TALAL ABBAS HAMAD AL-KRAISHE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1547/2023, 13/5/2026
print
Τίτλος:
TALAL ABBAS HAMAD AL-KRAISHE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1547/2023, 13/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1547/2023 (iJ))

13 Μαΐου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

TALAL ABBAS HAMAD AL-KRAISHE

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Γιώργος Νικολάου, για τον αιτητή.

Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, όπως αυτή του γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 11.7.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 28.6.2018, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

  Ο αιτητής κατάγεται από το Ιράκ. Σε άγνωστο χρόνο, εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων. Στις 23.3.2007 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας και στις 12.2.2008, η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε την χορήγηση προς τον αιτητή, καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Η ισχύς του εν λόγω καθεστώτος διακόπηκε στις 5.8.2011, λόγω του ότι είχαν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους αυτό χορηγήθηκε.

 

  Ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη αίτηση στις 28.6.2018, ενώ στις 21.8.2019, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης εξέδωσε προς τον αιτητή άδεια παραμονής, υπό το καθεστώς δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, άδεια που ανανεώθηκε μέχρι τις 17.2.2023.

 

  Για τους σκοπούς εξέτασης της υποβληθείσας αιτήσεως στις 25.6.2021, διεξήχθη η προσωπική συνέντευξη του αιτητή. Σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 15.3.2023, ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με απορριπτική εισήγηση και υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών. Ο Υπουργός ενέκρινε την απορριπτική εισήγηση στις 30.6.2023 κι η απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επίδικη διοικητική απόφαση, ημερομηνίας 11.7.2023, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 28/6/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί βάσει του μεταναστευτικού σας ιστορικού στη Δημοκρατία, εφόσον στο παρελθόν εισήλθατε στη Δημοκρατία μέσω κατεχομένων. Επιπλέον δεν έχετε επαρκείς πόρους για τη διαβίωσή σας στη Δημοκρατία και ως εκ τούτου έχετε καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά αφού όπως κατέδειξε η έρευνα του Τμήματος είστε λήπτης δημόσιου βοηθήματος (Ε.Ε.Ε.)».

 

  Προς ακύρωση της επίδικης διοικητικής απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, προωθεί την θέση πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν λάβει υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία και δεδομένα του και πως υπό πλάνη και χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία, προχώρησαν στην απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως.

 

  Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο απόρριψης, ήτοι την παράνομη είσοδο του στη Δημοκρατία, υποβάλλει πως η μοναδική παράνομη είσοδος που είχε στη Δημοκρατία, ήταν κατά τον Ιανουάριο του 2007, όταν, υπό τον φόβο της δίωξης και της ζωής του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και κατέφυγε στην Κύπρο ζητώντας και αποκτώντας πολιτικό άσυλο, αφού στη συνέχεια του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Όπως υποστηρίζει, μετά την είσοδό του στη Δημοκρατία, ουδέποτε εξήλθε από το έδαφός της, ούτε και εισήλθε παράνομα.

 

  Ως προς τον δεύτερο λόγο απόρριψης, ήτοι ότι ο ίδιος έχει καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά του Κράτους, λόγω του ότι είναι ήδη λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, δεν το αρνείται, αλλά υποστηρίζει πως κακόπιστα η διοίκηση έλαβε υπόψη της την οικονομική του κατάσταση, ως αυτή διαφαινόταν από το έτος 2020 και όχι κατά το έτος 2019, αφ’ ης στιγμής η αίτηση υπεβλήθη τον Ιούνιο του 2018. Επί αυτού, διατείνεται πως από το έτος 2020, δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τουριστικό τομέα, σε επιχείρηση ενοικιάσεως οχημάτων, ως διευθυντής και μέτοχος ιδιωτικής εταιρείας, ενώ πρόσφατα έχει συστήσει και την εταιρεία T.A.L. Go 2Drive Ltd στην οποία είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος, επισυνάπτοντας, στην γραπτή του αγόρευση, απόδειξη είσπραξης εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων με ημερομηνία πληρωμής την 30.9.2024 και πιστοποιητικό μετόχων και αξιωματούχων της εταιρείας AJ.TA.AB. Company Ltd, ημερομηνίας 26.6.2024. Αποτέλεσε επίσης θέση του  πως από το 2019 και έπειτα, δεν λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, κάτι που όπως υποστηρίζει, τεκμηριώνεται μέσα από τον διοικητικό φάκελο.

 

  Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία επανέλαβε στην πάγια νομολογία σε σχέση με την ευρεία εξουσία του κράτους, που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του, να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα, με μόνο περιορισμό την επίδειξη καλής πίστης, υποστηρίζοντας την νομιμότητα της έκδοσης της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης.

 

  Οι νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από οποιοδήποτε αλλοδαπό πρόσωπο, είναι πολύ καλά γνωστές. Περιλαμβάνονται στο άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου. Ιδίως, στην παράγραφο 1(γ) αυτού, αναφέρεται πως ο αλλοδαπός που αιτείται την παραχώρηση υπηκοότητας με πολιτογράφηση, θα πρέπει να είναι καλού χαρακτήρα.

 

  Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026. Επαναλήφθηκε η διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης. Όπως υποδείχθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μονάχα προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης προς τη διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).

 

  Σχετική επίσης είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, στην οποία υπεδείχθη πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.

 

  Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής απερρίφθη για δύο λόγους: πρώτον λόγω της παράνομης εισόδου του στο παρελθόν στη Δημοκρατία, μέσω των κατεχομένων και δεύτερον, λόγω μη ύπαρξης επαρκών πόρων για τη διαβίωσή του, αφού είναι ήδη λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος.

 

  Ως προς τον πρώτο λόγο, ήτοι αυτόν της παράνομης εισόδου του αιτητή στη Δημοκρατία, δεν προκύπτει αμφισβήτηση εκ μέρους του. Στη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής παραδέχεται πως εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένη είσοδο, δηλαδή από τις κατεχόμενες περιοχές, δικαιολογώντας, όμως, την παράνομη του είσοδο, σε φόβο δίωξης και φόβο για τη ζωή του στην χώρα καταγωγής του, εξ ου και αιτήθηκε διεθνή προστασία, η οποία του παραχωρήθηκε υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Δεν θεωρώ, όμως, πως ο λόγος αυτός, νομιμοποιεί την παράνομη είσοδο του αιτητή στη Δημοκρατία, έστω δηλαδή και εάν υφίστατο φόβος δίωξης. Και σε κάθε περίπτωση, παραμένει αυτό ως γεγονός και συνιστά βάσιμο λόγο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη προς απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως.

 

  Ο δεύτερος λόγος απόρριψης, σχετίζεται με τη διαπίστωση του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού πως ο αιτητής είναι ήδη λήπτης δημοσίου βοηθήματος και συγκεκριμένα, Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, έχοντας καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά.

 

  Ανατρέχοντας στο Έντυπο προσωπικής συνέντευξης του αιτητή, ημερομηνίας 25.6.2021, ο ίδιος δήλωσε πως είναι μη απασχολούμενο πρόσωπο και συνεπώς, δεν έχει εισοδήματα από την απασχόλησή του.

 

  Από το Τεκμήριο 1, σελίδωση 361, «Ανάλυση Παροχής Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος για το μήνα Νοέμβριο 2020», προκύπτει πως πράγματι ο αιτητής είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και συγκεκριμένα λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, το οποίο καταβάλλεται για το σύνολο της οικογενειακής του μονάδας, συμπεριλαμβανομένης της συζύγου του και των τεσσάρων τέκνων του. Σημειώνεται πως για τον μήνα Νοέμβριο του 2020, έχει λάβει ποσό €811, αφού αφαιρέθηκαν συντάξεις, εφάπαξ παροχές και άλλα επιδόματα, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της οικογενειακής του μονάδας, που υπολογίστηκαν σε €1392 μηνιαίως.

 

  Δεν μπορώ να αποδεχθώ τις θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή πως από το έτος 2020 δραστηριοποιείται στον τουριστικό τομέα ως διευθυντής και μέτοχος ιδιωτικής εταιρείας, αφού ο ίδιος στην προσωπική του συνέντευξη που έλαβε χώρα στις 25.6.2021, δήλωσε πως είναι μη απασχολούμενο πρόσωπο.

 

  Ούτε είναι αποδεκτά τα συνημμένα στην γραπτή του αγόρευση πιστοποιητικά σύστασης εταιρείας, τα οποία, αφενός, από μόνα τους, δεν είναι ικανά να αποδείξουν πως ο αιτητής έχει επαγγελματική ενασχόληση και αφετέρου, αυτά είναι εκτός του ουσιώδους χρόνου, αφού φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της επίδικης διοικητικής απόφασης, ήτοι ημερομηνία 26.6.2024. Ομοίως κι η απόδειξη είσπραξης εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καταγράφει ως ημερομηνία πληρωμής των εισφορών, την 30.9.2024 και πάλιν εκτός του ουσιώδους χρόνου.  

  Τα όσα προέκυψαν από την προσωπική συνέντευξη του αιτητή ημερομηνίας 25.6.2021, περιλήφθηκαν στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σε σχέση με την υποβληθείσα αίτηση. Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, εξετάστηκε και αξιολογήθηκε δεόντως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προσωπικές του περιστάσεις.

 

  Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 A.A.Δ. 731, το Δικαστήριο επανέλαβε πως η ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, όπως εν προκειμένω του αιτητή, ο οποίος πληρούσε τον χρόνο νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία, δεν οδηγεί αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι εκτιμώνται ελευθέρως, με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.

 

  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, διαπιστώνω πως τα οικονομικά, όσο και τα δημογραφικά, αλλά και τα γενικότερα συμφέροντα του Κράτους, αποτελούν στοιχεία που σταθμίζονται και εκτιμώνται ελευθέρως από τον Υπουργό Εσωτερικών, αφού το ζήτημα εγγραφής κάποιου προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το παρόν Δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας. Όπως λέχθηκε στην Reyes (ανωτέρω), η διακριτική ευχέρεια του Κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος.

 

   Από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της λειτουργού, κατά την προσωπική συνέντευξη του αιτητή, η υποβολή απορριπτικής εισήγησης, μεταξύ άλλων και λόγω μη εργασίας τόσο του αιτητή, όσο και της συζύγου του, οι οποίοι λαμβάνουν Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και έχουν ήδη καταστεί βάρος στα δημόσια οικονομικά, κρίνεται ως εύλογη και συνάδουσα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί κατά την προσωπική συνέντευξη.

 

  Δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, καταλήγω πως τα δεδομένα του αιτητή, τέθηκαν στη σωστή τους διάσταση υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών, τα οποία σταθμίστηκαν και εκτιμήθηκαν νομίμως και εντός της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας.

 

  Στη βάση των ενώπιον μου γεγονότων, κρίνεται πως παρέχεται επαρκές πραγματικό έρεισμα για την απορριπτική απόφαση, ενώ η εκτίμηση της διοίκησης, κρίνεται και εύλογη και επιτρεπτή, υπό το φως των ενώπιον της γεγονότων και δεν διαπιστώνω έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους του Υπουργού Εσωτερικών

 

  Τέλος, σημειώνεται πως η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι η περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε.

 

  Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν υπό πλάνη ή με κακή πίστη, η τεκμηρίωση της οποίας βαρύνει τον ίδιο τον αιτητή. Το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.

 

  Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

                                                                       Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο