ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. Κυπριακή Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 1333/2021, 5/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. Κυπριακή Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 1333/2021, 5/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                                              Υπόθεση Αρ. 1333/2021  

5 Μαΐου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

                                           

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

 

Αιτήτρια,

και

 

Κυπριακή Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων

                                                                             

Καθ' ων η Αίτηση 

 __________________

 

Μαρία Χριστοφή, για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Αιτήτρια.

 

Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για τους Καθ' ων η αίτηση.

 

  ___________________

                                                

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή ζητά «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη των καθ' ων η αίτηση να απορρίψουν εκ νέου την αίτηση της αιτήτριας 1/8/2013 για λήψη Σύνταξης Ανικανότητας που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 27 Αυγούστου 2021 (Παράρτημα 1) και η οποία αποτελεί προϊόν επανεξέτασης της υπόθεσης μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην προσφυγή 315/2019 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».

 

Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου και επαναλαμβάνοντας μέχρι και το στάδιο της επανεξέτασης, την καταγραφή των γεγονότων ως καταγράφονται στην απόφαση ημερομηνίας 29.11.2019 αναφορικά με την προσφυγή της Αιτήτριας με αριθμό 315/2019, έχουν ως εξής.

 

H αιτήτρια γεννήθηκε στις 22.4.1955 και καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως καθαρίστρια. Την αμέσως προηγούμενη περίοδο της επίδικης αίτησης της αιτήτριας ημερ.1.8.2013, ήτοι τη περίοδο από 29.5.2006 μέχρι 30.6.2012, ελάμβανε σύνταξη ανικανότητας σε ποσοστό 75% από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία τερματίστηκε μετά από γνωμάτευση Ιατρικού Συμβουλίου ότι η αιτήτρια δεν ήταν πλέον ανίκανη δια την άσκηση του επαγγέλματός της.

 

Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η αιτήτρια υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 12.12.2012. Την 1.8.2013, η αιτήτρια υπέβαλε εκ νέου αίτηση για σύνταξη ανικανότητας, προσκομίζοντας σχετική έκθεση του θεράποντος ιατρού της, στα πλαίσια εξέτασης της οποίας κλήθηκε και προσήλθε την 12.11.2013 για εξέταση από Ορθοπεδικό Ιατρικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση, το οποίο γνωμάτευσε ότι η αιτήτρια ήταν ικανή για εργασία ως καθαρίστρια.

 

Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υιοθετώντας τη γνωμάτευση του Ιατρικού Συμβουλίου, με επιστολή του ημερομηνίας 19.12.2013, απέρριψε την αίτηση. Εναντίον της απόφασης του Διευθυντή, η αιτήτρια υπέβαλε Ιεραρχική Προσφυγή στην Υπουργό, η οποία λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμάτευση του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου που εξέτασε την αιτήτρια την 17.7.2014 και την έκρινε ικανή για εργασία, απέρριψε την Ιεραρχική Προσφυγή στις 14/8/2014. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης της Υπουργού, η αιτήτρια καταχώρησε την προσφυγή υπ' αρ. 1318/2014. Εκκρεμούσης της εκδίκασης της, η προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 14.8.2014 ανακλήθηκε, λόγω πάσχουσας συγκρότησης του Δευτεροβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου, με αποτέλεσμα η προσφυγή να αποσυρθεί.

 

Με επιστολή τους ημερομηνίας 17.2.2016, οι καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν την αιτήτρια ότι, μετά από επανεξέταση της Ιεραρχική Προσφυγής της, η Υπουργός αποφάσισε την απόρριψη της εφόσον έκρινε, με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, ότι η αιτήτρια είναι ικανή για εργασία. Η αιτήτρια προσέφυγε εκ νέου στο Δικαστήριο, καταχωρώντας την προσφυγή υπ' αρ. 393/2016 κατά της πιο πάνω απόφασης της Υπουργού ημερομηνίας 17.2.2016.  Εκκρεμούσης της εξέτασης της δεύτερης προσφυγής της αιτήτριας, η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπουργού ανακλήθηκε εκ νέου, λόγω μη ορθής συγκρότησης του Πρωτοβάθμιου Ιατρικού Συμβουλίου, το οποίο είχε εξετάσει την αιτήτρια.

 

Το Ορθοπεδικό Ιατρικό Συμβούλιο το οποίο είχε εξετάσει την αιτήτρια την 12.11.2013, συνήλθε εκ νέου την 19.12.2016, μετά τον ορισμό των μελών του από τον Διευθυντή, συμφώνως των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας και επανέλαβε τη γνωμάτευσή του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο η αιτήτρια ήταν ικανή για εργασία. Ο Διευθυντής, υιοθετώντας τη γνωμάτευση του Ιατρικού Συμβουλίου, απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 1.8.2013, κοινοποιώντας στην αιτήτρια την απόφασή του με επιστολή ημερομηνίας 23.12.2016. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την τρίτη κατά σειρά προσφυγή της στο Διοικητικό Δικαστήριο με αρ. 84/2017.

 

Με απόφαση της ημερομηνίας 27.6.2018, η αδελφή Δικαστής Α. Ζερβού έκανε αποδεκτή την προσφυγή και αφού διαπίστωσε ελλιπή έρευνα και αιτιολογία, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Παραθέτω εκτενές απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση Δημοσθένους και Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 84/2017 ημερομηνίας 27/6/2018, ως ακολούθως:

«Εν προκειμένω, είναι μεν ορθή η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι μία ιατρική έκθεση δεν θεωρείται ανεπαρκής ή ελλιπής επειδή οι ιατροί δεν έκριναν αναγκαίο να καταγράψουν απαντήσεις σε όλες τις τυπωμένες ερωτήσεις του εντύπου και ότι ο τρόπος με τον οποίο οι ιατροί επέλεξαν να συμπληρώσουν το έντυπο δεν μπορεί, από ιατρικής πλευράς, να ελεγχθεί από το Δικαστήριο διότι πρόκειται για τεχνικό και συνεπώς ανέλεγκτο θέμα (Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 637/2011, ημερ. 11.1.2013, Nimal Gedara v Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 657/2012, ημερ. 25.09.2013), πλην, όμως, με βάση τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιόν μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, εκπληρώσει το καθήκον τους για συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών εκείνων στοιχείων, τα οποία θα παρείχαν βάση για ασφαλή συμπεράσματα, καθήκον η εκπλήρωση του οποίου είναι καθοριστική για την αξιολόγηση της επάρκειας και της πληρότητας της διενεργηθείσας έρευνας.

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας (άρθρο 40(5) του Ν.59(Ι)/2010) ως ανίκανος προς εργασία δεν θεωρείται γενικώς ο κάθε ασφαλισμένος, ο οποίος δυνατόν να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, αλλά αυτός ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα καθορισμένης έντασης και σοβαρότητας, ούτε ότι το βάρος απόδειξης είναι στον ασφαλισμένο να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως ανίκανου προς εργασία, παρέχοντας προς τούτο στη διοίκηση όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να πείσει για το εύλογο του αιτήματος (Χρυσικού ν Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 483).  Ούτε, βεβαίως, το γεγονός ότι, ως προς την ικανότητα της αιτήτριας για εργασία, το Ιατρικό Συμβούλιο των καθ' ων η αίτηση καταλήγει σε διαφορετικό εύρημα από αυτό του θεράποντος ιατρού της, στοιχειοθετεί, δίχως άλλο, πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από τον διοικητικό φάκελο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 1), προκύπτει ότι ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας είναι ο ίδιος από το 2006, όταν υποβλήθηκε από την αιτήτρια για πρώτη φορά αίτηση για σύνταξη ανικανότητας.  Στη δε έκθεσή του, η οποία υποβλήθηκε μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 01.08.2013, ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας επισημαίνει ότι η πορεία της ασθένειάς της (εκφύλιση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και οστεοαρθρίτιδα γονάτων) παρουσιάζει επιδείνωση.  Περαιτέρω, καταγράφει ρητώς την εκτίμηση ότι η αιτήτρια ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης, ανίκανη για άσκηση του επαγγέλματός της καθαρίστριας αλλά και την πρόβλεψη ότι αυτή θα παραμείνει μόνιμα ανίκανη για την άσκηση του επαγγέλματός της.  Στις δε ερωτήσεις κατά πόσον μπορεί η αιτήτρια να εργάζεται με μερική απασχόληση στο πιο πάνω επάγγελμα ή να εκτελεί προσαρμοσμένη εργασία σε αυτό με πλήρες ωράριο ή να εκτελεί άλλη εργασία με πλήρες ωράριο, δίδεται σε όλες αρνητική απάντηση.

 

Λαμβάνω, επιπλέον, υπόψη το γεγονός ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της η αιτήτρια ήταν 58 χρονών, ενώ κατά την επανεξέταση της περίπτωσής της από το Ιατρικό Συμβούλιο, είχε ήδη συμπληρώσει το 61 έτος της ηλικίας της.  Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα ανωτέρω και προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, τα μυοσκελετικά προβλήματα τα οποία η αιτήτρια αντιμετώπιζε στο παρελθόν, δικαιολογούσαν την καταβολή σύνταξης ανικανότητας σε ποσοστό 75% για περίοδο 6 χρόνων.

 

Χωρίς να υπεισέρχομαι στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης των καθ' ων η αίτηση να διακόψουν την ανωτέρω κατά το παρελθόν καταβολή σύνταξης ανικανότητας - απόφαση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε με προσφυγή στο Δικαστήριο - θεωρώ ότι το ιστορικό της αιτήτριας και τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε, τα οποία ήταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση, θα έπρεπε να εξετασθούν σε συνάρτηση με την ηλικία της αιτήτριας και τη φύση της εργασίας της ως καθαρίστρια, ώστε να αιτιολογηθεί με πληρότητα και σαφήνεια η κατάληξη των καθ' ων η αίτηση ως προς την ικανότητά της για εργασία και η διαφοροποίηση από την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού της ο οποίος διαπίστωνει επιδείνωση στην πορεία της ασθένειάς της, με τρόπο ώστε και η ίδια να γνωρίζει επί τη βάσει ποιων συγκεκριμένων στοιχείων η αίτησή της έχει αξιολογηθεί αλλά και ο δικαστικός έλεγχος να καθίσταται εφικτός.

 

Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη νομολογία, σε περιπτώσεις ως η υπό εξέταση, η ανάγκη  αιτιολογίας των αποφάσεων των Ιατρικών Συμβουλίων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των προσβαλλομένων αποφάσεων (Ηροδότου ν Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220).    

 

Εν προκειμένω, η αιτιολόγηση, την οποία το Ιατρικό Συμβούλιο παραθέτει αναφορικώς με την κατάληξή του ότι η αιτήτρια είναι ικανή για την άσκηση του επαγγέλματός της, περιορίζεται στην αναφορά ότι τα προβλήματα που η αιτήτρια παρουσιάζει από το δεξιό γόνατο και από το παλαιό πρόβλημα του χειρουργηθέντος δίσκου Ο5-Ι1 δεν την εμποδίζουν από το να ασκεί το επάγγελμά της, ενώ το σχετικό πεδίο της έκθεσης του Ιατρικού Συμβουλίου, στο οποίο καταγράφεται το κοινωνικό και επαγγελματικό ιστορικό και οι επαγγελματικές ασθένειες του εξεταζόμενου, παρέμεινε κενό.  Δεν προκύπτει οτιδήποτε στην έκθεση του Ιατρικού Συμβουλίου που να τεκμηριώνει ότι τα προβλήματα υγείας της αιτήτριας εξετάστηκαν συναρτώμενα, αφενός, με τη φύση της εργασίας της και, αφετέρου, με την ηλικία της ούτε και οποιαδήποτε αιτιολογία για τη διαφοροποίηση από τη γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού της, αφού καμία αναφορά ή σχολιασμός γίνεται επί αυτής». (Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση ημερ. 29.11.2019).

 

Εντός των πλαισίων της επανεξέτασης που ακολούθησε, το Ορθοπεδικό - Χειρουργικό Ιατρικό Συμβούλιο που εξέτασε την αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο (12/11/2013), συνήλθε εκ νέου στις 7/12/2018 και γνωμάτευσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα ιατρικά προβλήματα της αιτήτρια δεν την καθιστούν ανίκανη για την εργασία της, παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός της ανέφερε επιδείνωση στην κατάσταση της υγείας της.

 

Ο Αναπληρωτής Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, υιοθετώντας τη γνωμάτευση του Ιατρικού Συμβουλίου, απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 1/8/2013 και την ενημέρωσε σχετικά με επιστολή ημερομηνίας 31/1/2019.  Εναντίον της απόφασης αυτής στράφηκε εκ νέου η Αιτήτρια με την Υπόθεση Αρ. 315/2019, όπου το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα δεδομένα της υπόθεσης, εξέδωσε νέα ακυρωτική απόφαση στις 29.11.2019. Τα συμπεράσματα του Διοικητικού Δικαστηρίου ως αυτά αναδύονται μέσα από την απόφαση της Α. Ευσταθίου – Νικολεττοπούλου, Δ.Δ.Δ. (όπως ήταν τότε), συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:

 

«Τα όσα αναφέρονται από το Ιατροσυμβούλιο κατά την επανεξέταση, συσχετιζόμενα με τα ευρήματα της δικαστικής απόφασης που προηγήθηκε, θεωρώ ότι παραβιάζουν το δεδικασμένο και καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση τρωτή σε ακύρωση, λόγω ελλιπούς έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας.

 

Στην ακυρωτική απόφαση που προηγήθηκε, κρίθηκε ότι το ιστορικό της αιτήτριας και τα προβλήματα υγείας της, θα έπρεπε να εξεταστούν σε συνάρτηση με την ηλικία της και τη φύση της εργασίας της ως καθαρίστριας, "ώστε να αιτιολογηθεί με πληρότητα και σαφήνεια η κατάληξη των καθ' ων η αίτηση ως προς την ικανότητα της για εργασία και η διαφοροποίηση από την εκτίμηση του θεράποντα ιατρού της ο οποίος διαπιστώνει επιδείνωση στην πορεία της ασθένειάς της".

 

Κρίθηκε επίσης, ότι η αιτιολογία του Ιατροσυμβουλίου είχε περιοριστεί στην αναφορά ότι τα προβλήματα που η αιτήτρια παρουσιάζει από το δεξιό γόνατο και από το παλιό πρόβλημα του χειρουργηθέντος δίσκου, δεν την εμποδίζουν να ασκεί το επάγγελμα της, και δεν προκύπτει ότι τα προβλήματα υγείας της αιτήτριας εξετάστηκαν συναρτώμενα με τη φύση της εργασίας της και την ηλικία της.

 

Κατά την επανεξέταση, πλην της λεκτικής αναφοράς ότι λήφθηκε "υπόψη το κοινωνικό και επαγγελματικό ιστορικό της ασθενούς".  Ότι δηλαδή η αιτήτρια είναι "Καθαρίστρια, 58 ετών, έγγαμη" (παράγραφος 3.5 της Έκθεσης), και πάλιν η αιτιολογία περιορίζεται στα όσα στην ακυρωτική απόφαση κρίθηκαν ως ανεπαρκή.

 

Επίσης, πλην της λεκτικής αναφοράς ότι το πρόβλημα της αιτήτριας δεν την εμποδίζει να ασκεί το επάγγελμα της "παρόλο που ο θεράπων ιατρός της αναφέρει επιδείνωση", δεν αναφέρεται οτιδήποτε το οποίο να αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια, όπως η ακυρωτική απόφαση υπέδειξε, τη διαφοροποίηση από την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού.

 

Συνεπώς διαπιστώνεται παραβίαση του δεδικασμένου, και σε συνάφεια, πλημμελής διερεύνηση όλων των ουσιωδών δεδομένων που αφορούν την περίπτωση της αιτήτριας, αλλά και ζήτημα ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.».

 

Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης και συγκεκριμένα στις 1.12.2019, η Αιτήτρια με επιστολή των δικηγόρων της, υπέβαλε έκκληση για επανεξέταση της υπόθεσης της το συντομότερο δυνατόν υπό το φως των διαπιστώσεων της νέας ακυρωτικής απόφασης. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερ 26.02.2020 επιζητώντας ενημέρωση για το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται διαδικασία επανεξέτασης, όπως και σειρά ηλεκτρονικών μηνυμάτων των δικηγόρων της αιτήτριας με εκκλήσεις για σύντομη ολοκλήρωση της διαδικασίας. Εξαιτίας της μη ανταπόκρισης η Αιτήτρια καταχώρησε την Υπόθεση υπ' αριθμό 925/2020 (5η Προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο), προσβάλλοντας την συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

Ενώ η εξέταση της προσφυγής υπ' αριθμό 925/2020 εκκρεμούσε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 27.08.2021, ενημέρωσαν την Αιτήτρια επανεξέτασαν την υπόθεσή της με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της αίτησης για σύνταξη ανικανότητας και αποφάσισαν ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 η αίτησή της για σύνταξη ανικανότητας ημερομηνίας 1.08.2013 απορρίπτεται. Συγκεκριμένα, ότι το Ιατρικό Συμβούλιο που την εξέτασε στις 12.11.2013, συνήλθε εκ νέου την 1.06.2021 και, λαμβάνοντας υπόψη τα πιστοποιητικά που παρουσίασε η Αιτήτρια, αποφάσισε ότι, συμφωνεί μεν με το θεράποντα ιατρό της Αιτήτριας αναφορικά με τις παθήσεις της τελευταίας σε γόνατα και σπονδυλική στήλη, όμως δεν συμφωνεί με τη βαρύτητα των κλινικών συμπτωμάτων. Ειδικότερα, ότι η διαφωνία προκύπτει στη βάση του ότι ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας αναφέρθηκε σε «επιδείνωση της κατάστασής της», χωρίς αυτή να δικαιολογείται με βάση την κλινική εξέταση και χωρίς να προκύπτει σαφώς η πηγή της αξιολόγησης και η διαπίστωσή του περί επιδείνωσης. Το Ιατρικό Συμβούλιο στις 1.06.2021 επανέλαβε επακριβώς την διαπίστωση του στις 7.12.2019 ήτοι, «6.ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ο.Α. δεξιού γόνατος. 2005 χειρουργηθείσα δισκοκοίλη 05-Ι1» και ότι αυτά «δεν την εμποδίζουν από το να ασκεί το επάγγελμα της παρόλο που ο θεράπων ιατρός της αναφέρει επιδείνωσή».

 

Η σχετική αναφορά από το κείμενο της επιστολής των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 27.08.2021, έχει ως εξής:

«3. Συγκεκριμένα, το ιατρικό Συμβούλιο που σας εξέτασε γνωμάτευσε ότι: «με βάση τις ιατρικές εκθέσεις του θεράποντα ιατρού (ημ/νίες 13/7/2016, και 25/7/2013) και με την κλινική εξέταση που πραγματοποιήθηκε από το ιατρικό συμβούλιο (12/11/2013) συμφωνούμε με το θεράποντα ιατρό σε ότι αφορά τις παθήσεις της ασθενούς (οσφυός και γονάτων) αλλά δεν συμφωνούμε με την βαρύτητα των κλινικών συμπτωμάτων. Στις ιατρικές εκθέσεις του ο θεράποντος ιατρός αναφέρει τη διάγνωση και αναφέρεται σε «επιδείνωση» της πάθησης χωρίς να δικαιολογεί με βάση την κλινική εξέταση «επιδείνωση» με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές από που πηγάζει η αξιολόγηση και η διαπίστωση του θεράποντα ιατρού για το πιο πάνω και κατ' επέκταση για την ανικανότητας της αιτήτριας προς εργασία. Αντιθέτως κατά την κλινική εξέταση από ειδικούς σε ιατρικό συμβούλιο στις 12/11/2013 διαπιστώθηκαν ήπια συμπτώματα και αρνητικό Laseque αμφοτερόπλευρα (όχι πίεση νεύρων) με αποτέλεσμα να αξιολογείται και να διαπιστώνεται δικαιολογημένα ότι η αιτήτρια δεν έχει σημαντική απώλεια της δυνατότητα της προς εργασία και εκτέλεσης των καθηκόντων του συνήθους επαγγέλματος της».

 

Ενάντια στην απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 27.08.2021, η Αιτήτρια,  καταχώρησε στις 10.11.2021 την παρούσα προσφυγή. Μέσω της έκτης κατά χρονική σειρά προσφυγής της στο Διοικητικό Δικαστήριο αναφορικά με το ίδιο ζήτημα, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λανθασμένα και/ή παράνομα και/ή χωρίς εύλογη και/ή νόμιμη αιτία και/ή αιτιολογία και/ή χωρίς επαρκή έρευνα κατά την νέα αυτή επανεξέταση αποφασίστηκε εκ νέου ο τερματισμός της Σύνταξης Ανικανότητας που ελάμβανε για έξι (6) συνεχή έτη και ότι δεν είχε απωλέσει την δυνατότητα της να εργάζεται ως καθαρίστρια, οι δε λόγοι που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση ώστε να δικαιολογήσουν την νέα αυτή απόφασή τους, δεν είναι δικαιολογημένοι, αιτιολογημένοι και εύλογοι υπό τις περιστάσεις. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση της ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή πράξη θα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους:

1. Παραβίαση του Ακυρωτικού Δεδικασμένου / ελλιπής εξέταση των πραγματικών και νομικών σημείων που υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο.

2. Η απόφαση του Ιατρικού Συμβουλίου ημερομηνίας 01/06/2021 είναι αναιτιολόγητη και/ή πεπλανημένη και/ή αυθαίρετη και ως τέτοια στερείται της απαιτούμενης νομιμότητας και κακώς λήφθηκε υπόψη από την Καθ' ης η Αίτηση / Έλλειψη δέουσας έρευνας.

3. Το καθήκον και/ή αρχή της χρηστής διοίκησης, επέβαλλαν όπως η προσβαλλόμενη απόφαση βασιστεί στα νομικά και πραγματικά στοιχεία του ουσιώδους χρόνου (12/11/2013) και τα εξετάσει υπό το φως της συνολικής κατάστασης υγείας της Αιτήτριας, ως αυτή είχε επιδεινωθεί κατά το χρόνο της επανεξέτασης.

4. Παράβαση της αρχής της χρηστής Διοίκησης - Υπέρμετρη καθυστέρηση και Υπέρβαση εύλογου χρόνου - Κακοπιστία Διοίκησης.

 

Οι συγκεκριμένοι λόγοι ακύρωσης αναλύονται εκτενώς στην γραπτή αγόρευση εκ μέρους της Αιτήτριας, όπου γίνεται λεπτομερής αναφορά τόσο στην προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2019, όσο και στη διαδικασία της επανεξέτασης ως συνεπεία αυτής και ειδικότερα στην ιατρική έκθεση  του Ιατρικού Συμβουλίου ημερομηνίας 01.06.2021 όπου βασίζεται η προσβαλλόμενη πράξη. Ακόμα, η ευπαίδευτη δικηγόρος της Αιτήτριας προβαίνει σε εκτενή παράθεση σχετικής νομολογίας των δικαστηρίων μας, την οποία και επικαλείται προς υποστήριξη των θέσεων της.

 

Είναι αντίθετα η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι, στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας στην παρούσα υπόθεση ενήργησαν καλόπιστα και εντός της εξουσίας που τους δίνει ο σχετικός Νόμος, ενώ αντίστοιχα η αιτήτρια δεν κατάφερε με τους ισχυρισμούς της να κλονίσει το τεκμήριο της καλής πίστης και κατ’ επέκταση της νομιμότητας της επίδικης απόφασης. Μέσω της γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Καθ’ων η Αίτηση, πέραν από την παράθεση των γεγονότων του διοικητικού φακέλου, προβάλλεται η θέση ότι, θα πρέπει να απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και/ή περί ελλιπούς έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης του ιατροσυμβουλίου που συνήλθε εκ νέου για σκοπούς επανεξέτασης και παραπέμπει στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ημερομηνίας 27 Αυγούστου 2021 και ειδικότερα στην παράγραφο αρ.3 της επιστολής (ανωτέρω). Αντίστοιχα με τη δικηγόρο της Αιτήτριας, ομοίως και η ευπαίδευτη δικηγόρος των Καθ’ων η Αίτηση προβαίνει σε επίκληση σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος της διεξαγωγής δέουσας έρευνας από διοικητικό όργανο και της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων.

 

Εξετάζοντας τους λόγους ακύρωσης τους οποίους προβάλει η Αιτήτρια και πρωτίστως ότι υπάρχει παραβίαση από τους Καθ’ ων η αίτηση του δεδικασμένου της ακυρωτικής απόφασης του Διοικητικό Δικαστήριο ημερ. 29.11.2019, καταγράφω για τους σκοπούς της παρούσας ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο κατέληξε πως : «Κατά την επανεξέταση, πλην της λεκτικής αναφοράς ότι λήφθηκε "υπόψη το κοινωνικό και επαγγελματικό ιστορικό της ασθενούς". Ότι δηλαδή η αιτήτρια είναι "Καθαρίστρια, 58 ετών, έγγαμη" (παράγραφος 3.5 της Έκθεσης), και πάλιν η αιτιολογία περιορίζεται στα όσα στην ακυρωτική απόφαση κρίθηκαν ως ανεπαρκή. Επίσης, πλην της λεκτικής αναφοράς ότι το πρόβλημα της αιτήτριας δεν την εμποδίζει να ασκεί το επάγγελμα της "παρόλο που ο θεράπων ιατρός της αναφέρει επιδείνωση", δεν αναφέρεται οτιδήποτε το οποίο να αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια, όπως η ακυρωτική απόφαση υπέδειξε, τη διαφοροποίηση από την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού. Συνεπώς διαπιστώνεται παραβίαση του δεδικασμένου, και σε συνάφεια, πλημμελής διερεύνηση όλων των ουσιωδών δεδομένων που αφορούν την περίπτωση της αιτήτριας, αλλά και ζήτημα ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης».

 

Σημειώνω ακόμα ότι, το Δικαστήριο πριν καταλήξει ως ανωτέρω, αναφέρθηκε εκτενώς στην ακυρωτική απόφαση της αδελφής Δικαστού Α. Ζερβού η οποία προηγήθηκε (Δημοσθένους και Κυπριακής Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 84/2017 ημερομηνίας 27.06.2018). Ως αναφέρεται στην απόφαση ημερ. 29.11.2019: «Από τον διοικητικό φάκελο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 1), προκύπτει ότι ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας είναι ο ίδιος από το 2006, όταν υποβλήθηκε από την αιτήτρια για πρώτη φορά αίτηση για σύνταξη ανικανότητας.  Στη δε έκθεσή του, η οποία υποβλήθηκε μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 01.08.2013, ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας επισημαίνει ότι η πορεία της ασθένειάς της (εκφύλιση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και οστεοαρθρίτιδα γονάτων) παρουσιάζει επιδείνωση.  Περαιτέρω, καταγράφει ρητώς την εκτίμηση ότι η αιτήτρια ήταν, κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης, ανίκανη για άσκηση του επαγγέλματός της καθαρίστριας αλλά και την πρόβλεψη ότι αυτή θα παραμείνει μόνιμα ανίκανη για την άσκηση του επαγγέλματός της.  Στις δε ερωτήσεις κατά πόσον μπορεί η αιτήτρια να εργάζεται με μερική απασχόληση στο πιο πάνω επάγγελμα ή να εκτελεί προσαρμοσμένη εργασία σε αυτό με πλήρες ωράριο ή να εκτελεί άλλη εργασία με πλήρες ωράριο, δίδεται σε όλες αρνητική απάντηση.  Λαμβάνω, επιπλέον, υπόψη το γεγονός ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της η αιτήτρια ήταν 58 χρονών, ενώ κατά την επανεξέταση της περίπτωσής της από το Ιατρικό Συμβούλιο, είχε ήδη συμπληρώσει το 61 έτος της ηλικίας της.  Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα ανωτέρω και προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, τα μυοσκελετικά προβλήματα τα οποία η αιτήτρια αντιμετώπιζε στο παρελθόν, δικαιολογούσαν την καταβολή σύνταξης ανικανότητας σε ποσοστό 75% για περίοδο 6 χρόνων.»

 

Το Δικαστήριο συνεπώς, στην ακυρωτική του απόφαση αναφέρει ρητά ότι, εντοπίζει πλημμελή διερεύνηση όλων των ουσιωδών δεδομένων που αφορούν την περίπτωση της αιτήτριας, αλλά και ζήτημα ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και ότι δεν υπάρχει εύρημα ως προς την επιδείνωση της κατάστασης την οποία εντοπίζει ο θεράπων ιατρός της.

 

Συγκρίνοντας την απόφαση ημερ. 31.1.2019 η οποία έτυχε ακύρωσης στις 29.11.2019, με την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση που προσβάλλεται δια της παρούσης υπόθεσης, σημειώνω πως, στην ιατρική έκθεση του Ιατρικού Συμβουλίου ημερομηνίας 01.06.2021 γίνεται αναφορά στην «επιδείνωση της κατάστασης την οποία εντοπίζει ο θεράπων ιατρός της αιτήτριας», την οποίαν απορρίπτει, θέση η οποία αποτυπώνεται στο λεκτικό της τρίτης παραγράφου της επιστολής ημερομηνίας 27.08.2012. Διαπιστώνω δηλαδή, χωρίς φυσικά να υπεισέλθω στην ορθότητα των διαπιστώσεων του Ιατροσυμβουλίου, ότι κατά την επανεξέταση αυτό εξέτασε και απέρριψε αιτιολογημένα το ζήτημα παράλειψης σχολιασμού της «επιδείνωσης της κατάστασης», το οποίο, μεταξύ άλλων, εντοπίστηκε από το ακυρωτικό Δικαστήριο με την απόφαση ημερ. 29.11.2019.

 

Ωστόσο, πέραν τούτου διαπιστώνω ότι, στη προσβαλλόμενη απόφαση οι Καθ’ ων η αίτηση αποφεύγουν να αναφερθούν σε άλλα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ικανότητα της Αιτήτριας να ασκεί το επάγγελμά της με βάση τα ενώπιον τους δεδομένα. Συγκεκριμένα, στην απόφαση του το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο «γεγονός ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της η αιτήτρια ήταν 58 χρονών, ενώ κατά την επανεξέταση της περίπτωσής της από το Ιατρικό Συμβούλιο, είχε ήδη συμπληρώσει το 61 έτος της ηλικίας της.  Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα ανωτέρω και προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, τα μυοσκελετικά προβλήματα τα οποία η αιτήτρια αντιμετώπιζε στο παρελθόν, δικαιολογούσαν την καταβολή σύνταξης ανικανότητας σε ποσοστό 75% για περίοδο 6 χρόνων», ενώ, όπως κατέληξε, «το ιστορικό της αιτήτριας και τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε, τα οποία ήταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση, θα έπρεπε να εξετασθούν σε συνάρτηση με την ηλικία της αιτήτριας και τη φύση της εργασίας της ως καθαρίστρια, ώστε να αιτιολογηθεί με πληρότητα και σαφήνεια η κατάληξη των καθ' ων η αίτηση ως προς την ικανότητά της για εργασία και η διαφοροποίηση από την εκτίμηση του θεράποντος ιατρού της ο οποίος διαπίστωνει επιδείνωση στην πορεία της ασθένειάς της».

 

Εξετάζοντας το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου ο οποίος έχει κατατεθεί ενώπιον μου, εντοπίζω σχετικά έγγραφα τα οποία αφορούν τον ουσιώδη χρόνο και τα οποία ήταν ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση, πέραν των ιατρικών εκθέσεων του θεράποντα ιατρού  ημερ. 13.07.2016 και 25.7.2013 οι οποίες αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία έγγραφα παρουσιάζουν το ιστορικό της αιτήτριας και τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε (μεταξύ άλλων, Ερυθρά 121 - 131). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, εντοπίζω την Ιατρική Γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού της – Ειδικού Χειρούργου Ορθοπαιδικού – Τραυματολόγου, Ειδικού Νευρολόγου ημερομηνίας 7.12.2012 (Ερυθρά 101, 130, 403), η οποία αναφέρει τα εξής:

«Η πιο πάνω ασθενής πάσχει από οσφυαλγία και ισχιαλγία αριστερά. Η κλινική εικόνα της δισκοπάθειας επιβεβαιώθηκε από την αξονική τομογραφία. Η ασθενής χειρουργήθηκε στις 30/11/05 για δισκεκτομή στο επίπεδο Ο5-Ι1.

Η ασθενής εμφανίζει παθολογική εικόνα επίσης στο επίπεδο Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5.

Η κατάσταση αυτή της προκαλεί χρόνια οσφυαλγία και ισχιαλγία που την εμποδίζει να εργαστεί. Το καλοκαίρι του 2012 η ασθενής διαγνώστηκε με ρήξη του μακρού πελματικού τένοντα του δεξιού ποδιού, γεγονός που περιορίζει ακόμα περισσότερο την κίνηση της.»

 

Η εν λόγω Ιατρική Γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού της αιτητριας ημερομηνίας 7.12.2012 ουδόλως τυγχάνει αναφοράς στο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, εξετάζοντας τόσο την έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ημερομηνίας 01.06.2021 όσο και το κείμενο της επιστολής ημερ. 27.12.2021, πέραν από την παθολογική εικόνα δισκοπάθειας της αιτήτριας στο επίπεδο Ο5-Ι1 όπου γίνεται αναφορά, δεν εντοπίζω αναφορά στην παθολογική εικόνα δισκοπάθειας της αιτήτριας στα επίπεδα Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5, ούτε επίσης στην καταγεγραμμένη ρήξη του μακρού πελματικού τένοντα του δεξιού ποδιού που, όπως γνωματεύει ο θεράπων ιατρός της, περιορίζει ακόμα περισσότερο την κίνηση της.

 

Συνεπώς, καταλήγοντας, ενώ η έκθεση του Ιατρικού Συμβουλίου ημερ. 1.06.2021 απαντά επί της «επιδείνωσης της κατάστασης την οποία εντοπίζει ο θεράπων ιατρός της» και στο αντίστοιχο εύρημα της ακυρωτικής απόφασης ημερ. 29.11.2019, ωστόσο δεν μπορεί να ικανοποιήσει το παρόν Δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στην υποχρέωση συμμόρφωσης του οργάνου συνολικά με το δεδικασμένο της εν λόγω απόφασης, ούτε πως έτυχαν πλήρους εξέτασης τα ζητήματα υγείας που αντιμετώπιζε η Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να αιτιολογηθεί με πληρότητα και σαφήνεια η κατάληξη των Καθ΄ων η αίτηση ως προς το κύριο ζήτημα, ήτοι την ικανότητα της πλέον για εργασία ως Καθαρίστρια, μετά που αυτή είχε προηγουμένως κριθεί ανίκανη σε ποσοστό 75% βάσει γνωμάτευσης Ιατρικού Συμβουλίου ημερομηνίας 28.5.2006 (Ερυθρό 12) και ελάμβανε για 6 έτη (29.5.2006 - 30.6.2012) σύνταξη ανικανότητας.   

 

Σύμφωνα με την νομολογία, ο βαθμός και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Στη Δημοκρατία κ.α. ν. Ελισσαίου κ.α. (2003) 3 Α.Α.Δ. 168 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Οι αρχές του διοικητικού δικαίου υπαγορεύουν τη διεξαγωγή έρευνας με σκοπό τη διαπίστωση όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ωστόσο η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πύργων κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270 και Nicolaou ν. Minister of Interior and Another (1974) 3 C.L.R. 189). Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Ζάμπογλου, πιο πάνω). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447)

 

Ολοκληρώνοντας, διαπιστώνω ότι, ο πρώτος λόγος ακύρωσης ήτοι της παραβίασης του δεδικασμένου της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 29.11.2019 και ελλιπούς εξέτασης των πραγματικών και νομικών σημείων που υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση, ακυρώνεται.

 

Δεδομένης της επιτυχίας του πρώτου λόγου ακύρωσης που προωθεί η αιτήτρια, η εξέταση των υπολοίπων παρέλκει.

 

Η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει, με έξοδα €1800 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 

 

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο