ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 2136/2022
(i-justice)
16 Απριλίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
OMAR ALHAMADAH
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ν. Καλλής για Ευγένιο Λαζαρίδη, δικηγόρος για τον αιτητή.
Σ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.:. Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες:
«Α. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 28/09/2022 με την οποία αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή ημερομηνίας 02/04/2018 για απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση είναι άκυρη, παράνομη, αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Β. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να ανακαλέσουν την ως άνω απόφαση τους ημερομηνίας 28/09/2022 και να παραχωρήσουν στον Αιτητή Κυπριακή Υπηκοότητα.
Γ. Δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση όπως αναγνωρίσουν και/ή αποδεχθούν το δικαίωμα του Αιτητή να αποκτήσει την Κυπριακή Υπηκοότητα.»
Προτού υπεισέλθω στην παράθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση οφείλει να επισημανθεί ότι οι αιτούμενες θεραπείες υπό παράγραφο (Β) και (Γ) δεν δύνανται να αποδοθούν από το παρόν Δικαστήριο, η εξουσία του οποίου είναι αναθεωρητικής φύσεως. Συνεπώς, οι περιεχόμενες στα αιτητικά (Β) και (Γ) της αιτήσεως ακυρώσεως θεραπείες απορρίπτονται ως μη παραδεκτές.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, ο αιτητής, υπήκοος Συρίας, αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία περί το 2007 από άγνωστο σημείο μέσω των κατεχόμενων περιοχών και στις 10.12.2007 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε στις 22.5.2009 από την Υπηρεσία Ασύλου καθότι ο αιτητής δεν προσήλθε στην προκαθορισμένη συνέντευξη.
Εν τω μεταξύ, στις 30.5.2018, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με κύπρια υπήκοο. Ένεκα του γάμου του παραχωρήθηκε στον αιτητή, κατόπιν αιτήσεως του, άδεια προσωρινής διαμονής για σκοπούς απασχόλησης ως μέλος οικογένειας κύπριου πολίτη με ισχύ μέχρι τις 2.1.2010. Έκτοτε ο αιτητής συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία αιτούμενος κατά καιρούς άδεια προσωρινής διαμονής, η οποία εγκρίνετο υπό το ίδιο καθεστώς ήτοι ως μέλος οικογένειας κύπριου πολίτη, με την τελευταία εξ αυτών να του παραχωρείται στις 12.10.2015 με ένδειξη «απεριόριστης ισχύος».
Στις 18.7.2011 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για την απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη δυνάμει εγγραφής, η οποία απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών εξαιτίας της προγενέστερης παράνομης εισόδου του αιτητή στη Δημοκρατία. Για την απόφαση αυτή ο αιτητής ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 25.8.2017.
Στις 12.10.2012 με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο αιτητής καταδικάστηκε για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή.
Εν συνεχεία, την 1.9.2015, ο αιτητής και χωρίς να λύσει το γάμο του με την ελληνοκύπρια υπήκοο, τέλεσε γάμο με ομοεθνή του, στη Συρία, γάμο από τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία καθότι στην ομοεθνή σύζυγο του είχε παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Στις 2.4.2018 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Η πιο πάνω αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 13.9.2022, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 17.6.2021, το οποίο ελέγχθηκε από την Αν. Διευθύντρια κα Αδαμίδου στις 21.7.2022.
Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 28.9.2022, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 02/04/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί βάσει του μεταναστευτικού σας ιστορικού στη Δημοκρατία, εφόσον στο παρελθόν εισήλθατε στη Δημοκρατία μέσω κατεχομένων.»
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.
Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλεται από την πλευρά του αιτητή ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας καθώς και ότι η διοίκηση ενήργησε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της αμεροληψίας και της αρχής της αναλογικότητας. Αποτελεί κύρια και βασική θέση του αιτητή επί της οποίας εδράζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ότι η άρνηση της διοίκησης για πολιτογράφηση του αιτητή στηρίχθηκε «μόνο στο γεγονός ότι ο Αιτητής εισήλθε αρχικά παράνομα στην Δημοκρατία, χωρίς όμως ποτέ να εξακριβώσουν τους λόγους για τους οποίους το έπραξε και υπό ποιες συνθήκες» καθώς και ότι ενώ οι καθ΄ων η αίτηση για 15 ολόκληρα χρόνια αποδέχθηκαν την παράνομη είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία και του επέτρεπαν με την παραχώρηση αδειών παραμονής να διαμένει νόμιμα και να εργάζεται στη Δημοκρατία δημιουργώντας, ως ισχυρίζεται, ευνοϊκές συνθήκες προς όφελος του αιτητή, εκ των υστέρων προβάλλουν ως κώλυμα την παράνομη είσοδο του για την απόρριψη του αιτήματος του, κάτι που δεικνύει την κακόπιστη και αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης. Κατά τον αιτητή, οι καθ΄ων η αίτηση τελώντας υπό πλάνη αγνοήσαν το γεγονός ότι ο αιτητής πληρεί όλα τα προσόντα που θέτει το άρθρο 111 του Ν.141(Ι)/2022 για πολιτογράφηση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δυσμενών για τον αιτητή καταστάσεων. Εσφαλμένα οι καθ΄ων η αίτηση, συνεχίζει η πλευρά του αιτητή, επέτρεψαν να επηρεαστεί η κρίση τους από το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή χωρίς να λάβουν υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του αιτητή και δη «ότι αυτός εργάζεται και διαμένει στην Δημοκρατία, συνήψε Πολιτικό Γάμο με την κα. Αργυρούλλα Μικελλίδου από το 2008 μετά της οποίας συζεί και είναι πατέρας 3 ανήλικων τέκνων». Τελικώς υποβάλλεται ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης.
Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών και κυρίως καλόπιστα και χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη κατά τη λήψη της. Επισημαίνει δε η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται δεν εξειδικεύονται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Τονίζει δε, με παραπομπή σε νομολογία, ότι η απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη αποτελεί εξουσία η οποία ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους καθώς και ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών είναι η ευρύτερη δυνατή με μόνο περιορισμό την καλή πίστη. Επί της ουσίας υποβάλλεται ότι ο Υπουργός νομίμως με βάση τα ενώπιον του στοιχεία που συνέθεταν το όλο μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού εξέτασης, και δη του γεγονότος ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία απέρριψε την αίτηση του αιτητή.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης.
Εν πρώτοις δεν θα συμφωνήσω με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση περί μη επαρκούς δικογράφησης δεδομένου ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης περί κατάχρησης, πλάνης και ελλιπούς αιτιολογίας οι οποίοι ουσιαστικά αποτελούν και τη βασική θέση του αιτητή, εγείρονται με επάρκεια στα νομικά σημεία της Προσφυγής και ως εκ τούτου θα τύχουν δικαστικής εξέτασης.
Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης και η εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) ISSA E.E ALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) (Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης(Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307) Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18).
Σχετικά είναι τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εδώ ενδιαφέρουν:
«Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης.»
Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω, εν πρώτοις διαπιστώνω, ότι η θέση του αιτητή ότι ο ίδιος κατέχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για πολιτογράφηση, ουδόλως δύναται να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και ουδόλως δύναται αφ΄εαυτής να καταδείξει κακοπιστία του Υπουργού, αφού ως είναι παγίως νομολογημένο η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ έτερου της κυπριακής ιθαγένειας. Με άλλα λόγια το μόνο που παρέχεται σε αλλοδαπό είναι το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα να πολιτογραφηθεί (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307) Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501). Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK MKRTCHYAN v.Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ.αρ.18/17,ημερ.27/9/23).
Περαιτέρω -και έχοντας κατά νου τις νομολογιακά δοσμένες αρχές και νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα- διαπιστώνω ότι ούτε οι ισχυρισμοί του αιτητή, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή του αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω, ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.
Το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης και δη το αναλυτικό και εκτεταμένο σημείωμα της λειτουργού εξέτασης ημερομηνίας 17.6.2021 το οποίο τέθηκε ενώπιον του Υπουργού προς λήψη απόφασης, επιβεβαιώνουν με τρόπο αναντίλεκτο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν – και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αιτητή- όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση του αιτητή και ότι ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε.
Εν προκειμένω, στο εν λόγω σημείωμα της λειτουργού διενεργείται ενδελεχής ανασκόπηση του ιστορικού της περίπτωσης του αιτητή και παράθεσης των συναφών προσωπικών, οικογενειακών παραμέτρων καθώς και άλλων δεδομένων αναφορικά με την απασχόληση του αιτητή και την οικονομική του κατάσταση. Ειδικότερα και μεταξύ άλλων, η αρμόδια λειτουργός αναφέρεται στην παράνομη είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία το 2007 μέσω των κατεχομένων και στην αίτηση πολιτικού ασύλου την οποία υπέβαλε και η οποία απορρίφθηκε στις 22.5.2009 αφού ο αιτητής δεν προσήλθε στην απαιτούμενη καθορισμένη συνέντευξη. Στο μεταξύ, ήτοι στις 30.5.2008, ως περαιτέρω καταγράφεται, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με κύπρια υπήκοο, εξαιτίας του οποίου του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής ως σύζυγος κύπριας υπήκοου ενώ σημειώνεται ότι κατά το χρόνο σύνταξης του σημειώματος κατείχε άδεια CV Spouse self employment αορίστου χρόνου. Επίσης καταγράφεται από τη λειτουργό ότι η γνησιότητα του γάμου του αιτητή με την κατά 38 χρόνια μεγαλύτερη του ελληνοκύπρια διερευνήθηκε από την αστυνομία σε ελέγχους που έλαβαν χώρα κατά τις 24.9.2009, 24.5.2010, 6.11.2011, 21.2.2012 και 20.1.2014 από τους οποίους διαφάνηκε ότι παρόλο που το ζεύγος διέμενε κάτω από την ίδια στέγη, υπήρχαν εντούτοις επιφυλάξεις από την αστυνομία ότι επρόκειτο για γάμο ευκαιρίας λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας και με σκοπό την εξασφάλιση νόμιμης παραμονής του αλλοδαπού στη Δημοκρατία. Ρητή μνεία διενεργείται και στο γεγονός της τέλεσης δεύτερου γάμου από μέρους του αιτητή κατά την 1.9.2015 με ομοεθνή του στη Συρία και χωρίς αυτός να έχει λάβει διαζύγιο με την ελληνοκύπρια υπήκοο. Ως δε σημειώνεται εναντίον του αιτητή εξετάστηκε ποινική υπόθεση για διγαμία ωστόσο η υπόθεση ταξινομήθηκε εν τέλει ως ανύπαρκτη λόγω της θρησκείας του αιτητή η οποία επιτρέπει την πολυγαμία. Στο εν λόγω σημείωμα γίνονται, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένες αναφορές στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και στο ότι ο ίδιος διαμένει μαζί με τη συριακής καταγωγή σύζυγο του και τα δυο τους παιδιά καθώς και στα όσα ο ίδιος ο αιτητής ισχυρίστηκε κατά την προσωπική του συνέντευξη ήτοι ότι «κατέχει στο όνομα του την οικία της Ελληνοκύπριάς Αργυρούλλας και την οποία θα αποκτήσει μετά θάνατο της». Επιπρόσθετα καταγράφεται από τη λειτουργό ότι λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του αιτητή καθώς και άλλες πληροφορίες που συλλέχθηκαν από την Αστυνομία στο πλαίσιο έρευνας για σκοπούς της παρούσας αίτησης ενώ σημειώθηκε και η καταδίκη του αιτητή το 2012 σε πρόστιμο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Ρητή αναφορά διενεργείται και στο ότι ο αιτητής πληρεί τα τυπικά προσόντα όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1(β) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 των Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων 2002-2013. Το Σημείωμα καταλήγει με την ακόλουθη απορριπτική εισήγηση της λειτουργού, την οποία παραθέτω αυτούσια: «Συνοψίζοντας, ο αλλοδαπός αφίχθηκε στη Κύπρο το 2007 μέσω κατεχομένων. Ο αιτητής ισχυρίζεται άτι λαμβάνει μηνιαίες απολαβές €2000-3000 περίπου, ωστόσο στην αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών που προσκόμισε καταβάλει μειωμένες εισφορές (ερ. 96-94 VOLI). Το όλο ιστορικό του αιτητή δείχνει ότι πρόκειται για αναξιόπιστο άτομο που εκμεταλλεύτηκε το μεταναστευτικό σύστημα με απώτερο σκοπό την εδώ διαμονή του. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται έλλειψη σεβασμού και μη τήρηση των νόμων της Δημοκρατίας καθώς και μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις και οδηγίες των αρχών. Με βάση τα πιο πάνω εισηγούμαι απόρριψη της αίτησης του Omar Alhamadah για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, δυνάμει της εξουσίας που σας παρέχει το άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί».
Έχω διεξέλθει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου έγγραφα τα οποία περιέχονται στους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης και διαπιστώνω ότι τα όσα καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο των τριών διοικητικών φακέλων της υπόθεσης, στα ερυθρά των οποίων επισταμένα παραπέμπει και η ίδια η λειτουργός. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι τα όσα παρατίθενται με επάρκεια στο σημείωμα της λειτουργού επεξηγούν με σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία πλαισιώνουν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή με αναφορά και στην παράνομη είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να μην αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του τι ήταν αυτό που εν προκειμένω λήφθηκε υπόψη.
Η πλευρά του αιτητή χωρίς να αμφισβητήσει δια της γραπτής της αγόρευσης το γεγονός ότι ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία εισηγήθηκε ότι η άρνηση της διοίκησης για πολιτογράφηση του αιτητή στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός αυτό ήτοι της αρχικής παράνομης εισόδου του αιτητή στη Δημοκρατία χωρίς όμως να προβεί σε εξακρίβωση των λόγων για τους οποίους ο αιτητής προέβηκε σ΄αυτή την ενέργεια.
Η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτον διότι παραβλέπει ότι δεν ήταν μόνο η παράνομη είσοδος του αιτητή στη Δημοκρατία που λήφθηκε υπόψη αλλά το σύνολο των δεδομένων που συνέθεταν το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, ως αυτό καταγράφηκε στο σχετικό σημείωμα της λειτουργού, περιλαμβανομένου και του καίριου γεγονότος ότι ο αιτητής είχε εισέλθει παράνομα το 2007 στη Δημοκρατία. Κατά δεύτερο διότι το συνεκτιμηθέν αυτό γεγονός, το οποίο αφορά στο χρόνο έλευσης του αιτητή στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου στο οποίο ανάγεται, ακόμα δε και στο μακρινό παρελθόν, αποτελεί κατά πάγια νομολογία καθόλα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17,ημερ. 27/9/23). Τρίτον δε διότι η διοίκηση ουδεμιά νομική υποχρέωση είχε να διαπιστώσει τους λόγους της παράνομης εισόδου του αιτητή στη Δημοκρατία αλλά ούτε και ο ίδιος ο αιτητής υπέδειξε κάτι τέτοιο ή ανέφερε οτιδήποτε σχετικό δια της αιτήσεως τού ή έστω στην προφορική του συνέντευξη επί τούτου, ώστε να μπορούσε να συνεκτιμηθεί. Με άλλα λόγια ο αιτητής, ο οποίος έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του περί ελλιπούς έρευνας, δεν υπέδειξε τι ήταν αυτό που ο ίδιος εισηγείται ότι θα έπρεπε να είχε διερευνηθεί και τελικώς δεν διερευνήθηκε (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.60/2016, ημερ. 6/9/23) Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24). Άλλωστε δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ο αιτητής και ενώ υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αυτή απορρίφθηκε στις 22.5.2009 ένεκα του γεγονότος ότι αιτητής δεν προσήλθε καν ως όφειλε στην απαιτούμενη καθορισμένη συνέντευξη.
Απορριπτέα δε είναι και η έτερη ατεκμηρίωτη αναφορά του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και περί αντιφατικής δράσης και κακοπιστίας της διοίκησης επειδή δήθεν ενώ οι καθ΄ων η αίτηση για 15 ολόκληρα χρόνια «αποδέχθηκαν» την παράνομη είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία και του επέτρεπαν με την παραχώρηση αδειών παραμονής να διαμένει νόμιμα και να εργάζεται στη Δημοκρατία δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες προς όφελος του, εκ των υστέρων προέβαλαν ως κώλυμα την παράνομη είσοδο του για την απόρριψη του αιτήματος του, γεγονός που επιφέρει δυσμενείς για τον αιτητή καταστάσεις.
Αρκεί δε να σημειωθεί ότι η όποια μεταγενέστερη παραχώρηση άδειας διαμονής στον αιτητή εξαιτίας του δικαιώματος παραμονής που απέκτησε από το γάμο του με την κύπρια υπήκοο ουδόλως μπορεί να αναιρέσει όλα όσα μεσολάβησαν και να διαγράψει το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή περιλαμβανομένου και του πραγματικού γεγονότος ότι ο ίδιος εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία. Άλλωστε η εν λόγω εισήγηση του αιτητή σαφώς παραβλέπει, ως ορθά υποβάλλει και η κα Χαραλάμπους, ότι οι προϋποθέσεις άσκησης εξουσίας για παραχώρηση άδειας διαμονής διαφέρουν κατά πολύ από αυτήν της πολιτογράφησης καθώς και ότι η μη παραχώρηση πολιτογράφησης ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα αλλοδαπού για διαμονή και εργασία στη Δημοκρατία εκεί όπου πράγματι και επί τη βάσει των σχετικών διατάξεων υφίσταται νομίμως τέτοιο δικαίωμα. Καθοριστικό παραμένει -και είναι αυτό που παραβλέπουν όλες οι εισηγήσεις του αιτητή- ότι το όλο ζήτημα έγκειται στο αποκλειστικό έργο συνεκτίμησης και στάθμισης των στοιχείων τα οποία ήταν ενώπιον του Υπουργού, ο οποίος και τούτο δεν πρέπει να λησμονείται, ασκεί την ευρεία διακριτική εξουσία του ως έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος της, εξουσία η οποία υπενθυμίζεται ασκείται με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ.124/21, ημερ.10/12/25) κάτι που εν προκειμένω δεν διαβλέπω να μην τηρήθηκε.
Ούτε όμως ευσταθούν οι αναφορές του αιτητή ότι δήθεν εσφαλμένα οι καθ΄ων η αίτηση επέτρεψαν να επηρεαστεί η κρίση τους από το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή χωρίς να λάβουν υπόψη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης τις προσωπικές συνθήκες του αιτητή και δη «ότι αυτός εργάζεται και διαμένει στην Δημοκρατία, συνήψε Πολιτικό Γάμο με την κα. Αργυρούλλα Μικελλίδου από το 2008 μετά της οποίας συζεί και είναι πατέρας 3 ανήλικων τέκνων».
Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού και προς εξέταση έκαστης αίτησης για πολιτογράφηση και πέραν της πλήρωσης των τυπικών προσόντων οφείλουν να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες και παράμετροι που συνθέτουν την περίπτωση έκαστου αιτητή περιλαμβανομένου βεβαίως και των στοιχείων που συναπαρτίζουν το μεταναστευτικό του ιστορικό, το οποίο συνιστά παράγοντα που εύλογα επιτρέπεται να συνεκτιμάται κατά τη λήψη απόφασης για πολιτογράφηση (Reyes και Κυπριακής Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18).
Περαιτέρω και ως παρατηρώ στο σημείωμα της αρμόδιας λειτουργού το οποίο τέθηκε ενώπιον του Υπουργού προς λήψη απόφασης διενεργείται ρητή μνεία στις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή.Ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω καταγράφεται με σαφήνεια ότι ο αιτητής τέλεσε στις 30.5.2008 γάμο με κύπρια πολίτη, ότι από το γάμο αυτό δεν απέκτησαν τέκνα καθώς και ότι ο αιτητής τέλεσε την 1.9.2015 νέο γάμο, χωρίς να προηγηθεί η λύση του πρώτου του γάμου, με ομοεθνή του, με την οποία απέκτησαν δυο παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία και με την οποία διαβιεί σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λεμεσό καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €700. Περαιτέρω ρητώς η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι η σύζυγος του αιτητή δεν εργάζεται καθώς και ότι ο αιτητής εργάζεται από το 2008 ως αυτοεργοδοτούμενος εργολάβος με μηνιαίες απολαβές €2000-3000, σημειώνοντας μάλιστα ότι στην αναλυτική Κατάσταση Αποδοχών που προσκόμισε φαίνεται να καταβάλει μειωμένες εισφορές.
Επομένως -και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του αιτητή-αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα που περιβάλλουν την περίπτωση του αιτητή περιλαμβανομένων και των προσωπικών και οικογενειακών του περιστάσεων.
Η δε ατεκμηρίωτη αναφορά στη γραπτή αγόρευση του αιτητή ότι ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με την κα. Αργυρούλλα Μικελλίδου «μετά της οποίας συζεί από το 2008» και «είναι πατέρας τριών ανήλικων τέκνων» καταρρίπτεται τόσο από τα όσα αναφέρονται στο σημείωμα της λειτουργού και τα οποία επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου αλλά και από τα όσα ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε κατά την προσωπική του συνέντευξη στα πλαίσια εξέτασης της αιτήσεως του (ερυθρά 203 και 99 του Τεκμηρίου 2) όπου δήλωσε ότι είναι συζευγμένος με ομοεθνή του συριακής καταγωγής, η οποία κατέχει καθεστώς διεθνούς προστασίας και με την οποία έχει αποκτήσει δυο τέκνα, οικογένεια με την οποία, ως δήλωσε, διαμένει. Αναφορικά δε με την ελληνοκύπρια υπήκοο ο αιτητής δήλωσε ότι δεν έχουν αποκτήσει παιδιά και ότι «ήταν μαζί μέχρι το 2016» καθώς και ότι δεν έχουν λάβει διαζύγιο.
Ούτε όμως με βρίσκει σύμφωνη η θέση του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση έκριναν αυθαίρετα το εν λόγω γάμο του αιτητή με την κύπρια υπήκοο ως ευκαιριακό ένεκα της διαφοράς στην ηλικία μεταξύ του αιτητή και της συζύγου του και έλαβαν υπόψη τη ποινή που επιβλήθηκε στον αιτητή στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης, παρά το ότι, ως αναφέρει, η ποινή αυτή παραγράφηκε.
Επισημαίνεται δε ότι η αναφορά της λειτουργού στα όσα η ΥΑΜ κατέγραψε ως συμπέρασμα από τους συνέχεις ελέγχους στους οποίους διαχρονικά προέβηκε προς διαπίστωση της γνησιότητας του γάμου του αιτητή με την κυπριά υπήκοο ήτοι ότι διατηρούνταν επιφυλάξεις ότι επρόκειτο για γάμο ευκαιρίας λόγω της μεγάλης διαφοράς ηλικίας, αφού η κύπρια υπήκοος ήταν κατά 38 έτη μεγαλύτερη από τον αιτητή και ότι ο γάμος αυτός σκοπούσε στην εξασφάλιση νόμιμης παραμονής στον αλλοδαπό στη Δημοκρατία καθώς και η έτερη αναφορά της ότι κατά το 2012 ο αιτητής είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, ουδόλως μπορούν να κλονίσουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως εσφαλμένα εισηγείται η πλευρά του αιτητή. Τούτο διότι τα στοιχεία αυτά τα οποία επιβεβαιώνονται δίχως άλλο από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και τα οποία αντανακλούν σε καταγραφές της ίδιας της αστυνομίας (βλ. ερυθρό 70 και 175 Τεκμηρίου 1) και όχι σε πρωτογενείς διαπιστώσεις της ίδιας της λειτουργού ήταν κάποια μόνο από τα δεδομένα που καταγράφηκαν στο σχετικό σημείωμα και όχι ο αποκλειστικός λόγος απόρριψης του αιτήματος του αιτητή. Άλλωστε ήταν η ίδια η λειτουργός που ρητώς κατέγραψε στο σημείωμα της ότι έλαβε υπόψη το πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου του αιτητή, ωστόσο, ως περαιτέρω κατέγραψε το όλο ιστορικό του αιτητή το οποίο άρχεται από την παράνομη είσοδο του στη Δημοκρατία περιλαμβανομένου και του γεγονότος ότι ενώ δήλωσε ότι λαμβάνει €2000-3000 εισοδήματα εντούτοις φαίνεται να καταβάλει μειωμένες εισφορές από την κατάσταση αποδοχών που ο ίδιος προσκόμισε δεικνύει ότι πρόκειται για αναξιόπιστο άτομο που εκμεταλλεύτηκε το μεταναστευτικό σύστημα με απώτερο σκοπό την εδώ διαμονή του.
Τούτα δε ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του αιτητή. Καθοριστικό εν τέλει παραμένει, ως και η πάγια νομολογία υποδεικνύει, ότι ακόμα και η απλή ύπαρξη γενικών και μόνο ενδείξεων περί ενδεχόμενου προβλήματος καθώς και η όποια λογική αμφιβολία του αρμοδίου οργάνου είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την αρνητική απόφαση της διοίκησης, η οποία λαμβάνεται στα πλαίσια των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους (Eddine v Δημοκρατίας 2008 (3 ΑΑΔ 95) Ήρωα v. Δημοκρατίας (2005)3 Α.Α.Δ. 307).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στις 27.1.2010 η Εφεσείουσα αιτήθηκε εκ νέου για απόκτηση της κυπριακής ιθαγένειας πλην όμως και πάλι υπήρξε απόρριψη στις 14.7.2014. Η επιστολή κοινοποίησης της άρνησης των Εφεσιβλήτων είχε ως εξής:
«Η Κυπριακή Δημοκρατία, ασκώντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα και αφού έλαβε υπό ότι:
(α) δεν έχετε επαρκείς πόρους συντήρησης,
(β) παραμείνατε και εργαστήκατε παράνομα στη Δημοκρατία από 20.12.2000 μέχρι 14.6.2002,
(γ) υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα του γάμου σας με τον αποβιώσαντα Ε/Κ και
(δ) το καθεστώς ως χήρα Κύπριου πολίτη που κατέχετε είναι αρκούντως ικανοποιητικό για την περίπτωσή σας αποφάσισε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για την πολιτογράφησή σας ως Κύπρια πολίτιδα».[..]
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα υπόθεση η λογική αμφιβολία του αρμοδίου οργάνου είναι αρκετή στο να στηρίξει άρνηση χορήγησης υπηκοότητας[..].
Όπως ετέθη και στη Mohamad ανωτέρω, η παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμη και στο παρελθόν (πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης) αποτελεί ένα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης. Το ίδιο και οι λοιπές επιφυλάξεις και εξηγήσεις που δόθηκαν από τους Εφεσίβλητους.
Υπενθυμίζουμε ότι εξετάζουμε την πράξη– και την επικυρωτική αυτής απόφαση – υπό το πρίσμα της θεώρησης της ύπαρξης καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, όρια που ορθώς εκρίθη από το Δικαστήριο, πως οι Εφεσίβλητοι επ΄ουδενί παραβίασαν (Βλ1 Meneka Madhumathi Senadhipathi S. Mudiyanselage κ.α ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ76/16, 25.9.2023). »
(η έμφαση προστέθηκε)
Αναφορικά δε με τη θέση του αιτητή περί έλλειψης των εχέγγυων αμερόληπτης κρίσης από τη διοίκηση αρκεί μόνο να σημειωθεί ότι ο αιτητής τίποτα δεν έχει υποδείξει, πόσο δε μάλλον αποδείξει, ώστε να μην παρέχεται οποιοδήποτε περιθώριο επέμβασης του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται δε ότι κατά πάγια νομολογία οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αμεροληψίας και προκατάληψης πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με επαρκή βεβαιότητα, το δε βάρος το φέρει ο αιτητής (Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 8) Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ.ά. ν. Παναγή κ.ά. (Α.Ε. αρ. 47/14, 25.2.21), ECLI:CY:AD:2021:C71. Περαιτέρω και σε σχέση με τον έτερο ισχυρισμό που προωθείται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή περί υπέρμετρης καθυστέρησης στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνεται και σε συμφωνία με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση, ότι δεν μπορεί να τύχει δικαστικής εξεταστής αφού τέτοιος λόγος ακύρωσης ουδόλως έχει δικογραφηθεί αφού δεν περιλαμβάνεται καν στα νομικά σημεία της Προσφυγής (Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598 (Nestoras Hotels Ltd και Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 169/18, ημερομηνίας 20/3/24).
Επί της ουσίας, δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην επίδικη κρίση και οι αιτιάσεις του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει εσφαλμένη αιτιολογία καθώς και ότι λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα και ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση του αιτητή. Τα όσα δε παραθέτει ο αιτητής ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται από τη λειτουργό ελέγχου, τα οποία αποτέλεσαν το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και τα οποία σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνουν την αιτιολογία καταδεικνύοντας αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).
Ούτε και όμως εντοπίζεται οποιαδήποτε κατάχρηση ή κακοπιστία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, η οποία υπενθυμίζεται ότι ως νομολογιακά επιτάσσεται, είναι ιδιαίτερα ευρεία. Αντιθέτως και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί, διαπιστώνεται ότι η επίδικη απόφαση του Υπουργού για απόρριψη της αίτησης του αιτητή, δεν εκφεύγει της καλής πίστης και ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον της διοίκησης, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερ. 25.2.2025) Arakelian ν. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερ. 10.3.2025).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.800 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο