FIRDEVS OKE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΎ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 2088/2023, 16/4/2026
print
Τίτλος:
FIRDEVS OKE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΎ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 2088/2023, 16/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 2088/2023 (iJ))

16 Απριλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 146, 15, 22 ΚΑΙ 28 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

FIRDEVS OKE

Αιτήτρια,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΟΎ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Άντης Γεωργίου, για Άντης Γεωργίου & Συνεργάτες, για την αιτήτρια.

Νικολέτα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, συνιστά η νομιμότητα της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 5.10.2023 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ημερομηνίας 26.10.2021 που υπέβαλε η αιτήτρια, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δυνάμει εγγραφής.

 

  Η αιτήτρια είναι υπήκοος Τουρκίας και μόνιμος κάτοικος Τουρκίας, στην οποία διαμένει μόνιμα μαζί με τον σύζυγό της, Κύπριο πολίτη, με τον οποίο απέκτησε δύο θυγατέρες. Υπέβαλε στις 26.10.2021 αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή (Μ125). Η εν λόγω αίτηση, απεστάλη μέσω διπλωματικού σάκου από την Πρεσβεία της Κύπρου στο Παρίσι - το οποίο η αιτήτρια μαζί με τον σύζυγό της είχε επισκεφθεί για λίγες μέρες – προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών και το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, προκειμένου να επιληφθούν.

 

  Με επιστολή ημερομηνίας 8.9.2022, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ζήτησε από τον Διοικητή της ΚΥΠ, εάν υπάρχουν από την Υπηρεσία του, οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με παράνομη είσοδο ή παραμονή της αιτήτριας στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η ΚΥΠ απέστειλε στις 23.1.2023 προς το Τμήμα ενημέρωση πως, από αναφορά που βρίσκεται εντός γενικού διαβαθμισμένου φακέλου με αρ. 05.12.004/21 με ένδειξη «Α», η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας.  

 

  Σχετικό σημείωμα, με απορριπτική εισήγηση ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος Μετανάστευσης, το οποίο υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών για έγκριση, τονίζοντας την παράνομη είσοδο και παράνομη παραμονή της αιτήτριας στην Δημοκρατία. Ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως, στις 22.8.2023. Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια με την επιστολή ημερομηνίας 5.10.2023, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της:-

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτηση με ημερ. 26/10/21 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι η εν θέματι αίτηση τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε βάσει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, καθότι η αιτήτρια είχε παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία».  

 

    Προς ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, προωθεί ισχυρισμό περί ύπαρξης πλάνης ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πως υπήρξε εκ μέρους της παράνομη είσοδος στη Δημοκρατία, αφού κατά τις εισηγήσεις, δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να τεκμηριώνει αυτή την γενική και αόριστη θέση. Κατά τις εισηγήσεις, ουδέποτε υπήρξε καταδίκη της αιτήτριας για το αδίκημα της παράνομης εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία, είτε κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, είτε του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105. Σύμφωνα με την αιτήτρια, δεν εξειδικεύονται οι απόρρητες πληροφορίες που έχουν τεθεί ενώπιον της διοίκησης, ούτε ποιος τις διενήργησε, ούτε κατά πόσον αυτές έχουν εξακριβωθεί, ούτε γίνεται αναφορά στην περίοδο της ισχυριζόμενης παράνομης εισόδου και παραμονής.

 

  Επικαλείται, πρόσθετα, πλάνη περί τον Νόμο, αφού κατά τις εισηγήσεις, ακόμα και στην περίπτωση που η αιτήτρια εισήλθε από παράνομο σημείο, εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, κάνοντας αναφορά στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (2004) 1 Α.Α.Δ. 1516 καθώς και στις διατάξεις του Κανονισμού 866/2004 του Συμβουλίου, υποβάλλοντας, ταυτόχρονα, πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν άσκησαν την διακριτική τους ευχέρεια, ούτε και αξιολόγησαν δεόντως τις προσωπικές της περιστάσεις, όπως την διάρκεια της ισχυριζόμενης παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, την φύση και τον σκοπό των επισκέψεων, την μακροχρόνια έγγαμη σχέση της με Κύπριο πολίτη, όπως και το γεγονός ότι είναι μητέρα δύο παιδιών με Κυπριακή υπηκοότητα. Αυτά, με αναφορά και στις διατάξεις του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία, Ν. 7(Ι)/2007, τονίζοντας πως επιτρέπεται η είσοδος στη Δημοκρατία κάθε πολίτη της Ένωσης, όπως και των οικογενειών τους, υποβάλλοντας την εισήγηση πως δεν υπήρξε η δέουσα διερεύνηση.

 

  Στην γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, υποβάλλει πως ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η διοίκηση απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, υπήρξε το γεγονός της Τουρκικής καταγωγής της αιτήτριας, εισάγοντας διάκριση φυλετική, κατά παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου, Ν. 59/(Ι)/2004, ισχυριζόμενος πως το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει την διοίκηση να αποδείξει πως τέτοιος χειρισμός γίνεται αδιάκριτα σε όλους τους ξένους υπηκόους και όχι μόνον στις περιπτώσεις που ο εκάστοτε αιτητής έχει καταγωγή από την Τουρκία.

 

  Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία υποστήριξε την νομιμότητα της επίδικης διοικητικής απόφασης, με προεξάρχουσα την πάγια θέση της νομολογίας, ως προς το κυρίαρχο δικαίωμα και την ευρεία εξουσία του κράτους να ρυθμίζει θέματα που αφορούν στην εγγραφή πολιτών τρίτων χωρών ως Κύπριων πολιτών. Υπέδειξε, με αναφορά στις Yousife Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, αλλά και στην Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan  ν.  Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023 πως η παράνομη είσοδος στη Δημοκρατία, συνιστά επιτρεπτό και νόμιμο κριτήριο αξιολόγησης αυτής της φύσεως αιτήσεως, τονίζοντας, πρόσθετα, πως ουδείς έχει απόλυτο δικαίωμα απόκτησης κυπριακής ιθαγένειας, παρά μόνον προσδοκία. Σύμφωνα με τις θέσεις της Δημοκρατίας, το δικαίωμα εισόδου αλλοδαπού στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ακόμα και στις περιπτώσεις που πρόκειται για σύζυγο Κύπριου πολίτη, δεν είναι αυτοδίκαιο, αλλά προϋποθέτει σχετική άδεια

 

  Σημειώνεται πως κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο διοικητικός φάκελος του Υπουργείου Εσωτερικών, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1.

  Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για τη δυνατότητα του Υπουργού Εσωτερικών να εγγράψει, ως πολίτη της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε πρόσωπο, παρατίθενται ως ακολούθως:-

 «110.—(1) […]

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για

την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—

 

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·

(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων·

(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι […]

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: […]»[1]

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, η απορριπτική κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών, στηρίχθηκε στη μη πλήρωση της δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, αφού διαπιστώθηκε πως η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία (σελίδωση 33 Τεκμηρίου 1). Αυτή την πληροφόρηση έλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στις 23.1.2023 από την ΚΥΠ, στην οποία αποτάθηκε το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για λήψη πληροφοριών που αφορούν το άτομο της αιτήτριας.

 

  Η θέση της αιτήτριας, δεν είναι πως ουδέποτε εισήλθε στη Δημοκρατία, αλλά πως η ΚΥΠ δεν δίδει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για τον τρόπο και την μεθοδολογία συλλογής αυτών των πληροφοριών, ούτε και τις λεπτομέρειες της παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία. Η θέση όμως αυτή, δεν ευσταθεί. Το βάρος απόδειξης, δεν βαρύνει τους ώμους της διοίκησης προκειμένου να αποδείξει πληροφορίες που πηγάζουν από την επίσημη κρατική Υπηρεσιών Πληροφοριών. Η διοίκηση δεν έλαβε υπόψη της, αδιευκρίνιστης και άγνωστης πηγής, γενικές πληροφορίες. Αντιθέτως, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού, με επιστολή ημερομηνίας 8.9.2022, αποτάθηκε στο αρμόδιο εθνικό όργανο, ήτοι την ΚΥΠ, η οποία είναι η εθνική υπηρεσία πληροφοριών της Δημοκρατίας, υπεύθυνη, μεταξύ άλλων, για την συλλογή και ανάλυση πληροφοριών.

 

  Με την λήψη αυτών των δεδομένων, τα οποία διαβαθμίζονται σε ξεχωριστό διοικητικό φάκελο ως «Απόρρητα», δεν απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση, ούτε και βεβαίως αποκάλυψη του τρόπου και της μεθοδολογίας συλλογής αυτών των πληροφοριών, αφού κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην φύση και λειτουργία της εν λόγω Υπηρεσίας.

 

  Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι του Ν. 141(Ι)/2002, είναι ξεκάθαρες και δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα οριζόμενα στο άρθρο 110(2), εφόσον ο εκάστοτε αιτητής εισέρχεται ή παραμένει στη Δημοκρατία παράνομα. Και εφόσον υπάρξει αυτή η πληροφόρηση, δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών ως προς την εξέταση της αίτησης, παρά μόνον δέσμια αρμοδιότητα για την απόρριψή της.

 

  Απορριπτέες κρίνονται οι θέσεις της αιτήτριας πως ουδέποτε καταδικάστηκε για το ποινικό αδίκημα της παράνομης εισόδου και παραμονής, είτε στη βάση του Ποινικού Κώδικα, είτε του Κεφ. 105. Η σχετική, εν προκειμένω, νομοθεσία Ν. 141(Ι)/2002, δεν θέτει την ύπαρξη ποινική καταδίκης, ως προϋπόθεση για απόρριψη της αιτήσεως, αλλά αρκεί η διαπίστωση και μόνον περί ύπαρξης παράνομης εισόδου ή/και παραμονής.

  Με όλο τον σεβασμό, δεν θεωρώ σχετική με τα επίδικα θέματα την παραπομπή που γίνεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω). Εκείνη η περίπτωση, αφορούσε σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα και ειδικότερα αφορούσε σε αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσεως Certiorari και Mandamus σε σχέση με ποινική υπόθεση που ασκήθηκε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12(1) του Κεφ. 105, ως ίσχυε τότε, αναφορικά με πρόσωπο που είχε παραδεχθεί ενοχή για είσοδο στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο αεροδρόμιο και εντούτοις, παρά την παραδοχή του, δεν του είχε επιβληθεί ποινή από το Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση, υπέδειξε πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να ελεγχθεί με προνομιακά εντάλματα.

 

  Ομοίως, δεν θεωρώ σχετική, ούτε και την παραπομπή που γίνεται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της αιτήτριας στις διατάξεις του Κανονισμού 866/2004 του Συμβουλίου για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 10 της πράξης προσχώρησης. Τούτο, καθότι, δι’ αυτής ρυθμίζονται κυρίως τα θέματα της διευκόλυνσης του εμπορίου μεταξύ των περιοχών που βρίσκονται υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Κυβέρνησης και των ευρισκόμενων περιοχών εκτός αυτού. Αλλά σε κάθε περίπτωση, στο άρθρο 2 του Κανονισμού, αναφέρεται ρητά πως επιτρέπεται η διέλευση της γραμμής από υπηκόους τρίτων χωρών, μόνον εφόσον διαθέτουν είτε άδεια παραμονής που εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία, είτε εφόσον έχουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο και εφόσον απαιτείται, έγκυρη θεώρηση εισόδου, από την Κυπριακή Δημοκρατία, διέλευση που επιτρέπεται, μόνον, από τα σημεία διέλευσης που επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, βάσει του Παραρτήματος Ι αυτού, ήτοι από το Λήδρα Πάλας και τον Άγιο Δομέτιο.

 

  Δεν με βρίσκουν σύμφωνη, ούτε οι ισχυρισμοί της αιτήτριας πως η διοίκηση δεν έλαβε υπόψη της πως η ίδια συζεί με τον Κύπριο σύζυγο της και πως είναι μητέρα δύο Κύπριων πολιτών. Τα δύο πιο πάνω, όμως, αναφερόμενα δεδομένα, δεν αποτελούν, ούτε λόγο έγκρισης της αιτήσεως, αλλά ούτε και συνιστούν κριτήρια ή προϋποθέσεις εκ του Νόμου, για εξέταση αυτού του είδους αιτήσεων. Ομοίως, καμία αναφορά έγινε στην υπηκοότητα της αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί οποιαδήποτε κακόβουλη ή ρατσιστική αντιμετώπιση, ως οι αντίθετοι ισχυρισμοί της, περί παράβασης των προνοιών του Ν. 59(Ι)/2004, επίκληση του οποίου δεν γίνεται, εν πάση περιπτώσει, στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως.

 

  Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι εάν ο σύζυγος της αιτήτριας είναι Κύπριος πολίτης, τα μέλη της οικογένειας του, δεν αντλούν αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα παραμονής στο έδαφος κράτους μέλους της Ένωσης, αλλά απαιτείται η έκδοση άδειας παραμονής ή και έκδοση δελτίου διαμονής στη έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμα και βάσει του Ν. 7(Ι)/2007.  

 

  Ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 110(2) του Ν.141(Ι)/2002, να μεριμνήσει για εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε ενήλικου προσώπου ο οποίος ικανοποιεί συγκριμένες προϋποθέσεις. Από τα πιο πάνω, είναι φανερό πως η αιτήτρια δεν πληροί τις απαιτήσεις του Νόμου, αφού εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία σε παρελθόντα χρόνο.

 

  Η προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας πολίτη της Δημοκρατίας με εγγραφή, σκιαγραφήθηκε στην Mohamad (ανωτέρω), τα κριθέντα της οποίας υιοθετήθηκαν και στην Δημοκρατία ν. Ζ.Μ. (2011) 3Α Α.Α.Δ. 20.

 

  Όπως κρίθηκε, η πολιτογράφηση, συνιστά μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Λέχθηκε, πρόσθετα, πως η έννοια της λέξης «παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία», όπως αυτή αναφέρεται στην δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου (2)(δ) του άρθρου 110 του Νόμου, ερμηνεύεται πως καλύπτει και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία που έλαβε χώρα στο παρελθόν, ενώ η παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, δεν καθίσταται νόμιμη εκ του γεγονότος ότι εγκρινόταν μεταγενέστερα αίτημα προσωρινής παραμονής. Επίσης, στην Motilla v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 29, κρίθηκε πως ο ίδιος ο νόμος, δεν παρέχει, ούτε στη διοίκηση, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας ανάλογα με το πόσο μακρά ή σύντομη υπήρξε η διακοπή της νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.

 

  Το θέμα πολιτογράφησης άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας. Κανένας δεν έχει απόλυτο νομικό δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, αλλά μόνο δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, εφ’ όσον, όμως, ικανοποιήσει τον Υπουργό Εσωτερικών ότι συντρέχουν στην περίπτωσή του οι προϋποθέσεις του άρθρου 110(2), κάτι που η αιτήτρια δεν πέτυχε στην παρούσα υπόθεση. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ. 124/21 Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.12.2025.

  Σημειώνω επίσης και την υπόθ. αρ. 1418/2019 Kabbani ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31.10.2022, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, όπου είχαν τεθεί όμοια ζητήματα παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, η οποία επίσης είχε απορριπτική κατάληξη.

 

  Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω πως η διοίκηση διεξήγαγε δέουσα έρευνα, αφού έλαβε υπόψη της, όλα τα ενώπιον της στοιχεία και ορθά και νόμιμα απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, εντός των πλαισίων της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.

 

  Με γνώμονα τα πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. 

 

         Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο