησης για το καθεστώς του Αιτητή στη Δημοκρατία, αλλά ούτε και για τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, ή για την συμπεριφορά του Αιτητή, καθόσον χρονικό διάστημα ο ίδιος παρέμενε στη Δημοκρατία.
Το Δικαστήριο, από το σχετικό σημείωμα της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας και τα έγγραφα που το συνοδεύουν, πληροφορείται ότι η προσφυγή του Αιτητή υπ' αρ. 4074/2024 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, απορρίφθηκε στις 12/12/2024, με ότι αυτό συνεπάγεται δια τη νόμιμη παραμονή του Αιτητή στη Δημοκρατία. Επίσης κρίνω ότι, η διαπίστωση του αρμόδιου οργάνου ότι η προηγηθείσα καταδίκη του Αιτητή για ένα από τα ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε και για το οποίο το αρμόδιο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δικαιολογεί την ενέργεια της Διευθύντριας να θεωρήσει τον Αιτητή ως ανεπιθύμητο μετανάστη και στη συνέχεια να εκδώσει τα σχετικά διατάγματα.
Για τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται.
Νοείται ότι ο Αιτητής διατηρεί το δικαίωμα του δυνάμει του Συντάγματος να προχωρήσει με την καταχώρηση προσφυγής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, καταβάλλοντας ο ίδιος τα αντίστοιχα έξοδα.
Τα έξοδα της μεταφράστριας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο