ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 447/2023)
6 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
S. C.
Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Χαριλάου (κα), για Απόστολο Γεωργίου, για Αιτήτρια
Σ. Πλατής, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η αιτήτρια, υπήκοος Σερβίας, προσβάλλει ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 5.1.2023 και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής.
Όπως αναφέρεται στην σχετική, επίδικη επιστολή, που εστάλη στην αιτήτρια, η αίτησή της απορρίφθηκε, καθότι αυτή είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, ενώ δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι άτομο καλού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 110(2)(γ) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Η αιτήτρια αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά το έτος 1995, με σκοπό να εργαστεί, ενώ στις 30.4.2004 αυτή τέλεσε πολιτικό γάμο με Ελληνοκύπριο.
Όπως προκύπτει από σχετικό έγγραφο της Αστυνομίας Κύπρου (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), στις 9.3.2007, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρήθηκαν στο stoplist, με την ένδειξη ότι απαγορεύεται η έξοδός της από τη Δημοκρατία κατόπιν οδηγιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καθότι εκκρεμούσε εναντίον της ποινική υπόθεση της ΥΚΑΝ Λεμεσού.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα (βλ. παράρτημα 5 στην ένσταση και την εκεί περιεχόμενη πληροφόρηση προς τον Διοικητή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών, ημερομηνίας 29.3.2007), τόσο η αιτήτρια όσο και ο σύζυγός της κατηγορήθηκαν για κατοχή και χρήση ναρκωτικών, ο δε σύζυγός της καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης επτά χρόνων, με ημερομηνία έναρξης της ποινής την 27.2.2007.
Αργότερα, στις 27.11.2012, λήφθηκε από το Τμήμα ανώνυμη επιστολή, στην οποία περιέχονταν ισχυρισμοί και/ή καταγγελίες εναντίον της αιτήτριας, μεταξύ άλλων, για χρήση ναρκωτικών, για ζημιές που προκαλούσε και για προβλήματα που δημιουργούσε σε οικογένειες.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από επιστολή της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) προς τον Διευθυντή του Τμήματος, ημερομηνίας 6.7.2021 (παράρτημα 7 στην ένσταση), η αιτήτρια κρίθηκε ένοχη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση της ΥΚΑΝ Λεμεσού και στις 19.11.2014 τής επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο για κατοχή ναρκωτικών. Επιπρόσθετα, από 7.12.2015, ο σύζυγος της αιτήτριας καταδικάστηκε εκ νέου σε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και 9 μηνών.
Στις 4.6.2018, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία εξετάστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και εν τέλει απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών («ο Υπουργός») στις 18.12.2022, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί και οι οποίοι αναφέρονται στη σχετική επιστολή, ημερομηνίας 5.1.2023, που εστάλη στην αιτήτρια.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 17.3.2023.
Για σκοπούς πληρότητας γεγονότων, αναφέρεται ότι στις 8.11.2022, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στην αιτήτρια, με ισχύ μέχρι τις 25.8.2025.
Η πλευρά της αιτήτριας προωθεί ισχυρισμούς περί πλάνης που εμφιλοχώρησε στη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης, μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς ή/και ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Εντός αυτού του πλαισίου, στον πυρήνα της σχετικής επιχειρηματολογίας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τους και δεν αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία και γεγονόταν αναφορικά με την περίπτωση της αιτήτριας, αλλά στηρίχθηκαν σε ανώνυμες και/ή αβάσιμες πληροφορίες και/ή καταγγελίες κατά της αιτήτριας, όπου το καταγγέλλον πρόσωπο προέβαλε «ένα παραλήρημα ασύνδετων, αβάσιμων και άσχετων ισχυρισμών για το πρόσωπο της Αιτήτριας».
Προβάλλουν επίσης οι συνήγοροι της αιτήτριας ότι οι καθ’ ων η αίτηση υπερέβησαν τα ακραία όρια της διακριτικής τους εξουσίας, και η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση και/ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, και κατά κατάχρηση ή/και υπέρβαση εξουσίας. Επιπρόσθετα δε, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης προωθείται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση δεν λήφθηκε εντίς ευλόγου χρόνου, κατά παράβαση του άρθρου 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε δε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα και/ή οι παράμετροι αναφορικά με την περίπτωση του αιτητή λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν δεόντως και δε χωρεί δικαστική παρέμβαση. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν διαπιστώνεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, αλλ’ ούτε παραβίαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά του αιτητή, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη.
Επιπρόσθετα, ο κ. Ελευθερίου ήγειρε δια του δικογράφου της ενστάσεως και προώθησε περαιτέρω δια της γραπτής του αγόρευσης, προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενος ότι σε σχέση με το επίδικο διάταγμα απέλασης, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι έχει απωλέσει το αντικείμενό της, εφόσον το εν λόγω διάταγμα έχει ανασταλεί. Ούτε κατάλοιπο ζημία προωθείται από τον αιτητή επ’ αυτού, με αποτέλεσμα, κατά τη σχετική εισήγηση, η υπό κρίση προσφυγή να χρειάζεται να εξεταστεί μόνον όσον αφορά το διάταγμα κράτησης.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Εν πρώτοις, η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη. Είναι πρόδηλο ότι αυτό που προσβάλλεται δια της υπό κρίση προσφυγής είναι η απόφαση έκδοσης τόσο του διατάγματος απέλασης όσο και του διατάγματος κράτησης. Το γεγονός της αναστολής του διατάγματος απέλασης δεν αφορά στη φύση και στην ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος, αλλά στον περιορισμό της ισχύος αυτού. Με άλλα λόγια, το επίδικο διάταγμα απέλασης εξακολουθεί να υφίσταται, εφόσον αυτό δεν έχει ακυρωθεί, αλλά έχει ανασταλεί. Με αποτέλεσμα και η προσφυγή, η οποία στρέφεται κατά της απόφασης έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, να μην έχει απωλέσει το αντικείμενό της παρά την αναστολή του διατάγματος αυτού. Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η προσέγγισή μου εάν το εν λόγω διάταγμα είχε ακυρωθεί.
Περαιτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος εξέτασης και λήψης απόφασης επί της αίτησής της.
Στο άρθρο 10 του Νόμου 158(Ι)/1999, προβλέπεται ότι «Το διοικητικό όργανο πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά του μέσα σε εύλογο χρόνο, ώστε η απόφασή του να είναι επίκαιρη σε σχέση με τα πραγματικά ή νομικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου εξαρτάται από τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες.». Σε πλήρη συμβατότητα με το νόμο και η ημεδαπή νομολογία σύμφωνα με την οποία το κριτήριο του ευλόγου χρόνου είναι αντικειμενικό και ο τελικός κριτής τούτου είναι το Δικαστήριο (Δημοτική Επιτροπή Αγ. Δομετίου ν. Χριστόφορος Α. Χριστοφόρου κ.α. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434).
Εν προκειμένω, δεν πραγνωρίζεται το δικαίωμα της αιτήτριας να έχει απάντηση στην αίτησή της, όπως βεβαίως δεν παραγνωρίζεται και η υποχρέωση της Διοίκησης να απαντήσει επί της εν λόγω αιτήσεως και δη εντός ευλόγου χρόνου. Ωστόσο, έχοντας εξετάσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, περιλαμβανομένης και της ιδιαίτερης εξέτασης που, πράγματι, πρέπει να προηγηθεί όσον αφορά στην έγκριση ή απόρριψη τέτοιου είδους αιτήσεων, κρίνω ότι, από την υποβολή της αίτησης της αιτήτριας (4.6.2018) μέχρι και τη λήψη της επίδικης απορριπτικής απόφασης (18.12.2022), δεν παρήλθε ο εύλογος χρόνος προς εξέταση και λήψη απόφασης επ' αυτής. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η εξέταση αυτού του είδους αιτήσεων, ως εκ της φύσης και δη της σοβαρότητας του αιτήματος, απαιτεί ορθή αξιολόγηση, ενδελεχή έρευνα και αναζήτηση διάφορων πληροφοριών εκ μέρους όχι μόνο του Τμήματος, αλλά και άλλων κρατικών υπηρεσιών, πόσω δε μάλλον όταν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση έχει απασχολήσει της διωκτικές αρχές της χώρας και έχουν υπάρξει προηγούμενες καταδίκες εναντίον του από Δικαστήρια της Δημοκρατίας, ως συνέβη εν προκειμένω με την αιτήτρια. Συναφώς, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας συνιστά το ύψιστο καθεστώς που μπορεί να λάβει ένας αλλοδαπός στη Δημοκρατία και αποτελεί βασικό κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να αποφασίσει για τα άτομα που αποτελούν υπηκόους του (Aylin Arakelian v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 130/20, ημερ. 10.3.2025, Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/18, ημερ. 6.3.2024).
Το κράτος οφείλει μεν να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κάθε αίτησης, στη βάση όμως ομοιόμορφης πολιτικής, μετά από συνολική έρευνα, τόσο των προσωπικών συνθηκών ενός εκάστου αιτητή, περιλαμβανομένου και του μεταναστευτικού του προφίλ, όσο και της εξακρίβωσης των τυπικών προσόντων παραμονής, αλλά και της διακρίβωσης της ενσωμάτωσης και ένταξής του στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο (Wang v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1301/2017, ημερ. 28.11.2019). Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε το γεγονός ότι κατά τα τελευταία χρόνια, πράγματι, έχει συσσωρευθεί μεγάλος αριθμός αιτήσεων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, είτε δι' εγγραφής, είτε δια πολιτογράφησης, οι οποίες εξετάζονται με χρονολογική σειρά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στη Διοίκηση ως προς τη διαχείριση και διεκπεραίωση εξέτασης αυτού του είδους αιτήσεων. Συνεπώς, η παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος στην υπό κρίση περίπτωση, μεταξύ της υποβολής της αίτησης και της λήψης απόφασης επ' αυτής, θα πρέπει να ιδωθεί και στη βάση των προεκτεθεισών, ιδιαίτερων, περιστάσεων που περικλείουν την εξέταση αυτού του είδους αιτήσεων, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές διεργασίες, αλλά και τα μέτρα που λαμβάνονται από το Τμήμα για την εξέταση των εκκρεμουσών αιτήσεων (βλ. και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην S. Z. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2033/2022 (i-Justice), ημερ. 3.10.2025).
Ως εκ των πιο πάνω, δεδομένων των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης, ως αυτά έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την υποβολή της αιτήσεως για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής, μέχρι και τη λήψη απόφασης επ' αυτής, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αιτήτριας κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Ως προς τους λοιπούς εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται, επισημαίνω τα εξής:
Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι ακόμα και η υφ’ ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 110 του Νόμου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ' επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και, επομένως, το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (βλ. και Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Όπως τονίστηκε στην Reyes, ανωτέρω, με αναφορά και στην Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας να επιλέξει τα άτομα στα οποία θα παράσχει την υπηκοότητά της, αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη, το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Η τήρηση, λοιπόν, της αρχής της καλής πίστης είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, σελ.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση της αιτήτριας απορρίφθηκε στη βάση της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου, καθότι είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, καθώς και βάσει του άρθρου 110(2)(γ) του Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η αιτήτρια είναι άτομο καλού χαρακτήρα. Στο άρθρο 110 του Νόμου, προβλέπεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να εγκρίνει αίτηση σε οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα για εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατία, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, η οποία πλειστάκις επιβεβαιώθηκε σε επίπεδο Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της. Αναφορά μπορεί να γίνει στην ISSA E.E.ALYATIM ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 33/11, ημερ. 25.10.2016 και στην Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, όπου τονίστηκε ότι, το δικαίωμα αλλοδαπού να αποταθεί για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, δεν συνεπάγεται και απόλυτο δικαίωμα απόκτησης της υπηκοότητας και ότι, εφόσον η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν δύναται να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Κατά τα λοιπά, η κάθε υπόθεση εξετάζεται επί των γεγονότων της.
Εν προκειμένω, όπως έχει προαναφερθεί, οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση της αιτήτριας, εν πρώτοις στη βάση της διαπίστωσης ότι η αιτήτρια είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, κατ’ εφαρμογή της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 110 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα (παράρτημα 11 στην ένσταση, σελίδωση 259 στον οικείο διοικητικό φάκελο), η αιτήτρια είχε παραμείνει παράνομα στη χώρα για συνολική περίοδο 407 ημερών (από 31.3.2010 μέχρι 1.7.2010, από 31.1.2012 μέχρι 17.10.2012 και από 21.4.2020 μέχρι 15.6.2020). Σχετική αναφορά γίνεται και στη συνοπτική έκθεση ημερομηνίας 7.2.2022, που υποβλήθηκε από Λειτουργό του Τμήματος προς τον Υπουργό (επίσης παράρτημα 11 στην ένσταση). Στην ίδια έκθεση, παρατίθεται το ιστορικό της αιτήτριας στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της καταδίκης της από Ποινικό Δικαστήριο και της προηγηθείσας, επίσης δυνάμει δικαστικού διατάγματος, απαγόρευσης εξόδου της από τη χώρα, και υποβάλλεται η εισήγηση για απόρριψη της αίτησής της τόσο λόγω της παράνομης παραμονής της, όσο και λόγω της διαπίστωσης ότι, με βάση το εν λόγω ιστορικό, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτή είναι άτομο καλού χαρακτήρα.
Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι, ενεργώντας εντός των ορίων της ορθής ενάσκησης της εξουσίας και διακριτικής τους ευχέρειας, ορθά και σύννομα, κατ’ εφαρμογή των όσων ο ίδιος ο Νόμος επιτάσσει, έλαβαν υπόψη τους και προσμέτρησαν δεόντως στην τελική τους κρίση τόσο το παράνομο της παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία, όσο και το ιστορικό της στη χώρα και το γεγονός ότι απασχόλησε τις διωκτικές αρχές και τα Δικαστήρια, σε συνάρτηση βεβαίως με τη διαπίστωση περί του χαρακτήρα της: πρόκειται για παράγοντες που, σύμφωνα και με τη νομολογία (Ήρωα, ανωτέρω), επιβάλλεται να διερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση στην τελική της κρίση επί αιτήσεων ως αυτή της αιτήτριας, πέραν από τη διερεύνηση άλλων λόγων που ενδεχομένως να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 191/2022 (i-Justice), ημερ. 8.4.2025 και L.C.W. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1343/2022 (i-Justice), ημερ. 7.4.2025). Θεωρώ χρήσιμο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι εντός της εμβέλειας του αδιαμφισβήτητου κυριαρχικού δικαιώματος της Δημοκρατίας να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφός της, εμπίπτουν και οι περιπτώσεις προσώπων που έχουν παραδεκτά καταδικαστεί από ποινικό δικαστήριο της Δημοκρατίας (FLORIN ION v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 833/2012, ημερ. 29.11.2013, Μοyo v. Republic (1988) 3 C.L.R. 1203 και Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2583).
Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει καταδειχθεί με επάρκεια ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εν προκειμένω εκτός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, πόσω δε μάλλον κακόπιστα. Υπό το φως δε των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω και έχοντας βεβαίως ως αφετηρία ότι η παραχώρηση της Κυπριακής υπηκοότητας είναι μια εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης, τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι της αιτήτριας στη γραπτή τους αγόρευση, ουδόλως μπορούν να προσθέσουν στην επιχειρηματολογία τους περί απόφασης παράνομης και/ή πεπλανημένης. Συναφώς, από πουθενά δεν προκύπτει ότι ουσιώδη ρόλο για τη λήψη της επίδικης απόφασης διαδραμάτισε η προαναφερθείσα ανώνυμη επιστολή, ως ισχυρίζεται η πλευρά της αιτήτριας.
Περαιτέρω, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησής της. Εξετάζοντας την, περιεχόμενη στην προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 5.1.2023, απόφαση, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Στην εν λόγω απόφαση, περιέχεται το σκεπτικό και οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση της αιτήτριας, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της αυτής (βλ. και άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999). Γενικότερα, η δοθείσα αιτιολογία πράγματι παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα, στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, από τα οποία προκύπτουν με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης της αίτησης (Σανταφιανός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 108/2015, ημερ. 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C227, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).
Ούτε κενό έρευνας διαπιστώνεται. Αντίθετα, η διενεργηθείσα έρευνα κρίνεται επαρκής και/ή η δέουσα. Ενώπιον των καθ' ων η αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, προκειμένου να ληφθεί η, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, απόφαση για απόρριψη της αίτησης για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δι’ εγγραφής. Όφειλαν οι καθ' ων η αίτηση να διενεργήσουν έρευνα αναφορικά με κάθε σχετικό και ουσιώδες για την αίτηση στοιχείο και αυτό έπραξαν, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός να στερείται ερείσματος. Προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα παραρτήματα της ένστασης, ότι οι καθ' ων η αίτηση διενήργησαν ενδελεχή και, εν πάση περιπτώσει, επαρκή και/ή τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ενώπιον δε των καθ' ων η αίτηση είχαν τεθεί όλα τα απαιτούμενα και/ή σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα έρευνα να τεκμαίρεται ότι υπήρξε πλήρης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η μορφή και έκταση της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Oleg Nagorny, ανωτέρω) και ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενό της. Η δε έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού και ουσιώδους γεγονότος, που παρέχει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14.3.2013, Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/09, 14.1.2014).
Περαιτέρω, ως είναι παγίως αναγνωρισμένο, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής και περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147, Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543, LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ, 21.12.2016, Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016).
Ενόψει λοιπόν των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν καλόπιστα, νόμιμα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος και δε διακρίνω να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη στην επίδικη κρίση, ούτε γενικότερα οτιδήποτε μεμπτό στην τελική τους κατάληξη. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου, εφόσον δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο