ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 367/2022(iJ))
16 Απριλίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1Α, 23, 24, 26, 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
NOUF EL MASRI, ΩΣ ΦΥΣΙΚΟΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ALHOOR MOYAD ABU ALQURA
Αιτήτρια,
v.
1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΑΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Μελίνα Χατζηχρυσάνθου, για Κλεόπα & Παρασκευά Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια είναι ανήλικη, υπήκοος Ιορδανίας, γεννηθείσα στην Ντόχα του Κατάρ. Ο πατέρας της είναι υπήκοος Ιορδανίας, ενώ η μητέρα της, απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα, λόγω καταγωγής και είναι κάτοχος κυπριακού διαβατηρίου.
Η αιτήτρια, δια μέσω της μητέρας της, υπέβαλε στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αίτηση ημερομηνίας 5.7.2010, για εγγραφή της ως Κύπρια πολίτιδα, προκειμένου να λάβει κυπριακή υπηκοότητα, ως τέκνο Κύπριας πολίτιδας. Έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους της διοίκησης. Στις 10.3.2022, η αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, στηριζόμενη επί του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αξιώνοντας ακύρωση της συνεχιζόμενης παράλειψης των καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν και να απαντήσουν επί του υποβληθέντος αιτήματος ημερομηνίας 5.7.2010.
Παρά το γεγονός ότι η αίτηση υπεβλήθη τον Ιούλιο του 2010 και η προσφυγή ασκήθηκε τον Μάρτιο του 2022, μέχρι την επιφύλαξη της υπό κρίση προσφυγής, ήτοι μέχρι και τις 7.4.2026, δεν υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη και ούτε η αίτηση εξετάστηκε από το αρμόδιο Τμήμα.
Η Δημοκρατία προώθησε δια της Ενστάσεως της, τέσσερεις προδικαστικές ενστάσεις, μεταξύ των οποίων, περί προωρότητας της προσφυγής και ως προς την φύση της επίδικης απόφασης, τις οποίες όμως απέσυρε, κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων.
Επί της ουσίας, αποτέλεσε θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας, πως η διοίκηση δεν άσκησε εντός ευλόγου χρόνου την αρμοδιότητά της προς έκδοση θετικής ή αρνητικής απόφασης επί της αίτησης που υπεβλήθη το έτος 2010. Με παραπομπή σε συναφή νομολογία αναφορικά με παράλειψη εξέτασης τέτοιων αιτήσεων, υπέβαλε πως η πάροδος τόσων χρόνων από την υποβολή της αιτήσεως, ξεπερνά κατά πολύ τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου οφείλει η διοίκηση να δράσει, κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν. 158(Ι)/99, των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης και πως ουδείς αντικειμενικός λόγος υφίσταται ή έχει υποδειχθεί από τους καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να είναι ικανός να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση που σημειώθηκε. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει πως η παρούσα περίπτωση, αφορά σε ανήλικο πρόσωπο που, βάσει της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, η διοίκηση οφείλει να δράσει ακόμα πιο σύντομα, λαμβάνοντας υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο, κατά τις εισηγήσεις, δικαιούται την υπηκοότητα και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, της στερεί το δικαίωμα ανάπτυξης προσωπικότητας, ταυτότητας και ιδιωτικής ζωής.
Πρόσθετα, στην γραπτή της αγόρευση, κάνει αναφορά σε έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως που εκδόθηκε, βάσει παραπόνου που υπεβλήθη από διάφορα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης και της αιτήτριας, όπου διαπιστώθηκε το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης στην εξέταση αιτήσεων για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει καταγωγής και πως, μέχρι και σήμερα, εξακολουθεί η διοίκηση να παραλείπει να την εξετάσει.
Αντίθετη υπήρξε η προσέγγιση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία υποστήριξε πως το ζήτημα της παρέλευσης ή όχι του εύλογου χρόνου, είναι ζήτημα πραγματικό, κριτής του οποίου είναι το ίδιο το Δικαστήριο, μετά από αντικειμενική εκτίμηση, αφού εξεταστούν οι εκάστοτε ειδικές συνθήκες. Όπως υποστηρίζει, το αίτημα ερείδεται επί του άρθρου 109 του Ν. 141(Ι)/2002, βάσει του οποίου θα πρέπει να υπάρξει διερεύνηση των εγγράφων και πιστοποιητικών γέννησης που εκδίδουν οι αρχές αραβικών χωρών, οι οποίες εκδίδουν αυτά τα έγγραφα, στη βάση των πληροφοριών που τους δίδουν οι ίδιοι οι αιτητές και όχι βάσει των στοιχείων και εγγράφων που οι αρχές διαθέτουν. Είναι γι΄αυτό το λόγο που η εξέταση αυτής της φύσεως αιτήσεων, είναι όχι μόνον δυσχερής, αλλά και χρονοβόρα, ενώ υπέδειξε πως η εξέταση συνεχίζεται.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, η αίτηση της αιτήτριας για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, λόγω καταγωγής, υπεβλήθη στις 5.7.2010. Μέχρι δηλαδή και σήμερα, ήτοι 16 χρόνια μετά, εξακολουθεί να εκκρεμεί η εξέταση της αιτήσεως. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, υποστήριξε πως η εξέταση των εγγράφων και στοιχείων που δόθηκαν από την αιτήτρια, ακόμα συνεχίζεται. Αυτό όμως, δεν επιβεβαιώνεται μέσα από τον διοικητικό φάκελο, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Ο διοικητικός φάκελος δεν περιέχει κανένα άλλο έγγραφο πέραν από την υποβληθείσα αίτηση και τα έγγραφα που την συνοδεύουν, επιστολή του δικηγόρου ημερομηνίας 9.3.2015 που ζητά πληροφόρηση και απάντηση επί του αιτήματος, καθώς επίσης και την υπό εκδίκαση αίτηση ακυρώσεως και έκθεση γεγονότων. Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση της Δημοκρατίας πως η εξέταση της αιτήσεως, εγγράφων και αρχείων, συνεχίζεται.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 158(Ι)/99, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, το αρμόδιο διοικητικό όργανο θα πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά του μέσα σε εύλογο χρόνο, ο οποίος εξαρτάται από τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες.
Όπως λέχθηκε νομολογιακά, προ της κωδικοποίησης των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, το κριτήριο του εύλογου χρόνου είναι αντικειμενικό και ο τελικός κριτής τούτου, είναι το Δικαστήριο (Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου v. Χριστοφόρου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434).
Η πάροδος 16 ολόκληρων χρόνων από την υποβολή της αιτήσεως, σε συνάρτηση με την απουσία στοιχείων από τον διοικητικό φάκελο που να καταδεικνύουν έρευνα και εξέταση των εγγράφων που η αιτήτρια προσκόμισε, μέσω της μητρός της, κρίνεται πως υπερβαίνει κατά πολύ τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου η διοίκηση, κατ’ οφειλόμενη ενέργεια, πρέπει να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Σημειώνεται πως, δεν προκύπτει να έχει ζητηθεί εκ μέρους της διοίκησης, οποιοδήποτε έγγραφο, ούτε καν ανταλλαγή αλληλογραφίας προς οποιαδήποτε άλλη επίσημη Αρχή της Ιορδανίας, ούτε έχει συλλεχθεί οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με το περιεχόμενο της εκκρεμούσας αιτήσεως. Δεν φαίνεται καμία ενέργεια από τον Ιούλιο του 2010, μέχρι και σήμερα.
Απόλυτα σχετικά με το επίδικο ζήτημα είναι και τα κριθέντα στην Ε.Δ.Δ. 97/2019 Eddin ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 14.11.2023, από την οποία μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα:-
«Καταρχάς, ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, ο οποίος κατατέθηκε, δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε ενέργεια, έστω εσωτερικής φύσεως ή οποιαδήποτε ενασχόληση της εφεσίβλητης προς διεκπεραίωση της υποβληθείσας αίτησης του εφεσείοντα μέχρι και την καταχώρηση της προσφυγής εκ μέρους του, αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι μέχρι τις 22.1.2018, ημερομηνία που φέρει η σχετική επιστολή, η οποία εστάλη στον εφεσείοντα από την εφεσίβλητη, με την οποία, μετά την καταχώρηση της προσφυγής του εφεσείοντα, του ζητήθηκαν επιπρόσθετα στοιχεία και διευκρινήσεις (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) και είναι με αυτή που πρώτη φορά αποκαλύπτεται από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ενασχόληση της εφεσίβλητης με το συγκεκριμένο αίτημα. Έπεται ότι, το συμπέρασμα που αναδύεται μέσα από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, το οποίο είναι ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, είναι ότι, η εφεσίβλητη έμεινε, αδικαιολόγητα και ανεπίτρεπτα, εντελώς άπρακτη στο χρονικό διάστημα της λήψης απόφασης επί του αιτήματος του αιτητή μέχρι την ημέρα καταχώρησης της προσφυγής του (περίπου 14 μήνες, ως προαναφέρθηκε), το οποίο εδώ μας ενδιαφέρει. Είναι γεγονός ότι, εντοπίζεται στο φάκελο, τον οποίο καταχώρισε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου η εφεσίβλητη, επιστολή λειτουργού της εφεσίβλητης προς τη Νομική Υπηρεσία ημερομηνίας 16.2.2018, ήτοι έντεκα (11) περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της προσφυγής, με επισυναπτόμενη αυτής έκθεση γεγονότων, βάσει των οποίων συντάχθηκε και η ένσταση της εφεσίβλητης και, ιδίως, τα γεγονότα αυτής. Σ’ αυτή γίνεται αναφορά και επίκληση διάφορων «γεγονότων», τα οποία, κατά την εφεσίβλητη (και το πρωτόδικο δικαστήριο) δικαιολογούν, ως εύλογο, τον διαρρεύσαντα χρόνο για λήψη απόφασης σε σχέση με την αίτηση του εφεσείοντα. Η ένσταση, όμως και δη, οι εκεί αναφορές στα όποια γεγονότα δεν συνιστούν per se τεκμηρίωση αυτών […]. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, ο διοικητικός φάκελος αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, τον μοναδικό οδηγό ως προς την ύπαρξη δεδομένων και γεγονότων (βλ. Δημοκρατία ν. Δ. Αυλωνίτης και Υιοί Λτδ (2000) 3 Α.Α.Δ. 137) […]. Ούτε είναι ορθή η θέση της εφεσίβλητης ότι, με την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 16.2.2018 η όποια παράλειψη λήψης απόφασης επί του αιτήματος έχει αρθεί, αφού αυτή σαφώς δεν συνιστά τελική απόφαση επ’ αυτού. Ούτε τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος ενώπιον μας κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ήτοι ότι, είναι εκατοντάδες οι περιπτώσεις, όπως η παρούσα, οι οποίες αφορούν σε αιτήματα πολιτογράφησης από ισχυριζόμενους ως συγγενείς της N[…] N[…] MUSTAFA, δύνανται να προσθέσουν στην αιτιολογία σε σχέση με το θέμα του ευλόγου χρόνου, αφού αυτός ο ισχυρισμός, παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτος και, συνεπώς, αίολος και απορριπτέος, ενώ είναι παγίως νομολογημένο ότι, οι αγορεύσεις των μερών δεν δύνανται να προσθέτουν μαρτυρία […]. Σημειώνουμε, εν τέλει, εμφαντικά και ότι, το γεγονός ότι δεν λήφθηκε ακόμη απόφαση επί της αίτησης του εφεσείοντα, είτε θετική είτε αρνητική, μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ (8) σχεδόν χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης του εφεσείοντα, οφείλει να προβληματίσει σοβαρά την εφεσίβλητη, η οποία υποχρεούται πάντοτε και ανεξαιρέτως, στα πλαίσια των κανόνων χρηστής διοίκησης, να επιλαμβάνεται και να αποφασίζει το ταχύτερο δυνατό (βλ. Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου, ανωτέρω)». 4
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αδικαιολόγητα διαρρεύσασα περίοδος των 16 χρόνων από την υποβολή της αιτήσεως, σε συνάρτηση με την απουσία οποιασδήποτε διερεύνησης προς συλλογή στοιχείων και αρχείων για την εξέτασή της, ευλόγως οδηγεί σε κρίση πως το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ήτοι το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού, δεν άσκησε την αρμοδιότητά του εντός ευλόγου χρόνου, ως όφειλε να δράσει και διαπιστώνεται παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, ήτοι απάντησης επί της αιτήσεως ημερομηνίας 5.7.2010.
Υπό το φως των πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η παράλειψη των καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν επί της αιτήσεως της αιτήτριας, κηρύσσεται άκυρη και παν το παραληφθέν δέον όπως εκτελεστεί.
Επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900 πλέον Φ.Π.Α.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο