ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΝΤΑΦΙΑΝΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 298/2023, 28/4/2026
print
Τίτλος:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΝΤΑΦΙΑΝΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 298/2023, 28/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 298/2023)

 

28 Απριλίου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΝΤΑΦΙΑΝΟΣ

 

Αιτητής

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

 

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………

Ξ. Ευγενίου (κα) για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

 

Α. Ελευθερίου για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση της οποίας έλαβε γνώση με επιστολή ημερομηνίας 19.12.2022 να απορρίψει εκ νέου την εισήγηση του διοικητή του αιτητή για προαγωγή επ’ ανδραγαθία η οποία λήφθηκε σε διαδικασία επανεξέτασης μετά από ακυρωτική απόφαση.

 

Ο αιτητής υπηρετεί στην Αστυνομία και κατέχει τον βαθμό του αστυφύλακα. Στις 19.12.2012 υποβλήθηκε στον καθ’ ου η αίτηση εισήγηση από τον διοικητή του αιτητή για προαγωγή του επ’ ανδραγαθία στον βαθμό του λοχία η οποία απορρίφθηκε. Κατά της απόφασης ο αιτητής άσκησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Προσφυγή Αρ. 1138/2013 η οποία απορίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 3.9.2015, ECLI:CY:AD:2015:D567. Κατά της απόφασης, ο αιτητής άσκησε την Αναθεωρητική Έφεση 108/2015 η οποία με απόφαση ημερομηνιας 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C227 κατέληξε σε ακύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης. Ακολούθησε διαδικασία επανεξέτασης η οποία κατέληξε στην εξής απόφαση ημερομηνίας 12.12.2022:

 

«Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 4.11.2022, σχετικά με το πιο πάνω θέμα, όπου και σας πληροφορώ ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας προέβηκε σε επανεξέταση, στη βάση των ευρημάτων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και της λοιπής Νομολογίας επί του θέματος, όπου και αποφάσισε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που θέτει το σχετικό με το θέμα νομικό πλαίσιο για επ’ ανδραγαθία προαγωγή του Αστ. 577 Ιωάννη Σανταφιανού.

2.      Επίσης εξέτασε κατά πόσο το εν λόγω μέλος θα μπορούσε να προαχθεί λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων, ωστόσο ούτε αυτό καθίσταται δυνατό, καθότι οι πρόνοιες του νομικού πλαισίου που διέπει το θέμα αυτό, δεν του παρέχουν τέτοια δυνατότητα, αφού και πάλι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που τίθενται.

3.      Παρόλο που η πράξη του μέλους δεν ανάγεται σε ανδραγαθία ή σε ιδιαίτερες ικανότητες, εντούτοις ο Αρχηγός Αστυνομίας έκρινε ότι αυτή είναι τέτοιας φύσεως που δύναται να εξεταστεί από το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο, για απονομή άλλης τιμητικής διάκρισης.»

 

Διευκρινίζεται ότι ο αιτητής δεν στρέφεται κατά της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ως άνω επιστολής η οποία όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο κατέληξε σε απόφαση ημερομηνίας 11.7.2024 για απονομή στον αιτητή ηθικής αμοιβής – επαίνου και υλικής αμοιβής €50 την οποία ο αιτητής δεν αποδέχτηκε με επιστολή του ημερομηνίας 23.8.2024 (βλ. Τεκμήριο 1, κυανά 364 – 362).

 

Ο αιτητής εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε κατά παράβαση του Κανονισμού 10 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 214/2004 (στο εξής ο «Κανονισμός 10») και με σκοπό να εμποδίσει τον αιτητή να ασκήσει τα δικαιώματά του που προκύπτουν από το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος επειδή ο Αρχηγός Αστυνομίας δεν έλαβε οδηγίες από τον Υπουργό εν όψει του γεγονότος ότι η προθεσμία των δύο μηνών που προνοείται στον Κανονισμό 10(3) παρήλθε με αποτέλεσμα, ως εισηγείται ο αιτητής, να μην προκύπτει ζήτημα επανεξέτασης αλλά εφαρμογής του Άρθρου 146.6 σε συνδυασμό με το το Άρθρο 35 του Συντάγματος. Συνεπώς, εισηγείται ο αιτητής, ο Αρχηγός ενήργησε αναρμόδια και καταχρηστικά. Εισηγείται, επίσης, ο αιτητής ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο με την έλλειψη έρευνας και αιτιολογίας να εντοπίζονται και στη νέα απόφαση, στερήθηκε το δικαίωμα σε προηγούμενη ακρόαση και η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Σε απάντηση των λόγων ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής, ο καθ’ ου η αίτηση εισηγείται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 δεν απαιτείται η έγκριση του Υπουργού παρά μόνο σε περίπτωση που ο Αρχηγός αποφασίσει την επ’ ανδραγαθία προαγωγή, ότι η προθεσμία των δύο μηνών δεν είναι ανατρεπτική αλλά ενδεικτική και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής δεν επηρεάστηκε από την έλευση της προθεσμίας. Σε απάντηση του λόγου ακύρωσης που σχετίζεται με την παράβαση του δεδικασμένου, ο καθ’ ου η αίτηση εισηγείται ότι δεν παραβιάστηκε εφόσον επεξηγείται επαρκώς στην απόφαση η συλλογιστική του Αρχηγού με αναφορά στις προυποθέσεις που σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 πρέπει να ικανοποιούνται και της διαπίστωσης ότι ο αιτητής έπραττε το καθήκον του και τίποτε πέραν αυτού. Εισηγείται επίσης ο καθ’ ου η αίτηση ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης δεν παρέχεται σε κάθε δυσμενή πράξη, ούτε προνοείται στον νόμο ως απαιτεί το Άρθρο 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999. Τέλος, σε απάντηση του λόγου ακύρωσης για παραβίαση της αρχής της ισότητας εισηγείται ο καθ’ ου η αίτηση ότι τα παραδείγματα στα οποία αναφέρεται ο αιτητής δεν είναι ίσα με τη δική του περίπτωση.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Α.Ε. 108/2015 αποδέχτηκε τον πρώτο λόγο έφεσης με τον οποίο έγινε εισήγηση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρερμήνευσε την απόφαση Γεωργίου και Άλλων ν. Παναγή και Άλλων (1997) 3 Α.Α.Δ. 81 και έκρινε ότι απόφαση για επ’ ανδραγαθία προαγωγή είναι ανέλεγκτη και δεν υποχρεούται η διοίκηση να δώσει αιτιολογία ή να προβεί σε δέουσα έρευνα. Παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση:

 

«Εκείνο που συνάγεται από τη νομολογία είναι ότι, παρόλο που απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία σε περιπτώσεις προαγωγής επ' ανδραγαθία, αυτό δεν υποδηλώνει (κατά απαρέγκλιτη και συνακόλουθη ερμηνευτική), πως δεν απαιτείται αιτιολογία και εκεί όπου τέτοια αιτήματα απορρίπτονται.

Απαιτείται.

Το αποσαφηνίζουμε.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν. Παπαευτυχίου και Άλλων (2010) 3 Α.Α.Δ. 309, 313, η Ολομέλεια με παραπομπή στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας (1929-1959), σελ. 394, υπογράμμισε ότι η επ' ανδραγαθία προαγωγή αποτελεί εξαιρετικό μέτρο «. και μόνο η απονομή της χρήζει ειδικότερης αιτιολογίας, όχι όμως και η άρνηση παροχής της .», και πως η αιτιολογία άρνησης παροχής του εξαιρετικού αυτού μέτρου (τής προαγωγής επ' ανδραγαθία) μπορεί να εξαχθεί και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (ο τονισμός είναι δικός μας).

[…]

Πέραν τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 26(1) του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου ο Ν.158(Ι)/99»), διοικητικές πράξεις που εκδίδονται έπειτα από ενάσκηση διακριτικής εξουσίας, πρέπει να είναι αρκούντως και δεόντως αιτιολογημένες, ιδίως (όπως εν προκειμένω), αν τούτες είναι δυσμενείς για τον διοικούμενο και αντιτίθενται, ως προς το περιεχόμενο τους, με προηγηθείσα γνωμοδότηση, πρόταση, εισήγηση ή έκθεση αρμόδιου οργάνου, ή με στοιχεία του διοικητικού φακέλου.  

Επισημαίνουμε σχετικώς δύο τινά.

Πρώτον, η επίδικη περίπτωση, ποσώς εμπίπτει σε εκείνες που - κατά το Άρθρο 27, Ν.158(Ι)/99 - δεν απαιτούν αιτιολογία, και τούτο διότι η απόφαση του Αρχηγού εκδόθηκε ύστερα από ενάσκηση διακριτικής εξουσίας, με αυτόν να μην αποδέχεται το αίτημα, και με την απόφαση του να είναι δυσμενής για τον Εφεσείοντα δίχως τούτη να κατατάσσεται στην κατηγορία των πράξεων για τις οποίες προβλέπεται ρητώς (διά νόμου), πως δεν χρειάζονται αιτιολογία.

Δεύτερον, δοσμένου πως ο Αρχηγός αναφέρθηκε στο χειρόγραφο σημείωμα στην επιστολή του Διοικητή (ως Προϊσταμένου του Εφεσείοντα), η γνώμη του τελευταίου, ως εκ της απόφασης του να μην ασπασθεί την άποψη του Διοικητή, έπρεπε να τύχει συγκεκριμένης και αιτιολογημένης αναφοράς.

[…]

Ο Αρχηγός - κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 28, Ν.158(Ι)/99 όφειλε να αιτιολογήσει σαφώς την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς τη συλλογιστική που την περιστοίχισε, με τους γενικούς χαρακτηρισμούς που τούτος χρησιμοποίησε (και οι οποίοι μπορεί να ισχύουν και για κάθε άλλη περίπτωση) - συμπεριλαμβανομένης της απλής υπόμνησης στον Κανονισμό 10, ΚΔΠ 214/04 - να μην συνθέτουν, στη βάση πάντοτε των γεγονότων που τώρα απασχολούν, επαρκή αιτιολογία (Κοινοπραξία A.D.T. - ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. και Άλλων ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 42/15, ημ. 12.1.22, ECLI:CY:AD:2022:C4 ECLI:CY:AD:2022:C4, Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 A.A.Δ. 270, 273).

[...]

Ο Αρχηγός αναμενόταν λελογισμένως πως θα κατέγραφε στο χειρόγραφο σημείωμα και την έρευνα στην οποία προέβη - αν πραγματικά διενήργησε τέτοια έρευνα (μια που δεν υπάρχει σαφής ένδειξη περί τούτου) - όπως και τα ακριβή κριτήρια, που καθ' υπόθεσιν, συνεκτίμησε για να διαφοροποιηθεί από τη γνώμη του Διοικητή, συγκεκριμενοποιώντας με αυτό τον τρόπο ποια από τούτα τα κριτήρια πληρούσε κατά τη γνώμη του ο Εφεσείων (εν όλω ή εν μέρει) και ποια όχι.

Και γιατί.

Δεν το έπραξε αυτό ο Αρχηγός, μολονότι είχαν τεθεί ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία από τον Διοικητή που, εξ όψεως, φέρεται να  τεκμηρίωναν με παραπομπές σε γεγονότα, περιπτώσεις όπου εξαιτίας του επικίνδυνου χαρακτήρα τους, η ζωή του Εφεσείοντα τέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο (και το ίδιο η ασφάλεια της οικογένειας του), με τον Εφεσείοντα να υπερβαίνει (κατά τον Διοικητή) «. αρκετές φορές τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων του και των υποχρεώσεων του .» αναλώνοντας καθημερινώς «. πολλές ώρες εκτός υπηρεσίας, με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών που σχετίζονται με εγκληματικές δραστηριότητες του υποκόσμου .».

Δεδομένων των πιο πάνω, δεν μπορεί να συναχθεί από το χειρόγραφο σημείωμα, αιτιολόγηση τέτοιας φύσης και εμβέλειας, που να παρέχει αν μη τι άλλο το ελαχίστως απαιτούμενο θεμέλιο προς δικαστικό έλεγχο τής αναλυόμενης κρίσης του Αρχηγού (Ράφτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλων (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, 365-366).

Συνεπώς, η αιτιολόγηση του Αρχηγού υπήρξε ελλιπέστατη.

Κατά τρόπο αθεράπευτο και καθοριστικό.

Έγινε προσέτι λόγος από την Εφεσίβλητη ότι ακόμη και αν ήθελεν θεωρηθεί πως η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε ανεπαρκής εξ απόψεως αιτιολογίας, η τελευταία μπορεί να συμπληρωθεί ή και να αναπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου, ώστε να καταστεί πρέπουσα (Κυπριανού και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ.1) (1994) 4(Β) Α.Α.Δ. 871876-877).

Αυτή η προοπτική, ως αρχή, είναι κατά βάσιν και εφικτή και ορθή.

Άλλο όμως η αρχή και άλλο η επί του εδάφους εφαρμογή της.

Η εφαρμογή εξαρτάται και από τα περιστατικά τής κάθε περίπτωσης.

[…]

Μολοντούτο, αναφορικώς προς την εφαρμογή τής υπό αναφοράν αρχής στα όσα κειμένως ενδιαφέρουν, δεν διαπιστώνεται από τον Προσωπικό Φάκελο του Εφεσείοντα, ως το Τεκμήριο 1 ο φάκελος») - με υπόψιν και τους κρίσιμους χρόνους - να αναδύεται ευθέως, αμέσως και εναργώς κάτι που, λελογισμένως, θα μπορούσε να συμπληρώσει ή να αναπληρώσει την υπό συζήτησιν αιτιολογία.

Απεναντίας.

Εντός του φακέλου υπάρχουν δύο καταθέσεις του Εφεσείοντα (Κυανά 239-240) - και δύο αντίστοιχα σημειώματα - ως και μία κατάθεση Υπαστυνόμου που υπηρετούσε ως υπεύθυνος του Γραφείου Ασφαλείας της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς (Κυανούν 238), στις οποίες περιγράφονται συνθήκες και περιστάσεις που άπτονται (υποστηρικτικώς) στοιχείων και αναφορών στο αίτημα.

Κατ' επέκτασιν, η υπό πραγμάτευση αιτιολογία, δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τον φάκελο.

Αντιθέτως, αναδεικνύονται από εκεί, αντικειμενικώς, στοιχεία που επιτείνουν μάλλον, παρά αμβλύνουν, τα παρεπόμενα της αιτιολογικής ένδειας της προσβαλλόμενης απόφασης

 

          Ο Κανονισμός 10 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«10.(1) Ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις των παρόντων Κανονισμών, ο Αρχηγός, με έγκριση του Υπουργού, δύναται να προαγάγει μέλος της Δύναμης για ανδραγαθία στον αμέσως επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχει και μέχρι το βαθμό Ανώτερου Υπαστυνόμου, έστω και αν το μέλος αυτό δεν κατέχει τα προσόντα που απαιτούνται για προαγωγή του.

(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, ο όρος "ανδραγαθία" σημαίνει πράξη που θέτει σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή του μέλους που την εκτελεί και η οποία λόγω του επικίνδυνου του χαρακτήρα της υπερβαίνει τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων, και υποχρεώσεων του, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Αστυνομίας Νόμο και τους εκάστοτε ισχύοντες περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς:

Νοείται ότι η ανδραγαθία διαπιστώνεται μετά από έκθεση γεγονότων του υπεύθυνου της μονάδας ή του κατά τόπον ή καθ' ύλην υπεύθυνου Αστυνομικού Διευθυντή και αιτιολογείται ειδικά.

(3) Προαγωγή με βάση την παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού διενεργείται χωρίς καθυστέρηση και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία που εκτελέστηκε η πράξη ανδραγαθίας.

(4) Ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις των παρόντων Κανονισμών, ο Αρχηγός δύναται, με την έγκριση του Υπουργού, να προαγάγει Αστυφύλακα σε Λοχία ή Λοχία σε Υπαστυνόμο ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στον Πίνακα των συστημένων για προαγωγή από το Συμβούλιο Κρίσης, νοουμένου ότι αυτός επιδεικνύει ασυνήθιστη ικανότητα κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή αποδεδειγμένα έχει επιδείξει ιδιαίτερα αξιόλογο ενδιαφέρον, ζήλο και αφοσίωση προς την υπηρεσία πέραν του συνήθους κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια της υπηρεσίας του και έχει ιδιάζουσα κλίση σε εξειδικευμένη εργασία, ανεξάρτητα του αν κατέχει τα προσόντα που απαιτούνται για προαγωγή του.

(5) Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, ο όρος "εξειδικευμένη εργασία" σημαίνει εργασία για την επιτέλεση της οποίας απαιτούνται υψηλού επιπέδου εξειδικευμένες γνώσεις που το μέλος αποκτά με μελέτη και/ή πρακτική εξάσκηση και η οποία εργασία δεν μπορεί να επιτελεσθεί ικανοποιητικά από άλλο, συστημένο από το Συμβούλιο Κρίσης, μέλος.

(6) Οποιαδήποτε προαγωγή με βάση την παράγραφο (4) του παρόντος Κανονισμού δεν επιτρέπεται να προηγείται της ημερομηνίας ισχύος των πρώτων προαγωγών που ανακοινώνονται μετά την υποβολή από το Συμβούλιο Κρίσης του Πίνακα των συστημένων για προαγωγή.

(7) Ο αριθμός των μελών της Αστυνομίας που προάγονται με βάση την παράγραφο (4), δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατόν (5%) των θέσεων που υπάρχουν για πλήρωση κάθε χρόνο:

Νοείται ότι μέλος της Αστυνομίας το οποίο έχει προαχθεί σε Λοχία ή σε Υπαστυνόμο λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων με βάση τους Κανονισμούς που ίσχυαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών, δε θεωρείται υποψήφιος για περαιτέρω προαγωγή αν δεν επιτύχει στις εξετάσεις προαγωγής για το βαθμό Υπαστυνόμου.

(8) Ανεξάρτητα αττό τις υπόλοιπες διατάξεις των παρόντων Κανονισμών, ο Αρχηγός, με έγκριση του Υπουργού, προάγει Αστυφύλακα σε βαθμό Λοχία ή Λοχία σε βαθμό Υπαστυνόμου, ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος ή έχασε τη ζωή του από πράξη ανδραγαθίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του:

Νοείται ότι προαγωγή δυνάμει της παρούσας παραγράφου δε συνεπάγεται οποιαδήποτε πρόσθετα συνταξιοδοτικά ωφελήματα.»

 

Η εισήγηση του αιτητή είναι ότι μετά το ακυρωτικό αποτέλεσμα της έφεσης ο Αρχηγός δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε επανεξέταση και τούτο διότι ο χρόνος των δύο μηνών που προβλέπεται στον Κανονισμό 10(3) είναι επιτακτικής φύσης και μη αναστρέψιμος και επομένως θα έπρεπε να λάβει οδηγίες από τον Υπουργό για να το πράξει και ότι η επανεξέταση έγινε για να στερήσει στον αιτητή τα δικαιώματά του που απορρέουν από τα Άρθρα 146 και 35 του Συντάγματος. Το ακυρωτικό αποτέλεσμα της έφεσης είχε σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση της πρώτης διοικητικής απόφασης ex tunc. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι ούτε αναγνωριστική ούτε δηλωτική απόφαση αλλά απόφαση ελέγχου της ορθότητας της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στα πλαίσια αυτά, ελέγχου της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης. Συνεπώς, η επανεξέταση ήταν οφειλόμενη ενέργεια από πλευράς του καθ’ ου η αίτηση για σκοπούς συμμόρφωσης με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έγινε για να στερήσει στον αιτητή συνταγματικά δικαιώματα ούτε χρειαζόταν άδεια ή οδηγίες από τον Υπουργό ο Αρχηγός για να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση. Επιπρόσθετα, λόγω της φύσης της διοικητικής δίκης είναι δυνατό κάποια προθεσμία που προνοείται σε νόμο η οποία υπό άλλες συνθήκες πρέπει να τηρείται, να μην μπορεί εκ των πραγμάτων να τηρηθεί πλέον εφόσον η τελεσιδικία της διοικητικής δίκης έπεται της έλευσης της προθεσμίας.

 

Για σκοπούς εξέτασης του λόγου ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής με τον οποίο εισηγείται ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο επειδή ξανά η διοίκηση δεν προέβη στη δέουσα έρευνα και ούτε αιτιολόγησε την απόφασή της, ακολουθούν τα σχετικά αποσπάσματα από την έκθεση του Αρχηγού Αστυνομίας:

 

«Συγκεκριμένα, ο τότε Αρχηγός, μελετώντας το αίτημα, έκρινε με χειρόγραφο σημείωμα του, προς τον αρμόδιο Βοηθό Αρχηγό Διοίκησης, ημερομηνίας 21.12.2012, επί της επιστολής του τότε Διοικητική της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς, ότι δεν πληρούνταν τα απαιτούμενα για επ' ανδραγαθία προαγωγή ή για προαγωγή λόγω ιδιαιτέρων ικανοτήτων του Αστυφύλακα 577 Ιωάννη Σανταφιανού, δίδοντας οδηγίες για εξέταση του θέματος από το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο, σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 1/18, που αφορά «Μετάλλια Ηθικές και Υλικές Αμοιβές».

Στο χειρόγραφο σημείωμα αναφέρονταν τα ακόλουθα:

«Αφού μελέτησα προσεκτικά τόσο το περιεχόμενο της παρούσας όσο και τον Καν. 10 που διέπει το θέμα της προαγωγής μελών για ανδραγαθία ή λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προαγωγή του Αστυφ. 577 Γ. Σανταφιανού. Η παρούσα να εξεταστεί στα πλαίσια του Μόνιμου Εξεταστικού Συμβουλίου, του οποίου προεδρεύετε, παρακαλώ».

[…]

Στο πλαίσιο της επανεξέτασης, στη βάση και του σκεπτικού της ακυρωτικής απόφασης, προέβηκα σε έρευνα στον σχετικό με το θέμα διοικητικό φάκελο, όπου και διαπίστωσα τα ακόλουθα:

Την 19.12.2012, ο τότε Διοικητής της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς Αστυνόμος Β' Αντώνης Γεωργίου απέστειλε επιστολή (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) προς τον τότε Αρχηγό με επικεφαλίδα «Προαγωγή του Αστυφ.577 Γιάννου Σανταφιανού στον βαθμό του Λοχία, Περί Προαγωγών Κανονισμός 10(2) και Περί Προαγωγών Κανονισμός 10(4)».

Κατόπιν προσεκτικής μελέτης της επιστολής διαπιστώνεται ότι στην σελίδα (1) παράγραφος (3), ο κ. Γεωργίου αναφέρει για τον Αστυφύλακα 577 ότι είναι ευσυνείδητος αστυνομικός, αφοσιωμένος στα καθήκοντα που εκτελεί υπερβαίνοντας αρκετές φορές τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων του και των υποχρεώσεων του, θέτοντας έτσι σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή αλλά και τη ασφάλεια της οικογένειας του. Το προαναφερόμενο λεκτικό αποτελεί ουσιαστικά το νομικό περιεχόμενο του σχετικού με την επ' ανδραγαθία προαγωγή Κανονισμού 10 (2).

Παρόλα αυτά, στην τελευταία παράγραφο της 2ης σελίδας της επιστολής του, ο κ. Γεωργίου αναφέρει ότι ο Αστυφ.577 επιδεικνύει ασυνήθιστη ικανότητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και αποδεδειγμένα έχει επιδείξει αξιόλογο ενδιαφέρον, ζήλο και αφοσίωση προς την υπηρεσία του πέραν του συνήθους, κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια της υπηρεσίας του, που παραπέμπει στο θέμα της προαγωγής μέλους της Αστυνομίας λόγω ιδιαιτέρων ικανοτήτων, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 (4).

Κλείνοντας, ο κ. Γεωργίου βεβαιώνει ότι ο πιο πάνω Αστυφύλακας πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για προαγωγή με βάση τους πιο πάνω Κανονισμούς.

Ως εκ τούτου συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο τότε Διοικητής της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς, με την επιστολή του ουσιαστικά υποβάλλει αίτημα για προαγωγή του Αστυφ.577 Ιωάννη Σανταφιανού, είτε για ανδραγαθία, είτε λόγω ιδιαίτερων ικανοτήτων.

Το αίτημα εδράζεται στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις όπου το προαναφερόμενο μέλος περισυνέλλεξε πληροφορίες από τις οποίες ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν από την Αστυνομία όπλα, πυρομαχικά και εκρηκτικές ύλες.

[…]

Επ' ανδραγαθία προαγωγή

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου για την περίπτωση της ανεύρεσης των όπλων, των πυρομαχικών και των εκρηκτικών υλών, στις δύο από τις προαναφερόμενες τρεις περιπτώσεις, ο κ. Σανταφιανός προέβηκε σε γραπτή κατάθεση (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β), ενώ για την τρίτη περίπτωση σε κατάθεση προέβηκε ο Υπεύθυνος του Γραφείου Ασφάλειας της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς, Υπαστυνόμος Ανδρέας Ιωάννου (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ).

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 (2), των Περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 2004 (ΚΔΠ 214/2004), για να θεωρείται μια πράξη τελεσθείσα από μέλος της Αστυνομίας ως «ανδραγαθία» θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις. Εν πρώτης, η πράξη θα πρέπει να θέτει σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή του μέλους και κατά δεύτερον, λόγω του επικίνδυνου του χαρακτήρα της, αυτή να υπερβαίνει τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων και των υποχρεώσεων του, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Αστυνομίας Νόμο και τους εκάστοτε ισχύοντες περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς.

[…]

Όπως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσα από τον διοικητικό φάκελο, αλλά και την επιστολή του τότε Διοικητή της Μονάδας Προεδρικής Φρουράς, η επίμαχη πράξη/ενέργεια του Αστυφύλακα 577 να συλλέξει τις πληροφορίες που οδήγησαν στην ανεύρεση των όπλων, των πυρομαχικών και των εκρηκτικών υλών, δεν φαίνεται να έχει θέσει σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή του. Ούτε η αυτή καθ' αυτή πράξη της συλλογής πληροφοριών από ένα τρίτο πρόσωπο/πληροφοριοδότη, τον οποίο ο Αστυφ. 577 χαρακτηρίζει μάλιστα στην κατάθεση του ως ΠΗΓΗ, κάτι που εξυπακούει ότι μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση στρατολόγησης και κατ' επέκταση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, παράγοντες που απορροφούν τους κραδασμούς ενδεχόμενου κινδύνου, δύναται να θεωρείται, κατά την κρίση μου, ως ορίζει o Κανονισμός, επικίνδυνου χαρακτήρα. Πέραν τούτου και παρόλο που ο Διοικητής του στην επιστολή του αναφέρει ότι ο Αστυφ. 577 υπερβαίνει αρκετές φορές τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων του και των υποχρεώσεων του, θέτοντας έτσι σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή αλλά και τη ασφάλεια της οικογένειας του, εντούτοις δεν τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία την θέση του αυτή. Από την έρευνα δε, που διενήργησα στον διοικητικό φάκελο έχω διαπιστώσει ότι καμία άλλη πληροφορία δόθηκε από τον Αστυφ.577, αλλά και δεν έχω διαγνώσει το εν λόγω μέλος με πράξεις ή ενέργειες του να υπερβεί τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων του και των υποχρεώσεων του, πόσο μάλλον αρκετές φορές, όπως επικαλείται ο Διοικητής του.

Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, αλλά και τα διαλαμβανόμενα στις προαναφερόμενες αποφάσεις, επισημαίνω ότι ο κίνδυνος, κατά τρόπο αντίστοιχο με τον Στρατό, ενυπάρχει και στην Αστυνομία, η οποία αποτελεί Σώμα Ασφάλειας. Στα μέλη της Αστυνομίας, εξ' ορισμού και αυταπόδεικτα, μέσα από φύση των καθηκόντων που εκτελούν, συντρέχει ένας μεγάλος βαθμός κινδύνου, τον οποίο βέβαια και αποδέχονται από την στιγμή που διορίζονται στο Σώμα. Η άρρηκτη σύνδεση του κινδύνου με τα καθήκοντα που εκτελούν τα μέλη των Σωμάτων Ασφάλειας αποτελούν και τον βασικό λόγο που για το χαρακτηρισμό μιας πράξης ως ανδραγαθήματος, δεν αρκεί η έκθεση της ζωής του δράσαντα σε κίνδυνο, αλλά απαιτείται κάτι υπέρτερο, το στοιχείο του ηρωισμού.

Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει και αφορά στο ότι η πράξη του μέλους για να θεωρείται ανδραγάθημα θα πρέπει λόγω του επικίνδυνου του χαρακτήρα της να υπερβαίνει τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Αστυνομίας Νόμο και τους εκάστοτε ισχύοντες περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς, αξιοσημείωτο ως προς την στάθμιση της αποτελεί το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 24 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/2ΟΟ4). Στο εν λόγω άρθρο καθορίζονται οι Γενικές Εξουσίες και τα Καθήκοντα των Μελών της Αστυνομίας Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του εν λόγω άρθρου, «Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας......να συλλέγει και να μεταδίδει πληροφορίες που επηρεάζουν την δημόσια γαλήνη και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, να εμποδίζει τη διάπραξη αδικημάτων…» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η συλλογή και μετάδοση πληροφοριών αποτελεί βασικό, κύριο και σύνηθες καθήκον και κατ' επέκταση υποχρέωση των μελών της Αστυνομίας. Ως εκ τούτου, ο Αστυφ. 577 με την πράξη του αυτή δεν έπραξε τίποτε περισσότερο από αυτό που υποχρεούται στη βάση του Νόμου να πράξει, όντας μέλος της Αστυνομίας. Από τη στιγμή δε που η συλλογή και μετάδοση των πληροφοριών δεν συνοδευόταν με επικινδυνότητα, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, δεν θεωρείται ότι ο εν λόγω αστυφύλακας υπερέβηκε τη συνήθη εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του.

Ως εκ τούτου, από τα ενώπιον μου στοιχεία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει καμία από τις δύο προϋποθέσεις και κατ' επέκταση η πράξη κατά την κρίση μου δεν δύναται να θεωρηθεί ως ανδραγάθημα.»

 

Όπως προκύπτει από αντιπαράθεση της προηγούμενης απόφασης που κρίθηκε στα πλαίσια της έφεσης αναιτιολόγητη και της υπό κρίση απόφασης, ο Αρχηγός στην επανεξέταση έδωσε εκτεταμένη αιτιολογία και κρίση άποψης γιατί θεωρεί ότι δεν ικανοποιούνται οι προυποθέσεις του Κανονισμού 10. Συνεπώς, παράβαση του δεδικασμένου δεν υφίσταται. Ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας διαπιστώνεται. Στην έκθεση αναφέρονται τα συγκεκριμένα στοιχεία και έγγραφα που ερευνήθηκαν και η αιτιολογημένη εκτίμησή τους.

 

Επί της ουσίας, για να παρέμβει το Δικαστήριο στην αξιολόγηση των δεδομένων από τον Αρχηγό και την εκτίμησή τους θα πρέπει η εκτίμηση αυτή να μην είναι εύλογη. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του κατά πόσο ένα μέλος της Αστυνομίας θέτει τη ζωή του σε πραγματικό κίνδυνο όταν συνεργάζεται με πρόσωπα – πληροφοριοδότες μπορεί να διαφέρει από αυτή που διατυπώνει ο Αρχηγός στην έκθεσή του εντούτοις, αποδέχομαι το γεγονός ότι ο Αρχηγός είναι σε καλύτερη θέση να κρίνει την επικινδυνότητα τέτοιας συνεργασίας εφόσον – κατά τον τρόπο που το εξηγεί – φαίνεται να είναι γνωστή πρακτική ενώ συνήθης και αναμενόμενη φαίνεται να είναι η αποκάλυψη πληροφοριών τέτοιας φύσης από μέλη του σώματος όταν αυτές έρχονται σε γνώση τους.

 

Ούτε η εισήγηση για παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης ευσταθεί. Αφενός, ο Κανονισμός 10 δεν περιλαμβάνει τέτοια απαίτηση και αφετέρου, η ενεργοποίηση και εφαρμογή του γίνονται κατ’ εξαίρεση μετά από έκφραση σταθμισμένης κρίσης η οποία λειτουργεί ως επιβράβευση προς ένα μέλος κατ’ απόκλιση της συνηθισμένης πορείας προαγωγής. Ενέχει, δηλαδή, το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και όχι της λήψης δυσμενούς μέτου κατά ενός διοικουμένου.

 

Απορριπτέα είναι και η εισήγηση παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Το Δικαστήριο δεν έχει γνώση των περιστατικών στα οποία αναφέρεται ο αιτητής έτσι ώστε να μπορεί να διατυπώσει ασφαλές συμπερασμα αλλά έστω από τη συνοπτική περιγραφή που δίδει ο αιτητής φαίνεται ότι στις περιπτώσεις εκείνες τα μέλη είχαν άμεση και ευθεία εμπλοκή με τους εγκληματίες σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση.

 

Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο