SAFDAR WAHEED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 1800/2022, 11/5/2026
print
Τίτλος:
SAFDAR WAHEED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση αρ. 1800/2022, 11/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

Υπόθεση αρ. 1800/2022

(i-justice)

 

                             11 Μαΐου 2026

                           [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                        SAFDAR WAHEED

 

                                                                                                 Αιτητής,

                                    και

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

A. Ιωαννίδου (κα), για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τoν αιτητή.

Π. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 29.3.2017 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 13.7.2022.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο αιτητής, υπήκοος Πακιστάν, εισήλθε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 11.7.2005 για σκοπούς φοίτησης. Κατόπιν δε σχετικής αίτησης, του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής ως  φοιτητή σε συγκεκριμένο κολλέγιο με ισχύ μέχρι τις 30.6.2006. Έκτοτε ο αιτητής ανανέωνε την παραχωρηθείσα, για σκοπούς φοίτησης, άδεια προσωρινής παραμονής του, με την τελευταία να έχει ισχύ μέχρι τις 25.6.2009. Σημειώνεται δε ότι ως δεικνύει ο διοικητικός φάκελος, ότι ο αιτητής δεν προέβαινε πάντοτε σε έγκαιρη ανανέωση των χορηγηθείσων προσωρινών αδειών, με κάποιες εξ αυτών να ανανεώνονται μετά πάροδο χρονικού διαστήματος από τη λήξη ισχύος τους, με αποτέλεσμα ο αιτητής να παραμένει, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής ημερομηνίας 11.9.2009 με σκοπό την ανανέωση της άδειας παραμονής του για σκοπούς φοίτησης απορρίφθηκε (ερυθρά 128-129, 133 Τεκμηρίου 2) καθότι ο αιτητής δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα αποδεικτικά που να δεικνύουν τη συνέχιση της φοίτησης του στο συγκεκριμένο κολλέγιο. Ως προς τούτο ο αιτητής ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 16.2.2010.

 

Ακολούθως στις 7.4.2010 – και αφού ο αιτητής συνέχιζε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία- τα στοιχεία του αιτητή καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop list).

 

Στις 24.4.2010 ο αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και στις 25.4.2010 εκδόθηκαν κατά του αιτητή διατάγματα απέλασης και κράτησης. Ωστόσο τα διατάγματα αυτά ακυρώθηκαν στις 31.5.2010 αφού έγινε αποδεκτό σχετικό αίτημα του αιτητή όπως αφεθεί ελεύθερος με σκοπό να τελέσει πολιτικό γάμο με κύπρια υπήκοο, όπερ και έγινε στις 22.6.2010.

 

Ένεκα του γάμου αυτού, παραχωρήθηκε στον αιτητή, κατόπιν αιτήσεως του, άδεια προσωρινής διαμονής στις 2.2.2011 για σκοπούς εργασίας με ισχύ μέχρι τις 29.9.2011. Έκτοτε ο αιτητής συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία αιτούμενος κατά καιρούς άδεια προσωρινής διαμονής, η οποία εγκρίνετο υπό το ίδιο καθεστώς ήτοι ως μέλος οικογένειας κύπριου πολίτη, με την τελευταία εξ αυτών να ισχύει μέχρι τις 27.3.2028.

 

Στις 29.3.2017 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για πολιτογράφηση δυνάμει εγγραφής.

 

Η πιο πάνω αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 9.6.2022, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 30.8.2021.

 

Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 13.7.2022, με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας με ημερ. 29/3/2017 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι έχετε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(1)/2002.»

Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι προϊόν πλάνης, μη δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας καθώς και ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 1110 του Ν. 141(Ι)/2002. Ειδικότερα αποτελεί θέση της πλευράς του αιτητή, ότι η αιτιολογία είναι γενική και αόριστη, ότι ο αιτητής  πληρεί τις προδιαγραφές και τα κριτήρια που τίθενται από το Νόμο 141(Ι)/2022 ώστε να αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα με εγγραφή και ότι το άρθρο 110 του Νόμου «δεν καθορίζει το χρονικό διάστημα που τίθεται για να καθοριστεί ότι έμενε παράνομα, ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση διευκρινίζουν γιατί η τυχόν παράνομη παραμονή είναι εμπόδιο για την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή». Ούτε όμως εισηγείται ο αιτητής καθόρισαν οι καθ΄ων η αίτηση πόσο είναι το μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα αλλά ούτε και εξέτασαν κατά πόσο ο αιτητής γνώριζε ή μη ότι παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Παρεμβάλλεται ότι κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η πλευρά του αιτητή προέβηκε σε απόσυρση του προβαλλόμενου με τη γραπτή της αγόρευση ισχυρισμού περί παραβίασης του άρθρου 10 του Ν.158(Ι)/99

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών και κυρίως καλόπιστα. Επισημαίνει δε, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση  ότι οι προβαλλόμενοι εκ του αιτητή ισχυρισμοί περί πλάνης και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας είναι αόριστοι, γενικοί και ατεκμηρίωτοι και δεν δύνανται να υπαχθούν στο δικαστικό έλεγχο καθώς και ότι η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και δη από τη σχετική έκθεση της αρμόδιας λειτουργού. Πρόσθετα δε και με συναφή παραπομπή σε νομολογία υποβάλλεται ότι καθόλα ορθά λήφθηκε υπόψη από τον Υπουργό η παράνομη παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία η οποία αφορά μια μακρά χρονική περίοδο και συγκεκριμένα 2 έτη και 7 μήνες, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί κατ΄ εφαρμογή των όσων προνοούνται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου110 του Ν. 141(Ι)/2002.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης.   

 

Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης και η εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, 69) Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) ISSA E.E ALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) (Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης.

 

Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω, εν πρώτοις διαπιστώνω, ότι η θέση του αιτητή ότι ο ίδιος κατέχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για πολιτογράφηση, ουδόλως δύναται να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ως είναι παγίως νομολογημένο η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ έτερου της κυπριακής ιθαγένειας (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307) Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, 500-501). Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους (VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ.αρ.18/17,ημερ.27/9/23).

 

Ειδικότερα όμως, στο άρθρο 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως εδώ ενδιαφέρει και ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«110 (2) Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός µπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη ∆ημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο ∆εύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της ∆ηµοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της ∆ηµοκρατίας·

(β) διαµένει µε το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι µικρότερο των τριών χρόνων·

(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαµένει στη ∆ηµοκρατία ή, ανάλογα µε την περίπτωση, να διατελεί στη δηµόσια υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην Αστυνοµική ∆ύναµη της ∆ηµοκρατίας και µετά την εγγραφή του ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας:

Νοείται ότι [..]

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρµόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνοµα στη ∆ηµοκρατία:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρµογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές:[..]»

(η έμφαση προστέθηκε)

 

Εν προκειμένω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακά δοσμένες αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα καθώς και τις συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή του αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω και οι οποίοι είναι συναφείς και αλληλένδετοι, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους. Τονίζεται δε εξαρχής -και σε συμφωνία με τη θέση των καθ΄ων η αίτηση- ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή περί πλάνης και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας προβάλλονται πράγματι με παντελώς αόριστο και γενικό τρόπο, χωρίς οποιαδήποτε, έστω στοιχειώδη, ανάπτυξη ή άλλη τεκμηρίωση και χωρίς ο αιτητής να αναπτύσσει οποιοδήποτε επιχείρημα με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του. Χωρίς, επομένως, οποιαδήποτε εξειδίκευση, οι γενικές αυτές τοποθετήσεις καθίστανται ανεπίδεκτες δικαστικής κρίσεως (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.60/2016, ημερ. 6/9/23).

 

Όπως υποδείχθηκε και ανωτέρω και ως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την επιστολή που κοινοποιήθηκε στον αιτητή ημερομηνίας 13.7.2022 λόγο για την απόρριψη της αίτησης του αιτητή αποτέλεσε, κατ΄ εφαρμογή των όσων προνοούνται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002, ότι ο ίδιος είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλη χρονική περίοδο.

 

Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο Σημείωμα της λειτουργού εξέτασης, το οποίο ως αδιαμφισβήτητα προκύπτει τέθηκε ενώπιον του Υπουργού και αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του και στο οποίο παρατίθενται, μεταξύ άλλων, αυτούσια και τα ακόλουθα:

 

«[..] 5. Ο αιτητής αφίχθηκε στη Δημοκρατία το 2005 ως φοιτητής (ερ.13). Διέκοψε τη φοίτηση του και παρέμενε παράνομος για μεγάλα χρονικά διαστήματα (ερ.403). Στις 7/4/10 συλλαμβάνεται και καταχωρούνται τα στοιχεία του στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (ερ.144). Στις 25/4/10 εκδίδεται διάταγμα απέλασης (ερ.147). Στις 31/5/10 γίνεται ακύρωση διατάγματος (ερ.150) διότι προγραμμάτισε άμεσα γάμο με την Ε/κ στις 22/6/10 (ερ.339) και ζητήθηκε όπως αφαιρεθούν τα στοιχεία του από τον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (ερ.182) ».

 

Το Σημείωμα κατέληγε με τη διαπίστωση ότι ο αιτητής έχει παραμείνει για μεγάλη χρονική περίοδο στη Δημοκρατία χωρίς άδεια παραμονής και συγκεκριμένα για 2 έτη και 7 μήνες με συναφή εισήγηση όπως δυνάμει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110 (2) του Νόμου απορριφθεί η αίτηση του.

 

Από τις ανωτέρω καταγραφές προκύπτει ευκρινώς- και σε αντίθεση με τις αιτιάσεις του αιτητή- ότι επεξηγήθηκαν επαρκώς και με σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία πλαισιώνουν την παράνομη παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία καθώς και τη συγκεκριμένη διάρκεια αυτής, με αποτέλεσμα να καθίσταται απορριπτέα η θέση του αιτητή ότι δεν αιτιολογείται και δεν επεξηγείται ποιο ήταν αυτό το χρονικό διάστημα της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία και περαιτέρω να μην αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του τι ήταν αυτό που εν προκειμένω λήφθηκε υπόψη.  

Τα όσα δε καταγράφονται με επάρκεια στο σημείωμα της λειτουργού επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και δη από τα ερυθρά στα οποία επιστάμενα παραπέμπει και η ίδια η λειτουργός καθώς και από το ερυθρό 403 του Τεκμηρίου 2, στο οποίο επίσης παραπέμπει και η λειτουργός και το οποίο δεικνύει υπό μορφή πίνακα τις περιόδους και τη διάρκεια παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία από τον οποίο ξεκάθαρα προκύπτει ότι αυτή ανερχόταν συνολικά σε 2 έτη και 7 μήνες.

 

Η πλευρά του αιτητή ουδόλως αμφισβήτησε δια της γραπτής του αγόρευσης τα γεγονότα που περιβάλλουν το ιστορικό του αιτητή και τις πιο πάνω διαπιστώσεις της λειτουργού και δη το καίριο και καθοριστικό γεγονός ότι  ο αιτητής είχε παραμείνει για δυο και πλέον έτη παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Το μόνο δε που αντέταξε αναφορικά με την παράνομη παραμονή του αιτητή ήταν ότι οι καθ΄ων η αίτηση «δεν διευκρινίζουν γιατί η τυχόν παράνομη παραμονή ειναι εμπόδιο για την απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή»  καθώς και ότι το άρθρο 110 του Νόμου «δεν καθορίζει το χρονικό διάστημα που τίθεται για να καθοριστεί ότι έμενε παράνομα ».

Η εισήγηση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τούτο διότι παραβλέπει ότι η παράνομη παραμονή του αιτητή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου στο οποίο ανάγεται και της όποιας χρονικής της διάρκειας, αποτελεί καθόλα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης δυνάμει και της 2ης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002 (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Επί τούτου υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 110(2) του Νόμου παρέχει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να μεριμνήσει για εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας. Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη επιφύλαξη οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, ως εν προκειμένω επισυμβαίνει και στην περίπτωση του αιτητή. Επισημαίνεται δε ότι ο Υπουργός διατηρεί τη δυνατότητα εξαίρεσης αλλοδαπού από την εφαρμογή της επιφύλαξης αυτής δυνάμει των προβλεπόμενων στην 3η επιφύλαξη  του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002, εξουσία που o Υπουργός δεν ενάσκησε στην περίπτωση του αιτητή.

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου  VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Στις 27.1.2010 η Εφεσείουσα αιτήθηκε εκ νέου για απόκτηση της κυπριακής ιθαγένειας πλην όμως και πάλι υπήρξε απόρριψη στις 14.7.2014. Η επιστολή κοινοποίησης της άρνησης των Εφεσιβλήτων είχε ως εξής:

«Η Κυπριακή Δημοκρατία, ασκώντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα και αφού έλαβε υπό ότι:[.]

(β) παραμείνατε και εργαστήκατε παράνομα στη Δημοκρατία από 20.12.2000 μέχρι 14.6.2002».[..]

 

Όπως ετέθη και στη Mohamad ανωτέρω, η παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμη και στο παρελθόν (πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης) αποτελεί ένα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης. Το ίδιο και οι λοιπές επιφυλάξεις και εξηγήσεις που δόθηκαν από τους Εφεσίβλητους. Υπενθυμίζουμε ότι εξετάζουμε την πράξη– και την επικυρωτική αυτής απόφαση – υπό το πρίσμα της θεώρησης της ύπαρξης καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, όρια που ορθώς εκρίθη από το Δικαστήριο, πως οι Εφεσίβλητοι επ΄ουδενί παραβίασαν (Βλ1. Meneka Madhumathi Senadhipathi S. Mudiyanselage κ.α ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ76/16, 25.9.2023).»

(η έμφαση προστέθηκε)

Ούτε και όμως μπορεί κατ΄ ουδένα τρόπο να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και να κλονίσει τα όσα αναφέρονται στο σημείωμα της λειτουργού και τα όσα αναδύονται, ως προς αυτά, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η θέση του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν διερευνήσαν κατά πόσο ο αιτητής γνώριζε πράγματι ή μη ότι διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Άλλωστε και πέραν του ότι η διοίκηση ουδεμιά τέτοια νομική υποχρέωση είχε, δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ως εμφαίνεται από τα ερυθρά 134,147,148 και 180 του Τεκμηρίου 2 στον αιτητή αποστάλθηκε σχετική επιστολή ημερομηνίας 16.2.2010 από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης δια της οποίας ενημερωνόταν ότι η αίτηση του για παραχώρηση άδειας προσωρινής διαμονης δεν εγκρίθηκε και ότι ο ίδιος όφειλε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία, πράγμα που δεν έπραξε, εξού και τα στοιχεία του αναρτήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων και εναντίον του εκδόθηκαν στη συνέχεια, κατά τον εντοπισμό του από την αστυνομία, διατάγματα κράτησης και απέλασης.

 

Ούτε όμως η έτερη και αποσπασματική αναφορά του αιτητή στο γεγονός ότι ο αιτητής είναι συζευγμένος με κύπρια υπήκοο από το 2010 μπορεί να καταδείξει σφάλμα στην επίδικη απόφαση αφού το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε δίχως άλλο να προδιαγράψει την επιτυχή κατάληξη μιας τέτοιας αίτησης. Αν και  παρατηρώ ότι η λειτουργος εξέτασης προέβη στη σχετική έκθεση της σε εκτεταμένες αναφορές στο γάμο του αιτητή με την κύπρια υπήκοο και στην αρμονική συμβίωση του ζεύγους καθοριστικό παραμένει -και είναι αυτό που σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παραγνωρίζεται-ότι το όλο ζήτημα παραχώρησης κυπριακής υπηκοότητας ή μη, συνιστά έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος της, με τον αρμόδιο Υπουργό να ασκεί την ευρεία διακριτική εξουσία του έχοντας ως μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης(Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ  αρ.124/21, ημερ. 10/12/25) .

 

Εν προκειμένω, καθίσταται φανερό ότι οι αιτιάσεις του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη καθώς και ότι λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση του αιτητή. Τα όσα δε παραθέτει ο αιτητής ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και το περιεχόμενο του οποίου, σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνει την αιτιολογία αφού καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220) Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).

 

Αυτό που εν τέλει καταδεικνύεται και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, είναι ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε, ως η υποχρέωση του, την ευρύτατη διακριτική του εξουσία με καλή πίστη και η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης του αιτητή ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον του, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496).

 

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.800 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

                                Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο