Γιώργος Μακρίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Υπόθεση Αρ. 563/2020, 23/4/2026
print
Τίτλος:
Γιώργος Μακρίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Υπόθεση Αρ. 563/2020, 23/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                Υπόθεση Αρ. 563/2020

                                                   23 Απριλίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

Γιώργος Μακρίδης

Αιτητής,

                             και

 

Πανεπιστήμιο Κύπρου

Καθ' ου η αίτηση                                                                                    

 

 

Ξένια Ευγενίου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, δικηγόροι για τον Αιτητή.

 

Ειρήνη Μπριάνα, για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι του Καθ’ου η αίτηση.

 

Μαρία Αντωνίου με Ερωτόκριτο Νικολάου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι του Ενδιαφερόμενου Μέρους.

 

_____________________________________________________________

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά: «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του καθ' ου η αίτηση και η οποία στάληκε στον Αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 26.5.2020 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A) με την οποία διόρισε τον Δρ Ματθαίο Παντελή στη βαθμίδα Επίκουρου καθηγητή στην ειδικότητα Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Ενσωμάτωση στο Ηλεκτρικό Δίκτυο στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Κύπρου αντί και/ή στη θέση του Αιτητή είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».

 

Ως καταγράφεται στην Ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση και προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα έχουν ως ακολούθως:

 

Στη συνεδρία υπ'αρ. 08/2018 ημερ. 28.03.2018 η Σύγκλητος του Καθ' ου η Αίτηση Πανεπιστήμιο Κύπρου, αποφάσισε να εισηγηθεί στο Συμβούλιο την προκήρυξη μιας θέσης στη βαθμίδα Λέκτορα ή Επίκουρου Καθηγητή στη ειδικότητα «Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Ενσωμάτωση στο Ηλεκτρικό Δίκτυο» στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών/ Renewable Sources of Energy and their Grid Integration in the Department of Electrical and Computer Engineering (Faculty of Engineering).

 

Στις 18.04.2018 η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών του Συμβουλίου στη συνεδρία της υπ' αρ. 05/2018 επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Συγκλήτου για προκήρυξη της θέσης. Σε συνεδρία της Συγκλήτου ημερ. 07.11.2018 και υπ' αρ. 27/2018 συστάθηκε η Ειδική Επιτροπή, ενώ στις 09.11.2018 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η προκήρυξη της επίδικης θέσης.  

 

Η Ειδική Επιτροπή, κατόπιν αξιολόγησης των υποψηφίων, μελέτη των προσωπικών τους φακέλων και μετά από προφορική εξέταση, ετοίμασε και απέστειλε σχετική έκθεση ημερομηνίας 22.11.2019 στο Εκλεκτορικό Σώμα.  

 

Το Εκλεκτορικό σώμα συνεδρίασε στις 20.12.2019 και, αφού παρουσιάστηκε ενώπιον του η έκθεση της Ειδικής Επιτροπής, αποφάσισε κατά πλειοψηφία όπως εισηγηθεί στη Σύγκλητο την εκλογή του Ενδιαφερομένου Μέρους στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή στη ειδικότητα «Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Ενσωμάτωση στο Ηλεκτρικό Δίκτυο» στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών.  

 

Η Σύγκλητος, στην συνεδρία της υπ' αρ. 07/2020 ημερ. 04.03.2020, αποφάσισε κατά πλειοψηφία την επικύρωση της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος για εκλογή του Ενδιαφερομένου μέρους στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή.  Με τη σειρά της, η Επιτροπή Προσωπικού του Καθ' ου η Αίτηση στην συνεδρία της υπ' αρ.05/2020 ημερ. 14.05.2020 αποφάσισε την επικύρωση της απόφασης της Συγκλήτου για την εκλογή του Ενδιαφερομένου Μέρους στην επίδικη θέση.  

 

O Καθ' ου η Αίτηση απέστειλε σχετική επιστολή πρότασης διορισμού στο Ενδιαφερόμενο Μέρος για την επίδικη Θέση στις 14.05.2020.  Το Ενδιαφερόμενο Μέρος αποδέχθηκε την εκλογή του στην επίδικη θέση, ενημερώνοντας τον Καθ' ου η Αίτηση με γραπτό μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερ. 10.06.2020. Ακολούθως ο Καθ' ου η Αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή για την πλήρωση της επίδικης θέσης με επιστολή του ημερ. 26.05.2020.

 

Ο Αιτητής προχώρησε στις 03.07.2020 στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου με την οποία προσβάλλει τον διορισμό του Ε.Μ. αντί του ιδίου. Μέσω της γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του, εν πρώτοις εγείρει ισχυρισμούς περί πλάνης περί τα πράγματα και τον Νόμο, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της Ειδικής Επιτροπής, πάσχουσας σύστασης και κακής συγκρότησης της Ειδικής Επιτροπής, όπως και μη τήρηση άρτιων πρακτικών.

 

Ως δεύτερο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η σύνθεση του Εκλεκτορικού Σώματος και η λειτουργία του, ήταν πάσχουσα καθότι συμμετείχαν σε αυτό μέλη της Ειδικής Επιτροπής, ενώ με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, ισχυρίζεται ότι, το Εκλεκτορικό Σώμα δεν διεξήγαγε δική του έρευνα επί των δεδομένων ως όφειλε και ότι, έλαβε την απόφασή του αναιτιολόγητα και υπό πλάνη.

 

O Αιτητής, στον τέταρτο λόγο ακύρωσης που προβάλλει, ισχυρίζεται πως, η επίδικη απόφαση πάσχει και θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω πάσχουσας σύνθεσης και λειτουργίας της Συγκλήτου. Οι ειδικότεροι λόγοι που προβάλλει για την κατ' ισχυρισμό πάσχουσα λειτουργία είναι (α) η αναιτιολόγητη απουσία μελών, η συμμετοχή της Καθηγήτριας κας. Θεοδώρας Κυράτση, (β) η οποία συμμετείχε και στο Εκλεκτορικό Σώμα και (γ) η παρουσία της κας. Πολίνας Βότση —Γιαννοπούλου σε σχέση με την τήρηση και επιμέλεια των πρακτικών. Ως ξεχωριστό πέμπτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής προβάλει ότι, η Σύγκλητος προχώρησε στην απόφασή της για επικύρωση της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος, χωρίς τη δέουσα έρευνα και χωρίς να παρέχει αιτιολογία.

 

Τέλος, με τον έκτο κατά σειρά λόγο ακύρωσης στην αγόρευση του, ο Αιτητής υποστηρίζει πως, η προσβαλλόμενη τελική απόφαση εδράζεται σε παράνομη απόφαση της Επιτροπής Προσωπικού και Κανονισμών του Συμβουλίου του Καθ’ου η αίτηση αφού, (α) η αιτιολογία που δόθηκε για την απουσία του Μέλους της Γ. Παμπορίδη δεν αρκεί, (β) η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών δεν έχει αρμοδιότητα για τη λήψη της απόφασης επικύρωσης της απόφασης της Συγκλήτου και, (γ) η Επιτροπή έπρεπε να διεξάγει δέουσα έρευνα και να παράσχει αιτιολογία κατά τη λήψη της απόφασής της.

 

Προς απάντηση ενός εκάστου των ως άνω λόγων ακύρωσης, τόσο οι δικηγόροι του Καθ’ ου η Αίτηση Πανεπιστημίου Κύπρου όσο και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, αφιερώνουν πολυσέλιδες γραπτές αγορεύσεις με αναφορές σε σχετική νομολογία. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποβάλλουν ότι, η επίδικη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και κανονική και δεν έχει τεκμηριωθεί οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση της. Παραπέμποντας στα αντίστοιχα πρακτικά συνεδριάσεων της Ειδικής Επιτροπής, του Εκλεκτορικού Σώματος και της Συγκλήτου, τον Νόμο και τους Κανονισμούς λειτουργίας του Π.Κ., απαντούν τόσο ως προς τη σύνθεση των οργάνων αυτών αλλά και υποδεικνύουν ότι, όλα τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες ήταν ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση οργάνων και συνεκτιμήθηκαν κατά τον δέοντα τρόπο. Όπως τονίζουν, η έρευνα που προηγήθηκε της επίδικης απόφασης ήταν επαρκής και ενδελεχής και η αντίστοιχη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση άρτια αιτιολογημένη. Τέλος, είναι η θέση αυτών ότι, ο αιτητής όχι μόνο απέτυχε να ανατρέψει τα γνωστά τεκμήρια της νομιμότητας, κανονικής διαδικασίας και της ορθής άσκησης της διακριτικής εξουσίας των Καθ’ ων η αίτηση και/ή να αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι η επίδικη απόφαση ήταν εύλογα επιτρεπτή και ότι οι Καθ’ων η αίτηση ορθά άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια.

 

Προχωρώ στην εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης κατά τη σειρά που αυτοί αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή.

 

Ο πρώτος λόγος τον οποίον προωθεί ο αιτητής, αφορά ισχυρισμούς περί πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της Ειδικής Επιτροπής, πάσχουσας σύστασης αυτής, όπως και μη τήρησης άρτιων πρακτικών.

 

Εξετάζοντας εν πρώτοις την συγκρότηση της Ειδικής Επιτροπής και τον διορισμό των μελών αυτής, διαπιστώνω ότι αυτά έγιναν καθόλα νόμιμα. Η διαδικασία συγκρότησης της Ειδικής Επιτροπής κατά την εκλογή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή διέπεται από τον Κανονισμό 7 των περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Εκλογή, Ανέλιξη και Ανανέωση Συμβάσεων Ακαδημαϊκού Προσωπικού) Κανονισμών του 1996 (Κ.Δ.Π. 36/96) και το «Μέρος ΙΙΙ - ΕΚΛΟΓΗ ΣΤΙΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΚΑΙ ΛΕΚΤΟΡΑ» και τον πλαγιότιτλο «Διορισμός Ειδικής Επιτροπής για την εκλογή στις βαθμίδες Επίκούρου Καθηγητή και Λέκτορα». Ως φαίνεται στο Πρακτικό της Συνεδρίας της Συγκλήτου αρ. 27/ 2018/ ΣΥΓΚΛΗΤΟΣ, στο οποίο καταγράφεται όλη η διαδικασία σύστασης της Ειδικής Επιτροπής, διαπιστώνω πως ακολουθήθηκε πιστά η διαδικασία η οποία προνοείται από τον εν λόγω Κανονισμό 7.

 

Έχω ανατρέξει στα σχετικά πρακτικά της Ειδικής Επιτροπής, στα οποία αναφέρονται εκτενώς στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι του Καθ’ ου η Αίτηση αλλά και του Ενδιαφερόμενου Μέρους. Είναι προφανές από το περιεχόμενο της εισήγησης της Ειδικής Επιτροπής, όπου καταγράφονται ρητώς, ότι ουδεμία πλάνη υπήρξε, αφού όλα τα στοιχεία, προσόντα, γνώσεις και εμπειρία, τόσο του Αιτητή, όσο και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, λήφθηκαν υπόψη κατά την αξιολόγηση και την κατάληξη της Επιτροπής. Η κατοχή των ανάλογων προσόντων από το Ενδιαφερόμενο Μέρος προκύπτει από τα ενώπιον της έγγραφα και υποστηρίζεται από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία για τα προσόντα και την εμπειρία του. Επιπλέον διαπιστώνω πως, η αιτιολογία που παραθέτει η Ειδική Επιτροπή, είναι τόσο επαρκής, όσο και ενδεικτική της εξέτασης των στοιχείων τόσο του αιτητή όσο και του ενδιαφερόμενου μέρους, όπως προκύπτει και από τα συμπεράσματα που εν προκειμένω καταγράφει η Ειδική Επιτροπή. Αντίστοιχα, και ο ισχυρισμός του αιτητή περί «επιλογής» του ενδιαφερόμενου μέρους από την Ειδική Επιτροπή και όχι ετοιμασίας «έκθεσης», τίθεται αυθαίρετα καθώς και δεν υποστηρίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο της εισήγησης της Ειδικής Επιτροπής. Συνεπώς, καταλήγω πως, ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτητή περί πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της Ειδικής Επιτροπής, είναι παντελώς αβάσιμος, όπως και η θέση του περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών.

 

Ωστόσο, πέραν της διαπίστωσης ότι η Ειδική Επιτροπή προέβη σε δέουσα έρευνα εξετάζοντας καταπόσον το ενδιαφερόμενο μέρος έχει τα σχετικά προσόντα για την επίδικη θέση, σημειώνω ότι τα προσόντα του ενδιαφερόμενου μέρους τα οποία αμφισβητεί ο αιτητής, δεν αποτελούν ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά ερευνητικό και επιστημονικό έργο και αντίστοιχη εμπειρία, τα οποία αρμοδιότητα να εξετάσουν και να αξιολογήσουν έχουν τα αρμόδια όργανα του Πανεπιστημίου τα οποία διαθέτουν την ανάλογη τεχνογνωσία και επιστημονική κατάρτιση και όχι το Δικαστήριο. Απόλυτα σχετική επί του προκειμένου, είναι η ακόλουθη αναφορά του Διοικητικού Δικαστηρίου στην απόφαση ΚΑΠΑΡΔΗ ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Υπόθεση αρ. 1201/2015, ημερ.19/12/2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:«[...] Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι είναι, βεβαίως, ορθή η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για να αξιολογήσει το απαιτούμενο προσόν της διεθνούς αναγνώρισης του επιστημονικού έργου ενός υποψηφίου για ανέλιξη στη Θέση του Καθηγητή, ούτε μπορεί να επέμβει στην εξειδικευμένη κρίση και στην εισήγηση της Ειδική Επιτροπής και τον Εκλεκτορικού Σώματος, δοθέντος όμως ότι η εν λόγω κρίση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και εντός της διακριτικής τους ευχέρειας

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση του αρμοδίου οργάνου, παραμόνο, ενεργώντας ως ακυρωτικό, επεμβαίνει όταν η διοίκηση έχει υπερβεί τα ακραία όρια της αρμοδιότητας της. Το ίδιο ισχύει και για την αξιολόγηση και κατοχή ενός προσόντος. Το ερώτημα για το Δικαστήριο είναι κατά πόσο με βάση το ενώπιον του υλικό, η κατάληξη του διοικητικού οργάνου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (Δαυίδ Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Δ.Δ. 696, Δημοκρατία ν. Παντζιαρή - Ελισσαίου (2003) 3 Α.Α.Δ. 168). Το αναθεωρητικό Δικαστήριο γενικά δεν υποκαθιστά με τη δική του κρίση την πρωτογενή εκτίμηση γεγονότων στα οποία προβαίνει η διοίκηση, ούτε και επανεκτιμά το ίδιο τα γεγονότα με σκοπό να καταλήξει σε διαφορετικό και εξίσου, ενδεχομένως, εύλογο συμπέρασμα. Το Δικαστήριο, εκτός όπου το άρθρο 146 του Συντάγματος ρητώς προβλέπει, δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας, αλλά εκτιμά μόνο ζητήματα νομιμότητας της πράξης (Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (αρ. 2) (2007) 3 Α.Α.Δ. 291). Δεδομένου ότι πρόκειται για προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της Θέσης, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να τα αξιολογήσει, και να σταθμίσει την κατά περίπτωση σημασία τους (Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνον κ.α. (2001) 3 A.A.Δ. 374, 395).

 

Ολοκληρώνοντας τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, καταλήγω ότι αυτός απορρίπτεται στο σύνολο του ως αβάσιμος.

 

Όσον αφορά στη συνέχεια τον δεύτερο λόγο, όπου ο Αιτητής προβάλει ισχυρισμούς περί πάσχουσας σύνθεσης και λειτουργίας του Εκλεκτορικού Σώματος και παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας, καθότι συμμετείχαν σε αυτό μέλη της Ειδικής Επιτροπής, σημειώνω τα ακόλουθα.

 

Έχω μελετήσει το σχετικό πρακτικό της συνεδρία του Εκλεκτορικού Σώματος ημερ. 20.12.2019, όπου ξεκαθαρίζεται πως τα οκτώ απόντα μέλη, παρόλο που έχουν τύχει πρόκλησης στην επίδικη συνεδρία, απουσιάζουν για τους λόγους που ρητά αναφέρονται επί του πρακτικού. Επί του ζητήματος των απουσιών από συνεδρία συλλογικού οργάνου, σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, A.E. 29/11, ημερομηνίας 21.07.2016, στην οποία μνημονεύεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2013) 3 Α.Α.Δ. 242. Ως εκ τούτου, όσον αφορά την αιτιολογία της απουσίας των οκτώ μελών από την επίδικη συνεδρία, κρίνω πως επί του σχετικου πρακτικού καταγράφεται ειδική και επαρκής αιτιολόγηση της απουσίας ενός εκάστου εξ αυτών και επομένως, η απουσία του κάθε ενός από τα οκτώ μέλη από την επίδικη συνεδρία, κρίνεται εξ αντικειμένου δικαιολογημένη.

 

Ως προ το έτερο ζήτημα που εγείρεται με τον δεύτερο λόγο, ήτοι ότι τα τρία μέλη που συμμετείχαν στην Ειδική Επιτροπή όφειλαν να μην συμμετέχουν στο Εκλεκτορικό Σώμα, αφού ήδη είχαν σχηματίσει άποψη με τη συμμετοχή τους στη σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής με αποτέλεσμα να προκύπτει παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, θα συμφωνήσω με τα όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση, και ειδικότερα την επίκληση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Ιωσηφίδου, Ε.Δ.Δ. 139/2019, ημερ. 20.1.2022, καθώς και στην απόφαση Μιχάλης Δημητρίου ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Υπόθεση αρ. 951/2010, ημερ. 26.7.2013, όπου κρίθηκε ότι η συμμετοχή του Προέδρου της  Ειδικής Επιτροπής στο εν λόγω εκλεκτορικό σώμα δεν ήταν με οποιονδήποτε τρόπο ενάντια στην κείμενη νομοθεσία και συγκεκριμένα στο άρθρο 22(1) του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 1989, (Ν.144(Ι)/89).

 

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ουδόλως πάσχει η σύνθεση και η λειτουργία του Εκλεκτορικού Σώματος, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται και ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης.

 

Στα πλαίσια του τρίτου λόγου ακύρωσης το οποίον προωθεί με την αγόρευση του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι στην απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος εντοπίζεται έλλειψη έρευνας όπως και της δέουσας αιτιολογίας.  

 

Αναφερόμενος και σε αυτή την περίπτωση στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας του Εκλεκτορικού Σώματος ημερ. 20.12.2019, ούτε τώρα θα συμφωνήσω με τη θέση των δικηγόρων του αιτητή, πως το εν λόγω όργανο λειτούργησε παράνομα ούτως ώστε να καταλήξει στην απόφαση του. Αντίθετα, από το εκτενές κείμενο του πρακτικού, το οποίο δεν κρίνω χρήσιμο να αντιγράψω στη παρούσα, διαπιστώνω πως το  Εκλεκτορικό Σώμα προέβη στη δική του έρευνα, στη βάση των απαιτήσεων της επίδικης θέσης, ώστε να καταλήξει στην επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους. Επί του πρακτικού, καταγράφεται από τα μέλη του Εκλεκτορικού Σώματος το σκεπτικό και όσον αφορά τις θετικές ψήφους αλλά και όσον αφορά τις αρνητικές ψήφους και τη τήρηση αποχής. Καθίσταται συνεπώς εμφανές ότι, εξετάστηκαν όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τα προσόντα και το έργο τόσο του Αιτητή όσο και του Ενδιαφερομένου Μέρους. Συγκεκριμένα έγινε ειδική αναφορά στα δύο αυτά πρόσωπα, αλλά και στο λόγο για τον οποίο η Ειδική Επιτροπή και το Εκλεκτορικό Σώμα κατέληξαν στην απόφαση επιλογής του Ενδιαφερομένου Μέρους. Η αιτιολόγηση, η οποία εντοπίζεται στο πρακτικό, αποτελεί απόδειξη της έρευνας που διενεργήθηκε από το Εκλεκτορικό Σώμα και κυρίως απόδειξη της έκδοσης της απόφασής του οργάνου χωρίς την εμφιλοχώρηση οποιασδήποτε πλάνης. Ούτε, η αιτιολόγηση της θετικής ψήφου μπορεί να ερμηνευτεί ως απόδειξη μεροληψίας και/ή ως απόδειξη μη δέουσας έρευνας, όπως υποστηρίζει ο αιτητής. Αντίθετα, η εν λόγω αιτιολόγηση αποτελεί απόδειξη της έρευνας που διενεργήθηκε από το Εκλεκτορικό Σώμα και απόδειξη της έκδοσης της απόφασής του χωρίς την εμφιλοχώρηση οποιασδήποτε πλάνης. Συνεπώς, καταλήγω, ο δικαστικός έλεγχος καθίσταται ευχερής και πληρείται η σχετική επιταγή της Νομολογίας (ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΜΙΜΕΡ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 809/2016, 18/1/2019).

 

Περαιτέρω, ως προς την έκταση της αιτιολόγησης της απόφασης, σημειώνω πως, με βάση την απόφαση ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΜΙΛΛΕΡ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Υπόθεση Αρ. 200/2007, 10 Ιουλίου 2008, στην οποία μνημονεύτηκε η απόφαση Χοτζάκογλου Χαράλαμπος Γ. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2007) 4 ΑΑΔ 291, αποφασίστηκε ότι η απόκλιση από την πλειοψηφική θέση της Ειδικής Επιτροπής υπέρ του εκεί αιτητή θα έπρεπε να αιτιολογείτο επαρκώς. Κατ’ αντιδιαστολή της εν λόγω αναφοράς, θα συμφωνήσω με τους δικηγόρους του Καθ’ ου η αίτηση, συνάγεται ότι, οποιαδήποτε απόφαση δεν αποκλίνει από την εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής δεν απαιτεί την παράθεση ειδικότερης αιτιολογίας.

 

Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται στο σύνολο του.

 

Ισχυρισμοί περί πάσχουσας σύνθεσης και λειτουργίας της Συγκλήτου, τίθενται ως τέταρτος κατά σειρά λόγος προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Οι ειδικότεροι λόγοι που προβάλλει ο Αιτητής για την κατ' ισχυρισμό πάσχουσα λειτουργία είναι, (α) η αναιτιολόγητη απουσία μελών της Συγκλήτου, (β) η συμμετοχή της Καθηγήτριας κας. Θεοδώρας Κυράτση η οποία συμμετείχε και στο Εκλεκτορικό Σώμα και (γ) η παρουσία της κας. Πολίνας Βότση — Γιαννοπούλου σε σχέση με την τήρηση και επιμέλεια των πρακτικών της Συγκλήτου.

 

Αναφορικά με την θέση του Αιτητή για αδικαιολόγητη απουσία των μελών της Συγκλήτου, επαναλαμβάνω προς απάντηση στον σχετικό ισχυρισμό, τα όσα καταγράφηκαν και αναπτύχθηκαν ανωτέρω από το Δικαστήριο επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, παρατηρώντας ότι, o λόγος για την απουσία, ήτοι η «ανειλημμένη ακαδημαϊκή υποχρέωση» συνιστά επαρκή δικαιολογία της απουσίας και αυτή μπορεί να κριθεί ως εξ' αντικειμένου δικαιολογημένη χωρίς να απαιτείται η περαιτέρω επεξήγηση της. Ως προς το ζήτημα της αιτιολόγησης της απουσίας των τριών μελών από τη συνεδρία της Συγκλήτου ημερ. 4.3.2020, ο λόγος απουσίας για κάθε μέλος καταγράφεται ρητώς στο επίδικο Πρακτικό και συνεπώς αυτή είναι επαρκής με αποτέλεσμα, η απουσία των εν λόγω μελών θα πρέπει να κριθεί ως εξ αντικειμένου δικαιολογημένη.

 

Όσον αφορά δε, την παρουσία της κας. Θεοδώρας Κυράτση στην συνεδρία της Συγκλήτου, ενώ αυτή συμμετείχε στο Εκλεκτορικό Σώμα, προς απάντηση του εν λόγω ισχυρισμού, επαναλαμβάνω ομοίως τα όσα παρατέθηκαν επί του ζητήματος συμμετοχής σε συλλογικά σώματα της ίδιας διαδικασίας ανωτέρω σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που παρατίθενται ανωτέρω, ήτοι η απόφαση στην Π. Κ. ν. ΙΩΣΗΦΙΔΟΥ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 139/2019, ημερ. 20/1/2022 και ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. Π. Κ., Υποθ. Αρ. 951 /2010, ημερ. 26/7/2013, εφαρμόζονται Mutatis mutandis και στην υπό αναφορά περίπτωση όπου παρατηρείται η συμμετοχή μέλους του Εκλεκτορικού Σώματος σε συνεδρία της Συγκλήτου. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται η σχέση γνωμοδοτικού και αποφασιστικού οργάνου, αφού το Εκλεκτορικό Σώμα είναι το αποφασίζον όργανο ενώ η Σύγκλητος το όργανο που επικυρώνει την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος. Είναι σαφές ότι, η απόφαση για εκλογή ή ανέλιξη του ακαδημαϊκού προσωπικού, μετά την έκθεση της ειδικής επιτροπής, εμπίπτει, σύμφωνα με το Νόμο 144/89 και τους Κανονισμούς, εντός των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Εκλεκτορικού Σώματος, ενώ οι εξουσίες της Συγκλήτου περιορίζονται στην επικύρωση ή όχι της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος (βλ. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1370/2012, ημερ. 16/9/2016 και Χ. Χατζάκογλου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Υπόθεση Αρ. 119/2005, ημερομηνίας 18/5/2007). Πέραν τούτου, σημειώνεται ότι, εν αντιθέσει με το Εκλεκτορικό Σώμα, το οποίο συστήνεται και συγκροτείται ad hoc, η Σύγκλητος αποτελεί όργανο του Καθ' ου η Αίτηση, η σύνθεση του οποίου δεν δύναται να διαφοροποιείται ανά περίπτωση.

 

Εξετάζοντας, τέλος, τη παρουσία της κας. Πολίνας Βότση — Γιαννοπούλου, ως δεύτερης πρακτικογράφου και την αντίστοιχη θέση του αιτητη ότι, η σύνθεση και λειτουργία της Συγκλήτου πάσχει λόγω της παρουσίας της αυτής, διαπιστώνω  τα ακόλουθα.

 

Με βάση το άρθρο 21 (1) και (2) του Ν. 158(Ι)/1999, προνοείται ότι δεν υπάρχει ζήτημα μη νόμιμα συντεθειμένου προσώπου αν πρόκειται για υπάλληλο που είναι αρμόδιος για την τήρηση των πρακτικών. Δεν συγκεκριμενοποιείται εκ του Νόμου ότι, θα πρέπει ένα αποκλειστικά πρόσωπο να παρίσταται ως αρμόδιο για την τήρηση πρακτικών. Επίσης, στον Κανονισμό 14 των περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Όργανα του Πανεπιστημίου) Κανονισμών του 1994 (Κ.Δ.Π.  55/94), ως τροποποιήθηκε, ορίζεται ότι σε όλες τις συνεδρίες συλλογικών οργάνων τηρούνται πρακτικά, χωρίς και πάλι να υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια σε σχέση με τον αριθμό των πρακτικογράφων και/ή των υπευθύνων για την τήρηση των πρακτικών. Συνεπώς, η παρουσία δεύτερου προσώπου που επίσης έχει την ευθύνη για την τήρηση και επιμέλεια των πρακτικών, δεν συνιστά παραβίαση του Ν. 158(1)/1999 ή του οικείου Κανονισμού 14 της Κ.Δ.Π. 55/94.

 

Εξετάζοντας τα περιστατικά της παρούσας, σε αντιδιαστολή με αυτά της απόφασης Υπόθεση Αρ. 5639/2013, ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΟΥΣΟΥΛΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ημερομηνίας 27/01/2017, στην οποία γίνεται αναφορά στη Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή, διαπιστώνω ότι, η παρούσα διαφοροποιείται από τα γεγονότα της εν λόγω απόφασης και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα την εφαρμόσει στην υπό κρίση περίπτωση. Έχοντας μελετήσει το απόσπασμα της εν λόγω απόφασης, όπου το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του για ακυρότητα της πράξης λόγω της επίπτωσης της παρουσίας αναρμόδιου προσώπου, θα συμφωνήσω με τους δικηγόρους του Πανεπιστημίου ότι, στην εκεί κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν ξεκάθαρο κατά πόσο η εν λόγω Λειτουργός του Πανεπιστημίου κα. Πολίνα Βότση — Γιαννοπούλου παρευρέθηκε στη συνεδρία μόνο ως πρακτικογράφος.

 

Εν προκειμένω, στο πρακτικό της Συνεδρίας της Συγκλήτου καταγράφεται ο λόγος για τον οποίο η κα. Π. Βότση - Γιαννοπούλου παρίσταται και ότι η παρουσία της είναι αναγκαία και επιτακτικής φύσεως. Συγκεκριμένα καταγράφεται πως: «Λόγω της αναγκαιότητας τήρησης άρτιων πρακτικών, λόγω του μεγάλού αριθμού μελών του Σώματος, της χρονικής διάρκειας της συνεδρίας, της πολυπλοκότητας και του ρυθμού εξέτασης των υπό συζήτηση Θεμάτων, κρίνεται απαραίτητη η παρουσία δύο πρακτικογράφων κατά τις συνεδρίες της Συγκλήτου. Την ευθύνη τήρησης των πρακτικών είχαν η κ. Γεωργία Στυλιανού (Γενικός Γραφέας) και η κ. Πολίνα Βότση - Γιαννοπούλου (Λειτουργός Πανεπιστημίου).»

 

Ενόψει των ανωτέρω, ομοίως με τους προηγούμενους και ο παρών λόγος ακύρωσης, ως και όλοι οι επιμέρους ισχυρισμοί που τον αφορούν, απορρίπτονται. 

 

Ισχυρισμοί περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας στην απόφαση της Συγκλήτου, τίθενται εκ μέρους του Αιτητή ως πέμπτος κατά σειρά λόγος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Με τον υπό αναφορά λόγο ακύρωσης, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι, η Σύγκλητος προχώρησε στην απόφασή της για επικύρωση της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος, χωρίς δέουσα έρευνα και χωρίς να παρέχει αιτιολογία.

 

Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 22 του Νόμου 144(1)/1989, των Κανονισμών 3 και 4 της K.Δ.Π. 153/90 και των Κανονισμών 5 - 8 της K.Δ.Π. 36/96, ως τροποποιήθηκε και της πάγιας Νομολογίας, κατά την εκλογή μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού η Σύγκλητος έχει αρμοδιότητα μόνο για την επικύρωση ή τη μη επικύρωση της απόφασης του Εκλεκτορικού Σώματος. Καμία αναφορά δεν υπάρχει στην οικεία νομοθεσία και στους Κανονισμούς του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου να προνοείται ότι, η Σύγκλητος έχει αρμοδιότητα και/ή οφείλει να διεξάγει έρευνα και να προβεί σε σύγκριση με σκοπό να λάβει την απόφασή της, για την εκλογή ή όχι υποψηφίου. Αντίστοιχα διαπιστώνω ότι, ούτε ο αιτητής έχει αποδείξει κάτι τέτοιο στη γραπτή του αγόρευση, αφού δεν παραθέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο άρθρο ή Κανονισμό που να προνοεί περί τούτου και η απόφαση στην οποία παραπέμπει δεν αφορά απόφαση με βάση τη διαδικασία εκλογής του Καθ' ου η Αίτηση.

 

Στη παρούσα περίπτωση, η Σύγκλητος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 4.3.2020, «αφού εξέτασε τα έγγραφα, την Έκθεση της Ειδικής Επιτροπής, την Έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος, το Νόμο του Πανεπιστημίου καθώς και τους Κανονισμούς σε σχέση με τη διαδικασία εκλογής Ακαδημαϊκού Προσωπικού, ψήφισε σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο να επικυρώσει την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος για εκλογή του κ. Ματθαίου Παντελή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή στην ειδικότητα "Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενσωμάτωση στο ηλεκτρικό δίκτυο / Renewable Sources of Energy and their Grid Integration", στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών».

 

Ολοκληρώνοντας το σκεπτικό της, η Σύγκλητος, με 18 ψήφους υπέρ και 7 αποχές, κατέληξε στην επικύρωση του διορισμού του Ε.Μ. στην επίδικη θέση, ως εξής:

«Ως εκ τούτου, η Σύγκλητος αποφάσισε να επικυρώσει την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος για εκλογή του κ. Παντελή στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή στην ειδικότητα "Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενσωμάτωση στο ηλεκτρικό δίκτυο / Renewable Sources of Energy and their Grid Integration", στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών.

O κ. Παντελή σύμφωνα με το βιογραφικό του σημείωμα κατέχει διδακτορικό τίτλο σε Electrical Power Systems Engineering από το University of Manchester, Ηνωμένο Βασίλειο (2013) (Thesis: Impact of ICT Reliability and Situation Awareness on Power System Blackouts). O κ. Παντελή έχει επίσης ικανότητα αυτοδύναμης πανεπιστημιακής διδασκαλίας και έρευνας, ικανότητα προσέλκυσης ερευνητικής χρηματοδότησης και υπερτερεί των άλλων υποψηφίων επειδή έχει εκτενές, ποιοτικό και διεθνώς αναγνωρισμένο έργο.

Σημειώνεται ότι η Σύγκλητος έλαβε επίσης υπόψη όλες τις αναφορές της Ειδικής Επιτροπής και του Εκλεκτορικού Σώματος».

Καταγράφοντας την κατάληξη της απόφασης της Συγκλήτου, διαπιστώνω εν προκειμένω πως, ως το όργανο που επικυρώνει την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος το οποίο αποτελεί το αποφασίζον όργανο, η Σύγκλητος άσκησε ορθά την εκ του Νόμου και των Κανονισμών αρμοδιότητα της, συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες για να καταλήξει στην απόφαση της και παρέχοντας επαρκή αιτιολογία για την εν λόγω πράξη (Χ. Χατζάκογλου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Υπόθεση Αρ. 119/2005, ημερομηνίας 18/5/2007, ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΚΟΠΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 337/2010, ημερ. 19/10/2011, ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1370/2012 ημερ. 16/9/2016).

 

Ενόψει των ανωτέρω και ο παρών λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Τέλος, με τον έκτο κατά σειρά λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής προβάλει ισχυρισμούς  σε σχέση με την προσβαλλόμενη απόφαση και την Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών του Συμβουλίου του Π.Κ.. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, (α) η αιτιολογία που δόθηκε για την απουσία του Μέλους της Γ. Παμπορίδη δεν αρκεί, ότι (β) η δεν έχει αρμοδιότητα για τη λήψη της απόφασης επικύρωσης της απόφασης της Συγκλήτου και ότι, (γ) η Επιτροπή έπρεπε να διεξάγει δέουσα έρευνα και να παράσχει αιτιολογία κατά τη λήψη της απόφασής της.

 

Καταρχήν, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι η απουσία του συγκεκριμένου μέλους από τη συνεδρία της Επιτροπής Προσωπικού ημερ. 14.5.2020 είναι αναιτιολόγητη και επηρεάζει την νόμιμη της σύνθεση, ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω επί παρόμοιας επιχειρηματολογίας του αιτητή και ομοίως διαπιστώνω ότι η απουσία του Μέλους Παμπορίδη κρίνεται αρκούντως δικαιολογημένη.

 

Αντίστοιχα, αναφορικά με την απόφαση της Επιτροπής Προσωπικού κατά την συνεδρία της ημερ. 14.5.2020 για επικύρωση της απόφασης της Συγκλήτου ημερ. 4.3.2020, υιοθετούνται πλήρως όλα όσα σχετικά λέχθηκαν από το Δικαστήριο ανωτέρω. Ομοίως, παραπέμπω στην απόφαση Μιχάλης Δημητρίου ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Υποθ. Αρ. 951/2010, ημερ. 26.7.2013, από την οποίαν επαναλαμβάνω το ακόλουθο, απόλυτα σχετικό, απόσπασμα.

 

«Ως αναιτιολόγητη επίσης, ο αιτητής, χαρακτήρισε την απόφαση της Συγκλήτου και της Επιτροπής Προσωπικού και Κανονισμών τον Συμβουλίου του Πανεπιστημίου.

Το θέμα εκλογής και ανέλιξης των μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού, όπως έχω αναλύσει πιο πάνω, ρυθμίζεται από το άρθρο 22(1) του Νόμου 144/89. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 9(8) προβλέπει ότι:

«Το Εκλεκτορικό Σώμα εξετάζει την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής και τις τυχόν παρατηρήσεις του υποψήφιου, λαμβάνει την απόφαση και υποβάλλει τεκμηριωμένη έκθεση στη Σύγκλητο για επικύρωση.»

 

Καθίσταται επομένως έκδηλο, ότι η Σύγκλητος ενεργεί μόνο ως επικυρωτικό σώμα και δεν απαιτείται όπως παρέχει αιτιολογία για την απόφαση της. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Παπαλεοντίου (ανωτέρω):

«Ο Κανονισμός 4(2) των περί Πανεπιστήμιού Κύπρου (Εκλογή, ανέλιξη και Ανανέωση Συμβάσεων Ακαδημαϊκού Προσωπικού) Κανονισμών τον 1996 (ΚΔΠ 36/96) αναφέρει:

«Η επιτροπή αποτελείται από εξωτερικούς εισηγητές του αυτού ή συναφούς γνωστικού αντικείμενου που είναι καθηγητές πανεπιστήμιου και προέρχονται από πανεπιστήμια δυο τουλάχιστον ξένων χωρών και δυο εσωτερικούς εισηγητές, ένας από τους οποίους ορίζεται από τη Σύγκλητο Πρόεδρος της Επιτροπής».

 

Ταυτοχρόνως, είμαι της γνώμης ότι ούτε ο προβληθείς ισχυρισμός για έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση τον Συμβουλίου ευσταθεί.

 

O Κανονισμός 9(9) προβλέπει ότι η Σύγκλητος υποβάλλει την απόφαση της στο Συμβούλιο για επικύρωση. Καθίσταται συνεπώς μη απαραίτητη η ύπαρξη αιτιολογίας είτε νια την απόφαση της Συγκλήτου, είτε για την απόφαση τον Συμβουλίου, εφόσον πρόκειται περί επικύρωσης. Σε περίπτωση μη επικύρωσης τότε θα έπρεπε να δινόταν αιτιολογία. Ο εν λόγω λόγος ακυρώσεως απορρίπτεται.

 

Τέλος, ήταν η εισήγηση του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο, κατά πρώτο, ισχυρίστηκε ότι αρμόδιο όργανο για εκλογή στη βαθμίδα καθηγητή είναι το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου ενώ η συγκεκριμένη απόφαση λήφθηκε από την Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου.

 

Το άρθρο 6(Α) τον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου, Ν.144(Ι)/89, προσδίδει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο να καταρτίζει επιτροπές, οι οποίες αποτελούνται από μέλη τον και να μεταβιβάζει σ αυτές τις αρμοδιότητες του.

 

Το Συμβούλιο με απόφαση του ημερ. 8 Ιουλίου 2008 κατήρτισε την Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών στην οποία μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα για επικύρωση εισηγήσεων της Συγκλήτου για διορισμό Ακαδημαϊκού Προσωπικού. Συναφώς η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών είχε εξουσία να

επικυρώσει την απόφαση για εκλογή του ενδιαφερόμενου στην επίδικη θέση.»

 

Επαναλαμβάνοντας το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση, με βάση και τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Πανεπιστημίου Κύπρου  Νόμου του 1989 (Ν.144/1989),  απορρίπτω τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί αναρμοδιότητας της Επιτροπής Προσωπικού για τη λήψη της απόφασης επικύρωσης της απόφασης της Συγκλήτου, αλλά και περί της μη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από αυτήν. Κατά συνέπεια, απορρίπτω στο σύνολο του και τον τελευταίο προβαλλόμενο λόγο ο οποίος αφορά την Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, και αφού έχω εξετάσει όλους τους λόγους οι οποίοι προωθούνται μέσω της γραπτής αγόρευσης του αιτητή, καταλήγω ότι ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται και συνεπώς δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα ύψους 1800 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο