ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1777/2022)
25 Μαΐου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
MEHDI AZAMI
Αιτητής
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ου η Αίτηση
…………………………
Α. Χρ. Ευτυχίου για Ανδρέας Χρ. Ευτυχίου και Χρήστος Χατζηλοΐζου Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Ν. Νικολάου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση της οποίας έλαβε γνώση με επιστολή ημερομηνίας 13.7.2022 να απορρίψει την αίτηση που υπέβαλε στις 18.2.2019 για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας.
Ο αιτητής βρίσκεται στη χώρα από το 2006 υπό διάφορα καθεστώτα νόμιμα και μη. Το 2011 τέλεσε γάμο με Κύπρια και στις 18.2.2019 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή. Στις 7.6.2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας Κύπριας πολίτη η οποία εγκρίθηκε στις 13.9.2021 με ισχύ μέχρι τις 30.5.2023. Στις 7.6.2022 η αίτηση του για πολιτογράφηση απορρίφθηκε και ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 13.7.2022.
Ο αιτητής εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω νομικής πλάνης και συγκεκριμένα επειδή η παράνομη είσοδός του στη χώρα έγινε με σκοπό να αναζητήσει διεθνή προστασία και συνεπώς η απόρριψη της αίτησης για αυτό τον λόγο είναι αντίθετη με το Άρθρο 7(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Εισηγείται επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και αιτιολογία και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης για τους ίδιους λόγους.
Στη γραπτή αγόρευση του αιτητή αναφέρεται εσφαλμένα στις παραγράφους 4(5) και 5(5) ότι όταν εξεταζόταν η αίτηση του αιτητή για πολιτογράφηση, βρισκόταν σε εξέλιξη και η διαδικασία παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τον διοικητικό φάκελο εφόσον η αίτησή του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου το 2006 ενώ η ιεραρχική προσφυγή του στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων το 2011. Συνεπώς, το 2019 που υπέβαλε την αίτηση για παραχώρηση της Κυπριακής υπηκοότητας δεν υπήρχε σε εκκρεμότητα αίτηση παραχώρησης διεθνούς προστασίας.
Επίσης εσφαλμένα, η γραπτή αγόρευση του καθ’ ου η αίτηση επιχειρηματολογεί σε σχέση με το Άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002 (στο εξής ο «Νόμος») το οποίο αναφέρεται σε αίτηση για παραχώρηση της ιδιότητας του πολίτη δυνάμει πολιτογράφησης και όχι για παραχώρηση της ιδιότητας του πολίτη δυνάμει εγγραφής ως ήταν η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής.
Ο λόγος απόρριψης της αίτησης του αιτητή ως καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι επειδή ο αιτητής εισήλθε παράνομα στη χώρα σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2) του Νόμου. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:
«(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/ τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου «διαμένει με το/τη σύζυγο της/ του στην Κύπρο» σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια.»
Με βάση τα πιο πάνω, δεν προκύπτει νομική πλάνη του καθ’ ου η αίτηση εφόσον ο αιτητής πράγματι εισήλθε παράνομα στη χώρα. Η αναφορά του αιτητή ότι δύναται ο καθ’ ου η αίτηση να εξαιρέσει πρόσωπο που εισήλθε παράνομα ευσταθεί όμως η απόφαση αυτή εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του καθ’ ου η αίτηση στην οποία δεν μπορεί να παρέμβει το Δικαστήριο επειδή δεν ασκήθηκε.
Ούτε το Άρθρο 7(1) του περί Προσφύγων Νόμου που επικαλείται ο αιτητής δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:
«7.-(1)Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.»
Η αναφορά στο ότι δεν υπόκειται σε τιμωρία κάποιος αιτητής έχει την έννοια ότι δεν τιμωρείται ένα πρόσωπο που έφτασε παράνομα στη χώρα νοουμένου ότι χωρίς καθυστέρηση υποβάλλει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας και δεν σχετίζεται με τυχόν διαδικασίες που ακολοθούν σε μεταγενέστερο χρόνο. Επιπρόσθετα, η αίτηση του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας τελεσιδίκησε αρνητικά για τον ίδιο το 2011 και συνεπώς, κανένα δικαίωμα δεν απορρέει από αυτήν.
Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα υπέρ του καθ’ ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο