ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 414/2022, 6/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 414/2022, 6/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 414/2022) (iJ)

6 Μαΐου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 146 ΚΑΙ 28 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

Καθ’ ης η αίτηση.

 

……………………………

Νάταλη Παρτασίδου Ρολόγη, για Ν. Ρολόγη Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Δένα Εργατούδη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, με την οποία προήχθη στη μόνιμη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης, Μέση Γενική Εκπαίδευση, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, αναδρομικά από 1.12.2009, ο Παναγιώτης Χατζίκος, αντί και/ή στη θέση του αιτητή. 

 

  Η διαδικασία για την πλήρωση της επίδικης θέσης, ανατρέχει στο έτος 2009. Η προκήρυξη για την πλήρωσή της, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.7.2009, με τελευταία ημερομηνία υποβολής αίτησης την 3.8.2009. Υποβλήθηκαν πέντε αιτήσεις, μεταξύ των οποίων, αυτές του αιτητή και του ενδιαφερόμενου μέρους. Βάσει του άρθρου 35Β(1) του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου, Ν. 10/69, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία και διαπίστωσε πως όλοι οι υποψήφιοι πληρούσαν τα απαιτούμενα, εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας, προσόντα.

  Ακολούθησε στις 7.10.2009 η ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προφορική συνέντευξη, κατά την οποία ο αιτητής αξιολογήθηκε ως «Σχεδόν Πάρα Πολύ Καλός» και το ενδιαφερόμενο μέρος ως «Σχεδόν Εξαίρετος» και συστήθηκαν, τόσο ο αιτητής, όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος, όπως επίσης και μία τρίτη υποψήφια. Η Συμβουλευτική Επιτροπή απέστειλε την έκθεσή της προς την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (στο εξής «Επιτροπή»).

 

  Η Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 16.11.2009 εξέτασε και απέρριψε ένσταση που είχε υποβάλει ένας τρίτος υποψήφιος που δεν είχε περιληφθεί στον κατάλογο προτεινομένων υποψηφίων από την Συμβουλευτική Επιτροπή και προχώρησε στον καταρτισμό του τελικού καταλόγου, στον οποίο είχαν περιληφθεί οι τρεις συστηθέντες υποψήφιοι, αιτητής, ενδιαφερόμενο μέρος και η τρίτη υποψήφια.

 

  Η ενώπιον της Επιτροπής προφορική συνέντευξη, έλαβε χώρα στις 23.11.2009, παρουσία της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, η οποία αξιολόγησε την απόδοση του αιτητή ως «Καλή», ενώ του ενδιαφερόμενου μέρους ως «Παρά Πολύ Καλή». Στις 24.11.2009, η Επιτροπή προχώρησε στη δική της αξιολόγηση, κρίνοντας τον αιτητή ως «Καλό» και το ενδιαφερόμενο μέρος ως «Πάρα Πολύ Καλό» και επέλεξε για προαγωγή το ενδιαφερόμενο μέρος. Ειδικότερα, η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:-

«4. Συμπερασματικά, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, όπως αυτά αναλύθηκαν με βάση τα τρία νόμιμα κριτήρια - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - έκρινε ότι ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει των ανθυποψηφίων του και τον επέλεξε ως τον πιο κατάλληλο για προαγωγή στη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης στη Μέση Γενική Εκπαίδευση. Αιτιολογώντας την απόφασή της, η Επιτροπή σημείωσε τα ακόλουθα:

4.1 Ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει των ανθυποψηφίων του σε αξία. Πιο συγκεκριμένα, ενώ είναι ισοδύναμος με αυτούς στο περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων Υπηρεσιακών Εκθέσεων υπερέχει έναντί τους στο σύνολο των Υπηρεσιακών Εκθέσεων. Επίσης, υπερέχει σαφώς έναντί τους όσον αφορά στην απόδοση στην προσωπική συνέντευξη. Η Επιτροπή σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, για θέσεις που είναι ψηλά στην ιεραρχία, η απόδοση στη συνέντευξη είναι ουσιαστικό στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να του δίδεται αυξημένη βαρύτητα, όταν κρίνεται η προσωπικότητα και οι ικανότητες των υποψηφίων, που είναι σημαντικές ιδιότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης [...].

4.2 ΄Οσον αφορά στα προσόντα, υπερτερεί η [...], η οποία έχει πρόσθετο προσόν. Η Επιτροπή, όμως, έλαβε υπόψη της ότι με βάση τη νομολογία τα πρόσθετα προσόντα έχουν οριακό χαρακτήρα. Εξάλλου, η εν λόγω υποψήφια υστερεί έναντι του Χατζίκου σε αξία και αρχαιότητα.

4.3 Στο κριτήριο της αρχαιότητας, ο Χατζίκος υπερέχει έναντι της [...]. Σε σχέση με τον Παπαδόπουλο, είναι ισοδύναμος σε αρχαιότητα, όμως υπερέχει έναντι αυτού σε αξία.

5. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφέρει στον Χατζίκο Παναγιώτη (ΠΜΠ.8678) προαγωγή στη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης (Μέση Γενική Εκπαίδευση), από 1.12.2009.»

 

  Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης, προσεβλήθη με δύο προσφυγές, οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Η προσφυγή με αρ. 1663/2009 από υποψήφιο που δεν είχε περιληφθεί στον τελικό κατάλογο (Αγαθοκλέους) και η προσφυγή με αρ. 30/2010 από τον αιτητή. Με τις συνεκδ. υποθ. 1663/2009 κ.ά. Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 28.9.2012, κρίθηκε πως εσφαλμένα η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της την βαθμολογία του εκεί αιτητή Αγαθοκλέους για τα έτη 2008 – 2009 (που είχε βαθμολογηθεί με 39 μονάδες) κατά τον χρόνο που υπηρετούσε ως Διευθυντής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιτυχία της προσφυγής 1663/2009, κατέστησε την προσφυγή του αιτητή με αρ. 30/2010, χωρίς αντικείμενο.

 

  Ακολούθησε η πρώτη επανεξέταση πλήρωσης της επίδικης θέσης. Η Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 25.10.2012, αποφάσισε όπως λάβει υπόψη της την βαθμολογία του υποψηφίου Αγαθοκλέους για τα έτη 2008 – 2009, ο οποίος όμως και πάλιν δεν είχε συμπεριληφθεί στον τελικό κατάλογο, όπως επίσης και ό,τι δεν πλήγηκε από την ακυρωτική απόφαση, ήτοι τις συνεντεύξεις και αποφάσισε όπως επαναπροάγει το ενδιαφερόμενο μέρος στην επίδικη θέση.

 

  Ο αιτητής καταχώρησε εκ νέου προσφυγή, στην οποία εκδόθηκε απορριπτική απόφαση (υπόθ. αρ. 27/2013, Παπαδοπούλου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 16.1.2015). Κρίνεται σημαντική ειδική μνεία στους ισχυρισμούς που είχαν προταχθεί από τον αιτητή και στο εκεί απορριπτικό αποτέλεσμα. Παραθέτω μέρος από την εν λόγω απόφαση:-

«Ως προς το πρώτο ζήτημα, είναι ισχυρισμός του αιτητή ότι η κρίση της Επιτροπής ότι το ΕΜ υπερέχει στο σύνολο των Εκθέσεων είναι πεπλανημένη αφού η Επιτροπή (α) κατέγραψε ότι για το έτος 2005-2006 είχε βαθμολογία 38 μονάδων αντί του ορθού 39, (β) δεν κατέγραψε τη βαθμολογία του ΕΜ για το έτος 2006 που ήταν πέντε «εξαίρετα» και τρία «πολύ ικανοποιητικά», όπως ήταν και η δική του βαθμολογία και (γ) δεν περιέλαβε τις βαθμολογίες του ΕΜ για τα έτη 1996-1997. Περαιτέρω, η κρίση της Επιτροπής ότι ισοδυναμούσε με το ΕΜ στα προσόντα είναι επίσης πεπλανημένη αφού ο ίδιος κατέχει δύο πρόσθετα προσόντα – Certificate on Fitness and Conditioning και μεταπτυχιακό δίπλωμα, ACSM Exercise Leader – που είναι σχετικά με τα καθήκοντα της Θέσης και, τέλος, πεπλανημένη ήταν και η κρίση της ότι είναι ισοδύναμος σε αρχαιότητα με το ΕΜ, αφού ο ίδιος διορίστηκε στη θέση Καθηγητή την 1.6.77 ενώ το ΕΜ την 1.9.91.

Ως προς το δεύτερο ζήτημα καταλόγισε στην Επιτροπή πλάνη ως προς τη βαρύτητα που έδωσε στην απόδοση τόσο του ιδίου όσο και του ΕΜ κατά την προφορική εξέταση. Συναφώς, ισχυρίστηκε, η διαφορά τους κατά την προφορική εξέταση ήταν οριακή αφού ο ίδιος αξιολογήθηκε ως «Καλός» ενώ το ΕΜ «Πάρα Πολύ Καλός» και η βαρύτητα που προσέδωσε στο στοιχείο αυτό η Επιτροπή συγκρούεται με τη νομολογία και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης.

[...]

Έχω εξετάσει τις αιτιάσεις του αιτητή και ως προς το πρώτο ζήτημα συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορό του ότι όταν εγείρεται πλάνη και έλλειψη δέουσας έρευνας – όπως στην παρούσα – αρκεί απλή πιθανολόγηση και όχι απόδειξη για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, αφού η ύπαρξη πλάνης ανατρέπει το βάθρο της αιτιολογίας (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228). Ταυτόχρονα όμως συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση ότι η πλάνη επιφέρει ακυρότητα μόνο όταν είναι ουσιώδης (βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 411) και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο όντως η Επιτροπή υπέπεσε στα λάθη που της καταλογίζει ο αιτητής ως προς τα κριτήρια επιλογής και, εάν ναι, κατά πόσο τα λάθη αυτά είναι ουσιώδη και προσλαμβάνουν την καταλυτική σημασία που εισηγείται.

Ως προς το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, η απάντηση κατά την άποψή μου είναι θετική μόνο σ΄ ότι αφορά τη βαθμολογία του για το έτος 2005-2006, δηλαδή αντί η Επιτροπή να καταγράψει 39 μονάδες κατέγραψε 38. Όχι όμως ως προς τα προσόντα καθότι όπως προκύπτει από το φάκελό του τα δύο (επιπρόσθετα) πιστοποιητικά λήφθηκαν υπόψη ως μέρος της επιμόρφωσης του και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «πρόσθετα προσόντα» και συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή πλάνη γι΄ αυτά. Όπως δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή και πλάνη σ΄ ότι αφορά την αρχαιότητα αφού αμφότεροι είχαν προαχθεί στις αμέσως δύο προηγούμενες θέσεις ακριβώς την ίδια ημερομηνία και η διαφορά στο διορισμό του αιτητή στη θέση Καθηγητή ήταν τόσο απομακρυσμένη που ουσιαστικά δεν μπορούσε να προσμετρήσει, έστω και οριακά, προς όφελός του. Παρέμεινε συνεπώς «το λάθος» σ΄ ότι αφορά τη βαθμολογία για το έτος 2005-2006 το οποίο θεωρώ εξαιρετικά επουσιώδες, σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να προσλάβει την καταλυτική σημασία που του αποδίδεται.

Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι ο αιτητής απέτυχε να δείξει πιθανότητα πλάνης της Επιτροπής σε σχέση με το πρώτο ζήτημα και ό,τι παρέμεινε είναι η βαρύτητα που προσέδωσε η Επιτροπή στην απόδοση των δύο διαδίκων κατά την προφορική εξέταση.

[…] Συναφώς η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση αποτελεί βασικό στοιχείο που αφορά την αξία και δεν δικαιολογείται δικαστική παρέμβαση εφόσον το διορίζον όργανο ενήργησε εντός των ορίων της ευρείας διακριτικής του εξουσίας. Τέτοια είναι κατά την άποψή μου και η παρούσα περίπτωση όπου το ΕΜ αξιολογήθηκε ως «Πάρα Πολύ Καλός» σε αντίθεση με τον αιτητή που βαθμολογήθηκε ως «Καλός» και δεν συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορό του ότι η υπό αναφορά αξιολόγηση είναι οριακή. Αρκεί προς τούτο να παραθέσω αυτούσια για σκοπούς σύγκρισης, την σχετική με αυτούς αξιολόγηση στην οποία προέβη η Επιτροπή [...][1].

 

  Η προαναφερόμενη απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, αμφισβητήθηκε από τον αιτητή, τόσο σε σχέση με την κρίση ως προς τις ετήσιες εκθέσεις των διαδίκων, όσο και ως προς τα προσόντα, την αρχαιότητα, καθώς και την βαρύτητα που αποδόθηκε στην προφορική συνέντευξη.

 

  Στα πλαίσια της Α.Ε. 10/2015, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 4.10.2021, κρίθηκαν τα εξής πολύ σημαντικά:-

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε και εντόπισε το «λάθος» αναφορικά με τις βαθμολογίες του έτους 2005-2006. Σημειώνεται πως αυτή ήταν η μόνη ουσιαστική διαφορά, αφού η μη καταγραφή της βαθμολογίας του ΕΜ για το έτος 2006 ουδόλως επηρέασε το αποτέλεσμα, αφού ήταν ισοδύναμη με εκείνη του εφεσείοντα δηλαδή πέντε «εξαίρετα» και τρία «Πολύ ικανοποιητικά». Παρατηρούμε δε, όπως και η συνήγορος του εφεσίβλητου σημειώνει, πως για το έτος 2007 το ενδιαφερόμενο μέρος βαθμολογήθηκε με 7 «Εξαίρετα» και 1 «Πολύ Ικανοποιητικά» ενώ ο εφεσείων με 6 «Εξαίρετα» και 2 «Πολύ Ικανοποιητικά».

[...]

Κρίνουμε ως ορθή και επικροτούμε την πρωτόδικη κρίση πως η πλάνη της Επιτροπής για να είναι καταλυτικής σημασίας θα πρέπει να είναι ουσιώδης άλλως πως, αποτελεί παράλειψη, η οποία δεν επιδρά στην κρίση της, ούτε επιφέρει ακυρότητα, αλλά ούτε θα άλλαζε τη θέση του εφεσείοντα. (Σουρουλλά κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, Α.Ε. 74/2013 ημερ. 10/10/2019).

Συνεπώς ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται.

Οι λόγοι έφεσης 2 και 5 προσβάλλουν την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλάνη της ΕΕΥ αναφορικά με τα προσόντα του εφεσείοντα και την αξιολόγηση αυτών. Από τα ενώπιον μας δεδομένα όπως αυτά τέθηκαν και πρωτοδίκως προκύπτει ότι:

Το ΕΜ είναι κάτοχος (α) Bsc Mathematics, Polytechnic of North London, UK (1977) και (β) Post Graduate Certificate in Education, Garnett College University of London (1978).

Ο εφεσείων είναι κάτοχος Πτυχίου Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής (1973) Πιστοποιητικού ισότιμου πτυχίου ΕΑΣΑ με πτυχίο ΤΕΦΑΑ (1985) και Master of Sports Science, United States Sports Academy, USA (1996). Περαιτέρω κατέχει

(α) Certificate on Fitness and conditioning

(b) Μεταπτυχιακό Δίπλωμα, ACSM Exercise Leader

Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ότι η Επιτροπή αγνόησε και παρασιώπησε εντελώς τα τελευταία δύο προσόντα του εφεσείοντα ενώ αντίθετα είχε κάνει αναφορά στο επιπρόσθετο προσόν της υποψήφιας [...]. Η αναφορά στην τελευταία υποψήφια έγινε για να καταδειχθεί ο τρόπος αντιμετώπισης των πρόσθετων διπλωμάτων των υποψηφίων που είχε ενώπιον της η ΕΕΥ.

Η θέση της συνηγόρου της εφεσίβλητης είναι πως αυτά αποτελούν πιστοποιητικά επιμόρφωσης και όχι ακαδημαϊκά προσόντα και αυτά λήφθηκαν υπόψη ως μέρος της επιμόρφωσης και δράσης και αποτελούσαν μέρος του περιεχομένου του φακέλου του εφεσείοντα. Σημειώνει δε, πως σχετικός πίνακας με τα προσόντα των υποψηφίων επισυνάπτεται στο πρακτικό της ΕΕΥ ημερ. 24/11/2009. (Να σημειωθεί βέβαια πως στην προσφυγή με αρ. 30/2010, η καθ’ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε πως ήσαν πρόσθετα προσόντα, μη απαιτούμενα, τα οποία όμως, όπως τόνισε, μόνο οριακή σημασία είχαν).

Αυτή ήταν και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απορρίπτοντας την εισήγηση του εφεσείοντα περί πλάνης της ΕΕΥ, εξήγησε πως «όπως προκύπτει από το φάκελο του, τα δύο (επιπρόσθετα) πιστοποιητικά λήφθηκαν υπόψη ως μέρος της επιμόρφωσης του και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «πρόσθετα προσόντα» και συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή πλάνη γι’ αυτά.»

 

Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη αυτή.

 

Έχοντας εξετάσει το ανωτέρω θέμα, σε συνάρτηση με τους φακέλους και στοιχεία της υπόθεσης καθώς και τα πρακτικά της ΕΕΥ σημειώνουμε τ’ ακόλουθα:

Η Συμβουλευτική Επιτροπή στα πρακτικά της συνεδρίας της ημερ. 7/10/2009 κατέγραψε για τον εφεσείοντα σε σχετικό κατάλογο με τον τίτλο «προσόντα» τ’ ακόλουθα:

«(α) Πτυχίο Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής (ΕΑΣΑ) 1973 Πιστοποιητικό ισοτιμίας πτυχίου ΕΑΣΑ με πτυχίο τμημάτων Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (ΤΕΦΑΑ)

(β) Certificate on Fitness and Conditioning Leeds Metropolitan University, UK 1985

γ) Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ACSM Exercise Leader, American College of Sports Medicine, USA

(δ) Master of Sports Science Degree, 1996, United States Sports Academy, USA.»

Όπως δε καταγράφει στο εν λόγω πρακτικό, αξιολόγησε τον εφεσείοντα αφού έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω, προσόντα του. Στη γενόμενη δε αξιολόγηση της, κατέγραψε πως «κατέχει όλα τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα, μεταξύ των οποίων Μεταπτυχιακό τίτλο Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.»

 

Η ΕΕΥ αγνόησε και δεν κατέγραψε στο πρακτικό της, ημερ. 24/11/2009, τα δύο επιπρόσθετα διπλώματα/πτυχία του εφεσείοντα, ήτοι το Certificate on Fitness and Conditioning Leeds Metropolitan University, UK 1985 και Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ACSM Exercise Leader, American College of Sports Medicine, USA, ώστε να τα αξιολογήσει είτε θεωρώντας τα ως απλά πιστοποιητικά δηλωτικά επιμόρφωσης του είτε ως ακαδημαϊκά, σχετικά μεν, αλλά μη απαιτούμενα. Δεν υπάρχει η κρίση της ΕΕΥ επί τούτου του θέματος, παρά το γεγονός ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή τα κατέγραψε σε κατάλογο προσόντων – και όχι επιμόρφωσης - και παρά το γεγονός ότι για την υποψήφια [...] γίνεται μνεία και αξιολόγηση του πρόσθετου προσόντος της, το οποίο ήταν δίπλωμα Γαλλικής γλώσσας και το οποίο έκρινε ότι δεν συνιστούσε πλεονέκτημα αλλά σύμφωνα με τη νομολογία είχε μόνο οριακή σημασία.

 

Το certificate on fitness and conditioning απονεμήθηκε από το Leeds Metropolitan University U.K. ενώ το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ACSM Exercise Leader, από το American College of Sports Medicine USA. Για τούτο και η Συμβουλευτική Επιτροπή τα κατέταξε ως προσόντα. (Δέστε Nicolaou & Konnides Quantity Surveyors Joint Office Ltd. v. ΑΗΚ (προσφ. Αρ. 541/96 15/4/08). Η ΕΕΥ όφειλε να προβεί σε κάποια αναφορά στα ανωτέρω προσόντα, αλλά δεν το έπραξε. Δεν τα αξιολόγησε και δεν κατέγραψε την κρίση της. Εάν ήσαν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και ποια βαρύτητα προσέδωσε σε αυτά. Ούτε εντοπίζουμε οποιοδήποτε πρακτικό ή σημείωμα της ΕΕΥ ότι τα έλαβε υπόψη, θεωρώντας όμως ότι αυτά αποτελούσαν μέρος της επιμόρφωσης του εφεσείοντα, ούτως ώστε να υπάρχει έρεισμα στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ούτε η συνήγορος της εφεσίβλητης μας παρέπεμψε σε τέτοιο πρακτικό ή απόφαση.

[...]

Η πλήρης παρασιώπηση και μη αναφορά στα δύο «πιστοποιητικά/διπλώματα» του εφεσείοντα στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αντιληφθεί όχι μόνο σε ποιο βαθμό λήφθηκε υπόψη (εδώ δεν λήφθηκε) αλλά και κατά πόσο αυτά επέδρασαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Άξια μνείας η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην xxx Χριστοδούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2009) 3 ΑΑΔ 164. Σύμφωνα με αυτή, δεν αρκούσε οι καθ’ ων η αίτηση να αξιολογούσαν τα πρόσθετα προσόντα του εφεσείοντα/αιτητή αν ήταν σχετικά ή όχι με τα καθήκοντα της θέσης. Είχαν ακόμη ένα, περαιτέρω, καθήκον, ήτοι να καθορίσουν ποια ακριβώς βαρύτητα δόθηκε στα προσόντα αυτά, για να αντιληφθεί το Δικαστήριο σε ποιο βαθμό λήφθηκαν υπόψη τα προσόντα αυτά και πόσο αυτά επέδρασαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. [...]

Κρίνεται συνεπώς πως υπήρξε πλάνη της Επιτροπής στην κρίση της για τα προσόντα των υποψηφίων τους οποίους ως Επιτροπή έκρινε ισόβαθμους [...]»[2].

 

  Η έκδοση της ακυρωτικής αποφάσεως, οδήγησε σε δεύτερη διαδικασία επανεξέτασης για την πλήρωση της επίδικης θέσης. Η Επιτροπή, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 3.12.2021, προχώρησε σε επανεξέταση, υιοθετώντας την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τον τελικό κατάλογο υποψηφίων που είχε καταρτιστεί από την Επιτροπή, την εντύπωση που απεκόμισε κατά την ενώπιον της προφορική συνέντευξη, καταλήγοντας στα εξής:-

«Στη συνέχεια, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη (ι) την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής που φαίνεται στα πρακτικά με ημερ. 18.3.2008, (ιι) το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και των φακέλων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων και (ιιι) την εντύπωση που αποκόμισε κατά την προσωπική συνέντευξη, όπως φαίνεται πιο πάνω, κατέληξε στα ακόλουθα:

12.1 Αξία: Για την επιμέτρηση της αξίας η Επιτροπή έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, το σύνολο των Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων και, ως συμπληρωματικό στοιχείο κρίσης της αξίας τους, την εντύπωση που αποκόμισε από τις προσωπικές συνεντεύξεις.

12.1.1. Από τη μελέτη των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων προκύπτει ότι όλοι οι υποψήφιοι είναι άτομα με έφεση για περαιτέρω μόρφωση και για εκσυγχρονισμό των απόψεων και ιδεών τους. Αυτό προκύπτει τόσο από τις μεταπτυχιακές σπουδές που πραγματοποίησαν, πέραν των βασικών τους σπουδών, όσο και από τη συνεχή προσπάθεια επιμόρφωσής τους, με παρακολούθηση σεμιναρίων εντός και εκτός Κύπρου. Συνολικά συγκρινόμενο, το περιεχόμενο των φακέλων δεν διαφοροποιεί από μόνο του τους τρεις υποψήφιους, σε βαθμό που να δίνει προβάδισμα σε οποιοδήποτε από αυτούς.

12.1.2. Οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων φαίνονται αναλυτικά στο Παράρτημα 1. Από τη μελέτη των Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, προκύπτει ότι στο σημείο αυτό υπερέχει ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης, ακολουθεί ο Παπαδόπουλος Ανδρέας και τελευταία είναι η […].

12.1.3. Με βάση την απόδοση στη συνέντευξη, οι υποψήφιοι κατατάσσονται ως ακολούθως (βλ. και παρ. 11 πιο πάνω):

Χατζίκος Παναγιώτης                                : Πάρα Πολύ Καλός

[…]                                                       : […]

Παπαδόπουλος Ανδρέας                          : Καλός

Συμψηφίζοντας τους τρεις επιμέρους δείκτες της αξίας (βλ. παρ. 12.1 πιο πάνω), προκύπτει ότι ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει στο κριτήριο της αξίας. Ενώ οι υποψήφιοι είναι ισοδύναμοι όσον αφορά στο περιεχόμενο των φακέλων ο Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει έναντι των άλλων δύο στο σύνολο των Υπηρεσιακών Εκθέσεων. Επίσης, ο εν λόγω υποψήφιος βαθμολογήθηκε σε αρκετά ψηλότερο επίπεδο στην απόδοση στην προσωπική συνέντευξη, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως συμπληρωματικό στοιχείο κρίσης της αξίας των υποψηφίων.

12.2. Προσόντα: Τα ακαδημαϊκά προσόντα των υποψηφίων φαίνονται αναλυτικά στο Παράρτημα 2. Πέραν των απαιτούμενων από το σχέδιο υπηρεσίας (δηλαδή Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν σε ειδικότητα που να δίνει στον υποψήφιο δικαίωμα διορισμού στη θέση καθηγητή/εκπαιδευτή στις κλίμακες Α8-Α10 και μεταπτυχιακή εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους), προκύπτει ότι […]

Ο υποψήφιος Ανδρέας Παπαδόπουλος κατέχει το πιστοποιητικό Carnegie Residential Course on Fitness and Conditioning του Ηνωμένου Βασιλείου (1985) καθώς και το ACSM Exercise Leader του American College of Sports Medicine (1995), το οποίο είναι ο αμερικανικός οργανισμός πιστοποίησης επαγγελματιών γυμναστών.

Περαιτέρω σημειώνεται ότι, σύμφωνα με σχετική νομολογία, προσόντα τα οποία δεν απαιτούνται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας δεν συνιστούν πλεονέκτημα και συνεπώς, τα προσόντα αυτά δε δίνουν προβάδισμα στους προαναφερόμενους υποψηφίους, αλλά έχουν μόνο οριακή σημασία. Η Επιτροπή, όμως, θα τα λάβει υπόψη της κατά την τελική συνεκτίμηση των τριών κριτηρίων, της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας.

12.3. Αρχαιότητα: Η υπηρεσιακή εξέλιξη των υποψηφίων φαίνεται στο Παράρτημα 3. Από τον πίνακα που φαίνεται στο Παράρτημα 3 προκύπτει ότι σε αρχαιότητα προηγούνται οι υποψήφιοι Παπαδόπουλος Ανδρέας και Χατζίκος Παναγιώτης, οι οποίοι κατέχουν τη θέση Επιθεωρητή από 1.9.2006. Η Επιτροπή σημείωσε την οριακή υπεροχή του Παπαδόπουλου σε αρχαιότητα σε προηγούμενη θέση, αυτή του Καθηγητή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, στην οποία ο Παπαδόπουλος διορίστηκε την 16.1977 ενώ ο Χατζίκος την 1.9.1991. […].

13. Συμπερασματικά, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, όπως αυτά αναλύθηκαν με βάση τα τρία νόμιμα κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα - έκρινε ότι ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει των ανθυποψηφίων του και τον επέλεξε ως τον πιο κατάλληλο για προαγωγή στη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης στη Μέση Γενική Εκπαίδευση. Αιτιολογώντας την απόφασή της, η Επιτροπή σημείωσε τα ακόλουθα:

13.1. Ο υποψήφιος Χατζίκος Παναγιώτης υπερέχει των ανθυποψηφίων του σε αξία. Πιο συγκεκριμένα, ενώ είναι ισοδύναμος με αυτούς στο περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων Υπηρεσιακών Εκθέσεων υπερέχει έναντί τους στο σύνολο των Υπηρεσιακών Εκθέσεων. Επίσης, υπερέχει σαφώς έναντι τους όσον αφορά στην απόδοση στην προσωπική συνέντευξη. Η  Επιτροπή σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, για θέσεις που είναι ψηλά στην ιεραρχία, η απόδοση στη συνέντευξη είναι ουσιαστικό στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να του δίδεται αυξημένη βαρύτητα, όταν κρίνεται η προσωπικότητα και οι ικανότητες των υποψηφίων, που είναι σημαντικές ιδιότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης […].

13.2 Όσον αφορά στα προσόντα, υπερτερεί η […] και ο Παπαδόπουλος Ανδρέας, οι οποίοι κατέχουν πρόσθετα προσόντα. Η Επιτροπή, όμως, έκρινε ότι η υπεροχή σε προσόντα είναι οριακή εφόσον, όπως φαίνεται από την παράγραφο 12.2 πιο πάνω, τα προσόντα αυτά δεν αποτελούν προσόντα ακαδημαϊκού επιπέδου αλλά […] στην περίπτωση του Παπαδόπουλου πιστοποίηση επαγγελματικής εκπαίδευσης προπονητή/γυμναστή.

13.3 Στο κριτήριο της αρχαιότητας, ο Χατζίκος […] Σε σχέση με τον Παπαδόπουλο, είναι περίπου ισοδύναμος σε αρχαιότητα, όμως υπερέχει έναντι αυτού σε αξία (βλέπε παραγράφους 12.1 και 12.3 πιο πάνω). Η Επιτροπή έκρινε ότι η ελαφριά υπεροχή του Παπαδόπουλου σε προσόντα και η οριακή υπεροχή του σε αρχαιότητα, δεν είναι αρκετή για να υπερσκελίσει την έκδηλη υπεροχή του Χατζίκου σε αξία, εφόσον πρόκειται για πλήρωση υψηλόβαθμης θέσης.

14. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφέρει στον Χατζίκο Παναγιώτη (ΠΜΠ.8678) προαγωγή στη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης (Μέση Γενική Εκπαίδευση), αναδρομικά, από 1.12.2009»[3].

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, αφού παρέθεσε τα κριτήρια επιλογής, υποστήριξε πως ο αιτητής υπερέχει έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, στο σύνολο των υπηρεσιακών εκθέσεων, όπως το εν λόγω σύνολο λήφθηκε υπόψη από την Επιτροπή, αντιπαραβάλλοντας τις βαθμολογίες που συγκέντρωσε ο αιτητής έναντι του ενδιαφερόμενου μέρος από το έτος 1997 – 2008.

 

  Κατά δεύτερον, υποστήριξε πως και σε σχέση με τα πρόσθετα προσόντα, υπάρχει υπεροχή του αιτητή, λόγω κατοχής του μεταπτυχιακού Certificate on Fitness and Conditioning και του μεταπτυχιακού ACSM Exercise Leader που είναι σχετικά με την ειδικότητα και καθήκοντα της θέσης. Υπέβαλε πως και τα δύο είναι ακαδημαϊκά προσόντα και όχι επαγγελματικά, όπως αυτά θεωρήθηκαν από την Επιτροπή, καθότι και τα δύο προέρχονται από πανεπιστημιακό ίδρυμα, παραπέμποντας στην υπόθ. αρ. 541/2006, Nicolaou & Konnides Quantity Surveyors Joint Office Ltd ν. Α.Η.Κ., ημερομηνίας 15.4.2008.  

 

  Κατά τρίτον, υπέβαλε πως ο αιτητής υπερέχει στο κριτήριο της αρχαιότητας έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, αφού κατείχε τη θέση Καθηγητή από 1.6.1977, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος από 1.9.1991.

 

  Τέταρτον, τόνισε ιδιαίτερα πως η προφορική συνέντευξη κατέστη το βαρύνον και αποφασιστικό στοιχείο, χωρίς να υπάρχει και ουσιώδης υπεροχή στην αξιολόγησή τους, παρά μόνον οριακή διαφορά, που δεν ήταν ικανή να παρακάμψει την σαφή υπεροχή του αιτητή σε αξία, προσόντα και αρχαιότητα.

 

  Αντίθετη υπήρξε η προσέγγιση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία με αναφορά στο δεσμευτικό δεδικασμένο που απορρέει από την Α.Ε. 10/2015 Παπαδόπουλος (ανωτέρω), υπέβαλε πως τα ζητήματα που αφορούν στις υπηρεσιακές εκθέσεις, αποτελούν δεδικασμένο και πως ανεξαρτήτως τούτου, το ενδιαφερόμενο μέρος υπερέχει του αιτητή στη συνολική βαθμολογία των υπηρεσιακών του εκθέσεων για τα τελευταία τρία έτη που κατείχε τη θέση Επιθεωρητή. Ως προς το κριτήριο των προσόντων, τόνισε πως η ερμηνεία και εφαρμογή του Σχεδίου Υπηρεσίας, αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του διορίζοντος οργάνου και κατά την επανεξέταση τα προσόντα του αιτητή διερευνήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια, τονίζοντας την ιδιαίτερα αυξημένη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδίδεται σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία, στο αποτέλεσμα της προφορικής συνέντευξης.

 

  Έχοντας παραθέσει τόσο το ιστορικό της επίδικης διαδικασίας πλήρωσης της θέσης Πρώτου Λειτουργού, Μέση Γενική Εκπαίδευση, τις κρίσεις του Δικαστηρίου που είχαν προηγηθεί, αλλά και τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην εξέταση των τιθέμενων λόγων ακύρωσης.

 

  Η θέση του αιτητή πως έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, υπερέχει στο σύνολο των υπηρεσιακών εκθέσεων, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο, λαμβανομένου υπόψη πως η επίδικη διαδικασία συνιστά προϊόν επανεξέτασης και ειδικότερα, δύο επανεξετάσεων που ακολούθησαν την έκδοση δύο ακυρωτικών αποφάσεων (συνεκδ. υποθ. 1663/2009 κ.ά. (ανωτέρω) και Α.Ε. 10/2015 (ανωτέρω)), καθώς και την έκδοση της απορριπτικής απόφασης στην υπόθ. 27/2013 (ανωτέρω), κρίσεις της οποίες έγιναν, μερικώς, δεκτές στα πλαίσια της Α.Ε. 10/2015, εκτενή αποσπάσματα από τις οποίες έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω.

 

  Κατά την κρίση μου, το ζήτημα της αξίας, αλλά και της βαρύτητας που αποδόθηκε στην απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική συνέντευξη, καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει τόσο από την απορριπτική απόφαση στα πλαίσια της υπόθ. αρ. 27/2013, όσο και από την επικύρωση της εν λόγω κρίσης, στα πλαίσια της Α.Ε. 10/2015.

 

  Ως αναφέρθηκε, κρίθηκε ως επουσιώδης πλάνη η καταγραφή 38 μονάδων, αντί 39 μονάδων, ως βαθμολογία για την έκθεση του αιτητή για τα έτη 2005-2006, η οποία δεν αλλοίωνε, στην ουσία, το αποτέλεσμα και δεν προσλάμβανε την καταλυτική σημασία που του απέδιδε ο αιτητής. Όπως κρίθηκε, δεσμευτικά, το οποίο επικροτήθηκε και κατ’ Έφεση, ο αιτητής δεν απέδειξε πλάνη της Επιτροπής ως προς το ζήτημα της αξίας και σε ό,τι αφορούσε την βαρύτητα που αποδόθηκε στην προφορική συνέντευξη, αυτή κρίθηκε ως σύμφωνη με την νομολογία, καθότι αφορούσε σε θέση ψηλά στην ιεραρχία, για την οποία αναγνωρίζεται, εκ της νομολογίας, ευρεία διακριτική ευχέρεια από το διορίζον όργανο, για την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου, απόδοση που προσθέτει στο κριτήριο της αξίας.

 

  Συνεπώς, τόσο το ζήτημα της αξίας, όσο και της βαρύτητας που αποδόθηκε από την Επιτροπή κατά την ενώπιον της προφορική συνέντευξη, καλύπτονται από το δεσμευτικό δεδικασμένο και δεν χωρεί νέα κρίση. Οι αντίστοιχες θέσεις του αιτητή, επομένως, απορρίπτονται.

 

  Τα ίδια μπορούν να λεχθούν και σε σχέση με την αρχαιότητα, αφού και σε σχέση με αυτό το κριτήριο επιλογής υπήρξε κρίση στα πλαίσια της υπόθ. αρ. 27/2013, που δεν διαφοροποιήθηκε κατ’ Έφεση, πως ακριβώς, αμφότεροι, αιτητής και ενδιαφερόμενο μέρος, είχαν προαχθεί στις αμέσως δύο προηγούμενες θέσεις, ακριβώς την ίδια ημερομηνία και πως η διαφορά στον διορισμό του αιτητή στη θέση Καθηγητή – που αποτελεί εκ νέου ισχυρισμό του αιτητή – «ήταν τόσο απομακρυσμένη που ουσιαστικά δεν μπορούσε να προσμετρήσει, έστω και οριακά, προς όφελός του».

 

  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, καταλήγω πως οι λόγοι ακύρωσης που σχετίζονται με ισχυρισμούς περί υπεροχής του αιτητή στο κριτήριο της αξίας και αρχαιότητας, αλλά και σε βαρύνουσα απόδοση στην αξιολόγηση της προφορικής συνέντευξης, θα πρέπει να απορριφθούν, ως καλυπτόμενοι από το δεδικασμένο.  

 

    Απομένει το ζήτημα των προσόντων και κυρίως το ζήτημα της αξιολόγησης των δύο πρόσθετων προσόντων του αιτητή, πέραν των απαιτούμενων εκ του Σχεδίου Υπηρεσίας, ήτοι: (α) του πιστοποιητικού Carnegie Residential Course on Fitness and Conditioning (1985), που απονεμήθηκε από το Carnegie School, αργότερα Leeds Metropolitan University και (β) του τίτλου που του απονεμήθηκε ως ACSM Exercise Leader (1995), από το American College of Sports Medicine.

  Κατά την αρχική διαδικασία, η Επιτροπή δεν έκανε καμία αναφορά στα πιο πάνω αναφερόμενα επιπρόσθετα προσόντα του αιτητή, καίτοι αυτά αναφέρθηκαν από την Συμβουλευτική Επιτροπή.

 

  Στα πλαίσια της Α.Ε. 10/2015, κρίθηκε ως εσφαλμένη η παράλειψη της Επιτροπής να τα καταγράψει, προκειμένου να τα αξιολογήσει, «είτε θεωρώντας τα ως απλά πιστοποιητικά δηλωτικά επιμόρφωσης του είτε ως ακαδημαϊκά, σχετικά μεν, αλλά μη απαιτούμενα» και πως η Επιτροπή «όφειλε να προβεί σε κάποια αναφορά στα ανωτέρω προσόντα, αλλά δεν το έπραξε. Δεν τα αξιολόγησε και δεν κατέγραψε την κρίση της. Εάν ήσαν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και ποια βαρύτητα προσέδωσε σε αυτά. Ούτε εντοπίζουμε οποιοδήποτε πρακτικό ή σημείωμα της ΕΕΥ ότι τα έλαβε υπόψη, θεωρώντας όμως ότι αυτά αποτελούσαν μέρος της επιμόρφωσης του εφεσείοντα, ούτως ώστε να υπάρχει έρεισμα στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου».

 

  Κατά την διαδικασία της επανεξέτασης η Επιτροπή κατέγραψε και σημείωσε πως τα πιο πάνω δύο πρόσθετα προσόντα, αποτελούν πιστοποιητικά που το μεν πρώτο, απονεμήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, το δε δεύτερο, από τον αμερικανικό οργανισμό πιστοποίησης επαγγελματιών γυμναστών.

 

 Διαπιστώνω πως η Επιτροπή προχώρησε στην αξιολόγησή τους, σημειώνοντας πως αυτά δεν συνιστούν πλεονέκτημα και δεν δίδουν προβάδισμα στον υποψήφιο, αλλά έχουν μόνον οριακή σημασία, αφού δεν πρόκειται για προσόντα ακαδημαϊκού επιπέδου, αλλά συνιστούν πιστοποίηση επαγγελματιών εκπαίδευσης γυμναστή. Και νομίμως, κατά την κρίση μου, αφού το πρώτο αποτελούσε residential course (σεμινάριο) και το δεύτερο αποτελούσε πιστοποίηση (certification) εκπαίδευσης.

 

  Στον αιτητή πιστώθηκε η κατοχή πρόσθετων προσόντων έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, και υπήρξε κρίση περί οριακής μόνον υπεροχής του στο κριτήριο των προσόντων, που δεν μπορούσε όμως να υπερσκελίσει την έκδηλη υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους σε αξία, σε διαδικασία πλήρωσης υψηλόβαθμης θέσης.  

 

   Η παραπομπή που γίνεται από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή στην Nicolaou & Konnides Quantity Surveyors Joint Office Ltd (ανωτέρω), κρίνεται πως δεν βοηθά την θέση της, καθότι σε εκείνη την περίπτωση, η κρίση του κατά πόσον επρόκειτο για ύπαρξη ακαδημαϊκών προσόντων, σχετιζόταν ακριβώς με φοίτηση σε πανεπιστημιακή σχολή, κάτι που στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται, αφού από το ίδιο το λεκτικό των δύο πιστοποιητικών, δεν προκύπτει φοίτηση, προς απόκτηση πτυχίου ή μεταπτυχιακού ή άλλου τίτλου σπουδών, παρά μόνον συμπλήρωση ενός course στο Carnegie School και αργότερα Leeds Metropolitan University, σε ό,τι αφορά το πρώτο πιστοποιητικό και επαγγελματική πιστοποίηση από αμερικανικό οργανισμό γυμναστών, σε ό,τι αφορά το δεύτερο.

 

  Η Επιτροπή κατέγραψε επαρκώς και πειστικώς τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να προσφέρει την επίδικη θέση στο ενδιαφερόμενο μέρος, συμμορφούμενη με το δεσμευτικό δεδικασμένο και προβαίνοντας σε αξιολόγηση των δύο πρόσθετων πιστοποιητικών που κατείχε ο αιτητής έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, λαμβανομένων υπόψη των ήδη κριθέντων περί υπεροχής του ενδιαφερόμενου μέρους στο κριτήριο της αξίας, έχοντας υπόψη την καλύτερη απόδοσή του κατά την προφορική συνέντευξη, χωρίς αυτό να λειτουργεί ως υπερκριτήριο.

 

  Τέλος, υπενθυμίζεται εκ νέου, η πάγια νομολογία πως σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία η προφορική εξέταση διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην διακρίβωση της αξίας των υποψηφίων, με δοσμένο το γεγονός του γενικού χαρακτηρισμού του αιτητή ως «Καλός» και του ενδιαφερόμενου μέρους ως «Πάρα Πολύ Καλός» (Δημοκρατία κ.ά. ν. Βασιλειάδη κ.ά. (Αρ.2) (2006)3 Α.Α.Δ. 525, Παπαντρέου ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ 509, Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ 195, Ε.Δ.Δ 72/2017, Χατζηκωστή v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 14.11.2023, Ε.Δ.Δ. 150/2021 Δημοκρατία ν. Λεμεσιανός, ημερομηνίας 8.4.2026).

  Βάσει όλων των ανωτέρω, δεν βρίσκω έρεισμα στις εισηγήσεις του αιτητή και η προσφυγή θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.

 

  Η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                 

 

 

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[2] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[3] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο