ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 907/2023)
7 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
PABITRA PAUDEL
Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ
ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Χ. Παφίτη (κα), για Γεώργιο Βασιλόπουλο, για Αιτήτρια
Π. Κωνσταντίνου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 8.6.2023, η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 8.5.2023, και σύμφωνα με την οποία καλείτο αυτή όπως αναχωρήσει από την Κυπριακή Δημοκρατία εντός 30 ημερών από τη μέρα λήψης της εν λόγω επιστολής, με την οποία γνωστοποιείτο επίσης στην αιτήτρια ότι δεν δικαιούταν να αλλάξει εργοδότη, επειδή είχε εγκαταλείψει τον τόπο εργασίας και διαμονής της χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, παραβιάζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τους όρους του συμβολαίου εργοδότησής της.
Η αιτήτρια είναι υπήκοος Νεπάλ, γεννηθείσα κατά το έτος 2000, η οποία αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με σχετική άδεια εισόδου στις 15.7.2022, με σκοπό να εργαστεί ως οικιακή βοηθός σε συγκεκριμένη οικία στο χωριό Δερύνεια, της Επαρχίας Αμμοχώστου. Προς τούτο, παραχωρήθηκε στην αιτήτρια σχετική άδεια παραμονής και εργασίας, με ισχύ μέχρι τις 15.7.2024.
Ωστόσο, στις 8.3.2023, η αιτήτρια εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής και εργασίας της και ακολούθως, στις 22.3.2023, υπέβαλε παράπονο στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) κατά της εργοδότριάς της.
Το παράπονο εξετάστηκε από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και απορρίφθηκε. Εστάλη δε σχετική επιστολή του Αν. Διευθυντή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 13.4.2023, δια της οποίας γινόταν εισήγηση όπως μη επιτραπεί η απασχόληση της αιτήτριας σε νέο εργοδότη.
Ως ήδη ελέχθη, η επίδικη απόφαση εστάλη στην αιτήτρια δι’ επιστολής του Τμήματος ημερομηνίας 8.5.2023.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων της αιτήτριας, βρίσκονται οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, εμφιλοχώρησης πλάνης, καθώς και ισχυρισμοί περί ελλιπούς και/ή μη δέουσας αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, από την οποία, κατά τη σχετική εισήγηση, ελλείπει παντελώς η νομική βάση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, αφού ούτε και από τα στοιχεία του φακέλου δύναται να συμπληρωθεί η αιτιολόγηση της πράξης.
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τα πιο πάνω, προβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και σύννομη, επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε αυτή μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Επισημαίνει ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ότι η τελική κατάληξη υπήρξε εύλογα επιτρεπτή και εντός της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, η οποία καθόλα ορθά κατέληξε στην επίδικη απόφαση, στηριζόμενη στο σύνολο των στοιχείων που είχε ενώπιον της, τα οποία και αξιολογήθηκαν δεόντως.
Επιπρόσθετα, ο κ. Κωνσταντίνου ήγειρε, για πρώτη φορά μέσω της γραπτής του αγόρευσης, προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενος ότι η υπό κρίση περίπτωση εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι αφορά σε εργατική διαφορά, η οποία πηγάζει από συγκεκριμένο συμβόλαιο εργοδότησης μεταξύ της αιτήτριας και της εργοδότριάς της και η οποία διέπεται από την εργατική νομοθεσία. Συνεπώς, κατά τον συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, η επίδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και το Δικαστήριο τούτο στερείται δικαιοδοσίας.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Εν πρώτοις, η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη. Προδήλως και η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 8.5.2023, σύμφωνα με την οποία καλείτο η αιτήτρια όπως αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός 30 ημερών από τη μέρα λήψης της εν λόγω επιστολής, και με την οποία γνωστοποιείτο επίσης στην αιτήτρια ότι δεν δικαιούταν να αλλάξει εργοδότη, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη εν τη εννοία του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Είναι προφανείς οι δυσμενείς συνέπειες για την αιτήτρια από την έκδοση της εν λόγω απόφασης, όπως λ.χ. το γεγονός ότι οφείλει να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να πρόκειται για αυτοτελή εκτελεστή πράξη υποκείμενη σε ακυρωτικό έλεγχο (Δημοκρατία ν. Μιχαήλ Παπά κ.α., Ε.Δ.Δ. 38/17, ημερ 6.3.2024). Κατά πάγια νομολογία (βλ. ενδεικτικά Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191), η οποία επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα (βλ. Αγαθάγγελος Κατσαρή κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 94/20, ημερ. 5.3.2025), εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που συνεπάγεται ευθέως και αμέσως με την εκτέλεσή της, έννομες συνέπειες για τους διοικούμενους, δηλαδή συνιστά, μεταβάλλει ή καταργεί δικαιώματα ή/και υποχρεώσεις (βλ. Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Α.Ι. Τάχου, 4η έκδοση, 1993, σελ. 356). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης είναι ότι με τη δήλωση βουλήσεως που περιέχει, καθορίζει δίκαιο, δηλαδή δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, είτε κατά τρόπο γενικό με το να θέτει κανόνες δικαίου (κανονιστική πράξη), είτε κατά τρόπο ειδικό στην ατομική περίπτωση (ατομική πράξη) (βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, Έκδοση 1982, σελ. 170).
Εξάλλου, οι ίδιοι οι καθ’ ων η αίτηση, δια της προαναφερθείσας επίδικης επιστολής, επεσήμαναν στην αιτήτρια ότι κατά της εν λόγω απόφασης, είχε δικαίωμα να καταχωρήσει προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 75 ημερών από την ημερομηνία λήψης της εν λόγω επιστολής.
Κατά συνέπεια, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.
Στην επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 8.5.2023, η οποία εστάλη στην αιτήτρια και η οποία περιέχει την επίδικη απόφαση, αναφέρονται τα εξής:
«I wish to refer to your complaint against your employer Mrs Sofia Pieri and would like to inform you that this has been examined and the decision is that you must leave the Republic within 30 days from the day you receive this letter. You are not allowed to change employer due to the fact that you left the place of residence and work without any notice, violating the terms of your employment contract (see paragraph 5).
Please be informed that you have the right to file a recourse against the above mentioned decision before the Administrative Court of Cyprus in accordance with Article 146 of the Constitution of the Republic within 75 days from the date of receipt of this letter.».
Προφανώς η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε στην προηγηθείσα επιστολή του Τμήματος Εργασικών Σχέσεων προς την Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 13.4.2023, όπου αναφέρονταν τα εξής:
«Αναφέρομαι στο παράπονο της κας PABITRA PAUDEL (εργοδοτούμενης), Μ.Ρ. Νο. Β22-02514, από το Νεπάλ, το οποίο υποβλήθηκε στις 22/03/2023 και παραθέτω τη θέση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, στα θέματα της αρμοδιότητας του.
2. Συγκεκριμένα, η πιο πάνω αλλοδαπή εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της στις 08/03/2023 και ακολούθως υπέβαλε παράπονο στην ΥΑΜ, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς εναντίον της εργοδότριας της ΣΟΦΙΑΣ ΠΙΕΡΗ από τη Δερύνεια.
3. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων μας, έχουμε εξετάσει το υπό αναφορά παράπονο σε κοινή σύσκεψη, όπου έχουν καταγραφεί και διερευνηθεί οι ισχυρισμοί των δυο πλευρών. Από τη διερεύνηση που έχει διενεργηθεί, διαπιστώνω ότι δεν προκύπτει παραβίαση του συμβολαίου από την εργοδότρια, η οποία να δικαιολογεί την εγκατάλειψη από την παραπονούμενη, χωρίς προειδοποίηση, του τόπου διαμονής και εργασίας της.
4. Σημειώνεται ότι η εργοδότρια έχει την πρόθεση να καταβάλει τις οικονομικές οφειλές στην παραπονούμενη όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό καθότι η παραπονούμενη, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας που έχουμε καταβάλει, δεν ανταποκρίνεται στις κλήσεις μας. Το οφειλόμενο ποσό είναι €95 καθαρά. Σε περίπτωση εξόφλησης των οφειλών παρακαλώ όπως μας ενημερώσετε άμεσα.
[.]
6. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, εισηγούμαι αφενός, όπως δεν επιτραπεί η απασχόληση της υπό αναφορά εργοδοτούμενης σε νέο εργοδότη και αφετέρου όπως δεν επιτραπεί στην εργοδότρια η εργοδότηση οποιουδήποτε αλλοδαπού από τρίτη χώρα μέχρι τη διευθέτηση των οφειλών που εκκρεμούν.».
Επισημαίνεται ότι το πιο πάνω έγγραφο είναι και το μόνο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους καθ’ ων η αίτηση και αφορά στο τι προηγήθηκε της λήψης της επίδικης απόφασης. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι, με δεδομένη την ύπαρξη μόνο του συγκεκριμένου εγγράφου και ελλείψει οποιουδήποτε άλλου, σχετικού με τη λήψη της επίδικης απόφασης, εγγράφου και/ή στοιχείου, εύλογα προκύπτει ζήτημα κενού αιτιολογίας και έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, εφόσον ούτε και η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου είναι εφικτή. Πέραν της εν λόγω επιστολής, πουθενά δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να στοιχειοθετεί και/ή να καταδεικνύει τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ούτε και το τι συζητήθηκε και ποιοι εκατέρωθεν ισχυρισμοί διερευνήθηκαν κατά την προηγηθείσα σύσκεψη. Περαιτέρω, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ούτε στο συμβόλαιο εργοδότησης της αιτήτριας (σελιδ. 36-31 στον οικείο διοικητικό φάκελο) έχω εντοπίσει την «Παράγραφο 5» (“paragraph 5”), στην οποία η ίδια η επίδικη απόφαση παραπέμπει και δυνάμει της οποίας λήφθηκε η επίδικη απόφαση, λόγω παραβίασης των όρων του συμβολαίου.
Συναφώς, παρατηρώ ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην επίδικη απόφαση ως προς τη νομική βάση αυτής. Δεν αναφέρεται ούτε στην επίδικη απόφαση, αλλ' ούτε και στα έγγραφα της Διοίκησης που τέθηκαν ενώπιον μου, στη βάση ποιας νομοθεσίας οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν και τελικά έλαβαν την επίδικη απόφαση.
Συνεπώς, και γι’ αυτό το λόγο η αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναπόφευκτα κρίνεται ελλιπής και πάσχουσα, εφόσον, ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς σε νομική βάση, στερείται της αναγκαίας συγκεκριμενοποίησης, αλλά και της υπαγωγής των γεγονότων στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, μη δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά απαιτεί (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023). Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη νομική βάση της απόφασης δημιουργεί σφάλμα και, κατ' επέκταση, κενό αιτιολογίας.
Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (βλ. και άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999). Θα πρέπει, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται όχι μόνο οι πραγματικοί, αλλά και οι νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023, Φράγκου, ανωτέρω). Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο που να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιών νομοθετικών/κανονιστικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).
Απαιτείτο ρητή και σαφής συμπερίληψη στο σώμα της επίδικης απόφασης, των διατάξεων του νόμου, στη βάση των οποίων ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση και έλαβαν την επίδικη απόφαση, προκειμένου να διαπιστωθεί η ορθή υπαγωγή σε αυτές, των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και να καταστεί αντιληπτό το σκεπτικό και/ή ο συλλογισμός της Διοίκησης, επιτρέποντας ωσαύτως τη διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου.
Τα όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 8.5.2023, όπου και περιέχεται η επίδικη απόφαση, δεν ανταποκρίνονται στις πιο πάνω επιταγές περί δέουσας αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να παρατηρείται κενό αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη και των όσων έχουν προαναφερθεί, ουδόλως μπορεί να συμπληρωθεί από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι κατά πάγια νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το διοικητικό φάκελο επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Εν προκειμένω, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε έγγραφο και/ή στοιχείο, από το οποίο, πράγματι, θα μπορούσε να διαπιστωθεί η συμπλήρωση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και η διενέργεια της δέουσας έρευνας.
Αυτή εξάλλου ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου τούτου και στην S.B. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1141/2020, ημερ. 7.7.2023, όπου εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα. Έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης δεν ασκήθηκε.
Ούτε και με παρέπεμψε ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση σε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, είτε της ένστασης είτε του διοικητικού φακέλου, που να υποστηρίζει την επίδικη κατάληξη, αλλά και τις προηγηθείσες ενέργειες του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων. Και, βεβαίως, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη και, κατ' επέκταση, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, ούτε και η χρήση διάσπαρτων στοιχείων από το διοικητικό φάκελο είναι πανάκεια, προκειμένου να καλυφθεί το κενό αιτιολογίας, αλλά και έρευνας. Συναφώς, στην Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, λέχθηκαν τα εξής, άμεσα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα:
«Και πρέπει να τονίσουμε εδώ πως η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. (Βλ. Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατίας 1929-1959, σελ. 185). Επίσης δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου "για να κρίνει αν η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν, παρά την αόριστη ή ελλιπή αιτιολογία λογικά εφικτή". (Βλ. την απόφαση της Ολομέλειας Ι.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56)».
Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/19, ημερ. 10.12.2020, όπου λέχθηκε ότι δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη, ούτε και η χρήση διάσπαρτων στοιχείων από το διοικητικό φάκελο είναι πανάκεια προκειμένου να καλυφθεί το κενό αιτιολογίας.
Παρόμοια ισχύουν και εν προκειμένω και δεδομένα το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο, χωρίς μάλιστα να έχει γίνει και οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραπομπή από τον συνήγορο των καθ' ων σε στοιχεία εντός του εν λόγω φακέλου, για να εντοπίσει, τα όποια, διάσπαρτα στοιχεία, προκειμένου να διαπιστώσει την επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης. Κάτι τέτοιο, υπό το φως και της προεκτεθείσας νομολογίας, θα εξέφευγε των ορίων και της ίδιας της φύσης του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου.
Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται κενό αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, που αναπόφευκτα οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.
Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο