ΜΑΡΙΝΑ ΤΟΥΜΠΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1342/19, 14/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΝΑ ΤΟΥΜΠΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1342/19, 14/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1342/19

 

14 Μαΐου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

ΜΑΡΙΝΑ ΤΟΥΜΠΑ

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

 

Κ. Σταυρινός, για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Κ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.

A. Σιαξιατέ (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για το ενδιαφερόμενο μέρος.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12.07.2019 και με την οποία η καθ’ ης η αίτηση (ΕΔΥ) προήγαγε, από τις 15.06.2019, στη μόνιμη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών Α’, Υπουργείο Οικονομικών, το ενδιαφερόμενο μέρος, Μ.Σ., αντί και/ή στη θέση της ιδίας.

 

Η θέση είναι θέση προαγωγής και σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας τα απαιτούμενα για τη διεκδίκηση αυτής προσόντα είναι:

 

«(1)(α) (i) Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν σε ένα  τουλάχιστον από τα ακόλουθα θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών:

Λογιστική (συμπεριλαμβανομένου του προσόντος του μέλους οποιουδήποτε σώματος Ελεγκτών, αναγνωρισμένου από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ελεγκτών Νόμου), Οικονομικά, Εμπορικά, Χρηματοοικονομικά, Διοίκηση Επιχειρήσεων, Δημόσια Διοίκηση.

(Σημ.: Ο όρος «πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος» καλύπτει και μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλο)∙ και

(ii) πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή/και στην προηγούμενη θέση Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών.

                                                          ή

(β)(i) Επιτυχία στην Ανώτερη Εξέταση στη Λογιστική (Higher Accounting Examination) του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Λονδίνου ή σε οποιαδήποτε άλλη εξέταση ήθελε εγκριθεί ως ισότιμη από τον Υπουργό Οικονομικών∙ και

(ii) δεκαετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή/και στις προηγούμενες θέσεις Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών ή/και Ανώτερου Ελεγκτή ή/και Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών, 1ης Τάξης ή/και Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών ή/και Λογιστικού Λειτουργού στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών.

(2) Ακεραιότητα χαρακτήρα, οργανωτική και διοικητική ικανότητα, πρωτοβουλία, υπευθυνότητα και ευθυκρισία.».

 

Η ΕΔΥ επιλήφθηκε του ζητήματος πλήρωσης της θέσης σε συνεδρία της, ημερομηνίας 07.06.2019.  Στη συνεδρία προσήλθε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος σύστησε για προαγωγή το Ε/Μ.  Η ΕΔΥ αποφάσισε ότι το Ε/Μ υπερέχει των άλλων υποψηφίων, τον επέλεξε ως τον καταλληλότερο και αποφάσισε να προσφέρει σε αυτόν προαγωγή στη θέση, καταγράφοντας τα ακόλουθα στα σχετικά πρακτικά (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):

 

«Η Επιτροπή σημείωσε ότι πρόκειται για την πρώτη διαδικασία πλήρωσης θέσεων προαγωγής μετά τη μεταφορά του προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στη δημόσια υπηρεσία και συγκεκριμένα στη Διοίκηση του Υπουργείου Οικονομικών, που έγινε με τον περί της Μεταφοράς του Προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμο του 2014 (Ν.124(Ι)/2014), και ο κατάλογος αρχαιότητας καθορίστηκε με βάση την ημερομηνία πρώτου διορισμού των υπαλλήλων.

Η Επιτροπή ασχολήθηκε με τον ενώπιόν της κατάλογο των υποψηφίων και έκρινε ότι προάξιμοι είναι και οι 24 υποψήφιοι του καταλόγου αρχαιότητας, εφόσον κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα που προνοούνται στο Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης. Συγκεκριμένα, προάξιμοι σύμφωνα με την παρ. 1(α)(i) και (ii) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας, η οποία απαιτεί, αντίστοιχα, Πανεπιστημιακό Δίπλωμα ή τίτλο ή ισότιμο προσόν σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών: Λογιστική (συμπεριλαμβανομένου του προσόντος του μέλους οποιουδήποτε αναγνωρισμένου από το Υπουργικό Συμβούλιο σώματος Ελεγκτών), Οικονομικά, Εμπορικά, Χρηματοοικονομικά, Διοίκηση Επιχειρήσεων, Δημόσια Διοίκηση και πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή/και στην προηγούμενη θέση Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, είναι οι υποψήφιοι με α/α 2, 3, 6, 7, 9 και 11-24 του καταλόγου αρχαιότητας[1], ενώ προάξιμοι σύμφωνα με την παρ. 1(β)(i) και (ii) του Σχεδίου Υπηρεσίας που απαιτεί, αντίστοιχα, Επιτυχία στην Ανώτερη Εξέταση στη Λογιστική (Higher Accounting Examination) του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Λονδίνου ή σε οποιαδήποτε άλλη εξέταση ήθελε εγκριθεί ως ισότιμη από τον Υπουργό Οικονομικών και δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή/και στις προηγούμενες θέσεις Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών ή/και Ανώτερου Ελεγκτή ή/και Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών, 1ης Τάξης ή/και Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών ή/και Λογιστικού Λειτουργού στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, είναι οι υποψήφιοι με α/α 1, 4, 5, 8 και 10 του καταλόγου. […].[2]

Στη συνέχεια προσήλθε στη συνεδρία ο Γενικός Διευθυντής, Υπουργείο Οικονομικών, κ. Χρίστος Πατσαλίδης, ο οποίος ενημερώθηκε για τα πιο πάνω και στη διάθεση του οποίου είχαν τεθεί οι Προσωπικοί Φάκελοι και οι Φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων. Στη διάθεσή του, επίσης, ο Γενικός Διευθυντής είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω Φακέλους.

Ο Γενικός Διευθυντής, προβαίνοντας στη σύστασή του, ανέφερε τα εξής:

«Έχω μελετήσει τα στοιχεία των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όλων των υποψηφίων για προαγωγή στη μια κενή μόνιμη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών Α', Υπουργείο Οικονομικών.

Για την εν λόγω θέση υπάρχουν 24 υποψήφιοι που κατέχουν τη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, οι οποίοι πληρούν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα.

Ύστερα από αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων και έχοντας υπόψη τα καθιερωμένα από το Νόμο κριτήρια, δηλαδή την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα, κρίνω ως καταλληλότερο και συστήνω για προαγωγή τον υποψήφιο [Σ.Μ.] (α/α 1).

Ο υποψήφιος που συστήνεται είναι ισοδύναμος σε αξία με τους υπολοίπους υποψηφίους που δεν συστήνονται και υπερέχει σε αρχαιότητα στην παρούσα θέση, σε σχέση με τους υποψηφίους με α/α 4 - 24, που δεν συστήνονται. […]

Αναφορικά με τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της εν λόγω θέσης, τα διαθέτουν όλοι οι υποψήφιοι με α/α 1 - 24. Δεν παρέλειψα να παρατηρήσω ότι οι υποψήφιοι με α/α […], 19 και […] διαθέτουν μεταπτυχιακό δίπλωμα/τίτλο σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης, προσόν το οποίο, όμως, δεν απαιτείται, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα σύμφωνα με το οικείο Σχέδιο Υπηρεσίας, στο οποίο προσέδωσα την ανάλογη βαρύτητα.

Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον μου στοιχείων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο υποψήφιος [Σ.Μ.] (α/α 1) υπερτερεί των λοιπών υποψηφίων ως προς την καταλληλότητα για προαγωγή στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών Α' και τον συστήνω ανεπιφύλακτα.»

Στο σημείο αυτό ο Γενικός Διευθυντής αποχώρησε από τη συνεδρία.

Στη συνέχεια η Επιτροπή ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.

Η Επιτροπή εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή.

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.

Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων.

Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα- σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και αφού έλαβε υπόψη και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, έκρινε ότι ο [Σ.Μ.] υπερέχει των άλλων υποψηφίων, τον επέλεξε ως τον πιο κατάλληλο και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτόν προαγωγή στη μόνιμη θέση Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών Α', Υπουργείο Οικονομικών, από 15.6.19.

Επιλέγοντας τον πιο πάνω υποψήφιο, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός είναι ίσος σε αξία με τους υπόλοιπους υποψηφίους, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές των τελευταίων χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, και διαθέτει την υπέρ του σύσταση του Γενικού Διευθυντή, που συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων.

Καταλήγοντας στην απόφασή της για επιλογή του πιο πάνω υποψηφίου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός υπερέχει σε αρχαιότητα που ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης έναντι των υποψηφίων με α/α […], που δεν επιλέγηκαν, και σε αρχαιότητα που ανάγεται στην παρούσα θέση που κατέχουν, ήτοι Λειτουργού Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών έναντι όλων των υπόλοιπων μη επιλεγέντων υποψήφιων με α/α 4- 24, για περίοδο από δύο μήνες έως δέκα περίπου χρόνια.

Καταλήγοντας στην απόφασή της για επιλογή του πιο πάνω υποψηφίου, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι ορισμένοι από τους υποψηφίους που δεν επιλέγηκαν (α/α […] 19 και […]) διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, τα οποία δεν απαιτούνται με βάση το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα, εντούτοις λαμβάνονται υπόψη και τους αποδίδεται η δέουσα βαρύτητα, ωστόσο ο επιλεγείς υπερέχει έκδηλα σε αρχαιότητα έναντι αυτών, κατά σχεδόν εννιάμισι και πλέον χρόνια στη θέση που κατέχουν, δεν υστερεί σε αξία και, επιπλέον, έχει την υπέρ του σύσταση του Γενικού Διευθυντή.

Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον της στοιχείων, περιλαμβανομένης και της σύστασης του Γενικού Διευθυντή, η Επιτροπή έκρινε ότι ο επιλεγείς γενικά υπερέχει και είναι καταλληλότερος για προαγωγή στην υπό πλήρωση θέση.».

 

Την ανωτέρω απόφαση αμφισβητεί η αιτήτρια, η οποία, διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, προωθεί αριθμό λόγων ακύρωσης.  Καταρχάς ότι υπερείχε συντριπτικά του Ε/Μ σε προσόντα, καθότι η ίδια κατέχει πτυχίο πανεπιστημίου, μεταπτυχιακό τίτλο επιπέδου Master και επαγγελματικό τίτλο εγκεκριμένου λογιστή, ενώ το Ε/Μ δεν έχει καν πτυχίο πανεπιστημίου.  Εισηγείται ακολούθως πως ο Διευθυντής, με τη σύστασή του που υιοθετήθηκε από την ΕΔΥ, δεν έδωσε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το εάν λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσόντα της.  Κατά την εισήγηση, ο Διευθυντής δεν αναφέρθηκε με τον δέοντα σαφή τρόπο στα προσόντα της καθότι, ενώ κατείχε 3 προσόντα, ένα εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε για να κριθεί προάξιμη βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας, εντούτοις τα 2 πρόσθετα προσόντα της δεν λήφθηκαν υπόψη από τον Διευθυντή, χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί ποιο συγκεκριμένα προσόν ήταν που κρίθηκε ως βασικό, ποιο πρόσθετο και συναφές με τα καθήκοντα της θέσης και ποιο αγνοήθηκε.  Το δε λεκτικό και η σύνταξη της σύστασης αφορούσε γενικά και κατά ισοπεδωτικό τρόπο τους 6 υποψηφίους, οι οποίοι κατείχαν πρόσθετα προσόντα και στους οποίους αναφέρθηκε ο Διευθυντής, ενώ η χρήση του ενικού αριθμού σε σχέση με τα προσόντα της αιτήτριας υποδηλοί ότι θεωρήθηκε πως η αιτήτρια διαθέτει ένα μόνο συναφές ακαδημαϊκό προσόν.  Για τον ίδιο λόγο η αιτήτρια θεωρεί τη σύσταση πεπλανημένη. 

 

Με επιπρόσθετο λόγο ακύρωσης, διατείνεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει ουσιώδης πλάνη, τόσο στη σύσταση του Διευθυντή όσο και στην τελική απόφαση της ΕΔΥ, αναφορικά και με την αρχαιότητα του Ε/Μ, στην οποία εσφαλμένα προσδόθηκε αποφασιστική σημασία εφόσον αυτή δεν αποτελούσε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση αλλά απομακρυσμένη αρχαιότητα.  Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της αιτήτριας ότι η κρίση ως προς την αρχαιότητα της ιδίας και του Ε/Μ είναι παράνομη και για τον επιπρόσθετο λόγο της απαράδεκτης διπλής αξιολόγησης της αρχαιότητας του Ε/Μ, δηλαδή τόσο ως προαπαιτούμενο προσόν όσο και ως επιπρόσθετο προσόν, το οποίο του προσέδωσε αθέμιτο πλεονέκτημα.

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα, το αιτιολογημένο και το εύλογο τόσο της σύστασης του Διευθυντή όσο και της τελικής απόφασης της ΕΔΥ, παραπέμποντας στις πρόνοιες του σχετικού Σχεδίου Υπηρεσίας, στα κριτήρια προαγωγής με βάση το άρθρο 35 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90), στα πρακτικά της επίδικης συνεδρίας της ΕΔΥ κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και σε σχετική με θέματα προαγωγών νομολογία.  Επισημαίνει, επιπλέον, ότι η ερμηνεία και εφαρμογή του Σχεδίου Υπηρεσίας επαφίεται στην κρίση του διορίζοντος οργάνου, με το Δικαστήριο να επεμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η δοθείσα ερμηνεία δεν είναι εύλογα επιτρεπτή, βάσει του λεκτικού του Σχεδίου Υπηρεσίας.  Η δε βαρύτητα που κατά περίπτωση αποδίδεται στα κριτήρια προαγωγής, ανάγεται στην εξουσία του διοικητικού οργάνου και το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο όταν η ερμηνεία που δόθηκε δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή ή διαπιστώνεται αυθαιρεσία ή πλάνη. 

 

Ειδικότερα, επισημαίνοντας ότι η αιτήτρια δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το Ε/Μ κατέχει τα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας, η κα Παπαδοπούλου, ως προς τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, αντιτείνει πως ο μεταπτυχιακός τίτλος της αιτήτριας στα Χρηματοοικονομικά, ως επιπρόσθετο προσόν, δεν αγνοήθηκε αλλά σε αυτόν προσδόθηκε η ανάλογη βαρύτητα.  Το δε πτυχίο της στα Μαθηματικά δεν εμπίπτει στα πτυχία, τα οποία βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας αποτελούν προαπαιτούμενο και δεν είναι συναφές με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης.  Επισημαίνοντας, ακολούθως, την ισοδυναμία των διαδίκων σε αξία, η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση εισηγείται ότι η κατοχή επιπρόσθετου προσόντος από την αιτήτρια δεν μπορούσε να υπερκεράσει την έκδηλη υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα, η οποία αποτελεί ένα από τα θεσμοθετημένα κριτήρια επιλογής.  Αναφορικώς δε με το κριτήριο της αρχαιότητας, η κα Παπαδοπούλου εισηγείται καταρχάς ότι οι λόγοι ακύρωσης εγείρονται αλυσιτελώς εφόσον το Ε/Μ, ούτως ή άλλως, υπερέχει της αιτήτριας σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση.  Εν πάση περιπτώσει, ορθώς, κατά την εισήγηση, η καθ’ ης η αίτηση προσμέτρησε την υπηρεσία του Ε/Μ στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών και ορθώς διέκρινε το ζήτημα της αρχαιότητας, ως ξεχωριστό αξιολογικό κριτήριο, από τα απαιτούμενα προσόντα, χωρίς να προκύπτει ζήτημα απαράδεκτης διπλής αξιολόγησης.

Τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Ε/Μ, οι οποίοι εισηγούνται ότι η ΕΔΥ ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και ότι η επιλογή του Ε/Μ, το οποίο υπερείχε έκδηλα σε αρχαιότητα και είχε υπέρ του τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, με την αιτήτρια να μην έχει καταδείξει – ως είχε το σχετικό βάρος - δική της έκδηλη υπεροχή ή άλλον βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την παρέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς θα πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι η αναφορά της αιτήτριας, στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, πως η αρχαιότητα του Ε/Μ «τον κατέστησε κατ’ εξαίρεση προάξιμο παρά το γεγονός ότι στερείτο πλήρως ακαδημαϊκών προσόντων», είναι εσφαλμένη και ανακριβής.  Το Ε/Μ ορθά και νόμιμα, όχι κατ’ εξαίρεση, κρίθηκε ως προσοντούχος στη βάση ρητής πρόνοιας του Σχεδίου Υπηρεσίας, ήτοι της παραγράφου 1(β) των απαιτούμενων προσόντων (ανωτέρω).

 

Ακολούθως, με βάση ακριβώς τις συγκεκριμένες πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας, το λεκτικό της σύστασης του Γενικού Διευθυντή και τα στοιχεία των υποψηφίων τα οποία ήταν ενώπιον τόσο του Γενικού Διευθυντή όσο και της ΕΔΥ, απορρίπτεται ο ισχυρισμός της αιτήτριας πως στερείται επαρκούς αιτιολογίας η αξιολόγηση των προσόντων της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί ποιο συγκεκριμένα προσόν της ήταν που κρίθηκε ως βασικό, ποιο πρόσθετο και συναφές με τα καθήκοντα της θέσης και ποιο αγνοήθηκε.

 

Η αιτήτρια κατείχε τα ακόλουθα ακαδημαϊκά προσόντα:

-      Πτυχίο Μαθηματικών

-      Μεταπτυχιακό τίτλο επιπέδου Master στη Χρηματοοικονομική.

Κατείχε επίσης και επαγγελματικό τίτλο εγκεκριμένου λογιστή (Member of the Association of Chartered Certified Accountants).

 

Τα Μαθηματικά δεν συγκαταλέγονταν στα θέματα που καθιστούσαν έναν υποψήφιο προσοντούχο, εφόσον η παράγραφος (1)(α)(i) του Σχεδίου Υπηρεσίας αναφέρεται σε πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλο ή ισότιμο προσόν στη Λογιστική (συμπεριλαμβανομένου του προσόντος του μέλους οποιουδήποτε σώματος Ελεγκτών, αναγνωρισμένου από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ελεγκτών Νόμου), στα Οικονομικά, στα Εμπορικά, στα Χρηματοοικονομικά, στη Διοίκηση Επιχειρήσεων ή, στη Δημόσια Διοίκηση.

 

Επαναλαμβάνοντας την αναφορά στη σύσταση του Διευθυντή, την οποία υιοθέτησε η ΕΔΥ, πως η αιτήτρια, καθώς και άλλοι υποψήφιοι, διαθέτει «μεταπτυχιακό δίπλωμα/τίτλο σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης», καταλήγω πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια ως προς το ποιο συγκεκριμένα προσόν λήφθηκε υπόψη.  Η αιτήτρια κρίθηκε ως προσοντούχος δυνάμει του επαγγελματικού τίτλου που κατέχει και ο μεταπτυχιακός τίτλος της στη Χρηματοοικονομική κρίθηκε ως πρόσθετο προσόν, σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης.

 

Η μη ρητή αναφορά στο πτυχίο της στα Μαθηματικά δεν καθιστά τρωτή την προσβαλλόμενη απόφαση δοθέντος ότι το σύνολο των προσόντων της αιτήτριας είχε τεθεί ενώπιον τόσο του Γενικού Διευθυντή, πριν να δώσει τη σύστασή του, όσο και ενώπιον της ΕΔΥ, χωρίς να χρειάζεται η εκ νέου καταγραφή τους.  Όπως δε αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό της ΕΔΥ, τόσο οι προσωπικοί φάκελοι, όσο και οι φάκελοι των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων είχαν τεθεί στη διάθεση του Γενικού Διευθυντή, με επαρκή χρόνο, όπως ρητά καταγράφεται στο εν λόγω πρακτικό, να τους μελετήσει, όπως είχαν τεθεί και ενώπιον της ΕΔΥ.  Ως εκ τούτου, με βάση και το τεκμήριο της κανονικότητας της διοικητικής πράξης, θεωρείται ότι όλα τα στοιχεία που ευρίσκοντο ενώπιον του Γενικού Διευθυντή και της ΕΔΥ, έστω και αν αυτά δεν μνημονεύονται ένα προς ένα, είχαν ληφθεί δεόντως υπόψη (Ιωάννου ν Δημοκρατίας, Αναθ. Έφεση αρ. 30/2015, ημερ. 19.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:C472).

 

Αξιολογώντας ακολούθως τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προς το κριτήριο της αρχαιότητας, σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους της και απορρίπτοντας την περί του αντιθέτου θέση της καθ’ ης η αίτηση και του Ε/Μ, καταλήγω ότι οι σχετικοί λόγοι ακύρωσης, καταρχήν, δεν εγείρονται αλυσιτελώς.  Τούτο καθότι, ακόμα και αν η κατ’ ισχυρισμόν πλάνη δεν θα άλλαζε τη σειρά αρχαιότητας των υποψηφίων, με το Ε/Μ να υπερέχει σε κάθε περίπτωση της αιτήτριας, εντούτοις το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, η απόφαση της ΕΔΥ.  Η υποκειμενική κρίση δεν ανήκει στο Δικαστήριο αλλά στο διορίζον όργανο, το οποίο οφείλει να την ασκήσει έχοντας ενώπιόν του τα ορθά γεγονότα.

 

Επί της ουσίας τους, όμως, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας και τα σφάλματα, τα οποία αποδίδει στην αξιολόγηση του κριτηρίου της αρχαιότητας, δεν με βρίσκουν σύμφωνη.  

 

Το Ε/Μ διορίστηκε την 01.08.2001 στη θέση Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών.  Η εν λόγω θέση μετονομάστηκε από την 01.05.2010 σε Λειτουργό Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών και από την 25.07.2014 σε Λειτουργό Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, δυνάμει του περί της Μεταφοράς του Προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2014 (124(I)/2014).

 

Η αιτήτρια διορίστηκε την 03.01.2011 στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών, η οποία από την 25.07.2014 μετονομάστηκε σε Λειτουργό Ελέγχου Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, δυνάμει του ανωτέρω Ν.124(I)/2014.   

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ε/Μ δεν διορίστηκε με νέα πράξη, ούτε προήχθη στη θέση Λειτουργού Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών, η θέση της αιτήτριας πως κατά την επιμέτρηση της αρχαιότητας του Ε/Μ, στην οποία προσδόθηκε αποφασιστική σημασία, εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη απομακρυσμένη αρχαιότητα σε άλλη θέση, απορρίπτεται.  Η μετονομασία της θέσης, στην οποία είχε διοριστεί το Ε/Μ την 01.08.2001, δεν αλλάζει την ημερομηνία του διορισμού του, ούτε διέκοψε την υπηρεσία του, η οποία θεωρείται ως υπηρεσία στη μετονομασθείσα νέα θέση (Αντιγόνη Παπουτέ ν Χριστιάνας Κασάπη, Αναθ. Εφέσεις αρ. 112/2012 και 131/2015, ημερ. 13.07.2022).  Ως εκ τούτου, ορθώς η καθ’ ης η αίτηση και το Ε/Μ υποβάλλουν πως, σε περίπτωση μετονομασίας μίας θέσης, οι υπάλληλοι θεωρούνται για σκοπούς εκτίμησης της αρχαιότητάς του, ότι κατέχουν τη μετονομασθείσα θέση από την ημερομηνία διορισμού τους στη θέση που μετονομάστηκε.

 

Συνακόλουθα, καταλήγω ότι ορθώς η ΕΔΥ καθόρισε τον κατάλογο αρχαιότητας των υποψηφίων με βάση την ημερομηνία του πρώτου διορισμού τους και ορθώς, κατά την αξιολόγηση του κριτηρίου της αρχαιότητας, προσμέτρησε υπέρ του Ε/Μ η υπηρεσία του την περίοδο 2001-2010 ως Ελεγκτής Συνεργατικών Εταιρειών.  Η δε διαφορά στη μισθολογική κλίμακα και στα καθήκοντα της εν λόγω θέση είναι αδιάφορα, καθότι το ίδιο το Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης εν προκειμένω θέσης ρητώς αναφέρεται (παράγραφος 1(β)(ii), βάσει της οποίας το Ε/Μ κρίθηκε προσοντούχος) σε προηγούμενη δεκαετή υπηρεσία, μεταξύ άλλων, στη θέση Ελεγκτή Συνεργατικών Εταιρειών.  

 

Ο διαζευκτικός ισχυρισμός της αιτήτριας περί απαράδεκτης διπλής αξιολόγησης της αρχαιότητας του Ε/Μ, δηλαδή τόσο ως προαπαιτούμενο προσόν όσο και ως επιπρόσθετο προσόν, το οποίο του προσέδωσε αθέμιτο πλεονέκτημα, επίσης απορρίπτεται.

 

Σε συμφωνία με την καθ’ ης η αίτηση και το Ε/Μ, είναι και η δική μου θεώρηση πως η αρχαιότητα, ως ένα από τα τρία θεσμοθετημένα κριτήρια προαγωγής, διακρίνεται από τα απαιτούμενα προσόντα βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας.  Όπου το Σχέδιο Υπηρεσίας καθορίζει προηγούμενη απαραίτητη υπηρεσία ως προσόν, δεν αναφέρεται στην αρχαιότητα, ο τρόπος υπολογισμού της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 49 του Ν.1/90.  Εν προκειμένω το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης δεν απαιτεί ως προσόν συγκεκριμένα έτη αρχαιότητας, ως η αιτήτρια εκλαμβάνει, αλλά συγκεκριμένα έτη υπηρεσίας.  Είναι για τον λόγο αυτό που η παρούσα περίπτωση, η οποία επαναλαμβάνεται αφορά στην επιμέτρηση ενός εκ των κριτηρίων προαγωγής, διακρίνεται από τη νομολογία, στην οποία η αιτήτρια παραπέμπει, σύμφωνα με την οποία δεν είναι επιτρεπτή η διπλή αξιολόγηση των ακαδημαϊκών προσόντων ή της πείρας, ως απαιτούμενα και ως προσόντα και ως πλεονέκτημα.  

 

Αναφορικώς με τον ισχυρισμό της αιτήτριας, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής απαντητικής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, πως η επίκληση της αρχαιότητας του Ε/Μ εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την παραγνώριση των προσόντων της, τα οποία της προσέδιδαν έκδηλη υπεροχή έναντι του Ε/Μ, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι η πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση, την οποία η αιτήτρια επικαλείται για υποστήριξη της θέσης της (Ταλιώτης ν ΕΔΥ, Υπόθ. αρ. 690/2005, ημερ. 19.10.2007), ανατράπηκε κατ’ έφεση (ΕΔΥ ν Ταλιώτη (2010) 3 ΑΑΔ 391).  Στην υπόθεση δε εκείνη, αντίθετα με ότι εν προκειμένω ισχύει, το επιπρόσθετο προσόν συνιστούσε πλεονέκτημα βάσει του σχετικού Σχεδίου Υπηρεσίας, με το Ανώτατο Δικαστήριο να επισημαίνει πως η υπεροχή σε αρχαιότητα κατά 15 σχεδόν χρόνια ήταν αρκετή προς παραγνώριση του πλεονεκτήματος, των άλλων κριτηρίων όντων ίσων.

 

Σχετική με την παρούσα είναι η απόφαση Θεοδώρα Δημητρίου ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 67/16, ημερ. 18.07.2023.  Βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, η ΕΔΥ κατέληξε στην επιλογή του εκεί Ε/Μ, που υπερείχε σε αρχαιότητα και είχε υπέρ του τη σύσταση του Διευθυντή, ο οποίος έλαβε μεν υπόψη τον μεταπτυχιακό τίτλο της Εφεσείουσας, όπως και άλλων υποψηφίων που τον κατείχαν, πλην όμως κατέληξε ότι η υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα, η οποία ήταν σαφής και προέκυπτε έκδηλα από τα στοιχεία των φακέλων, του έδιδε προβάδισμα.  Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη της προσφυγής, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο[3], έκρινε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας υποστήριξε περαιτέρω, ότι παρεισέφρησε πλάνη των εφεσιβλήτων σε σχέση με τη σημασία που θα έπρεπε να αποδοθεί στο πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν της εφεσείουσας, ενώ παράλληλα δόθηκε υπερβολική βαρύτητα σε μια απομακρυσμένη αρχαιότητα στην προ-προηγούμενη θέση, εννοώντας στη θέση Εξεταστή Τελωνείων 1ης Τάξης, στην οποία το Ε/Μ είχε προαχθεί την 15/1/1999.

 

Οι εφεσίβλητοι αντέκρουσαν τον σχετικό ισχυρισμό επιχειρηματολογώντας σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι βάσει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, όταν αυτά δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας ως πρόσθετο προσόν ή ως προσόν πλεονέκτημα, αποδίδεται η κατά την κρίση του αρμόδιου οργάνου δέουσα βαρύτητα. Συμπλήρωσαν δε ως προς το στοιχείο της αρχαιότητας, ότι δύναται να αποδοθεί βαρύτητα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

 

Από το πρακτικό της επίδικης διοικητικής απόφασης, η οποία λήφθηκε κατά την επανεξέταση, προκύπτει ότι ο Διευθυντής δεν υπέπεσε σε καμία πλάνη σε σχέση με τα δεδομένα των υποψηφίων. Αναφέρθηκε ειδικά στην αρχαιότητα του Ε/Μ, σε τι αυτή αφορούσε, ειδικότερα ότι αυτή δεν αναγόταν στην προηγούμενη θέση στην οποία οι δύο υποψήφιοι είχαν προαχθεί την ίδια ημέρα (από 1/11/2021), αλλά και στην προηγούμενη αυτής θέση Εξεταστή Τελωνείων 1ης Τάξης, από την 15/1/1999. Στην θέση Εξεταστή Τελωνείων (όπως μετονομάστηκε η θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης) οι δύο υποψήφιοι προήχθησαν το μεν Ε/Μ την 1/12/1990, η δε εφεσείουσα την 1/4/1992. Θεώρησε την υπεροχή σε αρχαιότητα του Ε/Μ ως σαφή και προκύπτουσα έκδηλα από τα στοιχεία των φακέλων αφού προέκυψε μετά από προαγωγή και ήταν σε ανώτερες κλίμακες και ως εκ τούτου κατά τη κρίση του, προσέδωσε σε αυτή μεγαλύτερη σημασία ως κριτήριο προαγωγής, παρά στην κατοχή του πρόσθετου ακαδημαϊκού προσόντος της αιτήτριας, το οποίο είχε υπόψη του.

 

Συμφωνούμε με τους εφεσίβλητους, ότι ορθά αποφασίστηκε πρωτόδικα, ότι η επίδικη απόφαση είναι απόλυτα αιτιολογημένη. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ ενήργησαν εντός των πλαισίων της ευρείας διακριτικής τους ευχέρειας να επιλέξουν τον καταλληλότερο υποψήφιο με βάση τα δεδομένα ενώπιον τους. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπηρεσιακής κρίσης της διοίκησης και ούτε υποκαθιστά αυτήν με δική του απόφαση, ακόμη και αν το ίδιο με τα δεδομένα ενώπιον του θα κατέληγε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Τούτο δε στο μέτρο που η επίδικη διοικητική απόφαση είναι αιτιολογημένη και εκτείνεται εντός των επιτρεπτών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες μας παρέπεμψαν οι εφεσίβλητοι, Κορφιώτου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 18/2016, ημερομηνίας 24/05/2022 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 30/2015, ημερομηνίας 19/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:C472.».

 

 

Των ανωτέρω δοθέντων και επισημαίνοντας ότι, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, το διορίζον όργανο, για να δικαιολογήσει την επιλογή του, δεν πρέπει να καταλήξει ότι ο διορισθείς υπερέχει έκδηλα των άλλων υποψηφίων, αλλά είναι ο προσφεύγων που βαρύνεται να αποδείξει δική του έκδηλη υπεροχή έναντι του επιλεχθέντος για διορισμό ή προαγωγή (Δημοκρατία κ.ά. και Άλλος ν. Mάριου Παπαχριστοδούλου κ.ά. (2002) 3 ΑΑΔ 329, Παπά ν Φραντζής, Αναθ. Έφεση αρ. 91/2014, ημερ. 25.02.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62, Θεοφάνης Λάμπρου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 40/19, ημερ. 23.05.2024), καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για επιλογή του Ε/Μ ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη και αιτιολογημένη και δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ΕΔΥ. 

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Η αιτήτρια ήταν η υποψήφια με α/α 19.

[2] Ο αιτητής ήταν ο υποψήφιος με α/α 1.

[3] Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 23(3)(β)(i) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο