ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 487/2025)
20 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΛΥΜΠΙΟΥ
2. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
3. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΛΟΥΚΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ
Αιτητές
ΚΑΙ
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Καθ’ ου η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.5.2025
ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
Κ. Κότροφος, για Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές
Μ. Παρούτη (κα), για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Καθ’ ου η Αίτηση
Ι. Μουζουράκη (κα), για Απόστολος Ντορζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 6.5.2025, προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση του καθ’ ου η αίτηση, Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λευκωσίας («ΕΟΑΛ»), με την οποία εκδόθηκε πιστοποιητικό έγκρισης ημερομηνίας 31.3.2025 για διαχωρισμό γης σε ένα οικόπεδο, ένα χωράφι (δυτικό μέρος) και ένα χώρο πρασίνου, σύμφωνα με το άρθρο 91 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν. 90/1972), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), στη βάση της αίτησης αρ. 82545 και αναφορικά με το κτήμα υπ. αρ. εγγραφής [.], Φ/Σχ.[.], τεμάχιο 1025, στην περιοχή Ιδάλιον/Λύμπια, Λευκωσία («το τεμάχιο»).
Στις 15.5.2025, καταχωρήθηκε, δια κλήσεως, η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία οι αιτητές ζητούν-
«1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης του Καθ’ ου η Αίτηση, ήτοι της απόφασής του να εκδώσει πιστοποιητικό έγκρισης ημερ. 31.03.2025 για διαχωρισμό γης σε ένα οικόπεδο, ένα χωράφι (δυτικό μέρος) και ένα χώρο πρασίνου, στα πλαίσια της αίτησης [.] και αναφορικά με το κτήμα με αριθμό εγγραφής [.] στην Νότια Λευκωσία-Ιδάλιον, Λύμπια, τεμάχιο 1025, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης.
2. Διαζευκτικά ή σωρευτικά προς το ανωτέρω αιτητικό, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να χορηγήσει ή/και εκδώσει οποιαδήποτε πολεοδομική ή/και οικοδομική άδεια επί τη βάσει της πιο πάνω προσβαλλόμενης πράξης του ή/και άλλως πως να ενεργήσει επί της πιο πάνω απόφασής του ή/και πιστοποιητικού για την έκδοση περαιτέρω αποφάσεων ή/και πράξεων, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης».
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Λ. Π., ο οποίος, ως λέγει, είναι ο πατέρας της αιτήτριας αρ. 3, ενώ, ως αυτός επίσης αναφέρει, η αιτήτρια αρ. 2 είναι αδελφότεκνή του και ο αιτητής αρ. 1 συγγενής του. Δηλώνει επίσης ο ομνύων ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωσή του.
Σύμφωνα με τα όσα παραθέτει ο κ. Π., οι αιτητές, οι οποίοι είναι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου μαζί με το ενδιαφερόμενο μέρος (Ε.Μ.), κ. Αναστάση Αναστασίου, έλαβαν γνώση, κατά τις 15.4.2025, ότι είχε εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης, ημερομηνίας 31.3.2025 σχετικά με το τεμάχιο, στη βάση του άρθρου 10 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96), για διαχωρισμό του τεμαχίου δυνάμει του άρθρου 91 του Νόμου, κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Ωστόσο, ως τονίζει ο ενόρκως δηλών, ουδέποτε υπήρξε άδεια για διαίρεση της γης σε ένα οικόπεδο, ένα χωράφι και ένα χώρο πρασίνου: αντίθετα, η πιο πάνω άδεια για διαίρεση γης είχε εκδοθεί για δυο οικόπεδα. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως «Τεκμήριο 2» αντίγραφο της σχετικής άδειας διαίρεσης. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, το πιστοποιητικό έγκρισης εκδόθηκε χωρίς οποιαδήποτε βάση. Η δε παρανομία είναι έκδηλη, εφόσον το, δυνάμει του άρθρου 10 του Κεφ. 96 εκδοθέν, πιστοποιητικό έγκρισης δεν δύναται να μεταβάλει τους όρους της άδειας διαίρεσης. Η δε έγκριση κατ’ αυτό τον τρόπο, ωφέλεσε μόνο το Ε.Μ., το οποίο είχε παρουσιάσει στους αιτητές γραπτή δήλωση συγκατάθεσης προς υπογραφή, με την οποία όμως οι αιτητές δεν συμφώνησαν και δεν υπέγραψαν, εφόσον, ως λέγει ο ομνύων, με τον προτεινόμενο διαχωρισμό, αυτοί θα αποστερούνταν του δικαιώματός τους να εγγραφούν ως συνιδιοκτήτες του δεύτερου οικοπέδου.
Παρά τα πιο πάνω, συνεχίζει ο κ. Π., ο καθ’ ου η αίτηση προχώρησε και εξέδωσε το πιο πάνω πιστοποιητικό χωρίς να λάβει υπόψη του τις θέσεις των αιτητών, «τις οποίες ουδέποτε ζήτησε και οι οποίοι ουδέποτε έδωσαν συγκατάθεση να προχωρήσει η έκδοση του πιστοποιητικού με τους πιο πάνω όρους». Επίσης, κατά τον ομνύοντα, ο καθ’ ου η αίτηση δεν έλαβε υπόψη του ότι εντός του τεμαχίου έχουν ανεγερθεί κτήρια που δεν ανήκουν στο Ε.Μ. και με αυτό τον τρόπο θα βρεθούν ότι έχουν ανεγερθεί σε ακίνητο που δεν είναι και ούτε θα καταστεί οικόπεδο. Περαιτέρω δε, το Ε.Μ. επανειλημμένα ανέφερε στους αιτητές ότι η πρόθεσή του είναι να ανεγείρει πολυκατοικία στο τεμάχιο και να διαθέσει προς πώληση τα διαμερίσματα. Εφόσον συμβεί αυτό, κατά τον ενόρκως δηλούντα, θα δημιουργηθούν τετελεσμένα δια της ανέγερσης κτηρίων, καθώς και προβλήματα στους αιτητές, οι οποίοι δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν συγκεκριμένα μέρη του κτήματος που θα θεωρούνται ότι ανήκουν στο Ε.Μ.. Εάν δε η υπόθεση επανέλθει για επανεξέταση, θα υπάρχουν νέα δεδομένα, τα οποία πιθανόν να επηρεάσουν την απόφαση του καθ’ ου η αίτηση και, κατ’ αυτό τον τρόπο, η ζημία θα είναι ανεπανόρθωτη.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση πάσχει, καθότι λήφθηκε παράνομα, αναιτιολόγητα, χωρίς οποιαδήποτε έρευνα, ενέχει δε αυτή σκοπιμότητα και είναι μεροληπτική υπέρ του Ε.Μ. και αντίθετη προς τους κανόνες της χρηστής διοίκησης.
Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι επί των πιο πάνω οι θέσεις του καθ’ ου η αίτηση, ως αυτές προβάλλονται στην ένσταση και στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του. Βασική θέση του καθ’ ου η αίτηση, αποτελεί ο ισχυρισμός ότι η επίδικη πράξη, όχι μόνον δεν είναι έκδηλα παράνομη, αλλ’ αντιθέτως είναι καθόλα νόμιμη και ο καθ’ ου η αίτηση ενήργησε συμφώνως των προνοιών και εντός των εξουσιών που τού παρέχει το οικείο νομοθετικό πλαίσιο. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ή οποιαδήποτε ζημία αν δεν ανασταλεί η προσβαλλόμενη δια της προσφυγής απόφαση: δεν τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη ζημία των αιτητών και δεν καταδεικνύεται ότι η οποιαδήποτε ζημία, την οποία ενδεχομένως να υποστούν οι αιτητές από την απόρριψη της παρούσας αίτησης, θα ήταν ανεπανόρθωτη.
Τα ίδια εν πολλοίς αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση.
Συγκεκριμένα, η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Α., Ανώτερου Τεχνικού Λειτουργού στον ΕΟΑΛ και Υπεύθυνου Κλιμακίου Οικοδομικής Αδειοδότησης, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, καθότι έχει πρόσβαση στο αρχείο που τηρείται από τον ΕΟΑΛ και είναι ο υπεύθυνος λειτουργός που είχε επιληφθεί του ελέγχου συμμόρφωσης και της διαδικασίας έκδοσης Πιστοποιητικού Έγκρισης, ημερομηνίας 31.3.2025, αναφορικά με το τεμάχιο. Για όσα δε νομικά ζητήματα κάνει αναφορά, ο ομνύων δηλώνει ότι έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση.
Κατά τον ομνύοντα, η επίδικη πράξη εκδόθηκε με βάση συγκεκριμένη Άδεια Διαχωρισμού, ημερομηνίας 21.10.2016, η οποία προνοούσε για διαχωρισμό γης σε δυο οικόπεδα και έναν χώρο πρασίνου. Ωστόσο, οι αιτητές «παραλείπουν να αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη Άδεια Διαχωρισμού είχε πολύ συγκεκριμένους όρους, με τους οποίους οι ίδιοι οι Αιτητές δεν έχουν (ακόμα) συμμορφωθεί και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης για το μερίδιο/τμήμα της ιδιοκτησίας τους σ’ αυτή τη φάση». Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών, ως αυτός λέγει, στο πλαίσιο του ελέγχου για το κατά πόσον πληρούνταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την Έκδοση Πιστοποιητικού Έγκρισης, διενήργησε εκ μέρους του ΕΟΑΛ επιτόπιο έλεγχο και διαπίστωσε ότι επί του δυτικού μέρους του τεμαχίου βρίσκονταν ανεγερμένα υποστατικά και/ή οικοδομές, αυθαίρετα και/ή παράνομα. Αυτό, συνεχίζει ο κ. Α., εμπόδισε την ολοκλήρωση του διαχωρισμού στο σύνολό του και το Πιστοποιητικό Έγκρισης εκδόθηκε μόνον για το ανατολικό τμήμα του τεμαχίου, το οποίο πληρούσε τις πρόνοιες της άδειας. Το δε δυτικό τμήμα του τεμαχίου παρέμεινε χωράφι, στο Πιστοποιητικό Έγκρισης, μέχρι την πλήρωση των όρων της προγενέστερης Άδειας Διαχωρισμού. Τυχόν δε έκδοση Πιστοποιητικού Έγκρισης για το άλλο τμήμα, που δεν είχαν πληρωθεί οι όροι της Άδειας Διαχωρισμού, θα ήταν και παράνομη και αυθαίρετη, οι δε αιτητές φαίνεται να παραγνωρίζουν ότι η δυνατότητα διαχωρισμού τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατεδάφισης των παράνομων οικοδομών.
Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, η πράξη του καθ’ ου η αίτηση υπήρξε νόμιμη, αναλογική και αιτιολογημένη, εδράζεται αυτή σε πάγια και καθιερωμένη πρακτική και δεν θίγει τα δικαιώματα οποιουδήποτε, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αιτητών είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που παρέχεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες δεν πληρούνται εν προκειμένω, εφόσον ούτε έκδηλη παρανομία υφίσταται, ούτε ανεπανόρθωτη βλάβη προκύπτει, καθότι η μη έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος δεν εμποδίζει την μελλοντική αποκατάσταση οποιουδήποτε κατ’ ισχυρισμόν συμφέροντος των αιτητών, εφόσον αυτοί δικαιωθούν στην προσφυγή τους.
Η πλευρά του Ε.Μ. ρητά δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υιοθετεί την ένσταση και την γραπτή αγόρευση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση.
Οι πιο πάνω θέσεις αιτητών και καθ’ ου η αίτηση περιέχονται εν πολλοίς και στις γραπτές τους αγορεύσεις.
Η πλευρά των αιτητών, με αναφορά στις διατάξεις του Κεφ. 96, εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε παράνομα, αναιτιολόγητα, χωρίς τη δέουσα έρευνα, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, είναι δε αυτή μεροληπτική υπέρ του Ε.Μ..
Ως προς την κατ’ ισχυρισμόν ανεπανόρθωτη ζημία, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι θα δημιουργηθούν τετελεσμένα δια της ανέγερσης κτηρίων, «η ύπαρξη των οποίων δυνατόν να δημιουργήσει πρόβλημα στον ορθό διαχωρισμό της γης», θα δημιουργηθούν δικαιώματα σε τρίτους, αλλά και προβλήματα στους αιτητές από τη μη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων μερών του τεμαχίου, ενώ αν η υπόθεση επανέλθει για επανεξέταση, θα υπάρξουν νέα δεδομένα τα οποία «πιθανόν να επηρεάσουν την απόφαση του Καθ’ ου η Αίτηση».
Επιπρόσθετα, πέραν των προβαλλόμενων ισχυρισμών περί έκδηλης παρανομίας και ανεπανόρθωτης ζημίας, οι συνήγοροι των αιτητών ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση περίπτωση έχει και τον χαρακτήρα του εξαιρετικά επείγοντος, καθότι υπάρχει περίπτωση το Ε.Μ. να αρχίσει να ανεγείρει πολυκατοικία στο τεμάχιο. Τέλος, η πλευρά των αιτητών αμφισβητεί έντονα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Α., λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση και ορκίζεται σε αυτήν το Ε.Μ., ήτοι ο ίδιος, ο οποίος όμως αναφέρει ότι είναι Ανώτερος Τεχνικός Μηχανικός του καθ’ ου η αίτηση. Με αναφορά στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του καθ’ ου η αίτηση, οι αιτητές επισημαίνουν ότι η σχετική Άδεια Διαίρεσης Γης, παραχωρήθηκε και στον κ. Α.. Συνεπώς, κατά τον σχετικό ισχυρισμό, ο κ. Α., διενήργησε τον επιτόπιο έλεγχο στο τεμάχιο, κρίνοντας επί της ουσίας ο ίδιος την υπόθεσή του, παράνομα και/ή κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας.
Εκ διαμέτρου αντίθετες υπήρξαν επί των πιο πάνω, οι θέσεις των συνηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, οι οποίοι, αντικρούοντας τα πιο πάνω και με αναφορά σε γεγονότα και ισχυρισμούς παρόμοια με αυτά που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, προέβαλαν ότι ουδείς λόγος συντρέχει για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τονίζουν, μεταξύ άλλων, ότι το Ε.Μ. δεν έχει καμία σχέση με τον ενόρκως δηλούντα, κ. Α., ο οποίος προέβη στην ένορκη δήλωσή του υπό την ιδιότητά του ως Υπεύθυνος Κλιμακίου Οικοδομικής Αδειοδότησης/Ανώτερος Τεχνικός Μηχανικός, στην υπηρεσία του καθ’ ου η αίτηση. Όπως υποβάλλει η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση, πρόκειται για απλή συνωνυμία μεταξύ του εν λόγω λειτουργού και του Ε.Μ.. Αυτό δε το ζήτημα, είχε διευκρινιστεί και/ή ξεκαθαρίσει δι’ αλληλογραφίας ημερομηνίας 26.6.2025, που είχε προηγηθεί μεταξύ των δικηγόρων των αιτητών και του καθ’ ου η αίτηση. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα διαπλοκής και ο σχετικός ισχυρισμός των αιτητών είναι ανυπόστατος και απορριπτέος. Επιπρόσθετα, όχι μόνον δεν υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα έκδηλης παρανομίας, αλλά τουναντίον, είναι οι αιτητές που φαίνεται να παρανομούν, εφόσον δεν συμμορφώνονται με τους όρους της άδειας οικοδομής και/ή τους όρους της Άδειας Διαχωρισμού, ό όρος 5 της οποίας προβλέπει την κατεδάφιση των υφιστάμενων παράνομων και αυθαίρετων οικοδομών, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός στο σύνολό του. Περαιτέρω, κατά τους συνηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, ουδόλως έχει στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημία για τους αιτητές, ενώ δεν υφίσταται ούτε και οποιοδήποτε ζήτημα επείγουσας φύσεως, είναι δε οι ίδιοι οι αιτητές που, με τις ενέργειές τους, συνηγορούν υπέρ αυτής της θέσεως.
Το υπό εξέταση ένδικο μέσο, το οποίο επέλεξαν οι αιτητές προς προώθηση των αιτημάτων τους, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα δυνάμει του κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
Οι αρχές που διέπουν την εξέταση προσωρινού διατάγματος στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έχουν κατ’ επανάληψη εξηγηθεί σε αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το υπό εξέταση ένδικο μέσο που επέλεξαν οι αιτητές προς προώθηση των αιτημάτων τους, ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015.
Όπως έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή, από τη μη έκδοση του διατάγματος (MOHAMMED NAZRUZ ISLAM v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013, Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ. 12.7.2012). Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, (2007) 3 Α.Α.Δ 32, λέχθηκαν συναφώς τα εξής:
«Η εξαιρετική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως είναι πάγια νομολογημένο, αναλαμβάνεται μόνο εφόσον διαπιστώνεται πως η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση είναι έκδηλα παράνομη ή εφόσον, στο πλαίσιο του συνόλου των δεδομένων, δικαιολογείται να εκδοθεί ενόψει επαπειλούμενης, εξαιτίας της, ανεπανόρθωτης βλάβης».
Προηγουμένως, στην Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, λέχθηκαν τα ακόλουθα (η έμφαση έχει προστεθεί):
«Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές η έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πεδίο δικαιοδοσίας που πραγματευόμεθα αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δεν προβλέπεται άμεσα από το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας που παρέχεται ως εξουσία συμφυής προς το αντικείμενο της διαδικασίας προς διασφάλιση κατά πρώτο λόγο της νομιμότητας, που αποτελεί το κριτήριο που θέτει το ίδιο το Άρθρο 146 για τη θεώρηση του επίδικου θέματος της προσφυγής. Παρέχεται εξουσία αναστολής εφόσον η πράξη ή απόφαση καταφαίνεται ως έκδηλα παράνομη. Κατά δεύτερο λόγο μπορεί να ανασταλεί η απόφαση προς διαφύλαξη της δραστικότητας της δικαιοδοσίας οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι η εφαρμογή της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτητή δηλαδή ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί σε περίπτωση που η πράξη κριθεί ακυρωτέα.
Η άσκηση δικαιοδοσίας για την παροχή προσωρινής θεραπείας στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας θεσμοποιείται από τον Καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.».
Είναι βεβαίως σαφές ότι τα δυο προαναφερθέντα, καθοριστικά από τη νομολογία, κριτήρια είναι διαζευκτικά και στη διαπίστωση της έκδηλης παρανομίας, το στοιχείο της δημιουργίας ανυπέρβλητων εμποδίων στη Διοίκηση δεν υπεισέρχεται στην εικόνα και ούτε έχει σχέση πλέον η επαπειλούμενη ανεπανόρθωτη ζημιά στον ίδιο τον προσφεύγοντα (Λοϊζίδης v. Υπουργείο Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233, Κοινοπραξία Planet A. E και Project Management Ltd κ.α. v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Υποθ. Αρ. 197/2009, ημερ. 8.4.2009).
Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της έκδηλης παρανομίας, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι αυτή, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (Πολύβιος Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992) 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 1857, Economides v. Republic (1982) 3 CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 53). Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ελπίδα Κροκίδου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επάρχου Πάφου κ.α. (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε στη σημασία της φράσης «προφανής παρανομία». Το εννοιολογικό της πλαίσιο προσδιόρισε η νομολογία. Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι υποδηλώνει τις περιπτώσεις που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Στο σημείο αυτό η απόφαση Φράγκος και Άλλοι v. Δημοκρατία (1982) 3 Α.Α.Δ. 53 στην σελ. 57 διευκρινίζει:
«For the court to act, the illegality must be palpably identifiable without having to probe into disputed facts».
Ακολουθεί σε γενικευτική διατύπωση η σημασία του όρου:
«Although what amounts to flagrant illegality, is nowhere exhaustively defined, it appears to me to involve a clear violation of the procedure envisaged by the law or unquestionable disregard of the fundamental precepts of administrative law.».
Οι σκέψεις του δικαστηρίου επαναλαμβάνονται αυτούσιες στην απόφαση της Ολομέλειας Moyo & Another v. The Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203:
«For the illegality to qualify as flagrant, it must be glaring and as such self-evident and immediately identifiable».
Θα προσθέταμε ότι η έκδηλη παρανομία είναι έννοια που προκύπτει από την αντιδιαστολή της προς την παρανομία».
Περαιτέρω, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής:
«Η έννοια της έκδηλης παρανομίας έχει επίσης πάγια νομολογηθεί και υπενθυμίζουμε την απόφαση της Ολομέλειας στη Λοϊζίδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 234. Θα πρέπει η παρανομία, αν δεν αναδύεται αυτόματα, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης.».
Παρόλο δε που δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός της έκδηλης παρανομίας, αυτή φαίνεται να περιλαμβάνει και τη σαφή παραβίαση της νομικής διαδικασίας ή την αδιαμφισβήτητη παραγνώριση των θεμελιωδών κανόνων του Διοικητικού Δικαίου (βλ. Frangos & Others, ανωτέρω).
Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι, προκειμένου να μπορεί η παρανομία να χαρακτηριστεί ως «έκδηλη», θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα, να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη, αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (Πολύβιος Νικολάου, ανωτέρω, και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ανωτέρω) και να συνεπάγεται καθαρή παραβίαση της υπό του νόμου προβλεπόμενης διαδικασίας ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του Διοικητικού Δικαίου (Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71).
Εν προκειμένω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων και έχοντας εξετάσει προσεκτικά την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, περιλαμβανομένου βεβαίως του συνόλου των υπό της πλευράς των αιτητών προβαλλόμενων ισχυρισμών, ως αυτοί περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και την γραπτή τους αγόρευση, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία, δεδομένου ότι μια τέτοια παρανομία σαφώς και δεν αναδύεται αυτόματα, αλλ’ ούτε και αναντίλεκτη είναι, χρήζουν δε περαιτέρω διερεύνησης αντιφατικά γεγονότα και εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί που εκτίθενται στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις, αλλά και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και αφορούν ευθέως στην ίδια την ουσία της υπόθεσης. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι αιτητές, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν τους ισχυρισμούς τους περί έκδηλης παρανομίας, αναφέρονται εν εκτάσει σε διατάξεις του Κεφ. 96, ούτως ώστε να καταδείξουν ότι η ακολουθηθείσα διαδικασία πάσχει και ότι ο καθ’ ου η αίτηση «ενήργησε εντελώς εκτός δικαιοδοσίας», καθότι η άδεια είχε χορηγηθεί για διαίρεση σε δυο οικόπεδα και όχι σε ένα οικόπεδο, ένα χωράφι και ένα χώρο πρασίνου. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, τα αμέσως πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα, αναιτιολόγητα, μεροληπτικά, χωρίς τη δέουσα έρευνα, καθ’ υπέρβαση εξουσίας και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Αυτοί ωστόσο οι ισχυρισμοί επ’ ουδενί δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν έκδηλη παρανομία εν τη εννοία των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, αλλά αφορούν την ίδια την ουσία της επίδικης διαφοράς και το κατά πόσον η τελική επίδικη απόφαση είναι σύννομη ή παράνομη. Επιπρόσθετα, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά των αιτητών στηρίζονται σε γεγονότα τα οποία έρχονται σε ευθεία αντίφαση με αυτά επί των οποίων στηρίζονται οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του καθ’ ου η αίτηση και χρήζουν περαιτέρω διευκρίνισης: με βάση το γεγονός ότι υφίστανται αντικρουόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, κάθε άλλο παρά έκδηλη παρανομία μπορεί να διαπιστωθεί στην υπό εξέταση περίπτωση.
Είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπομνησθεί επίσης ότι, σύμφωνα πάντα με τη νομολογία, οι αρχές που εφαρμόζονται στο ζήτημα της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων στα πλαίσια προσφυγής, καθορίζουν ότι τέτοιο διάταγμα δύναται να εκδοθεί συνεπεία επείγουσας ανάγκης ή άλλων ειδικών περιστάσεων, χωρίς ωστόσο να διαγιγνώσκεται η ουσία της υπόθεσης (Έλενα Χριστοφίδου Πετράκη ν. Δημοκρατίας (2008) 4 Α.Α.Δ. 961). Συναφώς, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι δεν είναι ορθό το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για προσωρινό διάταγμα, να διαγιγνώσκει, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, και την ουσία της προσφυγής (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056, Πρόδρομος Α. Σέργη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κώστας Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 387, «ακόμα όμως και όταν η έκδηλη παρανομία αποτελεί λόγο άμεσης αναστολής της εκτέλεσης διοικητικής απόφασης, η προσέγγιση θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη, γιατί διαφορετικά η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς θα καταντούσε μάταιη προσπάθεια. [Βλέπε Sofocleous v. Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Karram v. Republic (1983) 3 C.L.R. 199]. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Miltiadous v. Republic (1972) 3 C.L.R. 341, ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επίδικων θεμάτων εκκρεμούσας της διαδικασίας» (βλ. και Hellenic Petroleum Cyprus Ltd ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. Αρ. 518/2006, ημερ. 20.3.2006).
Από τα πιο πάνω, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Το κατά πόσον η ακολουθηθείσα διαδικασία μέχρι και την λήψη της επίδικης απόφασης υπήρξε σύννομη ή αν πράγματι διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρανομία, είναι ζήτημα προς εξέταση στο πλαίσιο της προσφυγής, δεδομένου ασφαλώς και του γεγονότος, ως ήδη ελέχθη, ότι τα ζητήματα που αναφύονται άπτονται ευθέως της ουσίας της υπόθεσης. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο, όπου εξετάζεται η παροχή προσωρινής και κατ’ εξαίρεση θεραπείας, δεν διαπιστώνω να στοιχειοθετείται παρανομία, η οποία να είναι πρόδηλα αναγνωρίσιμη και να αναδύεται αυτόματα, χωρίς την ανάγκη για έκφραση κρίσης και χωρίς να διερευνηθούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ως η νομολογία επί του θέματος πάγια και διαχρονικά απαιτεί. Αναφέρω ενδεικτικά τις αποφάσεις στις Netvision Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α. (2004) 4 Α.Α.Δ. 918 και Hewlett Packard Hellas E.P.E. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1056/2004, ημερ. 4.4.2005, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ακολουθώντας παρόμοια προσέγγιση, κατέληξε ότι δεν δικαιολογούνταν η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δεν στοιχειοθετείται και, συνακόλουθα, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον δεύτερο παράγοντα επί του οποίου δύναται να εδραιωθεί αίτημα ως το υπό εξέταση, ήτοι την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη μη έκδοση του διατάγματος, δεδομένου ότι οι αιτητές εγείρουν με την υπό εξέταση αίτηση, και ισχυρισμούς περί ανεπανόρθωτης ζημίας.
Πλούσια και επ’ αυτού του ζητήματος είναι η ημεδαπή νομολογία, η οποία πάγια και διαχρονικά υπαγορεύει ότι απαιτείται από τον αιτητή η απόδειξη σοβαρής πιθανότητας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, υλική ή ηθική, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (BEHZAD MOTMAEN FAAL v Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 666/2014, ημερ. 8.7.2014, NASHAT MONER LOFTY MATRY v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5848/2013, ημερ. 7.11.2013). Η αναγκαία μαρτυρία προς τούτο θα πρέπει να εισηγείται και να αποδεικνύει ότι η ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής δεν μπορεί να τύχει αποκατάστασης με τις θεραπείες που θα χορηγηθούν με την επιτυχία της προσφυγής του ή ακόμη με άλλο τρόπο. Αντίθετα, η τυχόν βλάβη, εφόσον είναι αποτιμητή σε χρήμα και, άρα, επανορθωτή μετά την ακύρωση της πράξης επί της ουσίας, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αποτελεί λόγο μη αναστολής της πράξης (βλ. σύγγραμμα Α.Σ. Αγγελίδη «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2011, σελ. 151). Στην υπόθεση Κροκίδου, ανωτέρω, αναφέρεται ότι, όταν η ζημία που θα προκληθεί είναι καθαρά χρηματικού χαρακτήρα και η πλήρης επανόρθωσή της από τη Διοίκηση είναι απόλυτα εφικτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (βλ. επίσης Procopiou and others v. The Republic (1979) 3 C.L.R. 686). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί αν κριθεί ότι η έκδοσή του θα παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της Διοίκησης (Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Μαρκουλίδου ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 3413, Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345).
Όλες οι πιο πάνω αρχές συνοψίστηκαν μεταγενέστερα, στην Γρηγόρης Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας της Κύπρου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:
«Πρέπει επίσης να υφίσταται μαρτυρία ανεπανόρθωτης ζημίας, ήτοι ζημίας η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης. Όμως ακόμα και όταν υφίσταται τέτοια ζημία, το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος αν είναι πιθανόν το διάταγμα να δημιουργήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στο έργο της διοίκησης.
[…]
Η αξιολόγηση της έννοιας της ανεπανόρθωτης ζημίας υπονοεί την εξισορρόπηση αντικρουομένων συμφερόντων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 C.L.R. 341 στη σελ. 353:
"What constitutes irreparable injury is not simply a question whether in fact a loss will be irrecoverable. Even if irreparable loss is not a necessary product of the administration of justice, there are, nevertheless, some losses which must be borne by the litigant who must console himself with the general profit from a complex, regulated society. Administration of the concept of irreparable injury obviously involves a balancing of conflicting interests. Loss of the mere use of money, which an applicant is prevented from receiving, or required to pay out by administrative action, is not necessarily remediable. In a case where the proceeding before the Administrative Court is essentially a dispute between private parties, the relevance of traditional equity principles is obvious. (See Jaffe "Judicial Control of Administrative Action" pages 690-691)."
Τι συνιστά ανεπανόρθωτη ζημία δεν εξαντλείται απλά στο κατά πόσο στην πραγματικότητα μία απώλεια δεν δύναται να αποκατασταθεί (βλ. Monica Rodat v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 937,942). Στην υπόθεση Kadivari v. Δημοκρατίας (1992) 4 ΑΔΔ. 2924, αναφέρεται ότι ανεπανόρθωτη είναι η ζημία που δεν μπορεί να θεραπευτεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος, σε περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει στην προσφυγή του. Στην ίδια υπόθεση επαναλαμβάνεται ότι ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστώνεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί, αν κριθεί ότι η έκδοσή του θα παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση του έργου της διοίκησης. (Βλ. επίσης Georghiades (No.l) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345, Miltiadous v. The Republic, ανωτέρω).
Στην υπόθεση Κροκίδου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, αναφέρεται ότι όταν η ζημία που θα προκληθεί είναι καθαρά χρηματικού χαρακτήρα και η πλήρης επανόρθωσή της από τη Δημοκρατία είναι απόλυτα εφικτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ανεπανόρθωτη. (Βλ. επίσης Procopiou and others v. The Republic (1979) 3 C.L.R. 686).
Έχει ακόμα λεχθεί ότι, όταν η μη έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ζημία έστω και ανεπανόρθωτη στους αιτητές, αλλά από την άλλη η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει σοβαρά εμπόδια στην κανονική λειτουργία της διοίκησης, τότε το προσωπικό συμφέρον του αιτητή θα πρέπει να υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον και το διάταγμα να μην εκδίδεται. Αφού το προσωρινό διάταγμα είναι κατ' εξαίρεση μέτρο διακριτικής εξουσίας, το γενικό συμφέρον δεν θα πρέπει να θυσιάζεται, αλλά αντίθετα να επικρατεί του ιδιωτικού συμφέροντος του αιτητή. (Monica Rodat v. The Republic (1988) 3 C.L.R. 937). Περιττόν να λεχθεί ότι όταν δεν θα προκληθεί στον αιτητή ανεπανόρθωτη ζημία το διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδίδεται. (Βλ. Cleanthis Georghiades (No.l) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, Moyo and another v. The Republic ανωτέρω). Όμως η έκδηλη παρανομία της διοικητικής πράξης, ακόμα και αν δεν αποδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημία, αποτελεί λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος έστω και αν με την έκδοση του θα δημιουργηθούν σοβαρά εμπόδια στο έργο της διοίκησης. (Βλ. Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 345, 351, Marios Soteriou v. The Republic (1981) 3 C.L.R. 70 και Pagkiprios Organosis Ellinon Didaskalon Limassol Branch and Others v. Registrar of Trade Unions (1982) 3 C.L.R. 177).».
Έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω αναλυτικά τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, προς υποστήριξη του ισχυρισμού των αιτητών περί ανεπανόρθωτης ζημίας και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Από την πλευρά τους, οι συνήγοροι του καθ’ ου η αίτηση αντιτείνουν ότι οι αιτητές δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη και/ή οποιαδήποτε ζημιά, υλική ή ηθική, αν δεν ανασταλεί η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή πράξη μέχρι και την εκδίκαση της προσφυγής, ενώ ούτε και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, στοιχειοθετείται η ανεπανόρθωτη ζημιά των αιτητών και/ή περιέχεται οποιαδήποτε μαρτυρία ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ή οποιαδήποτε ζημιά.
Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, καθώς και την επιχειρηματολογία των αιτητών, ως αυτή εκτίθεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και στη γραπτή τους αγόρευση, και υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών επί του υπό συζήτηση θέματος, κρίνω ότι ούτε ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημίας μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Πρόκειται για ισχυρισμούς περί ζημίας (βλ. παράγραφο 6 στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών), οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό υποθετικοί και εν πολλοίς γενικόλογοι: εύλογα λ.χ. τίθεται το ερώτημα πως θα αρχίσει η ανέγερση πολυκατοικίας εκ μέρους του Ε.Μ., ως οι αιτητές διατείνονται ότι τούς ανέφερε το Ε.Μ., χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας οικοδομής και/ή πολεοδομικής άδειας. Επ’ αυτού, πάντως, ουδεμία αναφορά έγινε από την πλευρά των αιτητών. Αντίθετα μάλιστα, δια του αιτητικού Β της υπό εξέταση αίτησης, ζητούν δικαστικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η υπό του καθ’ ου η αίτηση έκδοση πολεοδομικής άδειας και/ή άδειας οικοδομής «επί τη βάσει της πιο πάνω προσβαλλόμενης πράξης». Γενικότερα, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί και/ή στοιχειοθετηθεί με την απαιτούμενη επάρκεια η όποια ζημία, που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οι αιτητές από την μη έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος, η οποία μάλιστα να μην μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη εκ των υστέρων θεραπεία (βλ. Κροκίδου, ανωτέρω). Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί των αιτητών κρίνονται ανεπαρκείς για να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη ζημία.
Συναφώς, ούτε και ο ισχυρισμός των αιτητών ότι το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον, μπορεί να γίνει δεκτός. Κατά τους αιτητές, το εξαιρετικά επείγον συνίσταται στο ότι «υπάρχει περίπτωση το Ε.Μ. να αρχίσει να ανεγείρει πολυκατοικία, όπως ανέφερε στους Αιτητές και στον κ. Π., οπότε τα τετελεσμένα γεγονότα τα οποία θα δημιουργηθούν θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να ανατραπούν και να επανέλθει η κατάσταση όπως είναι σήμερα». Επ’ αυτού αρκεί να επισημανθεί ότι οι ίδιοι οι αιτητές με την συμπεριφορά τους έχουν ουσιαστικά απεμπολήσει το δικαίωμά τους να ισχυρίζονται ότι η παρούσα υπόθεση έχει τον χαρακτήρα του κατ’ επείγοντος: ενώ, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, έλαβαν γνώση της επίδικης απόφασης στις 15.4.2025, καταχώρησαν την αίτησή τους έναν μήνα αργότερα, στις 15.5.2025, και μάλιστα δια κλήσεως.
Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης.
Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της προσφυγής.
Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 6.5.2026 και ώρα 9.00 π.μ..
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο