ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 211/2013
13 Μαΐου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
INGA MARIANNE LANITIS
Αιτήτρια,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ' ων η Αίτηση.
____________________________________________________________
K. Kακουλλή (κα) για Χρύσης Δημητριάδης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, δικηγόροι Αιτήτριας.
Θ.Πιπερή (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, η αιτήτρια ιδιοκτήτρια ακινήτου στην επαρχία Λεμεσού, προσβάλλει τη νομιμότητα του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού 2011 καθώς και την απόρριψη της ενστάσεως της, που υπέβαλε σύμφωνα με τη διαδικασία πού προβλεπόταν στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο (Ν.90/1972), όπως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται κατ’επανεκδίκαση μετά την απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίoυ αρ. 106/2018. (Συν. Υποθ. αρ. 211/2013, 473/2013, 474/2013 και 499/2013) ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου 2024, Κ.Δ. ΜΕΣΩ YΠOYPΓEIOY EΣΩTEPIKΩN / YΠOYPΓIKOY ΣYMBOYΛIOY ν. 1. INGA MARIANNE LANITIS και άλλοι.
Ως προς το ιστορικό της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, σημειώνεται ότι, μετά την επιστροφή των υποθέσεων προς επανεκδίκαση, το παρόν Δικαστήριο επαναόρισε την υπόθεση κατ’ επανάληψη ούτως ώστε να ειδοποιηθούν και να εμφανιστούν οι αιτητές όλων των προσφυγών και να καθοριστεί η θέση τους, δεδομένου του χρόνου που είχε παρέλθει, αλλά και εξελίξεων οι οποίες είχαν μεσολαβήσει της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης αναφορικά με τα επηρεαζόμενα ακινητα.
Εν τέλει, οι αιτητές σε όλες τις προσφυγές εντοπίστηκαν με αποτέλεσμα να γίνει απόσυρση των Υποθέσεων αρ. 473/2013 και 474/2013 με γραπτή δήλωση των διαδίκων, ενώ και η Υποθεση αρ. 499/2013 αποσύρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9.07.2024, με συμφωνίες των διαδίκων να μην επιδικασθούν δικηγορικά έξοδα ενάντια σε οιαδήποτε πλευρά.
Αναφορικά με την υπόθεση αριθμός 211/2013, ενώ αρχικά εξετάστηκε η απόσυρση της, εντέλει, μετά από απαίτηση της Αιτήτριας προωθήθηκε μέχρι τέλους και η παρούσα απόφαση επιφυλάχθηκε στις 13.11.2025.
Σύμφωνα με την περιγραφή των γεγονότων στην Ένσταση και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων πού κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τα σχετικά γεγονότα με την υπόθεση της Αιτήτριας, έχουν ως εξής:
Μετά την εκπόνηση του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού τον Ιούλιο του 2011 (29/07/2011), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 18(4) του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (Ν.90/72), η Αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια τον ακινήτου με αρ. Τεμ. 374, Φ/Σχ. LIV/25 και 33, το οποίο βρίσκεται στον Δήμο Λεμεσού, Ενορία Αγίας Φυλάξεως (στο εξής το τεμάχιο) υπέβαλε στις 12/10/2011 Ένσταση αιτούμενη την ένταξη του ακινήτου της σε άλλη Πολεοδομική ζώνη από αυτήν που καθορίστηκε. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια στην παρούσα αιτείτο ένταξης του ακινήτου της, που ανήκε στην διοικητική περιοχή τον Δήμου Λεμεσού στην οικιστική Ζώνη Κα8 αντί στην γεωργική Γα4, επικαλούμενη συγκεκριμένους λόγους προς επιτυχία της ένστασης της.
Η ένσταση με α/α 15/2011 εξετάστηκε από την αντίστοιχη Επιτροπή Μελέτης των Ενστάσεων (ΕΜΕ) της διοικητικής περιοχής Λεμεσού στην οποία άνηκε το ακίνητο.
Σημειώνεται πως, οι ΕΜΕ συγκροτήθηκαν σε συμβουλευτικό σώμα βάσει μεταβίβασης αρμοδιότητας από τον Υπουργό Εσωτερικών για να εξετάσουν τις ενστάσεις και να θέσουν εισηγήσεις προς τον ίδιο. Βάσει του Νόμου (άρθρο 18(6)) την αποφασιστική αρμοδιότητα για την ετοιμασία παρατηρήσεων και ενστάσεων επί των ενστάσεων έχει ο Υπουργός Εσωτερικών. Η σχετική Επιτροπή Μελέτης των Ενστάσεων αποτελείται από:
i. Τον Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεων ή εκπρόσωπό του (συντονίζει τις εργασίες)
ii. Τον Πρόεδρο του Πολεοδομικού Συμβουλίου, ή άλλο μέλος τον Συμβουλίου
iii. Τον Δήμαρχο ή Κοινοτάρχη της διοικητικής περιοχής στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία ή εκπροσώπούς τούς
iv. Έγκριτο πρόσωπο που ορίζει ο Υπουργός Εσωτερικών, με ειδική γνώση σε θέματα χωροταξίας, ανάπτυξης και περιβάλλοντος, που ορίζεται από του Υπουργό Εσωτερικών, ενεργεί ως ανεξάρτητο άτομο και δεν εκπροσωπεί με οποιοδήποτε τρόπο συγκεκριμένο φορέα.
Σημειώνεται ακόμα ότι κατά του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού του 2011 υποβλήθηκαν 732 Ενστάσεις, από τις οποίες 93 Ενστάσεις αναφορικά με την περιοχή του Δήμου Λεμεσού, ενώ η ΕΜΕ παρακάθησε σε τέσσερις συνεδριάσεις για εξέταση αυτών των ενστάσεων, μεταξύ των οποίων και αυτήν της Αιτήτριας με α/α 15/2011.
Κατά τις συνεδριάσεις, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά, η εκπρόσωπος του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεων κα. Αριστοτέλους, παρουσίασε σειρά σχεδίων, αεροφωτογραφιών, φωτογραφιών και χαρτών, όπως και Συνοπτικό Πίνακα όπου καταγράφονται τα στοιχεία και δεδομένα της κάθε ένστασης. Το απόσπασμα από τον πίνακα όπου καταγράφεται η απόφαση επί την ένσταση της αιτήτριας επισυνάπτεται ως τελευταίο παράρτημα στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.
Αναφορικά με την ένσταση της αιτήτριας (α/α 15/2011) καταγράφονται τα εξής υπό τον τίτλο «Μελέτη Ενστάσεων κατά τον Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού 2011 Διοικητική Περιοχή Δήμου Λεμεσού» και τον υπότιτλο «Πρακτικά Συνεδριάσεων Επιτροπής Μελέτης Ενστάσεων (ΕΜΕ) 15 Μαρτίου, 21 Μαρτίου, 11 Απριλίου και 18 Ιουνίου 2012». Στην τελευταία σελίδα των πρακτικών, αναφέρεται η εισήγηση της Επιτροπής Μελέτης Ενστάσεων (ΕΜΕ) μεταξύ άλλων και επί της ένστασης που υποβλήθηκε από την Αιτήτρια στη παρούσα.
Αυτούσιο το κείμενο της «Συνοπτικής Περιγραφής της Ένστασης» έχει ως εξής :
« Ένταξη του τεμαχίου στη συνορεύουσα Οικιστική Ζώνη Κα8.
-Το τεμάχιο αποτελεί φυσική συνέχεια των προκείμενων τεμαχίων και βρίσκεται σε οροπέδιο (στην ένσταση παρουσιάζεται χάρτης με ισοϋψείς καμπύλες).
-το τεμάχιο διασχίζεται από αγροτικό δρόμο, που αποτελεί συνέχεια δρόμου που προέκυψε από διαχωρισμό τεμαχίων.»
Υπό τον τίτλο «Εισήγηση Επιτροπής Μελέτης Ενστάσεων (ΕΜΕ)» αναφέρονται αυτούσια τα πιο κάτω:
«Κατά πλειοψηφία απόρριψη
Ο Δήμαρχος ζητά την ικανοποίηση τον αιτήματος όπως έχει τεθεί στην ένσταση του Δήμου.
Οι κ.κ Αριστοτέλους, Ξενοφώντος και Αχνιώτης σημείωσαν ότι στα πλαίσια της διαδικασίας αναθεώρησης τον Τοπικού Σχεδίου, μελετήθηκε από το Πολεοδομικό Συμβούλιο το θέμα των επεκτάσεων της οικιστικής ζώνης στην ευρύτερη περιοχή τον αιτήματος αυτού και αποφασίστηκε μερική επέκταση της Οικιστικής Ζώνης σε βάρος της Γα4 σε περιοχή που κρίθηκε κατάλληλη. Περαιτέρω, επέκταση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν είναι ορθολογική καθώς σε υφιστάμενες Οικιστικές Ζώνες της περιοχής έχουν πολλά κενά τεμάχια και παρουσιάζουν μεγάλες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης. Επιπρόσθετα η τάση ανάπτυξης των υφιστάμενων Οικιστικών Ζωνών δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο.
Συνεπώς, γίνεται εισήγηση για απόρριψη της ένστασης.»
Η Επιτροπή Μελέτης των Ενστάσεων κατέληξε σε εισήγηση προς τον Υπουργό για απόρριψη της σχετικής ένστασης. Το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε τις εισηγήσεις του Υπουργού επί των απορρίψεων, μεταξύ άλλων ενστάσεων, και επί αυτής της αιτήτριας (ανάμεσα στο σύνολο των αλλαγών και τροποποιήσεων που ενέκρινε) και στη συνέχεια δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα το Τοπικό Σχέδιο. Με σχετικές επιστολές προς τους επηρεαζόμενους, αυτοί ενημερώθηκαν για την απόρριψη των ενστάσεων τούς.
Η Αιτήτρια καταχώρησε κατά του Τοπικού Σχεδίου την παρούσα υπόθεση, όπου προβάλλει λόγους ακυρώσεως κατά της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής Μελέτης των Ενστάσεων (ΕΜΕ) που κατέληξαν σε εισήγηση προς τον Υπουργό για απόρριψη της ένστασης της, απόφαση την οποίαν ο Υπουργός υιοθέτησε για τους σκοπούς της δικής του πρότασης - εισήγησης στο Υπουργικό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα η αιτήτρια, με αναφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακινήτου της, όπως είχε την ευκαιρία να τα περιγράψει στην ένσταση της, εισηγείται πως η επίδικη απόφαση της ΕΜΕ στερείται αιτιολογίας, δέουσας έρευνας, προέκυψε υπό πλάνη περί τα πράγματα, παράβαση της αρχής της ισότητας και υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την απόφασης της Μ. Καλλιγέρου Π.Δ.Δ. (όπως ήταν τότε) στις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 211/2013, 473/2013, 474/2013, 499/2013, ημερομηνίας 12.06.2018, εξέτασε αυτεπαγγέλτως, ως ζήτημα δημοσίας τάξης, ζήτημα συγκρότησης και λειτουργίας της Επιτροπής Μελέτης των Ενστάσεων της Τοπικής Περιοχής του Δήμου Λεμεσού, εντοπίζοντας κακή συγκρότηση, με αποτέλεσμα να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη. Δεδομένης της κρίσης ότι η απόφαση πάσχει στο ήδη προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης των ενστάσεων των αιτητών από τις ΕΜΕ, αυτό της συγκρότησης τους σε σώμα, δεν εξέτασε τους προβαλλόμενους από τους αιτητές λόγους ακυρώσεως. Ωστόσο η απόφαση αυτή του Διοικητικού Δικαστηρίου ανατράπηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα όλες ο υποθέσεις να επανέλθουν στο παρόν Δικαστήριο προς επανεκδίκαση, όπου τρεις εξ αυτών αποσύρθηκαν ενώ η παρούσα παρέμεινε μέχρι τέλους.
Εν προκειμένω, η αιτήτρια προωθεί τους εξής λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, οι οποίοι παραμένουν προς εξέταση:
1. Ισχυρισμό ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και/ή της χρηστής διοίκησης, καθώς τεμάχια τα οποία συνορεύουν με το τεμάχιο της Αιτήτριας και τα οποία διαθέτουν ίδια χαρακτηριστικά με αυτά που διαθέτει το τεμάχιο της Αιτήτριας το οποίο αποτελεί την φυσική συνέχεια των παρακείμενων τεμαχίων, σε χαρακτηριστικό οροπέδιο υψώματος, εντάχθηκαν στην οικιστική ζώνη Κα8, ενώ το τεμάχιο της Αιτήτριας παρέμεινε σε αγροτική ζώνη Γα4.
2. Ισχυρισμό ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα και/ή μελέτη όλων των δεδομένων και παραμέτρων τον ζητήματος και/ή χωρίς ουσιαστική μελέτη της ένστασης της Αιτήτριας.
3. Ισχυρισμό ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με πραγματική πλάνη και στερείται δέουσας ή βάσιμης έρευνας και/ή οποιασδήποτε αιτιολογίας.
4. Ισχυρισμό ότι, η διοίκηση ενήργησε καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της.
Η θέση της Αιτήτριας στηρίζεται στην ένστασή της ενώπιον της ΕΜΕ επί της τροποποίησης του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού, όπου έγινε επέκταση των Οικιστικών Ζωνών της περιοχής Αγίας Φύλας, χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτήν το τεμάχιο της, το οποίο παρέμεινε στην αγροτική ζώνη. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών της παραπέμπει στην ένστασή της όπου επισυνάπτονται σχετικά τοπογραφικά σχέδια και χάρτες της περιοχής και υποστηρίζει ότι το τεμάχιο της λανθασμένα δεν εντάχθηκε στην νέα οικιστική ζώνη, παρόλο που όπως ισχυρίζεται, από τη σημειογραφία τον χωρομετρικού σχεδίου αποδεικνύεται πως αυτό αποτελεί φυσική συνέχεια των παρακείμενων τεμαχίων στα νότια σε χαρακτηριστικό οροπέδιο υψώματος. Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποδεικνύει ότι το υπό αναφορά τεμάχιο, διασχίζεται από αγροτικό δρόμο ο οποίος αποτελεί συνέχεια δρόμου, ο οποίος έχει προκύψει από συνέχεια δρόμου στα νότια. Σημειώνοντας ότι ο Δήμαρχος ενώπιον της ΕΜΕ ζήτησε την ικανοποίηση τον αιτήματος, ισχυρίζεται πως η Επιτροπή έλαβε την απόφαση να απορρίψει την ένσταση της Αιτήτριας βεβιασμένα, χωρίς να έχει προβεί στη δέουσα έρευνα, και καθοδηγούμενη από πλάνη, ενώ υποστηρίζει πως, είναι ξεκάθαρο ότι ουδέποτε έγινε επιτόπια επίσκεψη στο χώρο.
Αντίθετα, η δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της εκτενούς γραπτής της αγόρευσης, σχολιάζει τις θέσεις των δικηγόρων της αιτήτριας αναφερόμενη στις πρόνοιες της νομοθεσίας και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ρυθμίζει το ζήτημα των τοπικών σχεδίων, τονίζοντας πως, δεν υπάρχει απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να ακύρωσε Τοπικό Σχέδιο στη βάση των τεχνικών/ουσιαστικών του χαρακτηριστικών, επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμβατο με την αναθεωρητική του δικαιοδοσία. Αυτό που ελέγχεται, υποδεικνύει, είναι μόνο το ζήτημα της διενέργειας δέουσας έρευνας για σκοπούς απόρριψης – ή μερικής αποδοχής - των όσων ενστάσεων έχουν υποβληθεί από τους εκάστοτε αιτητές. Κατά τα λοιπά, υποδεικνύει, η εκπόνηση ενός Τοπικού Σχεδίου είναι δημιούργημα, κατ’ εξοχήν τεχνικής κρίσης της διοίκησης, που βασίζεται σε τεχνικά κριτήρια τα οποία δεν εναπόκειται ούτε στους αιτητές, ούτε στο Διοικητικό Δικαστήριο να αξιολογήσουν.
Όσο αφορά την αιτιολογία, τονίζει η κα.Πιπερή ότι, στα Τοπικά Σχέδια δεν απαιτείται η αιτιολόγηση της κατάταξης κάθε τεμαχίου χωριστά ή η διενέργεια δέουσας έρευνας σε λεπτομέρεια στην κλίμακα του ενός τεμαχίου. Όπως υποδεικνύει, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στον έλεγχο του κατά πόσο το αρμόδιο διοικητικό όργανο διεξήγαγε επαρκή ή δέουσα έρευνα για εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων και κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο πλάνης περί τα πράγματα ή υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας. Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση των Καθ’ ων η Αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας, ενώ σε περίπτωση που κριθεί ότι αυτή είναι ελλιπής, η αιτιολογία συμπληρώνεται άνετα από τα στοιχεία του φακέλου, αφού εξέταση του περιεχομένου του φακέλου καταδεικνύει καθαρά τους λόγους που οδήγησαν την ΕΜΕ στην απόρριψη της ένστασης.
Έχω μελετήσει τα έγγραφα στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και ειδικότερα τα όσα κατέγραψε η ΕΜΕ στον σχετικό Πίνακα ως ανωτέρω, ενώ έχω διαβάσει με προσοχή και τα όσα έχουν προβληθεί εκατέρωθεν στις γραπτές αγορεύσεις των μερών. Εξετάζοντας σωρευτικά τους προβαλλόμενους από την αιτήτρια λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, καταγράφω τα εξής.
Καταρχήν, διαπιστώνω ότι η ΕΜΕ κατέγραψε σε σχετικό Πίνακα τα κύρια επιχειρήματα στην ένσταση της αιτήτριας (α/α 15/2011), ενώ όπως καταγράφεται στα «Πρακτικά Συνεδριάσεων Επιτροπής Μελέτης Ενστάσεων (ΕΜΕ) 15 Μαρτίου, 21 Μαρτίου, 11 Απριλίου και 18 Ιουνίου 2012», η ΕΜΕ εξέτασε σειρά σχεδίων, αεροφωτογραφιών, φωτογραφιών και χαρτών, όπως και Συνοπτικό Πίνακα όπου καταγράφονται τα στοιχεία και δεδομένα της κάθε ένστασης. Διαπιστώνω ότι, στη παράγραφο 2.2. αναγράφεται ρητώς «2.2. Τα Μέλη της ΕΜΕ δήλωσαν ότι έχουν μελετήσει όλες τις ενστάσεις και γενικά όλα τα έγγραφα που αφορούν την εξέταση των θεμάτων που άπτονται του Τοπικού Σχεδίου Λεμεσού και των Ενστάσεων κατά των προνοιών του (…)».
Υιοθετώντας για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης τις αναφορές στην Αγόρευση των Καθ’ ων η Αίτηση, θα συμφωνήσω ότι, ο πολεοδομικός σχεδιασμός δεν αποσκοπεί στο να μεταχειρισθεί κατά τρόπο ισότιμο τα τεμάχια ιδιοκτησίας, αλλά να προβεί σε σχεδιασμό μίας οικιστικής περιοχής τοποθετώντας διάφορες ζώνες διότι αυτό επιβάλλουν οι ανάγκες συμβίωσης των ανθρώπων. Ούτε σκοπός του πολεοδομικού σχεδιασμού είναι η ίση μεταχείριση των ιδιοκτητών γης. Μοναδικός και αντικειμενικός σκοπός του πολεοδομικού σχεδιασμού είναι σχεδιασμός οικισμών κατά τρόπο τέτοιο που να ανταποκρίνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ανάγκες συμβίωσης των ανθρώπων, διότι αυτό καθόρισε ο νομοθέτης στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο (Ν.90/1972) και γιατί αυτό ωφελεί το δημόσιο συμφέρον.
Εξετάζοντας τα δεδομένα της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, η ΕΜΕ κατέγραψε στον σχετικό Πίνακα την ουσία των ισχυρισμών ένστασης της αιτήτριας. Οι αναφορές της αιτήτριας ότι, «Το τεμάχιο αποτελεί φυσική συνέχεια των προκείμενων τεμαχίων και βρίσκεται σε οροπέδιο» όπως και ότι «το τεμάχιο διασχίζεται από αγροτικό δρόμο, που αποτελεί συνέχεια δρόμου που προέκυψε από διαχωρισμό τεμαχίων», προκύπτει ότι ήταν ενώπιον της ΕΜΕ, αφού στην ένσταση παρουσιάζεται χάρτης με ισοϋψείς καμπύλες τον οποίον τα Μέλη της ΕΜΕ είχαν ενώπιον τους. Επίσης, δεδομένων των σχεδίων, φωτογραφιών και αεροφωτογραφιών που παρουσίασε το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, κρίνω πως η έρευνα ήταν πλήρης, ενώ ούτε επιτόπια επιθεώρηση χρειαζόταν δεδομένης της εξέτασης των εγγράφων συμπεριλαμβανομένου χάρτη της περιοχής του ακινήτου με ισοϋψείς καμπύλες. Συνεπώς, η εξέταση του περιεχομένου του φακέλου καταδεικνύει καθαρά τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της ένστασης της αιτήτριας, αφού εξετάστηκαν όλα τα δεδομένα, στοιχεία και γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και προϊόν δέουσας έρευνας, αφού πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει ο νόμος και η νομολογία για να μπορεί μία πράξη να θεωρηθεί ως δεόντως αιτιολογημένη και ως προϊόν δέουσας έρευνας.
Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση των δικηγόρων της αιτήτριας περί μη δέουσας έρευνας και πάσχουσας αιτιολογίας. Η αιτιολογία μίας απόφασης δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάζεται μόνο στο σώμα της πράξης, αλλά μπορεί να διαπιστώνεται και από τα στοιχεία του φακέλου (Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 ΑΑΔ 298, 304), όπως συμβαίνει στη παρούσα.
Σύμφωνα με το άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/99), «η αιτιολογία μίας πράξης δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασής του» και το άρθρο 29 προνοεί ότι «η αιτιολογία μπορεί να συμπληρωθεί ή να αναπληρωθεί από στοιχεία του διοικητικού φακέλου». Σχετικά στην απόφαση του Α.Δ. ημερομηνίας 29.4.1999, LATOMIA ESTATE LTD και Άλλων ν. Δημοκρατίας. Προσφ. 211/1994 κ.α., αναφέρονται τα εξής, που ισχύουν κατ’ αναλογία και στην παρούσα περίπτωση:
«Όσον αφορά δε την αιτιολόγηση της απαλλοτρίωσης, ο Κωνσταντινίδης, Δ., στη υπόθεση Σταυρίδη ν. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 303, ανωτέρω, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 319:
“Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η ανάγκη για την αιτιολόγηση της απόφασης για την απαλλοτρίωση προϋποθέτει ενσωμάτωση σε αυτή του όγκου των στοιχείων που υπήρχαν. Η παραπομπή σ΄ αυτά τα στοιχεία έχοντας υπόψη τη φύση του θέματος, προσφέρει την αναγκαία αιτιολόγηση και επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο (Βλ. Alakati Investment Ltd and Another v. Republic (Minister of Commerce and Others (1973) 3 CLR 255)"
Εν προκειμένω, ούτε και η θέση των δικηγόρων της αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της ισότητας βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει και ερμηνεύσει την αρχή της ισότητας. Ενδεικτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Υπόθεση Ράφτη Μάρω και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2001) 4 Α.Α.Δ. 485, ημερομηνίας 28.6.2001, καταγράφονται τα εξής (η έμφαση προστίθεται):
«Τέταρτος λόγος ακύρωσης - Η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Ο πιο πάνω λόγος ακύρωσης έχει σαν έρεισμα την θέση ότι το κτήμα της αιτήτριας στην Προσφυγή 239/2000 έτυχε επιλεκτικής αντιμετώπισης δηλαδή απαγορεύτηκε οποιαδήποτε χρήση του «πλην μικρών αθλητικών εγκαταστάσεων» ενώ για τα άλλα κτήματα δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός. Για τη διαφοροποίηση αυτή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, η αρχή της ισότητας παραβιάζεται και λόγω της άδειας για διαχωρισμό τεράστιου αριθμού οικοπέδων και λόγω της παραχώρησης γης στον Οργανισμό Αναπτύξεως Γης. Αν - κατέληξε ο κ. Γεωργιάδης - «περιβαλλοντικοί λόγοι επιβάλλουν το συντελεστή 5/1000 στην περιοχή των κτημάτων τότε τις συνέπειες θα έπρεπε να επωμισθούν όχι μόνο οι αιτήτριες αλλά όλοι οι ιδιοκτήτες της περιοχής περιλαμβανομένων του Οργανισμού Ανάπτυξης Γης και των ιδιωτών - ιδιοκτητών των κτημάτων των οποίων η γη τους είναι όμοια και απαράλλακτη με και περικυκλώνει αυτή των αιτητριών».
Η επιλογή των περιοχών - και των κτημάτων - που θα ενταχθούν σε μια συγκεκριμένη πολεοδομική ζώνη, και η έκταση των περιορισμών συνιστούν τεχνικό θέμα αναγόμενο στην κρίση της διοίκησης, η απόφαση της οποίας είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη εκτός αν διαπιστώνεται κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας. Τέτοια κατάχρηση ή υπέρβαση δεν έχει διαπιστωθεί. Έπεται πως ο δικαστικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας δεν είναι εφικτός. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.»
Σημειώνω τέλος ως προς τον τελευταίο λόγο ακύρωσης περί υπέρβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ότι, η ΕΜΕ στην Έκθεση της, δικαιολογώντας την εισήγηση της για απόρριψη της Ένστασης της Αιτήτριας, καταγράφει πως, ήδη οι υφιστάμενες οικιστικές ζώνες έχουν πολλά κενά, συνεπώς, δεν υπήρχε κανένας λόγος να επεκταθεί η οικιστική ζώνη χωρίς να πληρωθούν ήδη αυτά τα υφιστάμενα κενά. Όπως ακόμα υποδεικνύεται από τους Καθ’ ων η αίτηση, σε τεχνικό επίπεδο ενθαρρύνεται ο κορεσμός μίας οικιστικής ζώνης προτού «ανοίξουν» νέες οικιστικές ζώνες, και αυτό διότι κάθε οικιστική ζώνη συνεπάγεται την υποχρέωση του κράτους να δημιουργήσει την απαραίτητη υποδομή για ανάπτυξη, η οποία περιλαμβάνει από οδικό δίκτυο, ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, αποχέτευση, μέχρι ακόμα και χώρους αναψυχής και εκπαιδευτήρια. Ο πιο πάνω κανόνας που προϋποθέτει τον «κορεσμό» μίας ζώνης προτού αυτή επεκταθεί εκ νέου, συνιστά επιστημονικό πολεοδομικό κανόνα αλλά και πολιτική που υιοθέτησε το κράτος. Διότι αν δεν είναι συμπαγής και συνεκτική η οικιστική ανάπτυξη, προβάλλεται, το κόστος του κράτους να παρέχει την ανάλογη υποδομή για τους πολίτες του οικισμού αυξάνεται δραματικά. Συνεπώς, θα συμφωνήσω με την κα.Πιπερή ότι, δεν ενδεικνυόταν για τεχνικούς και ουσιαστικούς λόγους η αποδοχή της ενστάσεως της Αιτήτριας ώστε να ενταχθεί το ακίνητο της σε οικιστική ζώνη και αυτό προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από την καταγραφή της τοποθέτησης της ΕΜΕ στον σχετικό Πίνακα. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζω, είναι παγίως νομολογημένο ότι η κρίση της διοίκησης επί ζητημάτων τεχνικής φύσης ή που απαιτούν τεχνικές γνώσεις είναι γενικά ανέλεγκτη. Δεν χωρεί επέμβαση εφόσον η διοίκηση κινήθηκε μέσα σε λογικά πλαίσια, όπως κρίνω ότι έδρασε στη παρούσα περίπτωση εξέτασης της ένστασης της Αιτήτριας.
Λέγοντας αυτά, καταλήγω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση λειτούργησαν εντός της διακριτικής τους ευχέρειας, ως ορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Συνεπώς, θα απορρίψω και τον τελευταίο ισχυρισμό εκ μέρους της αιτήτριας, ότι η διοίκηση ενήργησε καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της και με κατάχρηση εξουσίας, ως εντελώς αβάσιμο.
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγω ότι, στην παρούσα υπόθεση, ουδείς εκ των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης μπορεί να επιτύχει.
Η προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα 2000 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο