AYAT MAJED HASAN AL DAMRAWI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 363/2022, 6/4/2026
print
Τίτλος:
AYAT MAJED HASAN AL DAMRAWI ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 363/2022, 6/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

Υπόθεση αρ. 363/2022

 

 6 Απριλίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

            AYAT MAJED HASAN AL DAMRAWI

 

                                                                                                Αιτήτρια,

                                      και

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ  

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

 

Μ. Χατζηχρυσάνθου (κα), για Κλεόπα & Παρασκευά Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για την αιτήτρια.

Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

                              Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή επιζητείται δικαστική απόφαση, ως ακολούθως:

 

«Δήλωση ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η συνεχιζόμενη παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν και να απαντήσουν κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος και τους σχετικούς νόμους επί του υποβληθέντος αιτήματος της αιτήτριας ημερομηνίας 25/2/2010 για την παραχώρηση της Κυπριακής Υπηκοότητας δυνάμει Κυπριακής καταγωγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 141(Ι)/2002 έως το 2015 είναι παράνομη. Η αιτήτρια ζητά επίσης όπως διαταχθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παραλείφθηκε να γίνει.».

 

Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης είναι απλά, δεν αμφισβητούνται και έχουν ως ακολούθως:

 

Στις 20.1.2010 η αιτήτρια υπήκοος Ιορδανίας, γεννηθείσα κατά το έτος 1987, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει κυπριακής καταγωγής σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης Νόμου (Ν.141(Ι)/2002) ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως δε προκύπτει από την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η μητέρα της αιτήτριας ενεγράφη ως κύπρια πολίτιδα λόγω καταγωγής ενώ ως κύπριοι πολίτες ενεγράφησαν και δυο ανήλικα αδέλφια της αιτήτριας.

 

Δεδομένου ότι για πέντε και πλέον χρόνια, δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση επί της αίτησης της αιτήτριας, η αιτήτρια απέστειλε προς τους καθ΄ ων η αίτηση μέσω του δικηγόρου της επιστολή ημερομηνίας 9.3.2015 με την οποία αιτείτο τη λήψη σχετικής απόφασης από τη διοίκηση. Παρεμβάλλεται ότι σχετική έκθεση αναφορικά με την καθυστέρηση που προέκυψε, ως δεικνύεται από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, καταρτίστηκε και από την Επίτροπο Διοικήσεως μετά από υποβολή σχετικού παραπόνου εκ μέρους της αιτήτριας καθώς και άλλων προσώπων των όποιων η εξέταση των αιτήσεων τους ομοίως εκκρεμούσε.

 

Με επιστολή τους ημερομηνίας 22.6.2023 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ενημέρωσε τους δικηγόρους της αιτήτριας ότι η αίτηση της αιτήτριας εξετάζεται καθώς και ότι λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης της αιτήτριας το ζήτημα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

 

Ως είναι δε καθόλα παραδεκτό δεν έχει μέχρι σήμερα ληφθεί ήτοι μέχρι και την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου οποιαδήποτε τέτοια απόφαση και η εξέταση του αιτήματος για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας εκ μέρους της αιτήτριας στη βάση των προνοιών του άρθρου 109 του Ν. 141(Ι)/2002 εκκρεμεί από την ημέρα υποβολής του.

 

Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση απέσυρε-και ορθά βεβαίως- κατά το στάδιο των διευκρινήσεων τις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε με την καταχωρηθείσα ένσταση της.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης η πλευρά της αιτήτριας δια της γραπτής της αγόρευσης και με συναφή παραπομπή σε νομολογία, υποβάλλει ότι αποτελεί υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να δράσει εντός εύλογου χρόνου, κάτι που δεν επισυμβαίνει στην παρούσα περίπτωση όπου εδώ και 16 πλέον χρόνια η αιτήτρια δεν εγγράφεται ως κύπρια πολίτιδα καθότι αναμένεται η εξέταση της αίτησης της. Συναφώς ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι η επίδικη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας να εκδώσει απόφαση και δη εντός ευλόγου χρόνου παραβιάζει το άρθρο 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) καθώς και τις αρχές της καλής πίστης, και της χρηστής διοίκησης. Πρόσθετα δε υποβάλλεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να ασκήσουν τη διακριτική τους εξουσία κατά παράβαση του άρθρου 44 του Νόμου 158(Ι)/1999.

 

Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζει ότι  η διοίκηση σε καμία περίπτωση δεν παρέλειψε να ενεργήσει ως όφειλε, εφόσον η χορήγηση της κυπριακής υπηκοότητας δεν είναι πράξη δέσμιας αρμοδιότητας, αλλά διακριτικής ευχέρειας. Συναφώς υποβάλλεται δεν υπήρχε υποχρέωση της διοίκησης να προβεί «ευθύς αμέσως» στη λήψη θετικής ή αρνητικής απόφασης, ενώ ούτε και παρήλθε ο εύλογος χρόνος προς εξέτασης της επίδικης αίτησης και επομένως δεν παραβιάστηκε ούτε και το άρθρο 10 του Νόμου 158(Ι)/1999. Αντιθέτως, ισχυρίζεται, η όποια καθυστέρηση είναι εύλογη ένεκα της φύσης του αιτήματος της αιτήτριας και των συνθηκών που το περιβάλλουν αφού απαιτείτο σειρά ενεργειών από τους καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πράγματι πληρούνται από την αιτήτρια οι τιθέμενες προϋποθέσεις του άρθρου 109 του Νόμου. Τονίζεται δε ότι στο Τμήμα εκκρεμεί μεγάλος αριθμός παρόμοιων αιτήσεων από πρόσωπα Αραβικής υπηκοότητας, που ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι τουρκοκυπρίων πολιτών, ως και η αιτήτρια. Οι εν λόγω αιτήσεις, συνεχίζει η κα Ιακωβίδου, παραμένουν σε εκκρεμότητα, καθότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον τα άτομα αυτά είναι πράγματι απόγονοι τουρκοκυπρίων, αφού σε κάποιες περιπτώσεις οι αρχές των Αραβικών χωρών από τις οποίες κατάγονται οι πλείστοι αιτητές, εκδίδουν πιστοποιητικά γέννησης και άλλα παρόμοια έγγραφα στη βάση μαρτυρίας των ίδιων των αιτητών και όχι σύμφωνα με στοιχεία που διαθέτουν στα αρχεία τους, ενώ έχουν εντοπιστεί και πλαστά Ιορδανικά έγγραφα. Συνεπώς, συνεχίζει η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών που υφίστανται για την εξέταση τέτοιων αιτήσεων δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ηθελημένη ολιγωρία εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση στην εξέταση της αίτησης της αιτήτριας. Πρόσθετα σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός περί μη εξέτασης της αίτησης της αιτήτριας εντός ευλόγου χρόνου δεν θα την ωφελήσει και προβάλλεται αλυσιτελώς.  Καταληκτικά υποβάλλεται ότι δεν υπάρχει οφειλόμενη ενέργεια προς έκδοση θετικής απόφασης καθώς και ότι καμία παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης δεν έχει αποδειχθεί.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Εν πρώτοις οφείλει να υπνομνησθεί ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, σύμφωνα πάντα με την αιτουμένη θεραπεία, δεν είναι οποιαδήποτε εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά η κατ’ ισχυρισμό  παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της διοίκησης να εξετάσει και να εκδώσει εκτελεστή διοικητική πράξη, εν τη εννοία του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, σε σχέση με την αίτηση της αιτήτριας, η οποία υποβλήθηκε στα πλαίσια του  άρθρου 109 (3) του  Ν. 141(Ι)/2002 και επί της οποίας, ως είναι καθόλα παραδεκτό, δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόφαση. Είναι δε κατά αυτής της παράλειψης για λήψη απόφασης που βάλλει η αιτήτρια επιζητώντας δια της παρούσας Προσφυγής την κήρυξη της ως παράνομης. Το ζήτημα επομένως ουδόλως αφορά σε οφειλόμενη ενέργεια προς έκδοση θετικής απόφασης και έγκρισης της αίτησης της αιτήτριας, αφού σε περιπτώσεις διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης, ουδόλως υφίσταται τέτοια υποχρέωση (ΚΟΣΑΡΕΒΑ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1453/2015, ημερ. 7.6.2016).

 

Υπενθυμίζεται δε ότι κατά πάγια νομολογία, σε τέτοιες περιπτώσεις, ως η παρούσα, η μόνη υποχρέωση που υπέχει η διοίκηση, ως οφειλόμενη ενέργεια, συνίσταται στο να ασκήσει την αρμοδιότητα της προς έκδοση απόφασης και μάλιστα εντός εύλογου χρόνου (βλ. MEHMET MAHER CEMAL EDDIN v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2019, ημερομηνίας 14/11/23) Πίτσιλλος ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (2000) 3 Α.Α.Δ. 777) Galal v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 943/18, ημερομηνίας 31/1/22).

 

Επομένως το καθοριστικό ζήτημα που αναδύεται προς εξέταση είναι κατά πόσον έχει παρέλθει ή μη ο εύλογος χρόνος για τη λήψη απόφασης επί του αιτήματος της αιτήτριας.

 

Εξαρχής, οφείλω να επισημάνω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνη η γενική και αόριστη θέση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό περί πάροδο εύλογου χρόνου επειδή η αιτήτρια δεν τίθεται σε δυσμενέστερη θέση. Με όλο το σεβασμό, η θέση αυτή παραβλέπει ότι εκ μέρους της αιτήτριας έχει υποβληθεί ένα συγκεκριμένο αίτημα για εγγραφή της  ως κύπριας πολίτιδας δυνάμει συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, για το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση. Με τούτο ως δεδομένο καθώς και με δεδομένη την υποχρέωση της διοίκησης να ασκεί την αρμοδιότητα της για λήψη απόφασης, είτε θετικής είτε αρνητικής εντός ευλόγου χρόνου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η αιτήτρια νομιμοποιείται να προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό.

 

Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση επί της ουσίας αντέταξε ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ηθελημένη ολιγωρία εκ μέρους της διοίκησης λόγω των ιδιαίτερων συνθήκων που περιβάλλουν την περίπτωση της αιτήτριας, οι οποίες επιβάλλουν, ως τέθηκε, σειρά ενεργειών προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και διεξαγωγή πλήρους έρευνας.

 

Έχω μελετήσει επιστάμενα το διοικητικό φάκελο, από το περιεχόμενο του οποίου δεν αποκαλύπτεται οτιδήποτε που να υποστηρίζει, πόσο μάλλον να αποδεικνύει ως ορθή τη θέση των καθ΄ων η αίτηση. Τουναντίον-και σε αντίθεση με τα όσα οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν- το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου επιβεβαιώνει με τρόπο αναντίλεκτο ότι ουδεμία ενέργεια έχει λάβει χώρα και ουδέν γεγονός επισυνέβηκε που να δικαιολογεί την υπέρμετρη μακρά περίοδο που έχει παρέλθει παντελώς άπρακτη (Α.Μ.K v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 161/16, ημερομηνίας 26/6/20). Άλλωστε ούτε και η ίδια η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση δεν υποδεικνύει οτιδήποτε συγκεκριμένο από το οποίο να καταφαίνεται η έμπρακτη ενασχόληση των καθ΄ων η αίτηση με την εξέταση της αίτησης της αιτήτριας (Zenad, ως φυσικός κηδεμόνας της ανήλικης θυγατέρας του Zenad και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 34/2017, ημερομηνίας 19/5/22).

 

Το μόνο δε που εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο, σε σχέση με την εξέταση της εν λόγω αίτησης, είναι η επιστολή ημερομηνίας 22.6.2023 η οποία αποστάληκε προς τους δικηγόρους της αιτήτριας ενημερώνοντας τους ότι η αίτηση της αιτήτριας εξετάζεται καθώς και ότι λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης της αιτήτριας το ζήτημα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

 

Καθίσταται εν προκειμένω σαφές και σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος συνιστά τον μόνο οδηγό πληροφόρησης ως προς την ύπαρξη δεδομένων και γεγονότων (Δημοκρατία ν. Δ. Αυλωνίτης και Υιοί Λτδ (2000) 3 Α.Α.Δ. 137) ότι από την υποβολή της εν λόγω αίτησης για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας της αιτήτριας, μέχρι και την καταχώρηση της Προσφυγής αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι μέχρι σήμερα, δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη και βεβαίως δεν φαίνεται να έλαβε χώρα οποιαδήποτε ενέργεια προς λήψη απόφασης από το αρμόδιο όργανο.

 

Είναι παγίως νομολογημένο ότι ο εύλογος χρόνος εντός του οποίου η διοίκηση υποχρεούται να αποφασίσει εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το δε κριτήριο του ευλόγου χρόνου είναι αντικειμενικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο (Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου και Χριστοφόρου (1994) 3 Α.Α.Δ. 434).

 

Στην προκειμένη περίπτωση και στη βάση των όσων έχουν τεθεί ανωτέρω, καθίσταται αναντίλεκτο ότι από την ημέρα υποβολής της αίτησης ήτοι κατά το έτος 2010 μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της Προσφυγής της αιτήτριας, παρήλθαν 12 σχεδόν χρόνια (μέχρι δε και σήμερα, όπου συνεχίζει να εκκρεμεί η εξέταση του αιτήματος, 16 χρόνια) με αποτέλεσμα να προκύπτει η ύπαρξη παράλειψης λήψης απόφασης εντός ευλόγου χρόνου.

 

Αντίστοιχα ζήτημα εξετάστηκαν από το Εφετείο στην απόφαση  MEHMET MAHER CEMAL EDDIN v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2019, ημερομηνίας 14/11/23) στην οποία ο διαρρεύσας χρόνος είναι κατά πολύ μικρότερος από αυτόν που αφορούν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.

 

Κρίνω σκόπιμό να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα, αν και εκτενές, από την απόφαση του Εφετείου καθότι τα όσα λέχθηκαν, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση:

 

 «εφεσείων κατάγεται από τη Συρία και είναι κάτοχος τουρκοκυπριακού «διαβατηρίου» και «ταυτότητας». […] ο εφεσείων υπέ- βαλε, στις 10.11.2015, αίτηση (εφεξής η «αίτηση») για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 109(3) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (εφεξής ο «Νόμος»). Στην αίτηση δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους της εφεσίβλητης μέχρι τις 22.2.2017, ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή Αρ.302/2017, με την οποία ισχυρίστηκε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της εφεσίβλητης, όπως εξετάσει και απαντήσει στην αίτηση του, ζητώντας σχετική απόφαση από το δικαστήριο, στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος[…].

 

Καταρχάς, ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε, δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε ενέργεια, έστω εσωτερικής φύσεως ή οποιαδήποτε ενασχόληση της εφεσίβλητης προς διεκπεραίωση της υποβληθείσας αίτησης του εφεσείοντα μέχρι και την καταχώρηση της προσφυγής εκ μέρους του, αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι μέχρι τις 22.1.2018, ημερομηνία που φέρει η σχετική επιστολή, η οποία εστάλη στον εφεσείοντα από την εφεσίβλητη, με την οποία, μετά την καταχώρηση της προσφυγής του εφεσείοντα, του ζητήθηκαν επιπρόσθετα στοιχεία και διευκρινήσεις (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) και είναι με αυτή που πρώτη φορά αποκαλύπτεται από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ενασχόληση της εφεσίβλητης με το συγκεκριμένο αίτημα. Έπεται ότι, το συμπέρασμα που αναδύεται μέσα από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, το οποίο είναι ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, είναι ότι, η εφεσίβλητη έμεινε, αδικαιολόγητα και ανεπίτρεπτα, εντελώς άπρακτη στο χρονικό διάστημα της λήψης απόφασης επί του αιτήματος του αιτητή μέχρι την ημέρα καταχώρησης της προσφυγής του (περίπου 14 μήνες, ως προαναφέρθηκε), το οποίο εδώ μας ενδιαφέρει. Είναι γεγονός ότι, εντοπίζεται στο φάκελο, τον οποίο καταχώρισε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου η εφεσίβλητη, επιστολή λειτουργού της εφεσίβλητης προς τη Νομική Υπηρεσία ημερομηνίας 16.2.2018, ήτοι έντεκα (11) περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της προσφυγής, με επισυναπτόμενη αυτής έκθεση γεγονότων, βάσει των οποίων συντάχθηκε και η ένσταση της εφεσίβλητης και, ιδίως, τα γεγονότα αυτής. Σ’ αυτή γίνεται αναφορά και επίκληση διάφορων «γεγονότων», τα οποία, κατά την εφεσίβλητη (και το πρωτόδικο δικαστήριο) δικαιολογούν, ως εύλογο, τον διαρρεύσαντα χρόνο για λήψη απόφασης σε σχέση με την αίτηση του εφεσείοντα. Η ένσταση, όμως και δη, οι εκεί αναφορές στα όποια γεγονότα δεν συνιστούν per se τεκμηρίωση αυτών, όπως κατ’ ουσία ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, αλλά ισχυρισμούς, οι οποίοι οφείλουν να αντανακλούν το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, από το οποίο και πρέπει να αποδεικνύονται.[…] 

Σημειώνουμε, εν τέλει, εμφαντικά και ότι, το γεγονός ότι δεν λήφθηκε ακόμη απόφαση επί της αίτησης του εφεσείοντα, είτε θετική είτε αρνητική, μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ (8) σχεδόν χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης του εφεσείοντα, οφείλει να προβληματίσει σοβαρά την εφεσίβλητη, η οποία υποχρεούται πάντοτε και ανεξαιρέτως, στα πλαίσια των κανόνων χρηστής διοίκησης, να επιλαμβάνεται και να αποφασίζει το ταχύτερο δυνατό (βλΔημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου, ανωτέρω)».

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω αναντίλεκτα, προκύπτει ότι τίποτα δεν δικαιολογεί ως εύλογο το διαρρεύσαντα χρόνο για λήψη απόφασης σε σχέση με την αίτηση που υποβλήθηκε για εγγραφή της αιτήτριας ως κύπριας πολίτιδας, δυνάμει καταγωγής. Έχοντας υπόψη ότι η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε το 2010, κρίνω ότι υφίσταται παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας να δοθεί απάντηση στην αίτηση της αιτήτριας, παράλειψη η οποία συνεχίζει να υφίσταται μέχρι και σήμερα, στο χρόνο στον οποίο εκδίδεται η απόφαση, ήτοι 16 χρόνια μετά την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

 

Η ανωτέρω διαπίστωση επισφραγίζει και την τύχη της παρούσας Προσφυγής.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η παράλειψη  των καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν κηρύσσεται άκυρη και παν το παραληφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί.

Επιδικάζονται έξοδα €1700 πλέον Φ.Π.Α υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                            Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο