ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1351/2022 (iJustice)
5 Μαΐου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Νίκος Τιμοθέου
Αιτητή
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Τμ. Οδικών Μεταφορών
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Νίτσα Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & ΣΙΑ, Δικηγόρος για Αιτητή
Αλεξία Καλησπέρα, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ης η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (εφεξής «ΤΟΜ» ή Καθ’ ων η αίτηση) στις 25.11.2021 ανακοίνωσε την προκήρυξη του Σχεδίου Επιχορήγησης για την Αγορά Ηλεκτροκίνητων Οχημάτων (εφεξής το «Σχέδιο»). Το Σχέδιο είχε εγκριθεί στις 24.11.2021 από το Υπουργικό Συμβούλιο με την Απόφαση 92.208 μετά από σχετική πρόταση του Υπουργού Μεταφορών Επικοινωνιών και Έργων.
Οι αιτήσεις στο Σχέδιο καταχωρούνταν μέσω διαδικτύου στην σελίδα του ΤΟΜ και για να είναι επιλέξιμο ένα όχημα στη κατηγορία χορηγίας Η1 παράγραφο 3.3 του Οδηγού του Σχεδίου (εφεξής η «επίδικη κατηγορία χορηγίας»), αναφέρονταν τα πιο κάτω (Παράρτημα Α1 του Παραρτήματος 3 σε Ένσταση):
«Οι κατηγορίες χορηγίας Η1 μέχρι Η4 αφορούν αίτηση, η οποία θα εγκριθεί με προϋπόθεση την εγγραφή από τον αιτητή επ' ονόματι του καινούργιου αμιγώς ηλεκτρικού οχήματος («pure electric») κατηγορίας Μ1, νοούμενου ότι
(ι) έχει εκδοθεί για το καινούργιο όχημα που θα εγγράφει Πιστοποιητικό Συμμόρφωσης ΕΚ, και
(ιι) η τιμή αγοράς του καινούργιου οχήματος, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., δεν υπερβαίνει τα €80.000. Δηλαδή, οχήματα που πωλούνται σε τιμή μεγαλύτερη της προαναφερθείσας δεν θα τυγχάνουν επιχορήγησης για οποιοδήποτε ποσό.»
Ο Αιτητής καταχώρησε στις 20.12.2021 αίτηση στην επίδικη κατηγορία χορηγίας Η1 του πιο πάνω Σχέδιου και στις 14.1.2022 έλαβε επιστολή προκαταρτικής έγκρισης ημερομηνίας 14.01.2022 (Παράρτημα 5 σε Ένσταση).
Με βάση την παράγραφο 3 της πιο πάνω επιστολής ο δικαιούχος προκαταρτικής έγκρισης έπρεπε εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της επιστολής, να αποστείλει στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου tomxoriqies@itd.mcw.qov.cv την επιβεβαίωση παραγγελίας του οχήματος του κατά το Παράρτημα 1 του Οδηγού του Σχεδίου, συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο από τον πωλητή του οχήματος. Ο αιτητής απέστειλε στις 01.02.2022 την επιβεβαίωση παραγγελίας, αποτελούμενη από το Παράρτημα 1 του Οδηγού του Σχεδίου και τιμολόγιο αγοράς ηλεκτρικού οχήματος (Παράρτημα 6 σε ένσταση). Σημειώνεται ότι στο τιμολόγιο που απέστειλε ο Αιτητής υπήρχε ανάλυση της τιμής του οχήματος και αναφερόταν η αρχική του τιμή πριν την έκπτωση, ο συντελεστής έκπτωσης και η τελική τιμή αγοράς πλέον το ποσό ΦΠΑ. Το τελικό τίμημα του οχήματος περιλαμβανομένου ΦΠΑ ανερχόταν σε 79.000 ευρώ.
Η εν λόγω τιμή καταχωρήθηκε στον πίνακα παρακολούθησης των αιτήσεων.
Στις 08.02.2022 απεστάλη στον Αιτητή επιστολή Βεβαίωσης λήψης - Τελική έγκριση με την οποία ενημερωνόταν ότι, έχουν παραληφθεί τα δικαιολογητικά επιβεβαίωσης της παραγγελίας καλούμενος, όπως υλοποιήσει την έγκριση του σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες του Οδηγού του Σχεδίου.
Ακολούθησαν εσωτερικές επικοινωνίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 18.04.2022-19.04.2022 μεταξύ Λειτουργού Οδικών Μεταφορών (εφεξής «ΛΟΜ») και Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (εφεξής «ΔΤΟΜ»). Συγκεκριμένα ο ΛΟΜ ανέφερε τα ακόλουθα:
«Subject: Οχήματα με υπέρβαση τιμής
Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα επισυνάπτεται πίνακας οχημάτων με υπέρβαση της πρόνοιας των Οδηγών των Σχεδίων-
«η τιμή αγοράς του καινούργιου οχήματος, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., δεν υπερβαίνει τα €80.000. Δηλαδή, οχήματα που πωλούνται σε τιμή μεγαλύτερη της προαναφερθείσας δεν θα τυγχάνουν επιχορήγησης για οποιοδήποτε ποσό.»
Θα πρέπει να αποφασιστεί αν (α) η γραμμή απόρριψης θα είναι η τιμή αγοράς που αναγράφεται στα έντυπα παραγγελίας πριν την έκπτωση ή/και στα διαφημιστικά της εταιρείας ή (β) η τελική τιμή προσφοράς με αξιολόγηση του κατά πόσο είναι εύλογο το ποσοστό έκπτωσης.
Νομίζω ότι, η πρώτη επιλογή είναι πιο απλή στον διαχωρισμό των επιλέξιμων προς επιχορήγηση οχημάτων.
Ποια η άποψη σου;»
Ο ΔΤΟΜ απάντησε τα ακόλουθα:
«Συμφωνώ με την επιλογή (α).
Όμως, αν κάποιος στείλει αλλαγή επιλογής για όχημα που είναι ΟΚ, νομίζω πρέπει να το δεχτούμε».
Τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επισυνάπτονται ως Παράρτημα 9 στην Ένσταση.
Μετά από τα ανωτέρω, απεστάλη επιστολή ημερομηνίας 20.04.2022 με τη οποία ο Αιτητής ενημερωνόταν ότι, η «αγοραία αξία» του οχήματος του υπερβαίνει την πρόνοια της παραγράφου 3.3(ii) του Οδηγού του Σχεδίου και ως εκ τούτου η αίτηση του απορρίπτεται και η επιστολή ημερομηνίας 08.02.2022 ανακαλείται.
Στις 05.05.2022 ο Aιτητής υπέβαλε μέσω δικηγόρου ένσταση στην απόρριψη της αίτησης του.
Η Επιτροπή Ενστάσεων στη συνεδρία της ημερομηνίας 13.05.2022 εξέτασε, την ένσταση του Αιτητή και με Υπηρεσιακό Σημείωμα της προς τον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ημερομηνίας 16.05.2022 υπέβαλε την εισήγηση της ότι, μετά από σχετική έρευνα, διαπίστωσε ότι, η τιμή αγοράς του οχήματος του αιτητή είναι 90.000 ευρώ και ως εκ τούτου υπερβαίνει την πρόνοια της παραγράφου 3.3(ii) του Οδηγού του Σχεδίου.
Οι Καθ’ ων η αίτηση με επιστολή προς τους δικηγόρους του Αιτητή ημερομηνίας 20.05.2022, πληροφόρησε τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας πληροφορώ ότι, η ένσταση που έχετε καταχωρήσει για λογαριασμό του κ. Νίκου Τιμοθέου με ημερομηνία 05.05.2022, σε συνέχεια της ταυτάριθμης επιστολής μου ημερομηνίας 20.04.2022, εξετάστηκε από την Επιτροπή Ενστάσεων στη συνεδρία της με ημερομηνία 13.05.2022 και ΔΕΝ έγινε αποδεκτή.
2. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εξέτασε την τιμή πώλησης του οχήματος στην αγορά, η οποία είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη τιμή που καθορίζει το Σχέδιο στην παράγραφο 3.3(ii) αυτού, δηλαδή «η τιμή αγοράς του καινούργιου οχήματος, περιλαμβανόμενου του Φ.Π.Α., δεν υπερβαίνει τα €80.000. Δηλαδή, οχήματα που πωλούνται σε τιμή μεγαλύτερη της προαναφερθείσας δεν θα τυγχάνουν επιχορήγησης για οποιοδήποτε ποσό».
3. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω επιστολή μου (ημερ. 20.4.2022) παραμένει σε ισχύ».
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται ως ακολούθως:
«Α. Δήλωση Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση που κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 20/04/2022 (Παράρτημα Α στη παρούσα) με την οποία απερρίπτετο η αίτηση του αιτητή για χορηγία με βάση το Σχέδιο Επιχορήγησης Ηλεκτροκίνητων Οχημάτων και ανακαλείτο η προηγούμενη έγκριση της αίτησης ημερ. 08/02/2022 είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα, και/ή
Β. Δήλωση Δικαστήριου ότι η απόφαση των καθ'ων η αίτηση που κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους του αιτητή με επιστολή ημερ. 20/05/2022 (Παράρτημα Β στη παρούσα) με την οποία απερρίπτετο η ένσταση του αιτητή στην απόφαση των καθ'ων η αίτηση που περιέχεται στο Παράρτημα Α και διατηρούσε σε ισχύ την απόφαση ως το Παράρτημα Α είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα».
Με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή εγείρονται λόγοι ακύρωσης περί ελλιπούς αιτιολογίας και έρευνας, εσφαλμένης/ πεπλανημένης ερμηνείας του Σχεδίου και παράβασης των αρχών περί ανάκλησης (άρθρο 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999), ίσης μεταχείρισης, καλής πίστης και χρηστής διοίκησης.
Στην αντίπερα, με την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζεται η νομιμότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και επιπλέον εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η προσφυγή στρέφεται εναντίον προπαρασκευαστικής πράξης των Καθ’ ων η αίτηση, ως δε διευκρινίζεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, προπαρασκευαστική αποτελεί η προσβαλλόμενη με το αιτητικό Α πράξη καθότι ακολούθησε η απόφαση επί της ένστασης του Αιτητή, ήτοι η προσβαλλόμενη υπό αιτητικό Β, η οποία δέον να θεωρηθεί ότι απορρόφησε την απόφαση που προσβάλλεται με το αιτητικό Α.
Εξέτασα το σύνολο των ισχυρισμών των μερών και καταλήγω στα ακόλουθα:
Ξεκινώ απορρίπτοντας την προδικαστική ένσταση περί τη μη εκτελεστότητα/προπαρασκευαστική φύση της υπό Α προσβαλλόμενης πράξης. Καταρχάς αμφιβάλλω κατά πόσο το Σχέδιο προέβλεπε δικαίωμα ένστασης για την εν λόγω περίπτωση, δικαίωμα που προβλεπόταν για τις περιπτώσεις που η αίτηση απορριπτόταν εξ αρχής (σχετική η παράγραφος 11 του Σχεδίου «Αιτητές των οποίων οι αιτήσεις απορρίπτονται…»). Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση του Αιτητή είχε εγκριθεί, τελικώς μάλιστα, και ακολούθως ανακλήθηκε, ως αναφέρθηκε και στην επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 20.04.2022. Συνεπώς δε φαίνεται να αποτελούσε αναγκαίο και ικανό μέρος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας. Σχετική είναι η ΕΔΔ Αρ. 101/2021 VITALBRIDGE LIMITED v. ΤΜΗΜΑTOΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ημερ. 16.01.2026 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε (η υπογράμμιση έχει προστεθεί από το παρόν) ότι:
«η νομολογία μας έχει αναγνωρίσει ως περιπτώσεις σύνθετης διοικητικής ενέργειας την ενσωμάτωση προσβληθείσας διοικητικής πράξης στην τελική πράξη που λήφθηκε κατόπιν ιεραρχικής προσφυγής, ή κατόπιν ένστασης εάν, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ακολούθησε νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (Ζίττης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 394 και Μιλτιάδου ν. Υπουργείου Εργασίας, ΕΔΔ Αρ. 52/18, 15.3.2024). Επίσης οι προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι αποτελούν την αλυσίδα που απολήγει στην τελική εκτελεστή διοικητική πράξη με την οποία μπορούν να συμπροσβληθούν ή και να εκληφθεί ότι συμπροσβάλλονται (Λουκά ν. Δημοκρατίας κ.α. (1996) 3 ΑΑΔ 413)».
Η επίδικη, εν προκειμένω, πράξη, ήτοι η ανάκληση της πρώτης βεβαίωσης φόρου, δεν αποτελούσε μέρος της σειράς διαδοχικών πράξεων που οδηγούσαν στην τελική στα πλαίσια μιας ενιαίας διοικητικής διαδικασίας. Ούτε βεβαίως ήταν προπαρασκευαστική αυτής».
Η ένσταση που υπέβαλε ο Αιτητής άλλωστε, περιείχε νομική και μόνο επιχειρηματολογία και δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, ισοδυναμούσα με απλό αίτημα αναθεώρησης άλλως άτυπη διοικητική προσφυγή (Σ. Κύβελος, 2016 «Η Ενδικοφανής Προσφυγή» σελ. 60-63) και άρα, λαμβάνοντας καθοδήγηση και από την ως άνω απόφαση VITALBRIDGE LIMITED, δε θεωρώ ότι στερεί την υπό Α προσβαλλόμενη τον εκτελεστό της χαρακτήρα.
Εν πάση περιπτώσει το όλο ζήτημα προσλαμβάνει μάλλον δευτερεύοντα ή ακαδημαϊκό χαρακτήρα δεδομένης της εμπρόθεσμης προσβολής τόσο της ανάκλησης της τελικής έγκρισης (αιτητικό υπό «Α») όσο και της απόφασης επί της ένστασης (αιτητικό υπό «Β») και της εμφανούς συνάφειας των δύο, συνεπώς η όλη διοικητική ενέργεια μοιραία θα κριθεί στην ουσία της. Επί της τελευταίας λοιπόν σημειώνω τα ακόλουθα:
Καταρχάς στο Σχέδιο δε προβλέπεται διαδικασία ανάκλησης της τελικής έγκρισης για παροχή της χορηγίας. Αντιθέτως βάσει της πρόνοιας της παραγράφου 7 προβλέπονται τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος):
«7- Εξέταση Αίτησης, Ενημέρωση, Επιβεβαίωση Πρόθεσης νια Υλοποίηση της Έγκρισης και Περίοδος Ισχύος της Έγκρισης Χορηγίας
7.1 Εξέταση Αίτησης και Ενημέρωση
(…)
(γ) Οι αιτητές των οποίων η αίτηση θα ταξινομηθεί στις προς έγκριση αιτήσεις, θα ενημερωθούν για την προκαταρκτική έγκριση που έχουν λάβει. Στη συνέχεια θα ακολουθείται η διαδικασία που καταγράφεται στην παράγραφο 7.2 και αναλόγως στην παράγραφο 8 πιο κάτω. Η προκαταρκτική έγκριση είναι δεσμευτική προς το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ως προς την καταβολή της σχετικής χορηγίας, νοούμενου ότι τηρηθούν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 7.2.1 και, ανάλογα με την περίπτωση 7.2.2 πιο κάτω.
7.2 Επιβεβαίωση Πρόθεσης για Υλοποίηση της Έγκρισης και Περίοδος Ισχύος της Έγκρισης Χορηγίας
7.2.1 Κατηγορίες Χορηγίας H1 Μέχρι Η13
(α) Για τις Κατηγορίες Χορηγίας Η1 μέχρι Η13 το πρόσωπο που έλαβε την προκαταρκτική έγκριση θα πρέπει να αποστείλει, εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της επιστολής της προκαταρκτικής έγκρισης, επιβεβαίωση ότι, έχει προβεί σε παραγγελία για το καινούργιο όχημα μηδενικών εκπομπών, που θα εγγράφει στο όνομα του. Η επιβεβαίωση αυτή είναι της μορφής που επισυνάπτεται ως Παράρτημα 1 του παρόντος Σχεδίου και πρέπει να αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση tomxoriqies@rtd.rncw.qov.cv
(…)
(ε) Με τη λήψη του/των πιο πάνω, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών θα αποστέλλει στον αιτητή, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, βεβαίωση λήψης και η έγκριση θα θεωρείται πλέον τελική.
(στ) Σε περίπτωση που το/τα πιο πάνω έγγραφα δεν αποσταλούν εντός τις προθεσμίας των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της επιστολής της προκαταρκτικής έγκρισης, η αίτηση θεωρείται ότι δεν έχει εγκριθεί και η προκαταρκτική έγκριση ακυρώνεται.
(ζ) Η έγκριση για την καταβολή χορηγίας θα πρέπει να υλοποιηθεί εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία της τελικής έγκρισης».
Από τις ανωτέρω πρόνοιες φαίνεται ότι το Σχέδιο προβλέπει ότι κατόπιν της προκαταρκτικής έγκρισης, και αφού το ΤΟΜ στείλει στον (εκάστοτε) αιτητή, βεβαίωση λήψης, η έγκριση θα θεωρείται πλέον τελική [παράγραφος 7.2.1.(α)] και δεσμευτική προς το ΤΟΜ ως προς την καταβολή της σχετικής χορηγίας [παράγραφος 7.1(γ)].
Η μη συμπερίληψη στο Σχέδιο, ρητής πρόνοιας για ανάκληση της τελικής έγκρισης ασφαλώς δε σημαίνει ότι η ανάκληση δε μπορεί να επιτραπεί βάσει των γενικών αρχών περί ανάκλησης. Αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999) ήτοι:
«54.—(1) Τηρουμένων των πιο κάτω εδαφίων, θεωρείται παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης η ανάκληση από τη διοίκηση μετά πάροδο εύλογου χρόνου πράξης της έστω και παράνομης, που στο μεταξύ δημιούργησε δικαιώματα και γενικά ευνοϊκές για το διοικούμενο καταστάσεις. Η ύπαρξη του εύλογου χρόνου κρίνεται από τις ειδικές περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
(2) Η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης επιτρέπεται και μετά παρέλευση εύλογου χρόνου, αν αυτή εκδόθηκε έπειτα από δόλια ή απατηλή ενέργεια του ενδιαφερομένου ή αν ο ενδιαφερόμενος ήταν ενήμερος της παρανομίας της πράξης κατά το χρόνο της έκδοσής της ή για λόγους δημόσιου συμφέροντος.
(3) Η ανάκληση και νόμιμης διοικητικής πράξης, ακόμη και αν πέρασε εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοσή της δικαιολογείται για λόγους δημόσιου συμφέροντος.
(4) Επιτρέπεται η ανάκληση διοικητικής πράξης σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών συνθηκών στις οποίες στηρίχτηκε η έκδοσή της ή που αποτελούσαν, σύμφωνα με το νόμο, την προϋπόθεση για την έκδοσή της.
(5) Η, με βάση τα εδάφια (3) και (4), ανάκληση ισχύει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ.
(6) Οι πιο πάνω γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, δεν ισχύουν, όταν η ανάκληση ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο».
Έχοντας υπόψη τα δεδομένα, ως προκύπτουν από τις ως άνω πρόνοιες του Σχεδίου και τα γεγονότα που μεσολάβησαν, σε ουδεμία από τις περιπτώσεις επιτρεπόμενης ανάκλησης θεωρώ εμπίπτει η υπό κρίση. Ο Αιτητής εξ αρχής, με το έντυπο Παράρτημα 1 του Σχεδίου είχε αποστείλει αναλυτικό τιμολόγιο αγοράς του αυτοκινήτου όπου αναφερόταν η αρχική τιμή του και η τιμή αγοράς κατόπιν της έκπτωσης. Ακολούθως έλαβε και τελική έγκριση καλούμενος να υλοποιήσει εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος την αγορά, την οποία δεν αμφισβητείται ότι υλοποίησε. Κατόπιν δύομιση περίπου μηνών οι Καθ’ ων η αίτηση χωρίς κανένα νέο στοιχείο εκ μέρους του Αιτητή, χωρίς να υπάρξει παραπλάνηση ή δόλια ενέργεια εκ μέρους του ή μεταβολή των πραγματικών συνθηκών της τελικής έγκρισης αποφάσισαν απλώς να ερμηνεύσουν με συγκεκριμένο διαφορετικό τρόπο την πρόνοια βάσει της οποίας είχε λάβει την έγκριση και να θεωρήσουν πλέον ότι δεν είναι δικαιούχος της χορηγίας. Αυτό όμως δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που συγχωρείται η ανάκληση της τελικής έγκρισης.
Δε θεωρώ άλλωστε ούτε ότι η περίπτωση εμπίπτει σε εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, ως ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση. Καταρχάς διαχρονικώς έχει νομολογηθεί ότι για την ανάκληση και δη ευνοϊκής διοικητικής πράξης απαιτείται επίκληση του λόγου δημοσίου συμφέροντος και παροχή ειδικής αιτιολογίας. Ως αναφέρθηκε στην Α.Ε Αρ. 89/14 Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης v. Ζακχαίος κ.α. ημερ. 10.12.2020 (εκεί μάλιστα είχε έστω γίνει λεκτική αναφορά λόγου δημοσίου συμφέροντος):
«Σε ότι αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, σημειώνουμε τα ακόλουθα. Οι νόμιμες διοικητικές πράξεις εκ των οποίων δημιουργήθηκαν δικαιώματα για τον διοικούμενο ή (από μακρό χρόνο) πραγματικές καταστάσεις οι οποίες ιδρύουν αξίωση του διοικούμενου για τη διατήρηση της πράξης, κατά κανόνα δεν ανακαλούνται. Δύνανται όμως να ανακληθούν για λόγους δημοσίου συμφέροντος.[1] Η αρχή αυτή έχει επίσης κωδικοποιηθεί στο Νόμο 158(Ι)/99, άρθρο 54(3) όπου ορίζεται ότι η ανάκληση και νόμιμης διοικητικής πράξης, ακόμα και αν περάσει εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοση της, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Όμως δεν αρκεί η απλή επίκληση του δημοσίου συμφέροντος. Προς τούτο το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε στο εξής απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1959, σελ. 201:
«Η ύπαρξις λόγων δημοσίου συμφέροντος (ως λόγοι τάξεως, ασφαλείας, δημοσίας υγείας κλπ) έχει ως συνέπειαν το ελευθέρως ανακλητόν των νομίμων διοικητικών πράξεων, και δη εις οιονδήποτε χρόνον: 1935 (55), 920(56) ασχέτως των ανωτέρω περιορισμών. Ούτω, οσάκις η Διοίκησις, ωθουμένη εκ λόγων εξυπηρετήσεως του δημοσίου συμφέροντος, εκτιμήση άλλως τας υφισταμένας πραγματικάς καταστάσεις και αναθεωρήση προτέραν της γνώμην, νομίμως ανακαλεί την εκδοθείσαν διοικητική πράξιν, υπό την προϋπόθεσιν όμως, αφ' ενός μεν ότι αιτιολογεί ειδικώς και πλήρως την ανακλητική πράξιν: 264 (55), αφ' ετέρου δε ότι, κατά την τοιαύτην νέαν εκτίμησιν, δεν εμφιλοχωρεί κακή χρήσις διακριτικής εξουσίας ή κατάχρησις εξουσίας: 1935(55).»
Επίσης στο προαναφερθέν σύγγραμμα Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης (ibid) αφού διατυπώνεται η αρχή πως δεν αρκεί μια απλή επίκληση δημοσίου συμφέροντος, συνοψίζεται η κυπριακή νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως:
«Το δημόσιο συμφέρον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε περιστατικά, έτσι που να αποκαλύπτει το συλλογισμό του διοικητικού οργάνου και να επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο. Θα πρέπει να συνοδεύεται από ειδική αιτιολογία και να περιέχει συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατά νόμο έννοια του επικαλούμενου δημόσιου συμφέροντος που αποτελεί το νόμιμο έρεισμα της ανάκλησης.»
Παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Φεσσά κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη κ.ά (2006) 3 ΑΑΔ 65 ως χαρακτηριστικό της νομολογίας επί του υπό συζήτηση θέματος:
«Είναι καθιερωμένη αρχή ότι απλή επίκληση του δημοσίου συμφέροντος δεν αποτελεί αιτιολογία. Αν πρόκειται η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος να προσφέρει στήριξη σε μια διοικητική ενέργεια θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται με αναφορά σε περιστατικά, έτσι που να αποκτά το απαραίτητο περιεχόμενο που θα αποκαλύπτει το συλλογισμό και θα επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο. Η εξειδίκευση του δημοσίου συμφέροντος επιβάλλεται από της πλευράς της προστασίας του ατομικού συμφέροντος του επηρεαζομένου. (Βλέπε απόφαση Ολομέλειας στη Νεόφυτος Παπαγεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 A.A.Δ. 1254. Σχετικές επίσης είναι η Ανδρέας Σκαρπάρης ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (1993) 4 A.A.Δ. 476, όπως και η απόφαση της Ολομέλειας στη Φωκάς ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 114.»
(…)
Εν προκειμένω έγινε απλώς φραστική επίκληση του δημοσίου συμφέροντος χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση ώστε να ήταν δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Δεν εναπόκειται στο ακυρωτικό δικαστήριο να ερμηνεύσει την επίδικη πράξη ώστε να καθορίσει το ίδιο τι θα είχε κατά νου το διοικητικό όργανο ως δημόσιο συμφέρον. Εν πάση περιπτώσει, εάν η αντίληψη του Συμβουλίου θα μπορούσε να είναι ότι το γεγονός πως παρέμενε ως υπόλοιπο χρόνος δύο ετών, αντί τεσσάρων, στοιχειοθετούσε την ύπαρξη λόγων δημοσίου συμφέροντος, δεν θα συμφωνούσαμε με τέτοια αντίληψη. Το δημόσιο συμφέρον ως έννοια είναι συνώνυμη με το εθνικό, γενικό ή κοινωνικό ή κοινό συμφέρον όπως λ.χ. η προστασία της δημόσιας υγείας, λόγοι τάξεως, ασφαλείας, η προάσπιση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, όπως π.χ. διατάξεις περί όρων και περιορισμών δομήσεως ή περί αστυνομεύσεως των τυχερών παιγνίων (Βλ. Δαγτόγλου (ανωτέρω) σελ.88 και 186 και Πορίσματα Νομολογίας (ανωτέρω)). Φορέας του δημοσίου συμφέροντος είναι το σύνολο (Δαγτόγλου (ανωτέρω) σελ. 220)».
Στην παρούσα ούτε καν φραστική επίκληση του δημοσίου συμφέροντος έγινε. Απλώς η διοίκηση, θέτωντας ενώπιον εαυτής (και εκ των υστέρων μάλιστα μετά την τελική έγκριση), δύο πιθανές ερμηνείες της πρόνοιας του Σχεδίου, επέλεξε αυτή που προέκρινε πιο εύκολη στην εφαρμογή της. Αυτό όμως δε θεωρώ, υπό τις περιστάσεις, ότι εμπίπτει σε λόγο δημοσίου συμφέροντος.
Περαιτέρω μάλιστα φέρνει στην επιφάνεια και παράβαση της (συγγενούς) αρχής της αναλογικότητας εφόσον η διοίκηση παρουσιάζεται πλέον ως έχουσα υπό εξέταση δύο (δυσμενείς) ερμηνευτικές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να ενταχθούν στην επίδικη κατηγορία χορηγίας, εκ των δύο αυτών επιλέγει τελικά την πλέον δυσμενή για τον Αιτητή και αυτό παρά την αρχική της διαφορετική αντίληψη ως διατυπώθηκε στην τελική έγκριση, που ουδεμία εκ των δύο αυτών λύσεων είχε προκριθεί αλλά μια τρίτη ευμενής, η εγκριτική της αίτησής του. Σχετική η πρόνοια του άρθρου 52(3) του Ν. 158(I)/1999.
Συνεπώς θεωρώ ότι ορθώς ο Αιτητής θέτει ότι εν προκειμένω τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 54 του Ν. 158(I)/1999 και εκ των πραγμάτων και των αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης εφόσον στερήθηκε της επίδικης χορηγίας κατόπιν μη επιτρεπόμενης, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ανάκλησης της τελικής έγκρισής της και ενώ προχώρησε και υλοποίησε την αγορά του αυτοκινήτου στη βάση της έγκρισης αυτής.
Πέραν των πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση, δε συμφωνώ ούτε με την ερμηνεία των Καθ’ ων η αίτηση επί της παραγράφου 3.3 του Οδηγού του Σχεδίου δηλαδή της επίδικης κατηγορίας χορηγίας. Θυμίζω ότι η υποπαράγραφος (ii) που εδώ ενδιαφέρει ανέφερε:
«(ιι) η τιμή αγοράς του καινούργιου οχήματος, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., δεν υπερβαίνει τα €80.000. Δηλαδή, οχήματα που πωλούνται σε τιμή μεγαλύτερη της προαναφερθείσας δεν θα τυγχάνουν επιχορήγησης για οποιοδήποτε ποσό.»
Η ως άνω επεξήγηση («Δηλαδή οχήματα που..») δε θεωρώ ότι δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα τελεολογικώς ή άλλως ότι ένα όχημα που έχει αγοραία αξία ή τιμή καταλόγου ή «διαφημιστικού φυλλαδίου» πέραν των 80.000 ευρώ αλλά στην πραγματικότητα (και αυτό δεν αμφισβητείται) πωλήθηκε σε τιμή μικρότερη των 80.000 ευρώ δε θα τύχει της επίδικης χορηγίας. Οι προτάσεις «τιμή αγοράς» και «οχήματα που πωλούνται σε τιμή» θεωρώ περιγράφουν τη συμβατική πράξη από τη σκοπιά είτε του αγοραστή («τιμή αγοράς») ή του πωλητή («οχήματα που πωλούνται σε τιμή») αντίστοιχα και δε μπορεί, κατά τη συνήθη γραμματική ερμηνεία, η τελευταία να ερμηνευθεί ότι εννοεί τη τιμή καταλόγου (η διαφημιστικού φυλλαδίου) με αποτέλεσμα να εξαιρέσει την εφαρμογή της για την περίπτωση του Αιτητή. Τέτοια ερμηνεία θα προσέθετε ανεπίτρεπτα διατύπωση που δεν προκύπτει από οπουδήποτε και θα ερχόταν σε αντίθεση με το σαφές και κατά την αντίληψή μου ανεπίδεκτο πολλαπλών ερμηνειών της πρότασης «η τιμή αγοράς του καινούργιου οχήματος, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., δεν υπερβαίνει τα €80.000». Σχετική εν προκειμένω είναι και η ερμηνεία του Διοικητικού Δικαστηρίου (Ε. Γαβριήλ, ΔΔΔ), στην Υπόθεση αρ. 1658/2022 Γ. Μ. ν. Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων κ.α., ημερ. 16.10.2025 επί της ιδίας πρόνοιας του Σχεδίου.
Άλλωστε αν ήθελε γίνει δεκτό το επιχείρημα των Καθ΄ων η αίτηση είναι απορίας άξιον για ποιο λόγο με το έντυπο-Παράρτημα 1 του Σχεδίου ζητείται η «τιμή αγοράς» και μόνον για τη δε λήψη της χορηγίας (παράγραφος 8.1.1(γ) ζητείται το «τιμολόγιο αγοράς» και δε ζητούνται πχ κατάλογοι με τις αρχικές ή αγοραίες τιμές των αυτοκινήτων ή τα διαφημιστικά φυλλάδια (ως αναφέρθηκε στην εσωτερική επικοινωνία της διοίκησης ημερομηνίας 18.04.2022-19.04.2022). Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι η διοίκηση ερμήνευσε εκ των υστέρων τη σχετική πρόνοια για συγκεκριμένους λόγους («απλοποίηση» επιλέξιμων) καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τελεολογική ερμηνεία σύμφωνη με ένα σκοπό που δεν υπήρχε κατά την εκπόνηση του Σχεδίου, αλλά αποφασίστηκε μετά. Σκοπός του Σχεδίου ως διατυπώνεται στο ίδιο το Σχέδιο (σελ 1, τρίτη παράγραφος) είναι:
«η προώθηση της ηλεκτροκίνησης και η διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων στο στόλο των οχημάτων που κυκλοφορούν εντός της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των μεταφορών και συγκεκριμένα, τη μείωση των εκπομπών CO2 και των αέριων ρύπων. Το Σχέδιο εντάσσεται στο Γενικό Πλαίσιο Πολιτικής για την Προώθηση της Χρήσης Ηλεκτροκίνητων Οχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και το Εθνικό Σχέδιο της Κύπρου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΔΕΚ). Παράλληλα με το Σχέδιο αυτό, προβλέπεται μια σειρά δράσεων, μέτρων και κινήτρων για την προώθηση οχημάτων μηδενικών ή πολύ χαμηλών εκπομπών και τον καθορισμό ειδικών ρυθμίσεων για μείωση των διακινήσεων με ρυπογόνα μέσα μεταφοράς, για καθορισμό περιοχών χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών και για γενικές ρυθμίσεις κυκλοφορίας, με κριτήριο τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των μεταφορών, τα οποία περιλαμβάνονται στο ΕΣΔΕΚ και το πιο πάνω Γενικό Πλαίσιο Πολιτικής.
Θεωρώ ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, πέραν της γραμματικής ερμηνείας, και η όποια τελεολογική ερμηνεία συμπλέει με την εκδοχή του Αιτητή εφόσον με την αγορά ηλεκτρικού οχήματος μηδενικών ρύπων σε τιμή μικρότερη των €80.000 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εξυπηρετείται ο ως άνω αναφερόμενος σκοπός του Σχεδίου σε συνδυασμό με τα όσα προβλέπει η πρόνοια της επίδικης κατηγορίας χορηγίας.
Περαιτέρω, και καταλήγω, συμφωνώ και με τον ισχυρισμό του Αιτητή ως προς το αναιτιολόγητο και πλημμελές στην έρευνα της όλης διοικητικής ενέργειας. Αυτό καθότι τόσο στο Παράρτημα 9 στην Ένσταση που προπαρασκεύασε την απόφαση ημερ. 20.04.2022 όσο και στο Υπηρεσιακό Σημείωμα- Παράρτημα 12 στην Ένσταση, αναφέρεται ως «τιμή παραγγελίας πριν την έκπτωση» το ποσό των €90.000. Δε γίνεται όμως αντιληπτό πόθεν προκύπτει το ποσό των €90.000 δεδομένου ότι τέτοιο ποσό δεν αναφέρεται στο τιμολόγιο αγοράς ούτε όμως φαίνεται αυτό να προέκυψε από έρευνα σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα, στην οποία οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρθηκαν για άλλες περιπτώσεις οχημάτων (πχ. Αίτηση αρ. 67, αίτηση αρ. 454, αίτηση αρ. 143 κ.α) αλλά όχι για τη περίπτωση του οχήματος του Αιτητή (δεν αναφέρεται η ιστοσελίδα αυτή στο κουτί «Σχόλια-Ποσοστό Έκπτωσης» αναφορικά με το όχημα του Αιτητή).
Για τους ως άνω λόγους, καταλήγω στην αποδοχή της προσφυγής και στην ακύρωση των προσβαλλομένων με έξοδα 1.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο