Christopher Batumani ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 58/2026, 3/4/2026
print
Τίτλος:
Christopher Batumani ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Τμήματος Μετανάστευσης, Υπόθεση Αρ. 58/2026, 3/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                                         Υπόθεση Αρ. 58/2026  

 

                                                  3 Απριλίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

               ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

Christopher Batumani, από το Καμερούν

                                                                                                                      Αιτητής,

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω  Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Τμήματος Μετανάστευσης

Καθ' ων η Αίτηση.

   

 __________________

 

Ορέστης Ηλιάδης, για Έλενα Μυριάνθους, δικηγόροι για τον Αιτητή.

 

Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση.

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά του Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης του Αιτητή ημερομηνίας 20/01/2026, δυνάμει του άρθρου 6(1)κ του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, αφού αυτός κηρύχθηκε ως παράνομος μετανάστης στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και της απαγόρευσης εισόδου του σε αυτήν για περίοδο πέντε ετών. 

 

Ως καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου, ο οποίος έχει κατατεθεί εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση στο Δικαστήριο στο στάδιο των Διευκρινήσεων, τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής.

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν με ημερομηνία γέννησης την 10/8/1990. Στις 08/06/2018,ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 31/10/2023. Στη συνέχεια, στις 05/06/2024 ο Αιτητής καταχώρησε στο  Διοικητικό  Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την προσφυγή με  αριθμό 4574/23, η οποία απορρίφθηκε στις 5/06/2024. Στις 19/01/2026, ο Αιτητής συνελήφθη  από  την  αστυνομία  για  παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία και συγκεκριμένα στην Λευκωσία. Όπως καταγράφεται στην Ένσταση, κατά  την  σύλληψη  του ο Αιτητής δεν ανέφερε  την  ύπαρξη  οικογένειας. Στις 20/01/2026 εκδόθηκε Διάταγμα Κράτησης και Διάταγμα Απέλασης εναντίον του δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Σημειώνεται ότι, στον ίδιο διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, εντοπίζεται επιστολή του Τμήματος Μετανάστευσης προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με ημερ. 3/03/2026, ήτοι μεταγενέστερη των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, με την οποία ζητούνται οι απόψεις τους για την κράτηση και τον επαναπατρισμό του αλλοδαπού, λαμβανομένων υπόψη ότι προέκυψε η ύπαρξη τέκνου και οικογένειας του αιτητή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Στις 4/3/2026 έγιναν Διευκρινήσεις, όπου ο δικηγόροι αγόρευσαν κυρίως επί του θέματος της ύπαρξης οικογένειας του αιτητή στη Κύπρο, ζήτημα το οποίο ουδόλως εξετάστηκε πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, κατατέθηκε από τη Ν.Υ. στο Δικαστήριο ο φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης ως ο μόνος σχετικός φάκελος των Καθ' ων η Αίτηση και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Ωστόσο, στις 5/3/2026, η πλευρά του αιτητή, υπέβαλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου γραπτό αίτημα επανανοίγματος της υπόθεσης ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης τα οποία τέθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση προγενέστερα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, επικαλούμενη ότι μόνο έτσι να μπορεί να επιτευχθεί ο δικαστικός έλεγχος νομιμότητας.

 

Δεδομένης και της σύμφωνης γνώμης του δικηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας επιτράπηκε το επανάνοιγμα της υπόθεσης και αυτή ορίστηκε εκ νέου στις 11/3/2026. Κατά την δικάσιμο η πλευρά του Αιτητή, ζήτησε την κατάθεση στο Δικαστήριο και του διοικητικού φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ώστε να διαφανεί το κατά πόσον οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιον τους στοιχεία για την ύπαρξη του ανηλίκου τέκνου του Αιτητή πριν την έκδοση των Διαταγμάτων και τα οποία αγνόησαν, ως ήταν η θέση του κ.Ηλιάδη μέσω των αγορεύσεων του και κατά τις Διευκρινήσεις που προηγήθηκαν. Το αίτημα του Αιτητή συνάντησε την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα να επιτραπεί η καταχώρηση επιπρόσθετων γραπτών υπομνημάτων εκατέρωθεν. Κατά την δικάσιμο, το Δικαστήριο όρισε το ζήτημα σε νέα ημερομηνία ώστε να καταγραφούν οι σχετικές θέσεις κάθε πλευράς και να προσκομιστεί σχετική νομολογία.

 

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας στις 31/03/2026 το ζήτημα δέχθηκε όπως κατατεθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο και ο διοικητικός φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου και επιφύλαξε εκ νέου την απόφαση του.

 

Μετά από τη κατάθεση του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, προκύπτουν επιπρόσθετα τα ακόλουθα δεδομένα, για τα οποία δεν γίνεται αναφορά στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση όσο και στον φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος κατέθηκε στις 4/3/2026 από την Νομική Υπηρεσία στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τον εν λόγω φάκελο, στις 9/07/2025 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για Διεθνή Προστασία. Αντίγραφο του συγκεκριμένου εγγράφου ήτοι της μεταγενέστερης αυτής αίτησης ημερ. 9/07/2025 εντοπίζεται στα Ερυθρά 259 – 255 του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.  Μέσω του εν λόγω εγγράφου, γίνεται δήλωση από τον ίδιο ότι έχει αποκτήσει ένα γιο και διαμένει μαζί με αυτόν και τη μητέρα του παιδιού του, ενώ επισυνάπτει και το πιστοποιητικό γέννησης του τέκνου τους με ημερομηνία έκδοσης 9/52024 όπου φαίνεται ότι αυτό γεννήθηκε στη Λευκωσία στις 6/4/2024 (Ερ. 215). Σημειώνεται ότι, η Μεταγενέστερη Αίτηση έτυχε απόρριψης στις 30/01/2026, δηλαδή μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.

 

Με την εδώ υπό κρίση υπόθεση, ο αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη και, ως συνέπεια αυτής της απόφασης, εναντίον των προαναφερθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, όπως  και της απαγόρευσης εισόδου του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο πέντε ετών. Οι λόγοι ακύρωσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων οι οποίοι προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του, είναι ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας, έγιναν αναιτιολόγητα και εκ μέρους της διοίκησης υπάρχει περί τα πράγματα και πλάνη περί το νόμο και συγκεκριμένα παραβίαση των άρθρων 180Ζ και 180Η του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Υποστηρίζεται ακόμα ότι, δεδομένων των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση θα έπρεπε να εφαρμόσουν εναλλακτικά μέτρα της κράτησης και να ζητηθούν και οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας συμφώνως των άρθρων 180Ζ και 180Η, ενόψει του ότι έχει ανήλικο τέκνο και σύζυγο. Ειδικότερα, ο κ.Ηλιάδης επικαλείται το Άρθρο 180Ζ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου όπως και το Άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/ 115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98), το οποίο προβλέπει ότι κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και

β) την οικογενειακή ζωή του προσώπου. 

 

Αντίθετα, η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, παραθέτοντας στην γραπτή της αγόρευση εκτενή αποσπάσματα της ισχύουσας νομοθεσίας και σχετικής νομολογίας. Εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση πως, ουδόλως επηρεάζεται η νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων από τους λόγους ακύρωσης που προωθούνται από τον αιτητή και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 18ΟΗ του ΚΕΦ. 105, και συναφώς περί πλάνης της διοίκησης, έλλειψης αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τονίζει προς τούτο ότι, το τεκμήριο κανονικότητας των προσβαλλόμενων πράξεων ουδόλως έχει ανατραπεί. Είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι τα επίδικα διατάγματα είναι καθ’ όλα νόμιμα και εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, ασκώντας τις εξουσίες της, βάσει του Κεφ. 105, λόγω του ότι ο αιτητής κατέστη απαγορευμένος μετανάστης, συνεπεία της παράνομης παραμονής του από τις 5/06/2024, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ενώ ακόμα η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, εξέτασε την πιθανότητα επιβολής στον Αιτητή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, την οποία και απέκλεισε, κρίση η οποία είναι εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Ως προς δε το ζήτημα εξέτασης των οικογενειακών περιστάσεων του αιτητή, υποστηρίζει ότι αυτές αποκαλύφθηκαν από τον δικηγόρο του μετά την έκδοση των διαταγμάτων, οπότε και ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, ως έχουν καταγραφεί εν εκτάσει στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υπό το φως του περιεχομένου των διοικητικών φακέλων οι οποίοι έχουν κατατεθεί ενώπιον μου, όπως και τις δηλώσεις που έγιναν κατά τις αρχικές διευκρινήσεις, αλλά και κατά το επανάνοιγμα της υπόθεσης στις 31/03/2026.

 

Ο δικηγόρος του αιτητή προτάσσει ότι της έκδοσης των διαταγμάτων δεν έχει προηγηθεί εξατομικευμένη έρευνα για τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του. Ως και οι λόγοι ακύρωσης τους οποίους προωθεί, υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις αποτελούν προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η Αίτηση. Μέσα από τη προσφυγή και τις αγορεύσεις του καταγράφει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του και τη διαδικασία την οποία προωθούσε μέσω των δικηγόρων του, η οποία διαφαίνεται και μέσα από τον διοικητικό φάκελο, υποδεικνύοντας αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του συνηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση αλλά και παραλείψεις της διοίκησης. 

 

Προς απάντηση τούτων, είναι η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση πως οποιοιδήποτε ισχυρισμοί γεγονότων που εκτίθενται από το Δικηγόρο του αιτητή, και οι οποίοι δεν συνάδουν με το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου και/ή δεν περιέχονται στο διοικητικό φάκελο θα πρέπει να αγνοηθούν ή και να μην ληφθούν υπόψη, καθότι ως έχει πολλάκις νομολογηθεί η αγόρευση σε υποθέσεις διοικητικού δικαίου δεν είναι μέσο για θεμελίωση πραγματικών δεδομένων, και περαιτέρω, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω είναι η θέση του δικηγόρου των Καθ’ ων η Αίτηση ότι, στην παρούσα περίπτωση τηρήθηκε η Αρχή της Αναλογικότητάς, στη βάση των στοιχείων και δεδομένων που βρίσκονταν ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, αφού σταθμίστηκαν όλα. Ωστόσο, επί της έντονης θέσης την οποία προτάσσει ο δικηγόρος του Αιτητή, ότι ο πελάτης του διατηρεί οικογένεια στο έδαφος της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα έχει σύζυγο και νεογέννητο τέκνο, απαντά ότι αυτός δεν δήλωσε κάτι τέτοιο, παρά μόνο προέκυψε μετά τη καταχώρηση της προσφυγής του και συνεπώς δεν μπορούσαν να τύχουν εξέτασης από τη διοίκηση και εν πάση περιπτώσει, αυτό από μόνο του δεν του προσδίδει οιοδήποτε δικαίωμα νόμιμης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας.   

 

Το Δικαστήριο έχει γνώση της πάγιας νομολογίας, η οποία καθορίζει πως τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να επιληφθεί της προσφυγής και τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται στη δικογραφία (Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου, Υπόθεση Αρ. 1061/94, 30/6/95 Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ., ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 380/94, 31/8/95 και Κυριακίδης και άλλος ν. Δημοκρατίας, Υποθέσεις Αρ. 212/95 και 259/95, 31/01/1997), ενώ η γραπτή αγόρευση ουδόλως αποτελεί μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 Α.Α.Δ. 379, Α.Ε. υπ' αρ. 2190 μεταξύ Κοινότης Λυσού κ.α. -ν- Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.537).  Ως έχει νομολογηθεί, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου (Μαρία Βασιλείου Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, υποθ. αρ. 1254/02, ημερομηνίας 15.11.2004, σελ. 7, Δημοκρατία ν. Kassinos Constructions (1990) 3 Α.Α.Δ. 3835, 3840, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 3420 ημερομηνίας 29.9.93, Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α., Α.Ε. 2064 ημερομηνίας 21.7.1999).

 

Ωστόσο, όπως έχω καταγράψει ανωτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης, ανεξαρτήτως του τι προβάλει ο δικηγόρος του αιτητή ως προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του, προκύπτουν από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου συγκεκριμένα δεδομένα. Ειδικότερα προκύπτει η πληροφόρηση περί ύπαρξης ανήλικου τέκνου του αιτητή, η οποία φαίνεται από την  Μεταγενέστερη Αίτηση του ημερομηνίας 9/07/2025. Δεδομένα ουσιώδη, τα οποία ουδόλως φαίνεται να εξετάστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο από τους Καθ’ ων η Αίτηση, ούτε ζητήθηκε να ληφθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογενειακή ζωή του αιτητή (Bibilashvili και Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22) πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης απαγόρευσης εισόδου στη Δημοκρατία για πέντε έτη.

 

Δεδομένου ότι δεν φαίνεται να εξετάστηκε, μάλιστα µε την επιβεβλημένη συνδροµή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας, η οικογενειακή του κατάσταση και κατ΄επέκταση τα βέλτιστα συµφέροντα του παιδιού του, θα συμφωνήσω με τη θέση του δικηγόρου του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν παραβιάσει τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο και την Οδηγία 2008/115/ΕΚ. Εν προκειμένω, η διοίκηση εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ενεργώντας υπό ουσιώδη νομική και πραγματική πλάνη, χωρίς να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Σημειώνω ότι η συνδροµή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας ζητήθηκε από Καθ' ων η Αίτηση μετά τη σύλληψη του αιτητή και κυρίως μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, μόλις στις 3/03/2026.

 

Στο Άρθρο 18ΟΖ του νόμου προβλέπονται τα εξής:

«Κατά την εφαρµογή των άρθρων 18ΟΔ µέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της µη επαναπροώθησης και λαµβάνει δεόντως υπόψη -

(α) τα βέλτιστα συµφέροντα του παιδιού, και

(β) την οικογενειακή ζωή, µε τη συνδροµή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας, και

(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριµένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τµήµατος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δηµόσιας Υγείας.»

 

Λέγοντας αυτά, καταλήγω ότι, οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις αποτελούν προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παράλειψης άσκησης ή κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά, στο θέμα της δέουσας έρευνας, πηγή πληροφόρησης της διοίκησης αλλά και στη συνέχεια του Δικαστηρίου και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης (βλ. ΡΟΥΣΟΣ v. ΙΩΑΝΝΙΔΗ Κ.Α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και ΡΑΦΤΗ Κ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Ωστόσο, όπως έχω καταγράψει ανωτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου ότι, όταν εκδοθήκαν τα διατάγματα δεν λήφθηκαν υπόψη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18ΟΖ του ΚΕΦ. 105, ήτοι τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, η οικογενειακή ζωή του Αιτητή και ούτε ζητήθηκε και λήφθηκε προηγουμένως η προβλεπόμενη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η διοίκηση δεν πραγματοποίησε την οφειλόμενη έρευνα για τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και δεν λειτούργησε ως όφειλε συμφώνως των αρχών της χρηστής διοίκησης. Αντίθετα, παρόλο που από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου φαίνεται ότι υπήρχαν προσωπικά στοιχεία ότι ο αιτητής ήταν πατέρας ανήλικου τέκνου γεννηθέντα στις 6/04/2024, εντούτοις οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να τα εξετάσουν. 

 

Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί από τη νομολογία, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφος της αποτελεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο έκφραση της κυριαρχίας της. Η διακριτική αυτή εξουσία περιορίζεται μόνο από την υποχρέωση της διοίκησης να εξετάζει την κάθε περίπτωση με καλή πίστη και εφόσον η ευχέρεια αυτή ασκείται στα πλαίσια αυτά, οπότε το Δικαστήριο δεν έχει περιθώρια αμφισβήτησης της απόφασης (Βλ. Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Slavova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1272/2000, ημερομηνίας 18/4/2002, Moyo and another v. Republic (1988) 3 C.L.R. 1203, Amanda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R.2583) και (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 226).

 

Εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν λήφθηκαν με ορθή άσκηση της εξουσίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση και με πλήρη εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης. Αντίθετα, επαναλαμβάνω, κρίνω ότι η επίδικη απόφαση δεν λήφθηκε κατ' ορθή εφαρμογή των επιταγών τη νομοθεσίας, δηλαδή κατόπιν της απαιτούμενης εξατομίκευσης της περίπτωσης του αιτητή, αλλά και κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Με τούτα ως δεδομένα, καταλήγοντας, θεωρώ ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θα πρέπει να τύχουν ακύρωσης. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει. Επιδικάζονται €1500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                                                             Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο