ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 969/2023)
6 Απριλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MUHAMMAD AHMED
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Ιωαννίδου (κα), για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Α. Αχιλλέως (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο αιτητής, υπήκοος Πακιστάν, προσβάλλει ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, την απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 3.4.2023 και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Όπως αναφέρεται στην σχετική, επίδικη επιστολή, που εστάλη στον αιτητή, η αίτησή του απορρίφθηκε, καθότι δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεσή του να παραμείνει στη Δημοκρατία σε περίπτωση χορήγησης πιστοποιητικού πολιτογράφησης, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 1(δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), καθότι η έρευνα του Τμήματος κατέδειξε ότι η σχέση του με την Κύπρο είναι εργασιακή, αφού έχει ένα ανήλικο παιδί στη χώρα του και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή του στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά της χώρας, ενώ, επιπλέον, δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο, αφού δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και αγνοεί βασικές πληροφορίες της Κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας.
Ο αιτητής, γεννηθείς κατά το έτος 1988, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά το έτος 2009 και του παραχωρήθηκε άδεια εισόδου ως φοιτητή, με ισχύ μέχρι την 31.1.2014.
Στις 4.11.2013, ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με υπήκοο Λετονίας και συνεπεία τούτου, το Τμήμα εξέδωσε σε αυτόν άδεια παραμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης, με ισχύ μέχρι τις 11.12.2019.
Στις 6.6.2018, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, η οποία εξετάστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και εν τέλει απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών («ο Υπουργός») στις 13.2.2023, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί και οι οποίοι αναφέρονται στη σχετική επιστολή, ημερομηνίας 3.4.2023, που εστάλη στον αιτητή.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 19.6.2023.
Προηγουμένως, στις 25.9.2019, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε διάταγμα λύσης του γάμου του αιτητή με την προαναφερθείσα Ευρωπαία.
Η πλευρά του αιτητή προωθεί ισχυρισμούς περί πλάνης που εμφιλοχώρησε στη διαμόρφωση της επίδικης κρίσης, μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς ή/και ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Προβάλλουν επίσης οι συνήγοροι του αιτητή ότι οι καθ’ ων η αίτηση υπερέβησαν τα ακραία όρια της διακριτικής τους εξουσίας, και η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου, και κατά κατάχρηση ή/και υπέρβαση εξουσίας. Επιπρόσθετα δε, ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης προωθείται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση δεν λήφθηκε εντίς ευλόγου χρόνου, κατά παράβαση του άρθρου 10 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, λήφθηκε δε αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τη σχετική νομοθεσία και τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Ως προς τον ισχυρισμό περί παρέλευσης του εύλογου χρόνου για λήψη της επίδικης απόφασης, η κα Αχιλλέως τονίζει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν έχει δικογραφηθεί και, επομένως, δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και δεν διαπιστώνεται ούτε κατάχρηση εξουσίας, αλλ’ ούτε παραβίαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά του αιτητή, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, υποκείμενοι σε απόρριψη.
Τονίζει, μεταξύ άλλων, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση ότι το ζήτημα της παραχώρησης υπηκοότητας σε αλλοδαπό εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους, ως έκφανση της άσκησης την κρατικής του κυριαρχίας και, εφόσον η Διοίκηση ενήργησε καλόπιστα, η κρίση της ως προς την έγκριση ή απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος, αναγνωρίζεται κατά τα λοιπά ως απόλυτη. Εν προκειμένω, σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό, οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν καλόπιστα και καθόλα ορθά κατέληξαν στην απόρριψη της αίτησης του αιτητή, στηριζόμενοι τόσο στη διαπίστωση ότι αυτός δεν είχε ενταχθεί επαρκώς στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο, καθώς και ότι η σχέση του με την Κύπρο είναι εργασιακή και δεν έχει οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς στη Δημοκρατία, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα χαμηλούς οικογενειακούς πόρους, μη επαρκείς για τη διαβίωσή του. Προβάλλεται συναφώς ότι οι καθ’ ων η αίτηση διενήργησαν τη δέουσα έρευνα και αιτιολόγησαν πλήρως την απόφασή τους, η δε αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι ακόμα και η υφ' ενός αιτητή κατοχή όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων τυπικών προσόντων για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, απλώς γεννά το δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, αλλά δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα στον αλλοδαπό για απόκτηση της υπηκοότητας (Reyes v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 181/2012, ημερ. 24.10.2018) και δεν οδηγεί αυτομάτως στην έγκριση της αίτησης (AYMAN M. KAMMIS ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 96/2011, ημερ. 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Νabil Mohamed Adel Fattah Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, Sohrab Bigvand v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1178/2008, ημερ. 12.11.2009). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 111 του Νόμου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Νόμος παρέχει στον Υπουργό τη διακριτική εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας δια πολιτογραφήσεως. Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, αφού έχει κατ' επανάληψη τονιστεί μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και πιο πρόσφατα του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι το ζήτημα της χορήγησης της Κυπριακής υπηκοότητας, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της και, επομένως, το ακυρωτικό Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση τέτοιας εξουσίας (βλ. και Tulin Sabahatin Veysel κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 184/2008, ημερ. 6.7.2010, Boulatnikova v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1082/2005, ημερ. 31.5.2007). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Oleg Nagorny v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 205/19, ημερ. 25.10.2024, με αναφορά και στην Rami Makhlouf κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 21/17, ημερ. 10.9.2024, το δικαίωμα μιας χώρας να ρυθμίζει την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός της, αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έκφραση της κυριαρχίας της (βλ. και Moyo and Another v. Republic (1988) 3 CLR 1203) και η διακριτική ευχέρεια του κράτους σε τέτοιες περιπτώσεις «είναι ευρεία, σχεδόν απεριόριστη, νοουμένου ότι ασκείται με καλή πίστη (Michael Kamel Barakat v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 916, Lucien Chlala v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 3371)». Όπως τονίστηκε στην Reyes, ανωτέρω, με αναφορά και στην Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, εφόσον τηρείται η αρχή της καλής πίστης, η κρίση της Δημοκρατίας να επιλέξει τα άτομα στα οποία θα παράσχει την υπηκοότητά της, αναγνωρίζεται κατά τα άλλα ως απόλυτη, το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Η τήρηση, λοιπόν, της αρχής της καλής πίστης είναι ο μόνος φραγμός που έθεσε η νομολογία στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Εφόσον η εξουσία ασκείται καλόπιστα και δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του αλλοδαπού, ως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει (βλ. Amanda Marga Ltd v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Balalas v. Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2127 και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Moustaquim v. Belgium, Series A, No.193, σελ.19). Υπάρχει δε μαχητό τεκμήριο ότι οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια της Διοίκησης είναι καλόπιστη (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224). Εντούτοις, παρατηρώ ότι στην υπό κρίση περίπτωση, οι συνήγοροι του αιτητή, δια των γραπτών τους αγορεύσεων, δεν αναπτύσσουν καν, έστω στοιχειωδώς, λόγο ακύρωσης περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση. Αυτό βεβαίως από μόνο του, υπό το φως και της προεκτεθείσας νομολογίας, είναι ουσιώδες ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της υπό εξέταση προσφυγής.
Εν πάση όμως περιπτώσει, προχωρώ στην εξέταση των λόγων ακύρωσης που προωθούνται.
Εν πρώτοις, ο ισχυρισμός περί παρέλευσης του εύλογου χρόνου εντός του οποίου οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να λάβουν την επίδικη απόφαση, κατά παράβαση του άρθρου 10 του Νόμου 158(Ι)/1999, δεν θα τύχει περαιτέρω εξέτασης και απορρίπτεται, εφόσον, πράγματι, αυτός δεν έχει δικογραφηθεί. Σε κανένα εκ των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως δεν εκτίθεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί αυτός να εξεταστεί. Κατά πάγια νομολογία, η δικογραφία συνιστά το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Οι γραπτές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επιθεώρηση των φακέλων δεν αποτελούν μέσο προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων, αλλά εξειδικεύουν και συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα που προσδιορίζονται στα νομικά σημεία της αίτησης και τα οποία καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει (Δημοκρατία ν. Ευγενίου κ.α. (2005) 3 Α.Α.Δ. 257, 263, Δημοκρατία ν. Svetlana Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Παρομοίως, στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, αποφασίστηκε ότι η δικογραφία αποτελεί το μέσο προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και ότι οι τελικές αγορεύσεις που καταχωρούνται εξειδικεύουν τους λόγους της προσφυγής, τις οποίες το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει. Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Η δε αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από το Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης (Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672). Πιο πρόσφατα, στην Μιχαήλ κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 112/2017, ημερ. 19.3.2019, τονίστηκε εκ νέου η ανάγκη συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και λέχθηκαν τα εξής:
«Ο Κ. 7 είναι σαφής. Θέτει υποχρέωση σε κάθε διάδικο, διά των εγγράφων προτάσεών του, «να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών, συγχρόνως ταύτα πλήρως». Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, δεν αρκεί η απλή επίκληση της παραβίασης ενός άρθρου του Συντάγματος, ή ενός νόμου, ή γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση. Απαιτείται η αιτιολόγηση των νομικών σημείων στα οποία βασίζεται η προσφυγή, για την εξέταση, από το δικαστήριο, των λόγων ακύρωσης της διοικητικής πράξης, (βλ. Latomia Estate Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672). Στην προκειμένη περίπτωση, εξέταση των επτά νομικών σημείων της προσφυγής καθιστά σαφές πως, σε κανένα από αυτά, δε δικογραφήθηκε, με σαφήνεια και σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες του Κ. 7, καθώς και με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, η προεκτεθείσα βασική θέση των εφεσειόντων.
[.]
Από την εν λόγω διατύπωση, αναμφίβολα, προκύπτει πως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο να μην εξετάσει τον κύριο ισχυρισμό των εφεσειόντων περί κανονιστικής διάταξης που βρίσκεται εκτός του εξουσιοδοτικού πλαισίου του Νόμου (ultra vires). Η παρατεθείσα διατύπωση του συγκεκριμένου νομικού σημείου, αλλά και των υπολοίπων, δεν ικανοποιεί την υποχρέωση που θέτει ο Κ. 7, ειδικά, αφού ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτά στους Κανονισμούς και, δη, ότι αυτοί είναι ultra vires. Όπως δε λέχθηκε και στην υπόθεση xxx xxx Χονδρουλίδου ν. Κυπριακού Συμβουλίου Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.) κ.ά., Αναθεωρητική ΄Εφεση Αρ. 208/2012, 8.11.2018, ECLI:CY:AD:2018:C488, όπου εξετάστηκε πανομοιότυπο ζήτημα: «Δεν ήταν ... επιτρεπτό το κενό αυτό να καλυφθεί με οποιεσδήποτε αναφορές, σχετικά, στις αγορεύσεις εκ μέρους της εφεσείουσας, (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, σελίδα 605)». Η ίδια διαπίστωση ισχύει και εδώ.».
Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένης της απουσίας της απαιτούμενης δικογράφησης, ως έχει προεκτεθεί, δεν αφήνεται περιθώριο εξέτασης των ισχυρισμών του αιτητή, ως αυτοί περιέχονται στην γραπτή του αγόρευση, αναφορικά με την παρέλευση του εύλογου χρόνου εξέτασης της αίτησής του και λήψης της επίδικης απόφασης.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση του αιτητή απορρίφθηκε στη βάση του άρθρου 111 του Νόμου και του Τρίτου Πίνακα αυτού. Στο άρθρο 111 του Νόμου, προβλέπεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού να χορηγήσει πιστοποιητικό πολιτογράφησης σε οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα, «ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα». Αυτό, βεβαίως, σε πλήρη συμβατότητα με την πάγια και διαχρονική νομολογία επί του θέματος, η οποία πλειστάκις επιβεβαιώθηκε σε επίπεδο Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την ευρεία διακριτική ευχέρεια της Δημοκρατίας να επιλέγει τους πολίτες της. Αναφορά μπορεί να γίνει στην ISSA E.E.ALYATIM ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 33/11, ημερ. 25.10.2016 και στην Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, όπου τονίστηκε ότι, το δικαίωμα αλλοδαπού να αποταθεί για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, δεν συνεπάγεται και απόλυτο δικαίωμα απόκτησης της υπηκοότητας και ότι, εφόσον η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν δύναται να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Κατά τα λοιπά, η κάθε υπόθεση εξετάζεται επί των γεγονότων της.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Τρίτο Πίνακα του Νόμου, που τιτλοφορείται «Προσόντα για Πολιτογράφηση», και στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 111 του Νόμου, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-
«1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:
(α) Διαµονή στη Δηµοκρατία για όλο το χρονικό διάστηµα των αµέσως προηγούµενων 12 µηνών από την ηµεροµηνία της αίτησης, και
(β) κατά τη διάρκεια των αµέσως προηγούµενων από το πιο πάνω αναφερόµενο δωδεκάµηνο χρονικό διάστηµα επτά ετών, είτε διέµενε στη Δηµοκρατία, είτε διετέλεσε στη δηµόσια υπηρεσία της Δηµοκρατίας, είτε µερικώς το ένα και µερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήµατα που αθροισµένα να µην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:
[.]
(δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ’ αυτόν πιστοποιητικού-
(i) να διαμένει στη Δημοκρατία».
Εν προκειμένω, όπως έχει προαναφερθεί, οι καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση του αιτητή καθότι η έρευνα του Τμήματος κατέδειξε ότι η σχέση του με την Κύπρο είναι εργασιακή, αφού έχει ένα ανήλικο παιδί στη χώρα του και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή του στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά της χώρας, ενώ, επιπλέον, δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο, αφού δεν γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και αγνοεί βασικές πληροφορίες της Κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας.
Ως προς την μη τήρηση της προϋπόθεσης της προεκτεθείσας παραγράφου 1(δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Νόμου, προκύπτει από το σύνολο των ενώπιον μου τεθέντων, ότι η σχέση του αιτητή με την Κύπρο, είναι καθαρά εργασιακή, ενώ το ανήλικο παιδί του βρίσκεται στο Πακιστάν, με αποτέλεσμα εύλογα να εγείρονται αμφιβολίες ως προς την πρόθεσή του να παραμείνει στη χώρα, σε περίπτωση εξασφάλισης της Κυπριακής υπηκοότητας. Σχετική είναι η σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος και υποβλήθηκε στον Υπουργό, ημερομηνίας 7.2.2022 (παράρτημα 7 στην ένσταση), όπου αναφέρεται (σελίδωση 248) ότι ο αιτητής άφησε το παιδί του στο Πακιστάν κατά το έτος 2020 επειδή δεν μπορούσε να το φροντίζει, ότι ζει μόνος του στην Κύπρο, καθώς και ότι η σχέση του με την Κύπρο είναι εργασιακή (σελ. 245), Ειδικότερα όσον αφορά στη διαπίστωση ότι ο αιτητής δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους για τη διαβίωσή του, οι καθ’ ων η αίτηση, στο πλαίσιο της διενεργηθείσας έρευνάς τους, κατέγραψαν ότι η αιτήτρια εργάζεται ως συντονιστής διανομέων σε πιτσαρία με μηνιαίο εισόδημα άλλοτε €800 και άλλοτε €500 (σχετική είναι η σελίδωση 246 της Έκθεσης). Αναφέρεται επίσης στην Έκθεση ότι ο αιτητής «φαίνεται να αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας» (επίσης σελ. 246), ενώ στην υποβληθείσα απορριπτική εισήγηση (σελ. 244) αναφέρονται τα εξής: «Συγκεκριμένα, ο αιτητής μιλά ελάχιστα ελληνικά και αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας. Οι οικονομικοί του πόροι σύμφωνα με τις κοινωνικές ασφαλίσεις είναι χαμηλοί και δεν έχει σταθερό ποσό κάθε μήνα. Ζει μόνος του στην Κύπρο, το παιδί του το πήρε στο Πακιστάν και η σχέση του με την Κύπρο είναι εργασιακή. Η πρόθεση του να μείνει στη Δημοκρατία αμφισβητείται.». Αυτές δε οι διαπιστώσεις, οι οποίες ενισχύονται και από τη διενεργηθείσα προσωπική συνέντευξη του αιτητή (επίσης παράρτημα 7 στην ένσταση), ημερομηνίας 28.1.2022, στοιχειοθετούν και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτή περιέχεται στην επίδικη απόφαση που γνωστοποιήθηκε στον αιτητή δια της επιστολής ημερομηνίας 3.4.2023.
Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι, ενεργώντας εντός των ορίων της ορθής ενάσκησης της εξουσίας και διακριτικής τους ευχέρειας, ορθά και σύννομα έλαβαν υπόψη τους και προσμέτρησαν δεόντως στην τελική τους κρίση και τους δεσμούς του με την Κύπρο, και την ένταξή του στο Κυπριακό κοινωνικό σύνολο, αλλά και την οικονομική κατάσταση και τους οικονομικούς πόρους συντήρησης του αιτητή στη Δημοκρατία, ευρήματα που δικαιολόγησαν με επάρκεια, όπως και την κατάληξη ότι δεν διαπιστώθηκε δεόντως η πρόθεσή του για μόνιμη παραμονή στη χώρα: πρόκειται για παράγοντες που, σύμφωνα και με τη νομολογία (Ήρωα, ανωτέρω), επιβάλλεται να διερευνώνται και να λαμβάνονται υπόψη από τη Διοίκηση στην τελική της κρίση επί αιτήσεων πολιτογράφησης, πέραν από τη διερεύνηση άλλων λόγων που ενδεχομένως να συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 191/2022 (i-Justice), ημερ. 8.4.2025 και L.C.W. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1343/2022 (i-Justice), ημερ. 7.4.2025).
Εν πάση δε περιπτώσει, δεν έχει καταδειχθεί με επάρκεια ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εν προκειμένω εκτός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, πόσω δε μάλλον κακόπιστα. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης επί της ουσίας δεν προωθήθηκε από την πλευρά του αιτητή. Υπό το φως δε των αρχών και κατευθυντήριων που έχουν εκτεθεί ανωτέρω και έχοντας βεβαίως ως αφετηρία ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο και μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό της την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης, τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι του αιτητή στη γραπτή τους αγόρευση, ουδόλως μπορούν να προσθέσουν στην επιχειρηματολογία τους περί απόφασης παράνομης και/ή πεπλανημένης.
Περαιτέρω, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησής της. Εξετάζοντας την, περιεχόμενη στην προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 3.4.2023, απόφαση, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Στην εν λόγω απόφαση, περιέχεται το σκεπτικό και οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη αυτής (βλ. και άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999). Γενικότερα, η δοθείσα αιτιολογία πράγματι παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εκείνα, ειδικά και συγκεκριμένα, στοιχεία, που να οδηγούν στη διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Συμπληρώνεται δε η αιτιολογία της πράξης από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, από τα οποία προκύπτουν με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης της αίτησης (Σανταφιανός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 108/2015, ημερ. 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C227, Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371).
Ούτε κενό έρευνας διαπιστώνεται. Αντίθετα, η διενεργηθείσα έρευνα κρίνεται επαρκής και/ή η δέουσα. Ενώπιον των καθ' ων η αίτηση υπήρχαν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, προκειμένου να ληφθεί η, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή, απόφαση για απόρριψη της αίτησης για πολιτογράφηση. Όφειλαν οι καθ' ων η αίτηση να διενεργήσουν έρευνα αναφορικά με κάθε σχετικό και ουσιώδες για την αίτηση στοιχείο και αυτό έπραξαν, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός να στερείται ερείσματος. Προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα παραρτήματα της ένστασης, ότι οι καθ' ων η αίτηση διενήργησαν ενδελεχή και, εν πάση περιπτώσει, επαρκή και/ή τη δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, ενώπιον δε των καθ' ων η αίτηση είχαν τεθεί όλα τα απαιτούμενα και/ή σχετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η διενεργηθείσα έρευνα να τεκμαίρεται ότι υπήρξε πλήρης. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η μορφή και έκταση της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Oleg Nagorny, ανωτέρω) και ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενό της. Η δε έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού και ουσιώδους γεγονότος, που παρέχει τη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14.3.2013, Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/09, 14.1.2014).
Περαιτέρω, ως είναι παγίως αναγνωρισμένο, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ασχολείται με τη διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, αλλά εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσον η διεξαχθείσα έρευνα ήταν επαρκής και περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147, Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543, LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ, 21.12.2016, Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016).
Ενόψει λοιπόν των γεγονότων της υπόθεσης και, γενικότερα, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα και εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει ο Νόμος και δε διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στην τελική τους κατάληξη. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται πεδίο επέμβασης του Δικαστηρίου, εφόσον δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης.
Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1600 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο