MD OLY ULLAH KHANDAKER ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 837/2023, 2/4/2026
print
Τίτλος:
MD OLY ULLAH KHANDAKER ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 837/2023, 2/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

 

(Υπόθεση Αρ. 837/2023)

 

2 Απριλίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

MD OLY ULLAH KHANDAKER

                                                                             Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Χ. Γκούντρας, για Μ. Παπαλοΐζου & Συνεργάτες, για Αιτητή

Π. Βασιλείου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), η οποία περιέχεται σε σχετική προς αυτόν επιστολή, ημερομηνίας 13.4.2023, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή για έκδοση σε αυτόν άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία.

 

Ο αιτητής, υπήκοος Μπαγκλαντές, αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχόμενων περιοχών της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο και από άγνωστο σημείο, και στις 11.3.2022, υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια (Υπηρεσία Ασύλου) στις 24.3.2022 και δευτεροβάθμια (Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας-ΔΔΔΠ) στις 11.10.2022.

 

Με επιστολή του δικηγόρου του προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 30.3.2023, ο αιτητής ζήτησε όπως τού επιτραπεί η αλλαγή του καθεστώτος του από αιτητή ασύλου σε εργαζόμενο και όπως του χορηγηθεί σχετική άδεια. Το αίτημα απορρίφθηκε δια της επίδικης απόφασης, η οποία εστάλη στον αιτητή δι’ επιστολής ημερομηνίας 13.4.2023. Ως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, το αίτημα απορρίφθηκε, καθότι ο αιτητής είναι απορριφθέντας αιτητής ασύλου. Καλείτο δε ο αιτητής όπως αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία.

 

Ωστόσο, ο αιτητής συνέχισε να βρίσκεται παράνομα στη Δημοκρατία και τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων, στις 27.9.2023.

 

Η υπό κρίση προσφυγή καταχωρήθηκε στις 26.5.2023.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση προέβαλαν, αρχικώς δια της ενστάσεώς τους και ακολούθως δια της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν διενέργειας της δέουσας έρευνας, καθόλα ορθά και νόμιμα, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Επιπρόσθετα, ο κ. Βασιλείου, μέσω της γραπτής αγόρευσής του, εστίασε στην έλλειψη, από την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του αιτητή, της, έστω στοιχειώδους, εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης οποιουδήποτε λόγου ακύρωσης. Κατά τον σχετικό ισχυρισμό, η γραπτή αγόρευση του αιτητή διαπνέεται από αοριστία και γενικότητα. Επ’ αυτού, δεν υπήρξε αντίλογος από την πλευρά του αιτητή, εφόσον δεν καταχωρήθηκε απαντητική γραπτή αγόρευση, αλλ’ ούτε και αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό κατά τις διευκρινίσεις.

 

Πράγματι, έχοντας εξετάσει την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του αιτητή, διαπιστώνω ότι ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης που εκτίθενται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως αναπτύσσεται, έστω στοιχειωδώς, με αποτέλεσμα να απουσιάζει παντελώς το απαιτούμενο έρεισμα προς υποστήριξη της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.  Όπως λέχθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56, «Μόνο στοιχειοθετημένοι λόγοι ακύρωσης μπορεί να παράσχουν έρεισμα στο αίτημα για την ακύρωση της διοικητικής απόφασης που προσβάλλεται-(βλ. Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου, Υπόθεση Αρ. 1061/94, 30/6/95, Βαρνάβας Νικολάου και Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 380/94, 31/8/95, Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 212/95 και 259/95, 31/1/97. Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)».

 

Εξάλλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, κάθε διάδικος υποχρεούται δια των εγγράφων προτάσεών του «να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως». Σε πλήρη συμβατότητα με τα πιο πάνω και η ημεδαπή νομολογία: στην Κυπριακή Δημοκρατία v. Svetlana Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, λέχθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση των λόγων ακύρωσης από το δικαστήριο. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική βάση των λόγων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης». Η δε γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων και/ή λόγων ακύρωσης, όπως έλλειψη έρευνας, κατάχρηση εξουσίας κλπ, χωρίς να δίδεται οποιοδήποτε στοιχείο ή επιχείρημα που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς, δεν είναι αρκετή (TAHIR MAHMOOD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Υποθ. Αρ. 254/2006, ημερ. 15.5.2007). Στην υπό εξέταση περίπτωση, παρατηρώ ότι εκτίθενται γενικά και αόριστα στη γραπτή αγόρευση του αιτητή, με συνεχή αναφορά σε ημεδαπή νομολογία, ισχυρισμοί περί έκδηλης παρανομίας, εμφιλοχώρησης ουσιώδους πλάνης, μη διενέργειας δέουσας έρευνας, έλλειψης αιτιολογίας της επίδικης απόφασης και παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, χωρίς καμία περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση και χωρίς καμία υπαγωγή των γεγονότων της περίπτωσης στους εν λόγω ισχυρισμούς.

 

Εφόσον, όμως, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης που εκτίθενται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως αναπτύσσεται δια της γραπτής αγορεύσεως, δεν υφίσταται το απαιτούμενο έρεισμα ούτε προς προώθησή τους, ούτε και προς υποστήριξη της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην Bawadi v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1878/2019, ημερ. 4.2.2022). Όπως λέχθηκε στην Καρατασουσίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 836/2016, ημερ. 25.9.2020, «Η διοικητική πράξη φέρει το τεκμήριο νομιμότητας και το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν λόγοι ακυρώσεως το φέρει ο αιτητής σε προσφυγή. Η υιοθέτηση των λόγων ακυρώσεως που μόνο καταγράφονται στο δικόγραφο, δεν επαρκεί προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης, έλλειψης αιτιολογίας και κατάχρησης εξουσίας, οι οποίοι δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, αλλά στην βάση των γραπτών αγορεύσεων.».

 

Τα πιο πάνω στοιχειοθετούν, άνευ ετέρου, επαρκή λόγο απόρριψης της παρούσας προσφυγής, εφόσον ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης που δικογραφούνται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως δεν έχει αναπτυχθεί και/ή προωθηθεί, ούτε καν στοιχειωδώς.

 

Εν πάση όμως περιπτώσει, θα περιοριστώ να προσθέσω μόνον ότι δεν έχω αντιληφθεί που εδράζει ο αιτητής το αίτημά του. Είναι σαφές από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία ότι ο αιτητής, όταν υπέβαλλε το αίτημά του για άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, ήταν ήδη απαγορευμένος μετανάστης, ως παραμένων παράνομα στη χώρα από 11.10.2022, όταν και απορρίφθηκε η προσφυγή του κατά της απόφασης απόρριψης της αίτησής του για παροχή ασύλου από το Δ.Δ.Δ.Π.. Αργότερα δε, αυτός πληροφορήθηκε δι’ επιστολής των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 13.4.2023, ότι είχε απορριφθεί το εν λόγω αίτημά του. Εξάλλου, όπως ρητά προβλέπεται στους περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμούς του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/72), εάν ο κάτοχος άδειας εισόδου (και συνακόλουθα απασχόλησης) ανακαλυφθεί ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης, η εν λόγω άδεια μπορεί να ακυρωθεί «πάραυτα».

 

Επί των πιο πάνω, ουσιαστικά, στηρίχθηκε και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που περιέχεται στην επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 13.4.2023 και στην οποία ρητά αναφέρεται ότι το αίτημα του αιτητή για έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία απορρίφθηκε, «καθότι ο αλλοδαπός είναι απορριφθέντας αιτητής ασύλου». Λαμβανομένων υπόψη των δεδομένων της περίπτωσης, δεν απαιτείτο να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω, ορθώς δε απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή. Εξάλλου, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας, ότι η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης μπορεί να είναι λακωνική, αρκεί να είναι επαρκής, έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος. Η επάρκεια κρίνεται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης (Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 648). Μπορεί δε αυτή η αιτιολογία, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 303, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672). Δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα επ’ αυτού. Είναι σαφής ο λόγος απόρριψης της αίτησης του αιτητή, η δε αιτιολογία κρίνεται επαρκής, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, ΕΔΔ 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 49/2019, ημερ. 23.10.2023).

 

Ενόψει των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται ούτε κενό αιτιολόγησης, ούτε κενό έρευνας, ενώ δεν διαπιστώνω να έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση.

 

Τέλος, κανένα έρεισμα δεν μπορεί να έχει ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης του αιτητή. Αρκεί εδώ να υπομνησθεί ότι κατά τη νομολογία, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης υπάρχει όπου ο νόμος ρητά το αναγνωρίζει ή ρητά το επιβάλλει ή σε περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (Χριστάκης Κωνσταντινίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 93/16, ημερ. 11.9.2023, Φροσούλλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1488/2010, ημερ. 30.1.2015, ECLI:CY:AD:2015:D50). Άτομα, στα οποία ο νόμος δεν δίδει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης, δεν καλύπτονται (G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 155).

 

Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 158(Ι)/1999 και δη του άρθρου 43(1) αυτού: σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται «σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης» (βλ. Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 2013/12 κ.α., ημερ. 28.1.2014, ECLI:CY:AD:2014:D71). Είναι σαφές ότι στην υπό κρίση περίπτωση, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις σαφώς και δεν εμπίπτουν στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελούν ούτε κύρωση αλλ’ ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης.

 

Εν κατακλείδι, τονίζεται ότι το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203). Όπως λέχθηκε στην Maria Slavova ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1272/2000, ημερ. 18.4.2002, «Η διακριτική εξουσία του κράτους να αποφασίζει επί θεμάτων που αφορούν την είσοδο και παραμονή αλλοδαπού στο έδαφος της χώρας δεν είναι απεριόριστη. Η διοίκηση έχει καθήκον να εξετάζει την κάθε περίπτωση με καλή πίστη και εφόσον η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης ασκείται καλόπιστα το δικαστήριο δεν έχει περιθώρια αμφισβήτησης της απόφασης. Βλ. Reyes v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 860/92, ημερ. 9.2.96, Amanda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 CLR 2583, Souleiman v. Republic (1987) 3 CLR 224 και Mushtag v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 251/94, ημερ. 21.7.95.». Η Δημοκρατία λοιπόν, στα πλαίσια του «προεξάρχοντος κυριαρχικού της δικαιώματος να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν  στο έδαφος της» (Svetoslav Stoyanov v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 718/2012, ημερ. 26.2.2014, ECLI:CY:AD:2014:D151), έχει ευρεία διακριτική εξουσία να δέχεται αλλοδαπούς στην επικράτειά της, η δε εξουσία της αυτή, ως απόρροια της αρχής της εθνικής και εδαφικής της κυριαρχίας, τής παρέχει και τη δυνατότητα να αποκλείει αλλοδαπούς από το έδαφός της (βλ. και Ivan Todorov Todorov v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 109/2000, ημερ. 14.12.2000), ιδιαίτερα όταν αυτοί δεν έχουν σεβαστεί του νόμους της, όπως είναι η περίπτωση του αιτητή, ο οποίος εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τις κατεχόμενες περιοχές της χώρας και παράνομα συνέχισε να παραμένει σε αυτήν, όταν απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1300 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο