ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 142/2018
25 Μαΐου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
KAWA ALI HASSOU
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Καθ’ ων η αίτηση.
------------
Ε. Χαραλάμπους (κα), για Λάζου – Μασούρα - Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:
«Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 17 Νοεμβρίου 2017 του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α»), και η οποία λήφθηκε από τον Αιτητή περί την 17/11/2017 για ανάκτηση ποσού που αφορά το ΕΕ, είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε νομίμου αποτελέσματος.».
Τα ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
Στις 12.12.2014 η Υπηρεσία Ασύλου, κατόπιν σχετικής αίτησής του, παραχώρησε στον αιτητή, με καταγωγή από τη Συρία, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, συμφώνως του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000). Ακολούθως, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης παραχώρησε άδεια διαμονής στον αιτητή, ως κάτοχο συμπληρωματικής προστασίας.
Στις 14.10.2016 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (εφεξής «ΕΕΕ»), δηλώνοντας υπήκοος τρίτης χώρας με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου (Ν.109(Ι)/2014), ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο:
«5.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων της νομοθεσίας, πρόσωπο δύναται να υποβάλει αίτηση για να καταστεί δικαιούχο για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, εφόσον πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
(α) Ο αιτητής πρέπει να είναι είτε-
[…]
(iv) υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος κατέχει νομικό καθεστώς που προβλέπεται στον περί Προσφύγων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εξαιρουμένων των αιτητών ασύλου·».
Με επιστολή της Προϊσταμένης Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (εφεξής «ΥΔΕΠ»), ημερομηνίας 12.01.2017, ο αιτητής πληροφορήθηκε πως έχει εγκριθεί η παροχή σε αυτόν ΕΕΕ από την 01.01.2017.
Κατόπιν διαπίστωσης ότι εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να του παραχωρήσει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (και όχι καθεστώς διεθνούς προστασίας ως πρόσφυγα), ο αιτητής καταχώρισε στις 22.12.2014 διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (εφεξής «Α.Α.Π.») και βάσει σχετικής γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση καταχώρισης διοικητικής προσφυγής, η απόφαση για παραχώρηση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (η οποία βάσει του άρθρου 18(11) του Ν.6(Ι)/2000, ως ίσχυε τότε, συνιστά αρνητική απόφαση) παραμένει ανεκτέλεστη μέχρι την έκδοση της απόφασης της Α.Α.Π., ο αιτητής πληροφορήθηκε, με επιστολή της Προϊσταμένης ΥΔΕΠ ημερομηνίας 19.09.2017, πως η παροχή ΕΕΕ τερματίζεται καθότι κρίθηκε ότι αυτός δεν εμπίπτει σε κάποια από τις κατηγορίες που δυνατόν να παραχωρηθεί ΕΕΕ σε υπήκοο τρίτης χώρας. Με την ίδια επιστολή ο αιτητής πληροφορήθηκε ότι, εναντίον της απόφασης για τερματισμό του ΕΕΕ είχε δικαίωμα υποβολής γραπτής ένστασης στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής η «Υπουργός») ή προσφυγής με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
Στις 26.09.2017 ο αιτητής υπέβαλε ένσταση στην Υπουργό αιτούμενος την επανεξέταση της απόφασης επισημαίνοντας ότι έχει αναγνωριστεί ως δικαιούχος του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και στη βάση αυτού έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια διαμονής στη Δημοκρατία.
Με επιστολή ημερομηνίας 17.11.2017 και θέμα «Ανάκτηση ποσού που αφορά το ΕΕΕ», η Προϊσταμένη της ΥΔΕΠ πληροφόρησε τον αιτητή για τις πρόνοιες των άρθρων 5(1), 28, 29 και 31 του Ν.109(Ι)/2014 καθώς και για τα ακόλουθα:
«4 Καθώς έχει διαπιστωθεί ότι δεν εμπίπτετε σε καμία από τις πιο πάνω κατηγορίες οφείλετε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 28 του προαναφερθέντος Νόμου, να επιστρέψετε εμβάσματα συνολικού ύψους €4.830 τα οποία αφορούν παροχές για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ) ως εξής: Λάβατε για την περίοδο από τον Ιανουάριο 2017 μέχρι και το Σεπτέμβριο 2017 €4.200 επίδομα για κάλυψη βασικών αναγκών και €630 επίδομα ενοικίου.
5 Ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω παρακαλείστε όπως εντός 60 ημερών από τη λήψη της παρούσας επιστολής εκδώσετε επιταγή για το ποσό των €4.830 στο όνομα του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και την αποστείλετε στο Λογιστήριο του Υπουργείου (Διεύθυνση[…]) μαζί με αντίγραφο της παρούσας επιστολής. Εναλλακτικά, μπορείτε να διευθετήσετε την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού μέσω τραπεζικού εμβάσματος στο λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που αναγράφεται στο συνημμένο παράρτημα με την ένδειξη ότι το έμβασμα αφορά επιστροφή επιδότησης από το ΕΕΕ, την αναγραφή του ονόματος σας καθώς και τον αριθμό του ARC σας.
6. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης, πληροφορείστε ότι το οφειλόμενο ποσό θα διεκδικηθεί δικαστικώς.».
Στις 30.01.2018 ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αιτούμενος την ανωτέρω θεραπεία, περιοριζόμενος δηλαδή στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης που του κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 17.11.2017.
Με επιστολή ημερομηνίας 03.04.2018 κοινοποιήθηκε στον αιτητή η απόφαση της Υπουργού να απορρίψει την ένστασή του ημερομηνίας 26.09.2017 εναντίον της απόφασης για τερματισμό της παροχής ΕΕΕ. Την εν λόγω απόφαση ο αιτητής δεν αμφισβήτησε με προσφυγή.
Διά των γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων του ο αιτητής εγείρει αριθμό λόγων ακύρωσης. Συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα πραγματικής και νομικής πλάνης, παραβιάζει τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και ιδιαίτερα τις αρχές της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, έχει ληφθεί κατά παράβαση και/ή πεπλανημένη ερμηνεία του Ν.109(Ι)/2014, παραβιάζει την αρχή της ισότητας και αντίκειται στο άρθρο 53 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99) ως προς τις αρχές για την αναζήτηση αχρεωστήτων.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στις πρόνοιες του Ν.109(Ι)/2014 αλλά και του Ν.6(Ι)/2000, αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις και τις αρχές του διοικητικού δικαίου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών των καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα, είναι η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι, από τη στιγμή που ο αιτητής υπέβαλε διοικητική προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου να του παραχωρήσει το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και όχι το καθεστώς του πρόσφυγα (γεγονός το οποίο παρέλειψε να δηλώσει στη δήλωσή του για ΕΕΕ), η εν λόγω απόφαση δεν είχε καταστεί τελική και ως εκ τούτου ο αιτητής, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του για ΕΕΕ, δεν κατείχε νομικό καθεστώς σύμφωνα με τον Ν.6(Ι)/2000. Συνακόλουθα, κατά την εισήγηση, δεν ήταν δικαιούχος ΕΕΕ και γι’ αυτό ορθά τερματίστηκε η σχετική παροχή και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για ανάκτηση του ποσού που είχε καταβληθεί.
Κατά την ακρόαση τέθηκε από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ζήτημα παραδεκτού της παρούσας προσφυγής, δοθέντος ότι ο αιτητής, εναντίον της απόφασης για τερματισμό του ΕΕΕ, είχε υποβάλει ένσταση στην Υπουργό, η οποία απορρίφθηκε, απόφαση η οποία όμως δεν αμφισβητήθηκε με προσφυγή. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκαν επί του ζητήματος συμπληρωματικές γραπτές αγορεύσεις.
Η πλευρά του αιτητή επισημαίνει ότι δεν προσβάλλει την απόφαση επί της απόρριψης της ένστασης του αιτητή για τον τερματισμό της παροχής του ΕΕΕ, αλλά την απόφαση ημερομηνίας 17.11.2017 για ανάκτηση του ποσού που του είχε καταβληθεί και η οποία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 28 και 29 του Ν.109(Ι)/2014. Κατά την εισήγηση η εν λόγω απόφαση, η οποία είναι ξεχωριστή πράξη από αυτή του τερματισμού της παροχής του ΕΕΕ, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, καθώς παράγει έννομα αποτελέσματα για τον αιτητή, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να την αμφισβητήσει με την παρούσα προσφυγή, συμφέρον το οποίο δεν αναιρείται από το γεγονός της μη προσβολής της απόφασης για τερματισμό.
Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση, επισημαίνοντας την παράλειψη του αιτητή να προσβάλει την απόφαση για τερματισμό της παροχής ΕΕΕ, χαρακτηρίζει την προσβαλλόμενη πράξη ως πληροφοριακού περιεχομένου. Κατά την εισήγηση, η εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία επέφερε έννομες συνέπειες στον αιτητή, είναι η πράξη τερματισμού της παροχής. Η επιστολή ανάκτησης του καταβληθέντος ποσού συνιστά παρεπόμενη πράξη αυτής, πληροφοριακού μόνο χαρακτήρα, ως προς το αποτέλεσμα της απόφασης για τερματισμό. Η δε παράλειψη του αιτητή να προσβάλει την απόφαση για τερματισμό, καθιστά την παρούσα προσφυγή αλυσιτελή.
Η εισήγηση του κ. Κωνσταντίνου ως προς τις συνέπειες της μη αμφισβήτησης της απόφασης για τερματισμό της παροχής του ΕΕΕ, η οποία συγχωνεύθηκε στην απορριπτική της ενστάσεως του αιτητή απόφαση της Υπουργού, είναι ορθή. Με την εν λόγω απόφαση ο αιτητής κρίθηκε ως μη δικαιούχος για παροχή, ως μη εμπίπτων σε κάποια από τις κατηγορίες που δυνατόν να παραχωρηθεί ΕΕΕ σε υπήκοο τρίτης χώρας, απόφαση η οποία, ως μη αμφισβητηθείσα με προσφυγή, καλύπτεται από το τεκμήριο της νομιμότητας.
Σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29 του Ν.109(Ι)/2014 (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου):
28. Τηρουμένων των διατάξεων της νομοθεσίας, σε περίπτωση που πρόσωπο εισέπραξε ή/και επωφελήθηκε οποιοδήποτε ποσό το οποίο έλαβε ως αποτέλεσμα παράλειψής του να αποκαλύψει ουσιώδες γεγονός ή λόγω ανακριβούς δήλωσής του σχετικά με ουσιώδες γεγονός, ανεξάρτητα αν τέτοια παράλειψη ή δήλωση ήταν δόλια ή όχι ή/και το οποίο δεν δικαιούτο με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας, τότε οποιοδήποτε ποσό που το πρόσωπο αυτό οφείλει προς το Υπουργείο δύναται να συμψηφίζεται από τον Προϊστάμενο Υπηρεσίας, περιλαμβανομένου και τμηματικού συμψηφισμού, με οποιαδήποτε ποσά τα οποία το Υπουργείο οφείλει προς το πρόσωπο αυτό με τον τρόπο και τη διαδικασία που καθορίζεται σε Διάταγμα που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 36 και ενημερώνεται η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων:
Νοείται ότι δύναται να συμψηφιστούν και ποσά που έχουν καταστεί οφειλόμενα με βάση τον περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
29. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 28, σε περίπτωση που πρόσωπο εισέπραξε ή/και επωφελήθηκε οποιοδήποτε ποσό χωρίς να το δικαιούται με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας, το ποσό αυτό εισπράττεται ως εάν να ήταν χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.»
Η πράξη, με την οποία ο αιτητής κρίθηκε ότι δεν δικαιούτο σε παροχή ΕΕΕ με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας δεν είναι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση, αλλά η απόφαση ημερομηνίας 19.09.2017, η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε στην τελική απόφαση για απόρριψη της ένστασής του.
Η προσβαλλόμενη πράξη, ήτοι η επιστολή ημερομηνίας 17.11.2017 για ανάκτηση του ποσού που είχε καταβληθεί στον αιτητή, συνιστά πράξη εκτέλεσης της απόφασης με την οποία ο αιτητής κρίθηκε ως μη δικαιούχος για λήψη ΕΕΕ.
Στην απόφαση Μαρία Αναστασιάδου ν Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τμήμα Γραφείου Ευημερίας), Υπόθ. αρ. 1177/2013, ημερ. 16.01.2015, ECLI:CY:AD:2015:D20, κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:
«Το πρώτο που προβλήθηκε, εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι, με την προσφυγή αυτή, δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη, εντός της εννοίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Το περιεχόμενο της επιστολής της 24.4.2013 αποτελεί πράξη εκτελέσεως και/ή πράξη βεβαιωτικής φύσεως. Αναμφίβολα, η θέση αυτή είναι ορθή. Τα όσα αναφέρονται σε αυτήν, ουσιαστικά, συνιστούν και τα δύο.
Κατ' αρχάς, με την εν λόγω επιστολή, εμμέσως πλην σαφώς, βεβαιώνεται η προηγηθείσα απόφαση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας της 8.11.2005, για την ύπαρξη υπερπληρωμής, η οποία έγινε προς την αιτήτρια, καθ' ον χρόνο αυτή ήταν λήπτρια δημόσιου βοηθήματος, (βλ. Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191). Επιπρόσθετα, με την ίδια επιστολή, επαναλαμβάνεται η πρόθεση του εν λόγω Τμήματος για λήψη εναντίον της δικαστικών μέτρων, σε περίπτωση παράλειψής της να προβεί άμεσα στην αποπληρωμή του ποσού, το οποίο της είχε καταβληθεί ως υπερπληρωμή. Αποτελεί η τελευταία αυτή προειδοποίηση πράξη εκτέλεσης, στα πλαίσια των προσπαθειών της διοίκησης για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού, (βλ. Γιασεμίδου κ.ά. ν. Δημοτ. Συμβουλίου κ.ά. (Αρ. 1) (1996) 3 Α.Α.Δ. 357).
Στην απόφαση Δημοκρατία ν The Cyprus Cement Pyblic Company Limited (HE 461), ΕΔΔ αρ. 31/21, ημερ. 30.04.2026, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο[1], επεσήμανε τα ακόλουθα:
«Η έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξης, σε αντιδιαστολή με την πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα, εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Fontana Amoroza Coast Ltd v. Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 209 στην οποία υιοθετήθηκε η υπόθεση Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd (1994) 3 ΑΑΔ 26, είναι σχετικό:
«Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοσή της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους. Πράξη εκτέλεσης είναι εκείνη που έχει ως λόγο την εφαρμογή εκτελεστής πράξης. Διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή εκτελεστής πράξης συνιστούν πράξη εκτέλεσης που όπως υποδηλώνει ο όρος η πράξη δεν είναι αφ' αυτής γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αλλά μοχλός για την υλοποίηση της γενέτειρας πράξης ή απόφασης. (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-1958, σελ. 240, Τσάτσος - Η Αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 127 κ.επ., και Στασινόπουλος - Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων, σελ. 125).»».
Συνακόλουθα, οι λόγοι ακύρωσης που ο αιτητής προωθεί και αιτιολογεί με αναφορές στο νομικό πλαίσιο και τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και στη μη πληροφόρησή του, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, ότι έχει απωλέσει το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, βάσει του οποίου οι αρμόδιες αρχές συνέχισαν να του ανανεώνουν την άδεια παραμονής του αλλά και τα επιχειρήματά του ως προς την ορθότητα της γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, βάσει της ερμηνείας που αποδίδει στις σχετικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αντίστοιχες διατάξεις του Ν.6(Ι)/2000, δεν μπορούν, βάσει του τεκμηρίου της νομιμότητας, να εξετασθούν παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
Συνακόλουθα, εφόσον ο αιτητής παρέλειψε να αμφισβητήσει την απόφαση με την οποία κρίθηκε ως μη δικαιούχος για παροχή ΕΕΕ, η θεραπεία την οποία επιζητεί με την παρούσα προσφυγή είναι, πράγματι, αλυσιτελής.
Ο ισχυρισμός ότι έλαβε το οφειλόμενο ποσό καλόπιστα είναι, υπό τις περιστάσεις και στη βάση των προνοιών του Ν Ν.109(Ι)/2014, αδιάφορος. Οι δε πρόνοιες του άρθρου 53 του Ν.158(Ι)/99 δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την πάγια επί του θέματος νομολογία, εφόσον ρητή νομοθετική διάταξη διέπει το υπό εξέταση θέμα, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου δεν εφαρμόζονται. Οι γενικές αρχές έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται όταν δεν υπάρχει σχετικός κανόνας που να διέπει ειδικά το θέμα (Mehmet Nesin Aydin ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 578).
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη ότι το ζήτημα εγέρθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 23(3)(β)(i) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο