Mr Alijani Mohammad ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 355/2026, 20/5/2026
print
Τίτλος:
Mr Alijani Mohammad ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 355/2026, 20/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 355/2026 (K) iJustice

                                             

     20 Μαΐου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Mr Alijani Mohammad

Αιτητής

Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

1. Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Γεώργιος Βασιλόπουλος για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για Αιτητή

Νικόλας Κουρσάρης για Ν. Κουρσάρης Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: O Αιτητής είναι Ιρανός υπήκοος, που εισήλθε στη Δημοκρατία 2001. Το 2013 τέλεσε πολιτικό γάμο στο Δήμο Λευκωσίας με Βρεττανή υπήκοο (η «ΒΥ»), με την οποία το 2007 απέκτησαν μια θυγατέρα. Από τον διοικητικό φάκελο (έγγραφα σε Παράρτημα 2 σε ένσταση) φαίνεται ότι από το 2016 και εντεύθεν υπήρχαν καταγγελίες της ΒΥ σε Αστυνομία και Γενικό Εισαγγελέα περί βίας εναντίον της και απειλών εναντίον της ιδίας και της θυγατέρας της ζητώντας προστασία. Στο μεταξύ το 2019 ο Αιτητής καταδικάσθηκε από το Ε.Δ Λευκωσίας σε εξάμηνη φυλάκιση για διάφορα ποινικά αδικήματα (κλοπή, κακόβουλη ζημιά, παράνομη παραμονή, οπλοφορία για διέγερση τρόμου κ.α) ενώ το 2020 η ΒΥ ανέφερε ότι είναι σε διάσταση με τον Αιτητή αλλά λόγω οικονομικού κόστους δεν προχώρησε σε έκδοση διαζυγίου και ότι τόσο η ίδια όσο και η θυγατέρα του δεν επιθυμούν οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Τελικώς ο γάμος του Αιτητή με την ΒΥ λύθηκε με διαζύγιο το 2022 και από το 2023 ανατέθηκε στην ΒΥ η αποκλειστική γονική μέριμνα της θυγατέρας τους. Στις 18.05.2023 ο Αιτητής καταδικάσθηκε από το ΕΔ Λεμεσού, αυτή τη φορά σε 4 έτη φυλάκιση για διάφορα αδικήματα (ληστεία, διάρρηξη, παραμονή στη Δημοκρατία μετά την άδεια παραμονής κ.α), ποινή που εξέπνεε στις 27.03.2026.

 

Στις 22.01.2026 ο Αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), πράξεις που του επιδόθηκαν στις 27.03.2026 και τις οποίες προσβάλλει με τα Αιτητικά Α-Γ της παρούσας προσφυγής.

 

Σημειώνεται ότι με το Αιτητικό Δ της προσφυγής, ο Αιτητής ζητεί διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του, το οποίο όμως κείται εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 146(4) του Συντάγματος και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν. 131(I)/2015), άρα απορρίπτεται και προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης ως προς τα Αιτητικά Α-Γ της αίτησης ακυρώσεως.

 

Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη εκδόθηκε υπό καθεστώς πλάνης, χωρίς δέουσα έρευνα καθότι δεν τηρήθηκε ο Κανονισμός 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (οι «Κανονισμοί») περί αποστολής ειδοποίησης κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη. Υπό τον ίδιο λόγο ακύρωσης, εγείρει ισχυρισμούς ως προς την παραβίαση των άρθρων 29-30 του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμος του 2007 (Ν. 7(I)/2007) και του άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών Νόμου λόγω ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν αναφέρθηκαν στην οικογενειακή ζωή του Αιτητή ούτε αποτάθηκαν στις ΥΚΕ για να ζητήσουν τις απόψεις τους. Περαιτέρω, με παραπομπή σε νομολογία, υποβάλλεται ότι δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία ούτε η περίπτωση του Αιτητή διερευνήθηκε δεόντως και εξατομικευμένα αλλά και ότι ειδικά αναφορικά με το διάταγμα κράτησης, ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 18ΟΘ του Κεφ. 105 προκειμένου να παρασχεθεί δικαίωμα οικειοθελούς αναχώρησης αλλά ούτε και το άρθρο 18ΟΔ και 18ΠΣΤ του ιδίου νόμου καθότι το εύρημα περί κινδύνου διαφυγής δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου.

 

Το διάταγμα κράτησης πλήττεται και με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, στα πλαίσια του οποίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ισχυρίζεται ότι οι περιστάσεις του Αιτητή δε δικαιολογούσαν να εκδοθεί ένα τέτοιο παρεμβατικό μέτρο και άρα ότι παραβιάσθηκαν οι αρχές της αναγκαιότητας, αναλογικότητας και χρηστής διοίκησης.

 

Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι η κύρηξη του Αιτητή ως απαγορευμένου εξεδόθην αναρμοδίως από λειτουργό των Καθ’ ων η αίτηση χωρίς να προκύπτει ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να εκδίδει τέτοιες αποφάσεις. Παραπέμπει συναφώς την απόφαση του Διοικ. Εφετείου στην ΕΔΔ 34/2025 ημερ. 27.02.2026.

 

Με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι το εκδοθέν διάταγμα απέλασης του Αιτητή στο Ιράν παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης λόγω της εμπόλεμης κατάστασης που επικρατεί στη χώρα.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνεται της νομιμότητας απορρίπτοντας το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή, πλείστους των οποίων θεωρεί αόριστους και μη δικογραφημένους.

 

Εξέτασα τις εκατέρωθεν θέσεις και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και εγγράφων εξουσιοδοτήσεων, που κατατέθηκαν στις διευκρινίσεις και καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του λειτουργού που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες. Η εξουσιοδότηση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στις διευκρινίσεις καλύπτει τον συγκεκριμένο λειτουργό εφόσον ρητώς αναφέρεται το ονοματεπώνυμό του αλλά και η δυνατότητα να εκδίδει, μεταξύ άλλων, τις δυνάμει των άρθρων 6(1)(ζ) και 18ΠΣΤ αποφάσεις και διατάγματα. Δεν εφαρμόζεται άρα εν προκειμένω η απόφαση στην ΕΔΔ 34/2025 ημερ. 27.02.2026 όπου το ζήτημα της εκχώρησης εξουσίας ως προς την κήρυξη του εκεί αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ρητώς περιορίστηκε στο άρθρο 6(1)(κ) του Κεφ. 105 που εκεί ήταν επίδικο. Πέραν των εδαφίων (δ) και (κ), στην κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρθηκαν ρητώς (παράγραφος 2) στην καταδίκη του Αιτητή σε ποινικά αδικήματα στο δε Παράρτημα 3, το οποίο προπαρασκεύασε τις προσβαλλόμενες και εγκρίθηκε από τον εν λόγω λειτουργό έγινε επίσης ρητή αναφορά (παράγραφος 7) στο ότι τα αδικήματα αυτά είναι πολύ σοβαρά και σχετίζονται με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Συνεπώς εκ του περιεχομένου τους οι προσβαλλόμενες εδράζονται στην περίπτωση του άρθρου 6(1)(ζ) το οποίο κάνει λόγο για κήρυξη ως απαγορευμένου μετανάστη οποιουδήποτε προσώπου:

 

«τo oπoίo φαίvεται από μαρτυρία τηv oπoία τo Υπoυργικό Συμβoύλιo δυvατό vα θεωρήσει επαρκή, ότι εvδέχεται vα συμπεριφερθεί κατά τέτoιo τρόπo πoυ vα καταστεί επικίvδυvo στηv ησυχία, δημόσια τάξη, έvvoμη τάξη ή δημόσια ήθη»

 

Η συμπερίληψη και ως νομικής βάσης των άρθρων 6(1)(δ) και (κ) δε θεωρώ ότι πλήττει τις προσβαλλόμενες δεδομένου ότι η δυνατότητα κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη για λόγους δημόσιας τάξης  λόγω των ποινικών του καταδικών για σοβαρά αδικήματα (καταδίκες και αποτελούν την πλέον επαρκή μαρτυρία επικινδυνότητας για την δημόσια τάξη), παρέχει επαρκές νομιμοποιητικό έδαφος για την έκδοση των προσβαλλομένων από τον εν λόγω λειτουργό. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν ήθελε κριθεί ότι η εκχώρηση εξουσίας δεν καλύπτει τις περιπτώσεις του άρθρου 6(1)(δ) και (κ), σχετικό είναι το άρθρο 31 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), το οποίο προβλέπει ότι η εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα, που εν προκειμένω, ως ανέφερα, έχει.

 

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι δεν επιδόθηκε στον Αιτητή η ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 19 των Κανονισμών, καταρρίπτεται από το ίδιο το Παράρτημα Α1 στην αίτηση ακυρώσεως, όπου ακριβώς βρίσκεται η σχετική ειδοποίηση  του Αιτητή ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης και είναι άλλωστε και προσβαλλόμενη με το Αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως. Συνεπώς δε μπορεί να γίνεται λόγος ούτε ευσταθεί η θέση ότι της έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων δεν προηγήθηκε  επίδοση της ειδοποίησης αυτής.

 

Ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως των προνοιών του Ν. 7(I)/2007  διαπιστώνω ότι πράγματι δεν είναι δικογραφημένος στην αίτηση ακυρώσεως, εφόσον ουδέν εκ των 14 νομικών σημείων αφορά τον εν λόγω νόμο και άρα απορρίπτεται [βλ. Latomia Estate Ltd κ.α. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672, Ε.Δ.Δ. Αρ. 178/18 Χριστοδουλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.α. ημε.. 13.05.2024 και Ε.Δ.Δ. Αρ. 128/20 The Vegetable Producers and Exporters Ltd κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 03.04.2025].

 

Ως μάλιστα έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενες αποφάσεις (Πρ. Αρ. 807/2020 Seashell Development Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 16.04.2024 και Υπόθεση Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερ. 04.08.2023), εάν ο Αιτητής είχε παράπονο ότι παραβιάσθηκε η σχετική νομοθεσία όφειλε να είχε δικογραφήσει δεόντως επί της αίτησης ακυρώσεως τη θέση αυτή με συγκεκριμένη αναφορά στις παραβιασθείσες πρόνοιές της και όχι να εγείρει τον ισχυρισμό αυτό στα πλαίσια της ανάπτυξης ισχυρισμού περί πλάνης, πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας. Στην ως άνω αναφερόμενη SA με παραπομπή στην Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«Στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, στην οποία παραπέμπει και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«Για το λόγο ακύρωσης που αφορούσε στην πλάνη, δύο ήταν τα θέματα που εν πάση περιπτώσει ηγέρθηκαν πρωτοδίκως στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης: (α) πλάνη ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας του κ. Πηλαβά και (β) έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ύπαρξη έγκυρου γάμου.  Σε σχέση με το πρώτο θέμα, έγινε αναφορά στο Άρθρο 71 του Νόμου 92(Ι)/2003.  Όμως καμιά άλλη διασύνδεση του πιο πάνω Νόμου δεν έγινε με άλλα ζητήματα και κατά την άποψή μας δεν έπρεπε η υπόθεση να κριθεί στη βάση του πιο πάνω Νόμου.  Δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ένα τέτοιο επίδικο θέμα, αφού όχι μόνο δεν τέθηκε ως νομικό σημείο στην προσφυγή, αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε αιτιολόγηση που έστω και χαλαρά να θεωρηθεί ότι εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα(..)

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία, για να θεωρηθεί ως επίδικο ένα ζήτημα πρέπει όχι μόνον να εγείρεται στην αίτηση ακυρώσεως αλλά και να αναπτύσσεται στην Αγόρευση, η δε οποιαδήποτε κρίση ως προς την εφαρμογή ή παράβαση ενός συγκεκριμένου νόμου, τότε μόνον είναι δυνατόν να διαπιστωθεί δικαστικώς, όταν ακριβώς ο αιτητής έχει δικογραφήσει και αναπτύξει τις νομοθετικές πρόνοιες που επιθυμεί στα ευεργετήματά τους να προστρέξει. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη Shalaeva, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν καν εγείρει πρωτοδίκως οποιεσδήποτε προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με ζητήματα δέουσας δικογράφησης ή ανάπτυξης λόγων ακύρωσης παρ' όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους έφεσης των Καθ' ων η αίτηση για το ζήτημα αυτό.

 

Επίσης σχετική είναι η απόφαση στην Ε.Δ.Δ Αρ. 20/2024 Ruth Nsah v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 22.10.2024 (βλ. απόφαση πλειοψηφίας αλλά και μειοψηφίας ως προς τη δέουσα δικογράφηση).

 

Απορριπτέους κρίνω τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί παράβασης του άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών Νόμου (Κεφ. 105) λόγω ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν αναφέρθηκαν στην οικογενειακή ζωή του Αιτητή ούτε αποτάθηκαν στις ΥΚΕ για να ζητήσουν τις απόψεις τους και ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 18ΟΘ του Κεφ. 105 προκειμένου να παρασχεθεί δικαίωμα οικειοθελούς αναχώρησης αλλά ούτε και το άρθρο 18ΟΔ και 18ΠΣΤ του ιδίου νόμου καθότι το εύρημα περί κινδύνου διαφυγής δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου.

 

Ως προς το ζήτημα της παράβασης του άρθρου 18ΟΖ, από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου και δη στο Παράρτημα 3 στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τις υποβολές του Αιτητή, οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρθηκαν ρητώς στην οικογενειακή κατάσταση του αλλά και στο ιστορικό της, ότι ο Αιτητής ήταν από το 2019 σε διάσταση και το 2022 είχε διαζευχθεί από την ΒΥ, στην οποία μάλιστα ακολούθως το 2023 είχε ανατεθεί η αποκλειστική γονική μέριμνα της θυγατέρας τους κατόπιν και όσων είχαν μεσολαβήσει με την παραβατική συμπεριφορά του Αιτητή και την έναντι τους στάση. Αναφέρθηκε, με σύγχρονες της έκδοσης των προσβαλλομένων πληροφορίες, ότι ουδεμία επικοινωνία ο Αιτητής έχει τόσο με την ΒΥ όσο και με την θυγατέρα του, η οποία άλλωστε, σημειώνω, κατά την έκδοση των προσβαλλομένων ήταν ενήλικο πρόσωπο. Άρα δεν μπορεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να γίνεται λόγος για «οικογενειακή ζωή» του Αιτητή με τα πρόσωπα αυτά, η οποία να έχριζε της οποιασδήποτε συνδρομής των ΥΚΕ, σε κάθε δε περίπτωση οι Καθ΄ων η αίτηση αναφέρθηκαν με πλήρη λεπτομέρεια σε αυτή.

 

Περαιτέρω, δε διαπιστώνω ότι η διοίκηση αστόχησε να διερευνήσει επαρκώς τις εξατομικευμένες περιστάσεις του Αιτητή ούτε ότι αστόχησε να αιτιολογήσει επαρκώς τις προσβαλλόμενες. Αντιθέτως, ήταν δεδομένο και καταγράφηκε το παράνομο της παραμονής του στη Δημοκρατία, είχε άλλωστε καταδικαστεί ποινικά (και) για παράνομη παραμονή (βλ. Κατηγορία 5 επί Παραρτήματος 3 σε ένσταση), έγινε δε αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, σχετιζόμενα με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, τα οποία τον οδήγησαν σε πολυετή φυλάκιση με αποτέλεσμα η διοίκηση ευλόγως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για την περίπτωσή του δεν προσφέρονται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

Συναφώς δε θεωρώ ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση των άρθρων 18ΟΔ, 18ΟΘ και 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, καθότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τους Καθ' ων η αίτηση δείχνουν ότι εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη. Η θεώρησή τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δε φανερώνει ότι ενήργησαν κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης αλλά ήταν αναγκαία και αναλογική και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της νομολογίας, η οποία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής που δικαιολογεί την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος κράτησης (βλ. Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.08.2013).

 

Ως προς τον τελευταίο λόγο ακύρωσης περί ισχυριζόμενης παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι ουδέν στοιχείο παρατίθεται που να δεικνύει πραγματικό υπόβαθρο διακινδύνευσης του Αιτητή ή ότι για την περίπτωσή του Αιτητή, ο οποίος δεν τυγχάνει διεθνούς προστασίας ούτε έχει οποιοδήποτε καθεστώς ανάλογης προστασίας, εφαρμόζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Η μόνη του αναφορά είναι ότι στο «Ιράν ξέσπασε πόλεμος» όμως αυτό και μόνο δεν είναι επαρκές για το παρόν ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι η τυχούσα εκτέλεση του διατάγματος απέλασης θα παραβίαζε την αρχή της μη επαναπροώθησης. Ως εκ τούτου και ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Δεν υπάρχει έδαφος παρέμβασης του παρόντος.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.500 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο