ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 983/2022 (iJustice))
17 Απριλίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
GURUNG KALPANA
Αιτήτρια,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Γεώργιος Γεωργίου, για Γεώργιος Κ. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Σίλια Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, όπως αυτή της γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 3.3.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 30.8.2018, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Η αιτήτρια κατάγεται από το Νεπάλ. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 6.8.2005 προκειμένου να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Έκτοτε, συνέχισε να εργάζεται υπό το ίδιο καθεστώς, κατόπιν παραχώρησης σε αυτήν άδειας προσωρινής παραμονής για εργασία, με την τελευταία να έχει ισχύ μέχρι τις 13.6.2023.
Στις 30.8.2018, η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Στις 10.9.2020, διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη. Σχετική έκθεση ίδιας ημερομηνίας, ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με απορριπτική εισήγηση και υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών. Ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε την απορριπτική εισήγηση στις 3.11.2021 κι η απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια με την επίδικη διοικητική απόφαση ημερομηνίας 3.3.2022, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 30/08/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωση σας στη Δημοκρατία και ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος να καταστείτε βάρος στα δημόσια οικονομικά. Επιπλέον, η σχέση σας με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή. Επιπρόσθετα, δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεσή σας να παραμείνετε στη Δημοκρατία σε περίπτωση χορήγησης πιστοποιητικού πολιτογράφησης όπως καθορίζεται από την παράγραφο 1(δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2022».
Προς ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, προωθεί την θέση πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν λάβει υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία και δεδομένα της αιτήτριας και πως υπό πλάνη και χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία, προχώρησαν στην απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο απόρριψης, ήτοι την μη επάρκεια των οικονομικών της πόρων, πρόταξε πως τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μέσα στα κριτήρια που θέτει ο Νόμος για την πολιτογράφηση αλλοδαπού προσώπου, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανισότητα και δυσμενή διάκριση και πως η πολιτογράφηση θα παρέμενε προνόμιο των πλουσίων. Πέραν τούτου, υπέβαλε πως από τα παραρτήματα που επισυνάπτονται στην αίτηση ακυρώσεως και συγκεκριμένα από αντίγραφο τραπεζικού λογαριασμού, η ίδια διαθέτει αποταμίευση €11.600,93 γεγονός που, κατά τις εισηγήσεις, δεικνύει πως η αίτηση δεν εξετάστηκε, ούτε αξιολογήθηκε με τη δέουσα προσοχή, κατά παράβαση και των αρχών της χρηστής διοίκησης.
Ως προς τον δεύτερο λόγο για τον οποίο η αίτηση απερρίφθη, ήτοι την ύπαρξη καθαρά εργασιακής σχέσης και μη διαπίστωσης ξεκάθαρης πρόθεσης της να παραμείνει στη Δημοκρατία, υπέβαλε πως η κατάληξη αυτή υπήρξε αναιτιολόγητη, αόριστη και ελλιπής και πως η διοίκηση δεν προχώρησε σε πλήρη διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων της αιτήτριας. Ειδικότερα, κατά τις εισηγήσεις της, δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός πως στην Δημοκρατία διέμενε για περίοδο 17 ετών, με μόνη απουσία τα έτη 2011 και 2017, για περίοδο όχι μεγαλύτερη του ενός μηνός, στην Δημοκρατία διαμένει η αδελφή της η οποία είναι παντρεμένη με Ευρωπαίο πολίτη και πως στο Νεπάλ δεν έχει οποιαδήποτε άλλα συγγενικά της πρόσωπα, την γνώση της Ελληνικής γλώσσας, την συμμετοχή της σε μαθήματα επιμορφωτικά, καθώς και το γεγονός της αγοράς ακινήτου με χρήματα της ίδιας, ακίνητο το οποίο δεν μπορούσε να εγγράψει στο όνομά της, λόγω απαγόρευσης από την σχετική νομοθεσία και το οποίο ενεγράφη στο όνομα της αδελφής της.
Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, αφού επανέλαβε στην πάγια νομολογία σε σχέση με την ευρεία εξουσία του κράτους, που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του, να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα, με μόνο περιορισμό την επίδειξη καλής πίστης, υποστήριξε την έκδοση της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης, απορρίπτοντας στο σύνολο, όλους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Επικεντρώθηκε επίσης και στα συμπεράσματα που προέκυψαν από την έκθεση της λειτουργού του Τμήματος, όπως αυτά συνάχθηκαν από την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, από τα οποία προκύπτει, κατά τις εισηγήσεις, η νομιμότητα της απορριπτικής επίδικης διοικητικής απόφασης.
Οι νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από οποιοδήποτε αλλοδαπό πρόσωπο, είναι γνωστές. Περιλαμβάνονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ιδίως, στην παράγραφο 1(γ) αυτού, αναφέρεται πως ο αλλοδαπός που αιτείται την παραχώρηση υπηκοότητας με πολιτογράφηση, θα πρέπει να είναι καλού χαρακτήρα.
Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026. Επαναλήφθηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Όπως υποδείχθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μονάχα προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).
Σχετική επίσης είναι κι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, στην οποία υπεδείχθη πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, απερρίφθη για δύο λόγους. Πρώτον, λόγω διαπίστωσης μη ύπαρξης επαρκών πόρων διαβίωσης στη Δημοκρατία, με κίνδυνο να καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά του κράτους. Δεύτερον, λόγω ύπαρξης καθαρά εργασιακής σχέσης της ίδιας με την Δημοκρατία και διατήρησης, ως εκ τούτου, επιφυλάξεων για την πρόθεσή της να παραμείνει στη Δημοκρατία.
Ανατρέχοντας στο Έντυπο προσωπικής συνέντευξης της αιτήτριας, που έλαβε χώρα στις 9.10.2020, το οποίο υπέγραψε η ίδια ως σύμφωνο με τα όσα αναφέρθηκαν κατά τη συνέντευξη, προκύπτει ξεκάθαρα πως το καθεστώς διαμονής της στη Δημοκρατία, ήταν ανέκαθεν εργασιακό, από το έτος 2005 μέχρι και την υποβολή της αιτήσεως. Η αιτήτρια εργάζετο ως οικιακή βοηθός σε οικία στη Λεμεσό. Στο εν λόγω Έντυπο, καταγράφεται πως η ίδια διατηρεί ιδιόκτητο σπίτι στην Δημοκρατία, το οποίο είναι παλαιό και χρειάζεται να επιδιορθωθεί (σελίδωση 158, Τεκμηρίου 2), ενώ η ίδια διαμένει στην οικία των εργοδοτών της. Αναφέρει πως στη Δημοκρατία διαμένει κι η αδελφή της, υπό επίσης εργασιακό καθεστώς (σελίδωση 157, Τεκμηρίου 2). Στις καθημερινές της οικογενειακές σχέσεις, καταγράφηκε πως η ίδια εργάζεται ως οικιακή βοηθός και πως από την μισθωτή της εργασία, λαμβάνει το εισόδημα των €400 (σελίδωση 156, Τεκμηρίου 2). Η αιτήτρια αναφέρθηκε στην αγορά μίας μικρής οικίας, καθώς και στην ύπαρξη καταθέσεων στην τράπεζα, ύψους €9.000 (σελίδωση 155, Τεκμηρίου 2).
Τα όσα προέκυψαν από την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, περιλήφθηκαν στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σε σχέση με την υποβληθείσα αίτηση. Επ’ αυτής, καταγράφεται και η ύπαρξη τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον εργοδότη της αιτήτριας, σε σχέση με την ύπαρξη της ιδιόκτητης οικίας της, ο οποίος επιβεβαίωσε πως ο τίτλος ιδιοκτησίας ενεγράφη επ΄ονόματι της αδελφής της αιτήτριας, διότι δεν μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα της αιτήτριας. Καταγράφεται η διαμονή της με τους εργοδότες της, η εργασιακή της σχέση έναντι μηνιαίου μισθού, η ύπαρξη καταθέσεων ύψους €9.000, η διαμονή στη Δημοκρατία και της αδελφής της, της οποίας το καθεστώς είναι επίσης εργασιακό, η γνώση της Ελληνικής γλώσσας.
Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, εξετάστηκε και αξιολογήθηκε δεόντως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προσωπικές της περιστάσεις. Η σχέση της αιτήτριας με την Δημοκρατία, είναι πράγματι εργασιακή, αφού από το έτος 2005, η προσωρινή άδεια παραμονής της, εκδόθηκε και ανανεώνετο με σκοπό αυτή να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Από την εργασία της, λαμβάνει μηνιαίο μισθό ύψους €400, διαμένει στην οικία των εργοδοτών της, ενώ διαφαίνεται από τις σελιδώσεις 72 – 71 του Τεκμηρίου 2, ήτοι αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της αιτήτριας, πως οι καταθέσεις της, αφορούσαν αποκλειστικά την κατάθεση του μισθού που ελάμβανε από την εργασία της.
Δεν αμφισβητήθηκε από την διοίκηση η απόκτηση ακινήτου από την αιτήτρια, καίτοι αυτό είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της αδελφής της, εντός της οποίας υφίσταται παλιά κατοικία που χρειάζεται επιδιόρθωση, κάτι το οποίο διερευνήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και καταγράφηκε και στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 A.A.Δ. 731, το Δικαστήριο επανέλαβε πως η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί αυτομάτως κι άνευ ετέρου σε έγκριση, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν κι άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του εκάστοτε αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής. Ως κρίθηκε από την Ολομέλεια, τα πιο πάνω στοιχεία, εκτιμώνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας πως έχουν ληφθεί υπόψη παράγοντες εκτός της σχετικής νομοθεσίας, ήτοι παράγοντες που σχετίζονται με την οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του εκάστοτε αιτητή. Τόσο τα οικονομικά, όσο και τα δημογραφικά, αλλά και τα γενικότερα συμφέροντα του Κράτους, αποτελούν στοιχεία που σταθμίζονται και εκτιμώνται ελευθέρως από τον Υπουργό Εσωτερικών, αφού το ζήτημα εγγραφής κάποιου προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το παρόν Δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην Reyes (ανωτέρω), η διακριτική ευχέρεια του Κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της λειτουργού, κατά την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, η υποβολή απορριπτικής εισήγησης, μεταξύ άλλων και λόγω μη ύπαρξης επαρκών πόρων για τη διαβίωσή της, με κίνδυνο να καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά, κρίνεται ως εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί κατά την προσωπική συνέντευξη. Τούτο, λαμβανομένου υπόψη του εργασιακού καθεστώτος της αιτήτριας, ως οικιακής βοηθού, της λήψης μηνιαίου μισθού ύψους €400 και τις καταθέσεις που έχουν σημειωθεί, μόνον από την λήψη του μισθού της, χωρίς την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων πόρων. Ομοίως, διαπιστώνω ως καλή τη πίστη, την κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών πως δεν έχει διαπιστωθεί η πρόθεση της αιτήτριας να παραμείνει στη Δημοκρατία, εφόσον χορηγηθεί πιστοποιητικό πολιτογράφησης,
Δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, καταλήγω πως τα δεδομένα της αιτήτριας, τέθηκαν υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών, τα οποία σταθμίστηκαν και εκτιμήθηκαν νομίμως και εντός της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών (Nagorny (ανωτέρω)). Εξάλλου, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας, παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Τέλος, σημειώνεται πως η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι η περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε.
Για τους προαναφερόμενους λόγους διαπιστώνω πως δεν υπήρξε παράβαση, ούτε της καλής πίστης, ούτε και της χρηστής διοίκησης, η δε κατάληξη, κρίνεται πως είναι αποτέλεσμα δέουσας και επαρκούς έρευνας.
Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο