ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1959/2022, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1959/2022, 22/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 1959/2022 (i-Justice))

 

22 Μαΐου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                          ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

                                                                             Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

Κ. Παναγιώτου (κα), για Α. Σ. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή

Μ. Κοτσώνη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

Θ. Αθανασίου, για Άκης Παπακυριακού Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος 2

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.), η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 7.10.2022 και σύμφωνα με την οποία τα Ενδιαφερόμενα Μέρη (Ε.Μ.) 1. Γ. Κ. και 2. Ρ. Μ. διορίστηκαν στη μόνιμη θέση Λειτουργού Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών («η επίδικη θέση») από 3.10.2022 αντί και/ή στη θέση του αιτητή.

 

Η διαδικασία πλήρωσης της επίδικης θέσης ξεκίνησε όταν η Ε.Δ.Υ. έλαβε επιστολή του Αν. Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, ημερομηνίας 23.4.2019, με την οποία υποβαλλόταν πρόταση για πλήρωση δυο (2) κενών μόνιμων θέσεων Λειτουργού Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών. Η επίδικη θέση είναι θέση πρώτου διορισμού.

 

Ακολούθως, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 27.5.2019, η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε να δημοσιευτούν οι δυο θέσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και να δοθεί προθεσμία τριών εβδομάδων για την υποβολή αιτήσεων, νοουμένου ότι θα δίνονταν γραπτές διευκρινίσεις από την αρμόδια αρχή όσον αφορά την ειδικότητα.

 

Οι θέσεις δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 12.7.2019 και εις ανταπόκριση υποβλήθηκαν 421 αιτήσεις, οι οποίες δι’ επιστολής ημερομηνίας 24.9.2019, απεστάλησαν από την Ε.Δ.Υ. στη Διευθύντρια του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών («η Διευθύντρια»), ως Πρόεδρο της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής.

 

Ακολούθως, δια σχετικής επιστολής της Διευθύντριας, ημερομηνίας 5.1.2021, υποβλήθηκαν στην Ε.Δ.Υ. τα αποτελέσματα της ειδικής γραπτής εξέτασης που είχε διενεργήσει η αρμόδια Συμβουλευτική Επιτροπή.

 

Εν συνεχεία, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 1.12.2021, η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε ότι επτά υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων ο αιτητής και τα Ε.Μ., που είχαν επιτύχει και στην γραπτή εξέταση, κατείχαν όλα τα προσόντα για πλήρωση της επίδικης θέσης και περιλήφθηκαν στον σχετικό κατάλογο επιτυχόντων υποψηφίων. Με βάση δε τις πρόνοιες του άρθρου 6(3) του περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («N. 6(I)/1998»), η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε επίσης όπως καλέσει σε προφορική εξέταση ενώπιον της, τους πρώτους έξι υποψηφίους (σύμφωνα με τη σειρά επιτυχίας στην προηγηθείσα γραπτή εξέταση), οι οποίοι περιλαμβάνονταν στον κατάλογο υποψηφίων που κατείχαν τα προσόντα (μεταξύ αυτών ο αιτητής και τα Ε.Μ.). Αποφασίστηκε επίσης όπως στη συνεδρία κληθεί να παραστεί και η Διευθύντρια.

 

Πράγματι, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 5.8.2022, η Ε.Δ.Υ. δέχτηκε σε προφορική εξέταση τους πρώτους έξι υποψηφίους, μεταξύ αυτών τον αιτητή και τα Ε.Μ., ενώ στη συνεδρία παρέστη και η Διευθύντρια. Τελικά, η διαδικασία πλήρωσης των δυο θέσεων ολοκληρώθηκε στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 5.9.2022, κατά την οποία η Διευθύντρια, αφού βαθμολόγησε την απόδοση κάθε υποψηφίου στην προφορική εξέταση και παρέδωσε τη βαθμολογία της, αποχώρησε από τη συνεδρία.

 

Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος και τα μέλη της Ε.Δ.Υ., αξιολόγησαν και απένειμαν μονάδες σε κάθε υποψήφιο αναφορικά με τα διάφορα στοιχεία κρίσης, περιλαμβανομένης και της απόδοσης του κάθε υποψηφίου στην προφορική εξέταση. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ο καταρτισμός του Πίνακα Διοριστέων, στον οποίο αναγράφονταν οι υποψήφιοι κατά σειρά, με βάση το σύνολο των μονάδων που είχαν εξασφαλίσει.

 

Στη βάση των πιο πάνω, και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 6(Ι)/1998, η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε να προσφέρει διορισμό στην επίδικη θέση με δοκιμασία στα δυο Ε.Μ., οι οποίες ήσαν οι δυο πρώτες υποψήφιες σε συνολικό αριθμό μονάδων στον σχετικό Πίνακα Διοριστέων.

 

Ο αιτητής αντέδρασε και στις 25.10.2022, καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή κατά της πιο πάνω απόφασης.

 

Με τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης που προωθείται, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκαν άρτια πρακτικά από την Ε.Δ.Υ., κατά παράβαση του άρθρου 24 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Ούτε και η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική συνέντευξη καταγράφηκε σε άρτιο πρακτικό. Επιπρόσθετα, παραμένει άγνωστο τι ακριβώς λέχθηκε ως διαβούλευση στη συνεδρία που ακολούθησε και πως όλα τα μέλη της Ε.Δ.Υ. κατέληξαν σε κοινή κρίση, αντί η κρίση αυτή να υπήρχε τη μέρα που έγιναν οι συνεντεύξεις. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποσύρθηκε στη συνέχεια δια της απαντητικής γραπτής αγόρευσης του αιτητή και, κατά συνέπεια, αυτός δεν θα τύχει περαιτέρω εξέτασης.

 

Με τον δεύτερο εγειρόμενο λόγο ακύρωσης, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η απόφαση της Ε.Δ.Υ. είναι αναιτιολόγητη και προϊόν μη δέουσας έρευνας. Κατά τη σχετική εισήγηση, καμία τεκμηρίωση δεν υπήρξε για την επιλογή των Ε.Μ. αντί του αιτητή.

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης, έγκειται στον ισχυρισμό ότι λήφθηκε υπόψη ως εξωγενές στοιχείο κρίσης και/ή κριτήριο η αξιολόγηση της Διευθύντριας που κλήθηκε να λάβει μέρος στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 5.8.2022, για να βοηθήσει την Επιτροπή στην προφορική συνέντευξη των υποψηφίων. Και τούτο, καθότι η Διευθύντρια είχε ήδη διαμορφώσει γνώμη από το στάδιο της Συμβουλευτικής Επιτροπής, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να έχει ταυτόχρονα και γνωμοδοτική ιδιότητα εκ δευτέρου και/ή δικαίωμα να κρίνει εκ νέου. Ούτε και υπήρχε εκ του Νόμου υποχρέωση των καθ’ ων η αίτηση να καλέσουν την Διευθύντρια να παράσχει συμβουλή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33(10) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν. 1/1990), υπήρχαν πολλοί ανώτεροι βοηθοί για τέτοια βοήθεια. Ωστόσο, και αυτός ο ισχυρισμός αποσύρθηκε στη συνέχεια δια της απαντητικής γραπτής αγόρευσης του αιτητή και, κατά συνέπεια, αυτός δεν θα τύχει περαιτέρω εξέτασης.

 

Περαιτέρω, η πλευρά του αιτητή προβάλλει ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη και μη διενέργεια της δέουσας έρευνας, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ο μεταπτυχιακός τίτλος του αιτητή, που είχε αποκτήσει τον Ιανουάριο του 2022 και που τον καθιστούσε κάτοχο του πλεονεκτήματος ή/και πρόσθετου προσόντος. Κατ’ άνιση δε μεταχείριση δεν λήφθηκε υπόψη το συγκεκριμένο προσόν του αιτητή, ενώ αντιθέτως, για το Ε.Μ. 2 λήφθηκε υπόψη του πλεονέκτημα που είχε αποκτήσει, καθώς και η προηγούμενη εμπειρία της.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση αντικρούει όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, προβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την περίπτωση στοιχεία, και κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση και/ή των εξουσιών που παρέχει στη Διοίκηση ο Νόμος, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Τονίζει περαιτέρω η κα Κοτσώνη ότι τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην επίδικη διαδικασία είναι, σε κάθε περίπτωση, άρτια και δεν απαιτείτο από το Νόμο 6(Ι)/1998, ο οποίος εφαρμόζετο εν προκειμένω ως ειδικότερος, η υπό της Ε.Δ.Υ. καταγραφή της γενικής εντύπωσης που είχε αποκομίσει από την προφορική συνέντευξη των υποψηφίων. Όπως δεν απαιτείτο ούτε και η καταγραφή της διαβούλευσης των μελών της Ε.Δ.Υ., αλλά μόνο τα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης, όπερ και εγένετο. Εν προκειμένω, το Έντυπο με την υπό του Προέδρου και των μελών της Ε.Δ.Υ. δοθείσα βαθμολογία ήταν αρκετό και δεν χρειαζόταν οτιδήποτε περισσότερο.

 

Υπέρ της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης επιχειρηματολόγησαν και οι συνήγοροι του Ε.Μ. 2, οι οποίοι, αφού τόνισαν εξ αρχής ότι στην υπό κρίση περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Νόμου 6(Ι)/1998, προέβαλαν ισχυρισμούς εν πολλοίς παρόμοιους με αυτούς των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αιτητή.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της επίδικης πράξης.

 

Θα πρέπει εξ’ αρχής να τονιστεί ότι η διαδικασία πλήρωσης των δυο επίδικων θέσεων διέπεται από τις πρόνοιες του Νόμου 6(Ι)/1998. Αυτό εξάλλου αναφέρεται ρητά και στο πρακτικό συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 12.2.2021 (παράρτημα 9 στο δικόγραφο της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση). Με βάση λοιπόν τις πρόνοιες του ειδικότερου, σε σχέση με αυτές του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990), Νόμου, ο οποίος και εφαρμόζεται κατ’ εφαρμογήν του αξιώματος «lex specialis derogat legi generali», δεν απαιτείτο από την Ε.Δ.Υ. συγκεκριμένη αιτιολογία, ούτε και καταγραφή των εντυπώσεων που αποκομίστηκαν από την προφορική εξέταση των υποψηφίων. Αυτό που απαιτείτο, ήταν η αποτίμηση της απόδοσής τους σε μονάδες, όπερ και έγινε. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην Λαμπρατσιώτη ν. Ανδρέου (2013) 3. Α.Α.Δ 202, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το Άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/98 δεν προνοεί για συγκεκριμένη αιτιολόγηση των επί μέρους μονάδων που δίνονται, στο κάθε κριτήριο πέραν της συνολικής αποτίμησης μονάδων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε συναφώς ότι γενικά ο Νόμος Αρ. 6(Ι)/98 δεν προβλέπει για αιτιολόγηση της βαθμολογίας των κριτηρίων αυτών. Αν ο νομοθέτης ήθελε να απαιτήσει ρητή αιτιολογία θα το έπραττε όπως σε άλλα συναφή νομοθετήματα. Ο Νόμος Αρ. 6(Ι)/98, αποτελεί εξειδικευμένο νομοθέτημα και δεν είναι δυνατόν ο Νόμος Αρ. 158(Ι)/99, που κωδικοποιεί τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, να τυγχάνει καθολικής εφαρμογής, ανεξαρτήτως δηλαδή από τα επί μέρους νομοθετήματα, διαφορετικά δεν θα παρίστατο ανάγκη για την οριοθέτηση συγκεκριμένων θεμάτων σε άλλες νομοθεσίες. Οι πρόνοιες των εδαφίων (4) και (5) του Άρθρου 6 του Νόμου Αρ. 6(Ι)/98, παρέχουν μηχανισμό κατάταξης με απόδοση βαθμολογίας (όχι όμως και αιτιολογίας), που καταγράφεται στα πρακτικά από κάθε μέλος χωριστά, εξάγεται δε ο μέσος όρος βαθμολογίας που αποδίδεται σε ένα έκαστο των κριτηρίων, με αποτέλεσμα τον καταρτισμό Πίνακα κατάταξης όπου αναγράφονται οι υποψήφιοι κατά σειρά συνολικών μονάδων. Σημειώνεται προσθέτως και η πρόνοια του Άρθρου 6(7)(α), ότι η διορίζουσα αρχή προβαίνει στην πλήρωση των κενών θέσεων με βάση τη σειρά κατάταξης στον εν λόγω Πίνακα. Επομένως, η όλη διαδικασία είναι αρκούντως διαφανής και περιέχει πράγματι ασφαλιστικές δικλείδες ελέγχου.».

 

Όπως προκύπτει από το παράρτημα 17 της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση, η Ε.Δ.Υ. συμπλήρωσε συγκεκριμένο Έντυπο, στο οποίο καταγράφονται τα κριτήρια, με βάση τα οποία βαθμολογήθηκαν οι υποψήφιοι. Στο ίδιο παράρτημα περιέχεται το Έντυπο με τη βαθμολογία του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής.

 

Τα πιο πάνω, σε πλήρη συμβατότητα με τις διατάξεις των άρθρων 6(4) και (5) και 3(1)(β) του Νόμου 6(Ι)/1998. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 6-

 

«(4) Μετά τη διεξαγωγή της προφορικής εξέτασης ή όπου δε θα διεξαχθεί τέτοια εξέταση, η διορίζουσα αρχή ή το αρµόδιο όργανο που αναφέρεται στο εδάφιο (2), όπου αυτό εφαρµόζεται, βαθµολογεί τους υποψηφίους που έχουν παρουσιαστεί και που έχουν κριθεί, σύµφωνα µε τις διατάξεις των υποπαραγράφων (ii), (iii), (iv), (v) και (vi) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3:

 

Νοείται ότι η απόφαση της διορίζουσας αρχής ή του αρµόδιου οργάνου που αναφέρεται στο εδάφιο (2), όπου αυτό εφαρµόζεται, αναφορικά µε τις µονάδες που δίνει σε κάθε περίπτωση για την απόδοση ενός υποψηφίου στην προφορική εξέταση, αν έγινε, τα προσόντα, την πείρα του και την αξιολόγηση του οικείου Προϊσταµένου Τµήµατος ή εξουσιοδοτηµένου λειτουργού του, καταγράφεται πάντοτε στα πρακτικά.

 

Κάθε µέλος της διορίζουσας αρχής ή του αρµόδιου οργάνου που αναφέρεται στο εδάφιο (2), όπου αυτό εφαρµόζεται, σχετικά µε την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση, αν έγινε, παραδίδει αµέσως µετά το πέρας της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων τη βαθµολογία που έδωσε, η οποία θα αποτελεί µέρος του οικείου φακέλου.

 

(5)(α) Μετά τη συµπλήρωση της απονοµής των µονάδων και αφού ο µέσος όρος της βαθµολογίας που δόθηκε για κάθε ένα από τα κριτήρια που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ii), (iii), (iv), (v) και (vi) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, προστεθεί στις µονάδες που οι υποψήφιοι έλαβαν στη γραπτή εξέταση, η διορίζουσα αρχή ή το αρµόδιο όργανο που αναφέρεται στο εδάφιο (2), όπου αυτό εφαρµόζεται, καταρτίζει Πίνακα (ο οποίος στη συνέχεια θα αναφέρεται ως "ο Πίνακας"), όπου αναγράφονται οι υποψήφιοι κατά σειρά συνολικών µονάδων που ο καθένας από αυτούς συγκέντρωσε, έτσι που, τηρουµένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, πρώτος στη σειρά να είναι ο υποψήφιος µε το µεγαλύτερο αριθµό συνολικών µονάδων.

 

Στο δε άρθρο 3(1)(β), στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω διάταξη, αναφέρονται τα εξής:

 

«(β) Η βαρύτητα που δίδεται από τη διορίζουσα αρχή στο καθένα από τα κριτήρια, που καθορίζονται στην παράγραφο (α), αποτιµάται σε µονάδες ως ακολούθως:

[.]

(ii) αποτελέσµατα προφορικής εξέτασης, αν έχει διεξαχθεί: 0 έως 20 µονάδες˙

(iii) προσόντα που, µε βάση τυχόν διατάξεις νόµου ή κανονισµού ή του οικείου για τη θέση σχεδίου υπηρεσίας, θεωρούνται ως πλεονέκτηµα: 0 έως 5 µονάδες˙

(iv) άλλα ακαδηµαϊκά προσόντα: 0 έως 3 µονάδες˙

(v) πείρα σχετική µε τα καθήκοντα της θέσης: 0 έως 5 µονάδες:

 

Νοείται ότι οι µονάδες αυτές απονέµονται ανάλογα µε τα χρόνια της ευδόκιµης πείρας και το βάρος που η διορίζουσα αρχή ή το αρµόδιο όργανο που αναφέρεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 6 του παρόντος Νόµου αποδίδει στο σχετικό πιστοποιητικό υπηρεσίας˙ και

 

(vi) αξιολόγηση οικείου Προϊσταµένου Τµήµατος ή εξουσιοδοτηµένου λειτουργού του:

0 έως 5 µονάδες, σε περίπτωση που έχει διεξαχθεί προφορική εξέταση».

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, στο εν λόγω άρθρο 3 του Νόμου 6(Ι)/1998, προβλέπονται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή των υποψηφίων, καθώς και η βαρύτητα που δίδεται σε καθένα από αυτά. Πρόκειται για διαδικασία που προβλέπεται ειδικά και συγκεκριμένα στον εν λόγω Νόμο, κατά την οποία το εύρος των μονάδων που αποδίδονται σε κάθε κριτήριο είναι καθορισμένο και το διορίζον όργανο δεν μπορεί να αποδώσει περισσότερες μονάδες και/ή μεγαλύτερη βαρύτητα σε οποιοδήποτε εκ των λόγω κριτηρίων. Εν προκειμένω, προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 5.9.2022 (παράρτημα 17 στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση), όταν και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, ότι πράγματι ακολουθήθηκε η υπό του Νόμου προβλεπόμενη διαδικασία. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, η Ε.Δ.Υ. βαθμολόγησε τους υποψηφίους με βάση (α) τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης, (β) τα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης, (γ) το πλεονέκτημα, (δ) άλλα ακαδημαϊκά προσόντα, (ε) πείρα σχετική και (στ) αξιολόγηση οικείου προϊστάμενου Τμήματος. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τον Κατάλογο για Προφορική Εξέταση που περιέχεται στο εν λόγω παράρτημα 17.  Όπως επίσης μπορεί να διαπιστωθεί από τον υπό αναφορά Κατάλογο, η Ε.Δ.Υ., μετά τη διενεργηθείσα αξιολόγηση εκάστου υποψηφίου, προχώρησε στην καταγραφή των αποτελεσμάτων μέσω της σαφούς παράθεσης της κατανομής των μονάδων και δεν θεωρώ ότι χρειαζόταν να παράσχει οποιαδήποτε αιτιολογία ή/και επεξήγηση ως προς τον τρόπο κατανομής των μονάδων ή/και να προβεί σε μνεία και/ή αναφορά των χαρακτηριστικών κάθε υποψηφίου, δεδομένου ότι αυτό δεν απαιτείται από το Νόμο. Αυτή η καταγραφή στα πρακτικά κρίνεται επαρκής και σύννομη. Συνεπώς, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα πάσχουσας και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης επιλογής των Ε.Μ. και/ή μη διενέργειας σύγκρισης μεταξύ των υποψηφίων εκ μέρους της Ε.Δ.Υ., η οποία ακολούθησε εν προκειμένω τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα.

 

Για τον ίδιο δε λόγο, δεν έχει έρεισμα ούτε ο ισχυρισμός του αιτητή περί έλλειψης αιτιολογίας της απόδοσης των υποψηφίων στην προφορική συνέντευξη. Σύμφωνα πάντα με το Νόμο 6(Ι)/1998, η Ε.Δ.Υ. δεν όφειλε να καταγράψει την εντύπωσή της για κάθε υποψήφιο και/ή τα όσα αποκόμισε για κάθε υποψήφιο από την προφορική εξέταση. Η δοθείσα βαθμολογία ήταν εν προκειμένω επαρκής και σύμφωνη με το Νόμο, ο οποίος προβλέπει μόνο για βαθμολόγηση των υποψηφίων (Λαμπρατσιώτη, ανωτέρω). Στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, (2007) 4Α Α.Α.Δ. 115, λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα:

 

«Ο νομοθέτης μπορούσε, βέβαια και εδώ να απαιτήσει ρητά αιτιολογία όπως στις άλλες περιπτώσεις. Δεν το έχει κάμει και αυτή η επιλογή του δεν αποβαίνει χωρίς σημασία. Ο νόμος ορίζει ρητά, πως στις μονάδες που εξασφαλίστηκαν στη γραπτή εξέταση, προστίθεται «ο μέσος όρος της βαθμολογίας που δόθηκε για κάθε ένα από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους (β), (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου 1 του άρθρου 3». Τηρήθηκε ο νόμος, κατατέθηκαν οι χωριστές βαθμολογίες των μελών, αποδόθηκαν ως τελικές μονάδες ο μέσος όρος τους και δεν στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας».

 

Τόσο οι μονάδες για την προφορική εξέταση, όσο και για τα υπόλοιπα κριτήρια, προβλέπονται στο Νόμο 6(Ι)/1998 και, ως ήδη ελέχθη, δεν θα μπορούσε η Ε.Δ.Υ. να παρεκκλίνει από τα θεσμοθετημένα πλαίσια και να προσδώσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα σε οποιοδήποτε κριτήριο, κατά το δοκούν. Αυτό βεβαίως ισχύει και σε σχέση με τη γραπτή εξέταση των υποψηφίων, όπου προβλέπεται ως ανώτατο όριο οι 100 μονάδες, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αιτητή ότι παραγνωρίστηκαν και/ή δεν λήφθηκαν δεόντως υπόψη τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης.

 

Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό περί μη αιτιολογίας και/ή ανεπαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης της Ε.Δ.Υ., ο οποίος και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ως έχει προαναφερθεί, ο Νόμος 6(Ι)/1998 δεν απαιτεί αιτιολογία για την απόφαση της Επιτροπής: αυτό που προβλέπει είναι να προστεθούν οι βαθμολογίες όλων των μελών της Ε.Δ.Υ. στα διάφορα στοιχεία κρίσης και αυτό έπραξε η Επιτροπή στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και Χρύσανθος Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1423/2011 κ.α., ημερ. 29.6.2015, ECLI:CY:AD:2015:D465).

 

Παρομοίως, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους της Ε.Δ.Υ.. Αντίθετα, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι η απόφαση της Επιτροπής υπήρξε το αποτέλεσμα προηγηθείσας δέουσας έρευνας και ως προς τα προσόντα των υποψηφίων (ακαδημαϊκά, πλεονέκτημα, συμπληρωμένα έτη μεταλυκειακών σπουδών σε αναγνωρισμένα ιδρύματα), αλλά και ως προς τα λοιπά στοιχεία κρίσης, τα οποία και η Ε.Δ.Υ. κατέγραψε αναλυτικά στην απόφασή της (παράρτημα 17 στο δικόγραφο της ένστασης των καθ’ ων η αίτηση). Όπως αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίας λήψης της επίδικης απόφασης, ο Πρόεδρος και τα μέλη της Ε.Δ.Υ. βαθμολόγησαν χωριστά την απόδοση του κάθε υποψηφίου στην προφορική εξέταση και ακολούθως μελέτησαν το περιεχόμενο της αίτησης κάθε υποψηφίου, αναφορικά με τα προσόντα, περιλαμβανομένων και των προσόντων που με βάση τυχόν διατάξεις νόμου ή κανονισμού ή του οικείου σχεδίου υπηρεσίας θεωρούνται πλεονέκτημα, την πείρα κάθε υποψηφίου, ενώ έλαβαν υπόψη και όλα τα πιστοποιητικά σπουδών/βεβαιώσεις πείρας που είχαν υποβληθεί και αποτίμησαν σε μονάδες τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του Νόμου 6(Ι)/1998. Για την απονομή των μονάδων σε σχέση με τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης, της προφορικής εξέτασης, την αξιολόγηση του οικείου Προϊσταμένου Τμήματος, το πλεονέκτημα και άλλα ακαδημαϊκά προσόντα, καθώς και την πείρα των υποψηφίων, η Ε.Δ.Υ. ρητά ανέφερε ότι εφάρμοσε τα όσα σχετικά προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 3(1). Μετά δε τη συμπλήρωση της διαδικασίας απονομής των μονάδων, και αφού στις μονάδες που οι υποψήφιοι έλαβαν στη γραπτή εξέταση προστέθηκε και ο μέσος όρος της βαθμολογίας που δόθηκε για κάθε ένα από τα κριτήρια που καθορίζει ο Νόμος, η Ε.Δ.Υ. προέβη στον καταρτισμό του Πίνακα Διοριστέων, στον οποίο αναγράφηκαν οι υποψήφιοι κατ’ αριθμό συνολικών μονάδων που είχε συγκεντρώσει ο καθένας, έτσι που πρώτος στη σειρά να είναι ο υποψήφιος με τον μεγαλύτερο αριθμό συνολικών μονάδων. Εν προκειμένω, τα δυο Ε.Μ. ήσαν οι δυο πρώτοι υποψήφιοι στον σχετικό Πίνακα, κατά σειρά κατάταξης.

 

Δεν διαπιστώνεται κενό έρευνας. Η Ε.Δ.Υ. προέβη στη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων της περίπτωσης και η τελική της κρίσης είναι σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και η τελική εκτίμηση των γεγονότων, καθώς και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575, ημερ. 14.7.1997),  η δε έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.6.1999).

 

Ως εκ των πιο πάνω, απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί ότι η απόφαση της Ε.Δ.Υ. είναι αναιτιολόγητη και προϊόν μη δέουσας έρευνας.

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ο μεταπτυχιακός τίτλος που απέκτησε ο αιτητής.

 

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός στερείται βασιμότητας. Εν πρώτοις, είναι σαφές από την ίδια την προκήρυξη των επίδικων θέσεων (παράρτημα 5 στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση) ότι αιτήσεις σε σχέση με την προκήρυξη για τις επίδικες θέσεις, μπορούσαν να υποβληθούν μέχρι την Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2019 και ώρα 14:00. Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου 6(Ι)/1998, μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή και τον διορισμό υποψηφίων είναι τα προσόντα, που με βάση τυχόν διατάξεις νόμου ή κανονισμού ή του οικείου για τη θέση σχεδίου υπηρεσίας, θεωρούνται ως πλεονέκτημα. Όπως δε ανέφερε η Ε.Δ.Υ. στη συνεδρία της, ημερομηνίας 5.9.2022 (παράρτημα 17 στην ένσταση), απένειμε σε κάθε υποψήφιο μονάδες αναφορικά με πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία είχαν αποκτηθεί μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για υποβολή των αιτήσεων. Ορθώς, εφόσον κατά τη νομολογία, ουσιώδης χρόνος για να ληφθεί υπόψη ένα ακαδημαϊκό προσόν υποψηφίου (πρόσθετο, πλεονέκτημα), είναι  ο χρόνος μέχρι και την τελευταία μέρα υποβολής της αίτησης, όχι όμως μεταγενέστερα (Δημοκρατία ν. Αδάμου Ανδρέα κ.α. (1993) 3 Α.Α.Δ. 153). Ο τίτλος στον οποίο αναφέρεται ο αιτητής, απονεμήθηκε σε αυτόν στις 16.3.2022. Συνεπώς, ορθά δεν λήφθηκε υπόψη το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα του αιτητή, ούτε και θα μπορούσε εξ’ αρχής να ληφθεί αυτό υπόψη ως πλεονέκτημα, εφόσον αυτός δεν ήταν κάτοχος πλεονεκτήματος κατά την τελευταία ημέρα υποβολής των αιτήσεων. Ούτε και προκύπτει να είχε τεθεί ενώπιον της Ε.Δ.Υ. ο συγκεκριμένος ακαδημαϊκός τίτλος κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. παράρτημα 12 στην ένσταση, όπου εκτίθενται όλα τα στοιχεία για κάθε υποψήφιο και ουδεμία αναφορά γίνεται στον εν λόγω τίτλο), όσα δε επισυνάπτονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί κατοχής του συγκεκριμένου τίτλου από τον αιτητή, αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία, εφόσον η αγόρευση, γραπτή ή προφορική, δεν συνιστά ούτε δικόγραφο, αλλ' ούτε μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1) (2013) 3 Α.Α.Δ. 242, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. PRIMETEL PLC κ.α., Α.Ε. 141/2015, ημερ. 9.10.2017).

 

Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ο συγκεκριμένος τίτλος, αυτό δεν θα βελτίωνε τις προοπτικές του αιτητή, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος ισχυρισμός να προβάλλεται αλυσιτελώς. Και τούτο, καθότι ο αιτητής έλαβε συνολική βαθμολογία 101.400 μονάδες, ενώ το Ε.Μ. 1 έλαβε 111.158 μονάδες και το Ε.Μ. 2 έλαβε 107.658 μονάδες. Συνεπώς, ακόμη και αν ο αιτητής ελάμβανε τον μέγιστο αριθμό μονάδων που θα μπορούσε να λάβει για τα ακαδημαϊκά του προσόντα, ήτοι τρεις (3) μονάδες, και πάλι η συνολική του βαθμολογία θα ανερχόταν στις 104.400, η οποία βεβαίως είναι χαμηλότερη από αυτήν των δυο Ε.Μ., με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να αλλάξει η τελική κατάταξη, έτσι ώστε να διοριστεί αυτός αντί τα Ε.Μ. στην επίδικη θέση (βλ. Δ. Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» 6η έκδοση, σελ. 497-498, καθώς και την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Ν.Α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1324/2018, ημερ. 13.1.2023).

 

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δόθηκε υπερβολική βαρύτητα στην προηγούμενη πείρα του Ε.Μ. 2, είναι αρκετό να υπομνησθεί ότι η πείρα αποτελεί ένα από τα κριτήρια για επιλογή και διορισμό των υποψηφίων, σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(v) του Νόμου 6(Ι)/1998, το οποίο καθορίζει τις μονάδες που μπορούν να δοθούν στο συγκεκριμένο κριτήριο (από 0 έως 5). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 5.9.2022, η Επιτροπή, σε σχέση με το κριτήριο της πείρας που είναι σχετική με τα καθήκοντα της θέσης, επεξήγησε τη μεθοδολογία απονομής των μονάδων που αναλογούσαν στο υπό αναφορά κριτήριο. Όπως δε επίσης προκύπτει από το συγκεκριμένο πρακτικό, η Ε.Δ.Υ. προέβη στην αξιολόγηση του κριτηρίου της πείρας εκάστου υποψηφίου στη βάση των σχετικών πιστοποιητικών και/ή βεβαιώσεων που είχαν προσκομιστεί ενώπιον της, ως είχε ζητηθεί από κάθε υποψήφιο να πράξει δια της υποβολής της αίτησής του, αξιολογώντας κατά πόσον αυτή η πείρα ήταν σχετική ή όχι με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης.

 

Με αυτό ως δεδομένο και στη βάση των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι η απόδοση των μονάδων στο Ε.Μ. 2 όσον αφορά το κριτήριο της πείρας ήταν εύλογη και, εν πάση περιπτώσει, εντός της διακριτικής ευχέρειας της Ε.Δ.Υ.. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων και/ή προσόντων των υποψηφίων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου. Δικαστική παρέμβαση κατά την άσκηση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, δικαιολογείται μόνον όταν το διορίζον όργανο έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 100/2020, ημερ. 19.2.2025, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. 61/2020, ημερ. 24.1.2025, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/2014 ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:C493, Σουρουλλά ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 74/2013 ημερ. 10.10.2019, Μαππή ν. Δημοκρατίας  (2017) 3 (Β) Α.Α.Δ. 862, 869). Δεν διαπιστώνεται τέτοια υπέρβαση στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Ενόψει των πιο πάνω, και ο συγεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Τέλος, και με δεδομένο ότι δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε σφάλμα ή/και ελάττωμα στην ακολουθηθείσα επίδικη διαδικασία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε και λόγος για έκδηλη υπεροχή μπορεί να γίνεται: είναι δε παγίως νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκεί όπου απουσιάζει έκδηλη υπεροχή, ώστε να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης με τη δική του, εκτός αν πράγματι προκύπτει μια τέτοια έκδηλη υπεροχή (Μαρία Παπά ν. Ανδρέας Φραντζής, Α.Ε. 91/2014, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62). Επέμβαση του Δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όπου ικανοποιείται από τον αιτητή ότι αυτός υπερείχε έκδηλα του υποψηφίου που έχει επιλεγεί. Μόνο σε τέτοια περίπτωση το όργανο που έχει προβεί στην επιλογή, θεωρείται ότι έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και έχει κάνει κακή χρήση της (Γεώργιος Χωραττάς ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 43/2021, ημερ. 19.11.2024, Georghiou v. Republic (1976) 3 CLR 74, Δημοκρατία κ.α. ν. Παπαχριστοδούλου κ.α. (2002) 3 Α.Α.Δ. 329, Χρίστος Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 901/2010, ημερ. 8.10.2013, ΕΔΥ ν. Παπαχριστοδούλου (2002) 3 Α.Α.Δ. 329). Στην υπό κρίση περίπτωση, η Ε.Δ.Υ. άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια εντός των ορίων που της παρέχει ο Νόμος και σε καμία περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί έκδηλη υπεροχή του αιτητή έναντι των δυο Ε.Μ., ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου (Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023).

 

Ούτε και εντοπίζεται υπέρβαση των ορίων της διακριτικής εξουσίας της Διοίκησης, ούτως ώστε να χωρεί δικαστική παρέμβαση (Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1/17, ημερ. 18.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:C286), δεδομένου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και τη διακρίβωση του κατά πόσον η Διοίκηση έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας (Γιαννάκης Κολώνας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 94/2016 κ.α. ημερ. 26.7.2023).

 

Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, η δε προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Επιδικάζονται €1600 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.

 

 

 

                                                                                                    


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο