Παντελής Πάλμας ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας κ.α., Υπόθεση αρ. 614/2020, 29/5/2026
print
Τίτλος:
Παντελής Πάλμας ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας κ.α., Υπόθεση αρ. 614/2020, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 614/2020

29 Μαΐου, 2026

[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Παντελής Πάλμας,

Αιτητής,

και

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1. Υπουργού Άμυνας

2. Αρχηγού Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς

3. Υπουργικού Συμβουλίου και/ή

4. Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων

Καθ’ ων η αίτηση

------------

 

Π. Ευαγόρου (κα), για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον αιτητή. 

Α. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής ζητά:

«(Α) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή η απόφαση της Καθ' ης η Αίτησης ημερομηνίας 6 Μαΐου 2020 για κρίση του Αιτητή ως «Ευδοκίμως Τερματίσαντα την Υπηρεσία», η οποία φέρει ημερομηνία 7 Μαΐου και η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 8 Μάϊου και/ή κάθε μεταγενέστερη συναφής αυτής πράξη και/ή απόφαση, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, και/ή

(Β) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 14 Μαΐου 2020 με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε τον τερματισμό της υπηρεσίας του Αιτητή από 5 Αυγούστου 2020 και/ή κάθε μεταγενέστερη συναφής αυτής πράξη και/ή απόφαση, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, και/ή

(Γ) Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 8 Ιουλίου 2020 με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση απαντά στην Αναφορά του Αιτητή ημερομηνίας 15 Μάϊου 2020, και/ή κάθε μεταγενέστερη συναφής αυτής πράξη και/ή απόφαση, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.»

 

 

Ως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, τα γεγονότα της υπόθεσης, έχουν ως εξής:

 

Ο Αιτητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μόνιμος Αξιωματικός απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της τάξης 1988. Μετά την αποφοίτησή του από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων διορίστηκε στον Στρατό της Δημοκρατίας με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού από 9.7.1988. Προάχθηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη στις 5.6.2019. Με βάση τον κατεχόμενο του βαθμό θα αφυπηρετούσε την 1.10.2021. 

 

Το Ανώτερο Συμβούλιου Κρίσεων, στην τακτική σύνοδο για το έτος 2020 η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6.5.2020 έκρινε τον Αιτητή ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38 (5) (δ) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018.

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 33 (1) των πιο πάνω Κανονισμών, κάθε Συμβούλιο Κρίσεων, με βάση τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του, αποφασίζει, με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 38 των Κανονισμών, και κατατάσσει τον κρινόμενο Αξιωματικό στη διαβάθμιση κρίσης στην οποία κατά τη γνώμη του πρέπει να καταταγεί με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση του. Περαιτέρω όπως καθορίζεται στην επιφύλαξη της παραγράφου (3) του Κανονισμού 33, οι κριθέντες Αξιωματικοί αναγράφονται στους πίνακες ανάλογα με τη διαβάθμιση της κρίσης τους. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 38(5)(δ) των πιο πάνω Κανονισμών καθορίζει ότι Αξιωματικός βαθμού Συνταγματάρχη κρίνεται ως Ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του εφόσον:

«(ι) μέχρι την 1 Μαρτίου τον έτους σύγκλησης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων έχει συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας του και έχει συμπληρωμένο το μέγιστο αριθμό μηνών που απαιτείται, με βάση τις διατάξεις του περί Συντάξεων Νόμου του 1997, για σκοπούς καταβολής ετήσιας σύνταξης

(ii)      το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή τον εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) τον παρόντος Κανονισμού και

(ίίί) δεν είναι ένοχος σοβαρού ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος.».

 

Το Συμβούλιο Κρίσεων, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από τον Κανονισμό 38 (6) (δ), συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του Αιτητή, αποφάσισε πως αν και αυτός υπηρέτησε ευδόκιμα, η αφυπηρέτηση του εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, και αφού επιπρόσθετα αξιολόγησε τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον Κανονισμό 38(8) (β) των Κανονισμών έκρινε τον Αιτητή ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του. Παραθέτω το πρακτικό του Συμβουλίου ημερ. 6.5.2020 το οποίο αφορά ειδικότερα τον Αιτητή, ενώ σημειώνω ότι στο ίδιο πρακτικό καταγράφονται και αποτελούν μέρος της αιτιολογίας όλες οι πρόνοιες των σχετικών κανονισμών επί των οποίων στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η προσβαλλόμενη πράξη.

«Συνταγματάρχης (ΠΒ) Πάλμας Παντελής, Α.Μ. 3120»

Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου (8) (β) του Κανονισμού 38 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π.351/2016) που του δίνει την εξουσία να κρίνει ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία τον για λόγους δημοσίου συμφέροντος και αφού αξιολόγησε την εν γένει κατάσταση, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τις ανάγκες μετεξέλιξης και τις λοιπές καταστάσεις του Στρατού και της Εθνικής Φρουράς ή/και λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και Κοινό Σώμα ή/και η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και αφού έλαβε υπόψη:

1.      Την όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές

2.      Τη δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του Αξιωματικού

3.      Τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει

4.      H ηλικία του Αξιωματικού.

Περαιτέρω έλαβε υπόψη, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς, όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη να έχει και να διατηρεί η Εθνική Φρουρά τη μαχητική εκείνη ικανότητα που θα της επέτρεπε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη σχεδιασμού και διοίκησης ενός σύγχρονου στρατεύματος.

Και αφού ενημερώθηκε από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς ως εισηγητή και μέλος του Συμβουλίου, ο οποίος μετά από προσωπική τον έρευνα παρουσίασε όλα τα πιο πάνω στοιχεία.

Μετά από διεξοδική ανάλυση όλων των πιο πάνω παραγόντων και διαπιστώσεων, το Συμβούλιο, κατέληξε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις μιας χώρας, για να είναι σε Θέση να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις , υπάρχει ανάγκη μεταξύ άλλων:

1.      Την εξύψωση του ηθικού τον συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, λόγω σημαντικής αύξησης των προαγωγών.

2.      Την αποσυμφόρηση της πυραμίδας, αφού χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί (Από Ανθλγο μέχρι και Ανχη), παραμένουν καθηλωμένοι στον ίδιο βαθμό για πολύ μεγάλο χρονικό διάσημα.

3.      Στην ηγεσία των Σχηματισμών της Ε.Φ, να ανέλθουν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες.

4.      Οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί να έχουν την δυνατότητα ανέλιξης και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για την μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς, όσο και για περαιτέρω ατομική μόρφωση (απόκτηση πτυχίων, εκμάθηση ξένων γλωσσών, μεταπτυχιακά κ.τ.λ.).

Αποφάσισε να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες που αφορούν τον ευδοκίμως τερματισμό της υπηρεσίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 25, και 37(2) αλλά και τον Κανονισμό 38 (6),(δ) με τον οποίο Αξιωματικός μπορεί να κριθεί ως ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία εφόσον:

1.      Μέχρι την ?η Μαρτίου του έτους σύγκλησης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του και έχει συμπληρωμένο το μέγιστο αριθμό μηνών που απαιτείται, με βάση τις διατάξεις του περί Συντάξεων Νόμου του 1997, για σκοπούς καταβολής ετήσιας σύνταξης.

2.      Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του παρόντος Κανονισμού, και

3.      Δεν είναι ένοχος σοβαρού ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος.

Ειδικότερα ως προς τον εν λόγω Αξιωματικό έλαβε υπόψη:

1.      Ότι έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τον και έχει συμπληρωμένο το μέγιστο αριθμό μηνών που απαιτείται, με βάση τις διατάξεις τον περί Συντάξεων Νόμου τον 1997, για σκοπούς καταβολής ετήσιας σύνταξης.

2.      Ότι δεν είναι ένοχος σοβαρού ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος.

3.      Όλα τα πιο πάνω που αφορούν την εξουσία του ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία.

4.      Την ενημέρωση από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς ως εισηγητή και μέλους τον Ανώτερου Συμβουλίου.

να τον κρίνει ομόφωνα ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του για τον λόγο ότι η παραμονή τον στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38.».

 

 

Κατόπιν των παραπάνω, και με δεδομένο ότι το Συμβούλιο αποφάσισε να κρίνει τον Αιτητή ως ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία του, το όνομά του αναγράφηκε στον αντίστοιχο πίνακα. Το όνομα του Αιτητή αναγράφηκε στον πίνακα των Συνταγματαρχών που κρίθηκαν ως «Ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους» και οι εν λόγω πίνακες τέθηκαν ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου για κύρωση, όπως καθορίζεται στις διατάξεις του Κανονισμού 35 (1) των υπό αναφορά Κανονισμών, μετά από σχετική πρόταση του Υπουργού Άμυνας προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ημερομηνίας 6.5.2020. Το Υπουργικό Συμβούλιο κύρωσε τους πίνακες με Απόφασή του ημερομηνίας 7.5.2020.

 

Το Υπουργείο Άμυνας, μετά την κύρωση των εν λόγω Πινάκων από το Υπουργικό Συμβούλιο, με επιστολή του ημερομηνίας 7.5.2020, τους κοινοποίησε στον Αρχηγό και στη συνέχεια ο τελευταίος τους κοινοποίησε ενυπογράφως στους κριθέντες Αξιωματικούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 35(3) των σχετικών Κανονισμών. Αντίγραφο της επιστολής του Υπουργείου Άμυνας με την οποία κοινοποίησε τους Πίνακες στον Αρχηγό καθώς και της επιστολής του Αρχηγού με την οποία κοινοποιά στον Αιτητή την κρίση του. Ακολούθως το Υπουργείο Άμυνας με επιστολή του ημερομηνίας 14.5.2020 ενημέρωσε τον Αιτητή για την πιο πάνω απόφαση του Συμβουλίου και παράλληλα τον πληροφόρησε ότι ο Υπουργός Άμυνας λαμβάνοντας υπόψη την άδεια ανάπαυσης που είχε εις πίστη του, καθόρισε ότι ο τερματισμός της υπηρεσίας του ισχύσει από τις 5.8.2020. Επιπλέον, με την ίδια επιστολή ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι ο Υπουργός Άμυνας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από τον Κανονισμό 44(1) (β) αποφάσισε να του απονείμει τον τιμητικό βαθμό του Ταξιάρχου από την ημερομηνία που προηγείται της ημερομηνίας του τερματισμού της υπηρεσίας του, δηλαδή τις 4.8.2020, ο οποίος σύμφωνα τις διατάξεις της παραγράφου 4 του πιο πάνω Κανονισμού δεν έχει κανένα επηρεασμό στα συνταξιοδοτικά ή οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα του.  H πιο πάνω απόφαση του Υπουργού Άμυνας για τον τερματισμό της Υπηρεσίας του Αιτητή αποτελούσε δέσμια αρμοδιότητα, σύμφωνα με τον Κανονισμό 42 των Περί του Στρατού της Δημοκρατίας Κανονισμών, (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμούς του 2016 και 2018.

 

O Αιτητής με επιστολή - Αναφορά του προς το ΓΕΕΦ ημερομηνίας 15.5.2020 η οποία διαβιβάστηκε στο Υπουργείο, αμφισβήτησε την απόφαση αναφορικά με την κρίση του, αναφέροντας μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος συμπεριλήφθηκε στις κρίσεις ενώ ήταν σε αναρρωτική άδεια, οι κρίσεις έγιναν ενώ ίσχυαν τα μέτρα κατά της πανδημίας, δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και ότι παραβλέφθηκαν προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν.

 

Το Υπουργείο Άμυνας με επιστολή του ημερομηνίας 8.7.2020 απάντησε σχετικά με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής του Αιτητή, ως ακολούθως.

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας, με Αρ. Φακ.. 412.8/24/8232222 και ημερομηνία 28.5.2020, με την οποία μας διαβιβάζεται την υπηρεσιακή αναφορά του Συνταγματάρχη Πάλμα Παντελή (ΑΜ: 3120) και να σημειώσω τα ακόλουθα:

(α) Η κρίση του Συνταγματάρχη Πάλμα Παντελή (ΑΜ: 3120) ως «ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του» ήταν αποτέλεσμα της απόφασης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων το οποίο συνήλθε στις 6.5.2020 και επικυρώθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 35 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016).

(β) Η συμπερίληψη του εν λόγω Αξιωματικού στους Αξιωματικούς οι οποίοι δικαιούνταν κρίσης ήταν σύννομη. Οι λόγοι για τους οποίους Αξιωματικός δε δικαιούται να κριθεί αναλύονται στο Κανονισμό 28 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016). Ο ισχυρισμός ότι ο εν λόγω Αξιωματικός βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, είναι αβάσιμος, καθ' όσον το στοιχείο (δ) της παραγράφου (1) του προαναφερθέντος Κανονισμού, αναφέρεται σε αναρρωτική άδεια άνευ απολαβών.

(γ) Η τακτική σύνοδος του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, παρόλο που με απόφαση του Υπουργού Άμυνας ορίστηκε να πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος Μαρτίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες  του Κανονισμού 31 (2) των πιο πάνω Κανονισμών, η εν λόγω απόφαση για σύγκληση ανακλήθηκε με νέα απόφαση του Υπουργού λαμβάνοντας υπόψη, τις κρίσιμες καταστάσεις τις οποίες βίωνε η χώρα μας, τις συλλογικές ενέργειες του κράτους που γίνονταν για περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού η οποία είχε θέσει τη χώρα μας σε καθεστώς ειδικών συνθηκών, αφού ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 παράγραφος (4) των περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (158(Ι)/1999) το οποίο καθορίζει ότι «Υπέρβαση ανατρεπτικής προθεσμίας μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους ανώτερης βίας ή αν υπάρχουν ειδικές συνθήκες και η υπέρβαση δεν παραβλάπτει τα συμφέροντα άλλου διοικουμένου». Με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, ο Υπουργός Άμυνας αποφάσισε, την πραγματοποίηση του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων σε μεταγενέστερο στάδιο, αξιολογώντας τα δεδομένα και αφού οι συνθήκες το επέτρεπαν, σε χρονικό σημείο το οποίο δεν θα παραβλάπτονταν τα «συμφέροντα άλλου διοικουμένου». Η υποχρέωση για αιτιολόγηση της αναβολής και υπέρβασης της ανατρεπτικής προθεσμίας προκύπτει από τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου αλλά αυτό δεν ισχύει για τον καθορισμό της νέας ημερομηνίας. Εν πάση περιπτώσει, προκύπτει ότι η όποια αναβολή επηρέασε, υπό τις περιστάσεις, θετικά την περίπτωση του Συνταγματάρχη κ. Πάλμα Παντελή 

(δ) Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, με τους οποίους αμφισβητά την απόφαση του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων να τον κρίνει ως «ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία», σημειώνεται ότι στα πρακτικά της συνεδρίας αναλύονται οι λόγοι της απόφασης, η οποία είναι δεόντως αιτιολογημένη.»

 

 

Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 15.7.2020 κατά της απόφασης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων να τον κρίνει ως «ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία», όπου ο αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς (α) περί παραβίασης αρχής της νομιμότητας - μη δέουσα έρευνα και πλάνη, (β) έλλειψη δέουσας και νόμιμης αιτιολογίας και (γ) παραβίαση των θεμελιωδών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Ταυτόχρονα, με την παρούσα, προσβάλλεται η κρίση - απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 8 Ιουλίου 2020 με την οποία η διοίκηση απαντά στην Αναφορά του Αιτητή ημερομηνίας 15 Μάϊου 2020.

 

Η βασική θέση του Αιτητή είναι ότι οι προσβαλλόμενες συναφείς αποφάσεις έχουν ληφθεί με αυτόματες συνοπτικές και παράνομες διαδικασίες είναι λανθασμένες και/ή παράνομες και πρέπει άμεσα να ακυρωθούν από το Δικαστήριο αφού, όπως προβάλλεται στα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τον Αιτητή στην Προσφυγή και περαιτέρω αναλύονται στην αγόρευση του, οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν καταχρηστικά και σε κάθε περίπτωση δεν είχαν προβεί πρωτίστως σε δέουσα έρευνα με αποτέλεσμα να τελούν υπό καθεστώς πλάνης όταν αποφάσιζαν. Ειδικότερα αναφέρεται στην τελευταία προαγωγή που έλαβε περίπου ένα χρόνο πριν τον επίδικο τερματισμό του, στη θέση του Συνταγματάρχη και τη τελευταία Έκθεση Αξιολόγησής του, τα οποία δεδομένα, ως ισχυρίζεται, δεν ήταν ενώπιον του Συμβούλιο Κρίσεων. Ακόμα, τονίζει ότι, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους Νόμους και Κανονισμούς δεν ήταν νόμιμο να κληθεί για κρίση ενώ τελούσε σε αναρρωτική άδεια, θέση την οποία τόνισε και μέσω της Αναφοράς του ημερομηνίας 15 Μάϊου 2020. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής, αναφερόμενος εκτενώς στη σχετική νομολογία των προηγούμενων χρόνων, ισχυρίζεται ότι, στη διαδικασία για λήψη της απόφασης για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του το Συμβούλιο Κρίσεων δεν αξιολόγησε ορθώς και άρα κατ' επέκταση δεν έγινε η δέουσα έρευνα και η απόφαση δεν είναι δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, όπως και ότι, η απόφαση στερείται δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας καθότι αυτή περιορίζεται στην επανάληψη των γενικών όρων του νόμου και σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση ενώ δεν δύναται να αναπληρωθεί από τον διοικητικό φάκελο.

 

Ισχυρίζεται πλάνη περί τα πράγματα και συγκεκριμένα περί την προηγούμενη αξιολόγηση και προαγωγή του, αλλά και ότι οι Καθ' ων η αίτηση εφάρμοσαν λανθασμένα και/ή καταχρηστικά, μεταξύ άλλων, τον περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου, Ν. 36(Ι)/2016, και τους σχετικούς Κανονισμούς, αφού «υπό του Κανονισμού 28(1)(δ) προβλέπεται η περίπτωση Αξιωματικού που «βρίσκεται σε εκπαιδευτική ή αναρρωτική άδεια ή άλλη άδεια άνευ απολαβών». Στην παρούσα υπόθεση, παρότι ο Αιτητής, ως πραγματικό γεγονός, ήτο κατά το χρόνο κρίσης του σε αναρρωτική άδεια, το γεγονός αυτό δεν ετέθη ενώπιον της Καθ' ης η Αίτηση, δεν εξετάστηκε και συνεπώς η Καθ' ης η Αίτηση υπό καθεστώς πλάνης προχώρησε στην επίδικη και παράνομη κρίση και αποφάσισε τον επίδικο και παράνομο τερματισμό του Αιτητή». Ακόμα ισχυρίζεται πλάνη κατά την εφαρμογή του Κανονισμού 38 (5)(δ) της ΚΔΠ 351/2016, αφού για τον ευδόκιμο τερματισμό Αξιωματικού προϋποτίθεται η συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας και 400 μηνών υπηρεσίας, ενώ ο ίδιος είχε συμπληρώσει μόνο 384 μήνες, επειδή δεν θα έπρεπε να υπολογιστούν τα 2 χρόνια φοίτησης του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, αφού για σκοπούς σύνταξης τα χρόνια αυτά της φοίτησης, θεωρούνται άνευ απολαβών και επομένως μειώνεται αναλογικά η σύνταξη και το εφάπαξ.

 

Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι, η αιτιολογία με βάση το δημόσιο συμφέρον δίδεται γενικά και χωρίς αυτό να συγκεκριμενοποιείται, ενώ δεν είναι επιτρεπτός ο δικαστικός έλεγχος. Όπως αναφέρεται στην αγόρευση των δικηγόρων του, η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση προσπαθεί εκ των υστέρων να συμπληρώσουν την αιτιολογία με παραπομπές σε έγγραφα που δεν αποτέλεσαν μέρος της επίδικης διαδικασίας, και ειδικά αναφέρεται στο Παράρτημα 15 της 'Ενστασης της Καθ' ης η Αίτηση, που αφορά το Υπόμνημα του Υπουργείου Άμυνας που κατατέθηκε στη Βουλή το 2016 όταν προωθούνταν οι τροποποιήσεις στους Κανονισμούς, το οποίο, προβάλλει, δεν μπορεί να συμπληρώσει την έλλειψη αιτιολογίας των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και ακόμα πιο σημαντικά δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη εξατομικευμένης έρευνας και εξατομικευμένης αιτιολογίας.

 

Τέλος, προωθείται ως λόγος ακύρωσης «Παραβίαση των Θεμελιωδών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Αιτητή», όπου ισχυρίζεται ότι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες με τα αυτά. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στα Άρθρα 23 του Συντάγματος και του πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν τα νόμιμα και κεκτημένα του περιουσιακά δικαιώματα, αλλά και ότι, η εύλογη προσδοκία του Αιτητή στην επαγγελματική του ανέλιξη με τα συνεπαγόμενα με αυτή μισθολογικά και συνταξιοδοτικά του ωφελήματα, αλλά και ο «απαράδεκτος τρόπος που έχει γίνει η αξιολόγηση του Αιτητή, θεμελιώνει παραβίαση και της αξιοπρέπειας και της εν γένει προσωπικής του ζωής (Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και 9 και 15 του Συντάγματος), μέρος της οποίας αποτελεί και η επαγγελματική ζωή». Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Αιτητή ότι, από τις προσβαλλόμενες πράξεις και/ή αποφάσεις προκύπτει παραβίαση της Αρχής της Ισότητας κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 12 της ΕΣΔΑ καθώς και του Άρθρου 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις πιο πάνω παραβιάσεις ήτοι τις παραβιάσεις των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της προσωπικής ζωής και αξιοπρέπειάς του.

 

Αντίθετα, η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση απορρίπτει όλους τους λόγους ακύρωσης και αντιτείνει πως, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά στα οποία παραπέμπει το Δικαστήριο, το Ανώτερο Συμβούλιου Κρίσεων προέβη στη δέουσα έρευνα πριν καταλήξει στην απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του Αιτητή, απόφαση την οποία αιτιολόγησε επαρκώς.  Ως προβάλλεται, τόσο από τον σχετικό Κανονισμό, όσο και από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών διαφαίνονται ξεκάθαρα και εξειδικεύονται οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που οι Καθ' ων η Αίτηση εξυπηρετούν με την σχετική τους απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό του Αιτητή. Τονίζει δε ότι, το Ανώτατο Συμβούλιο Κρίσεων στην υπό κρίση περίπτωση, έθεσε στο πρακτικό του όλες τις παραμέτρους ορθής κρίσης που αποδείκνυαν ορθή έρευνα, ορθή αξιολόγηση και επαρκή αναφορά σ' ό,τι θα ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς ατομικής κρίσης. Στην παρούσα περίπτωση, υποδεικνύουν οι Καθ’ων η αίτηση, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης είναι επαρκής και η δέουσα και δεν πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο, καθώς διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη όλα τα σχετικά και ουσιώδη στοιχεία και έλαβαν την αιτιολογημένη τους απόφαση με τρόπο που το Δικαστήριο να μπορεί να διεξάγει τον αναθεωρητικό του έλεγχο.

 

Προχωρώ στη συνέχεια, σωρευτικά, στην εξέταση των λόγων ακύρωσης οι οποίοι προωθούνται μέσω της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή περί μη διενέργειας της δέουσας εξειδικευμένης έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση για τους λόγους που αναφέρει στην αγόρευση των δικηγόρων του και συνακόλουθης πλάνης του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, αλλά και περί ελλιπούς και/ή μη νόμιμης αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης. Κατά τη σχετική εισήγηση του Αιτητή, πάσχει η κρίση και η επίδικη απόφαση δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Κανονισμών εφόσον δεν υπάρχει ούτε τεκμηριωμένη και σαφώς αιτιολογημένη γνώμη των μελών του Ανώτερου Συμβουλίου Κρίσεων, ούτε εξειδίκευση του δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου λήφθηκε η απόφαση για ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας του αιτητή.

 

Έχοντας μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, σημειώνω την επιχειρηματολογία των Καθ' ων η αίτηση προς απόρριψη των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που στηρίζεται κυρίως στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ηλία ν Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 56/12, ημερ. 08.06.2018, η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα και στην απόφαση Ιωάννου ν Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 80/14, ημερ. 02.12.2020 . Πολύ πρόσφατα δε στις 28 Απριλίου 2026, στην απόφαση του στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 74/2022, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΜΥΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ κ.α. v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, το Διοικητικό Εφετείο εξετάζοντας αντίστοιχα ζητήματα τα οποία απασχολούν και το παρόν Δικαστήριο ανέφερε τα εξής (η έμφαση του Δικαστηρίου).

«Επανερχόμενοι στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία αφορά ευδοκίμως τερματίσαντα την υπηρεσία Ταξίαρχο, αποφοιτήσαντα Ανώτατης Στρατιωτικής Σχολής, το Συμβούλιο επικαλέστηκε τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016).  Σύμφωνα με αυτές:

«38.-(1) [.]

 

(8) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, Αξιωματικοί βαθμού Συνταγματάρχη, Ταξιάρχου και Υποστρατήγου-

 

(α) [.]

 

(β) κρίνονται ως ευδοκίμως τερματίσαντες την υπηρεσία τους για λόγους δημόσιου συμφέροντος, με βάση τις πρόνοιες των παραγράφων (5), (6) και (7) του παρόντος Κανονισμού, και αφού, επιπρόσθετα, αξιολογηθεί η εν γένει κατάσταση, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και λοιπές απαιτήσεις του Στρατού ή/και της Εθνικής Φρουράς ή/και οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και Κοινό Σώμα ή/και η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και αφού ληφθούν υπόψη και οι πιο κάτω παράγοντες:

(ί) Η όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές· 

(ίί) η δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του Αξιωματικού·

(ίίί) τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει

(ίν) η ηλικία του Αξιωματικού.»

 

(η έμφαση του Δικαστηρίου)

 

Σημειώνεται ότι, ο Κανονισμός 38(6) στον οποίο παραπέμπει ο Κανονισμός 38(8) (ανωτέρω), αφορά τις κρίσεις των Αξιωματικών βαθμού Ταξίαρχου ως η περίπτωση μας.  Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(6)(δ), ευδοκίμως τερματίσας την υπηρεσία του κρίνεται αξιωματικός, εφόσον συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, έχει συμπληρώσει το μέγιστο αριθμό μηνών για σκοπούς καταβολής σύνταξης (38(6)(δ)(i)) και δεν είναι ένοχος ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος (38(6)(δ)(iii)).  Εφόσον πληρούνται τα πιο πάνω «(ii) τo Aνώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, συνεκτιμώντας την όλη σταδιοδρομία του, κρίνει ότι υπηρέτησε ευδόκιμα, αλλά η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του παρόντος Κανονισμού» (38(6)(δ)(ii)(η έμφαση του Δικαστηρίου).

 

 

Εν προκειμένω, όπως αναφέρεται,  το Συμβούλιο έλαβε υπόψη την επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου), συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης του σε Στρατιωτικές Σχολές, τη δυνατότητα περαιτέρω προσφοράς του, τα έτη παραμονής του στον βαθμό που κατέχει, την ηλικία του, τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε Αξιωματικούς όπως διαμορφώνονται από την ανάγκη διατήρησης της μαχητικότητας της Εθνικής Φρουράς. Αναφέρεται επίσης, ότι το Συμβούλιο ενημερώθηκε από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς «ο οποίος μετά από προσωπική του έρευνα παρουσίασε όλα τα πιο πάνω στοιχεία».  Έλαβε επίσης υπόψη, όπως αναφέρει, την προοπτική ανέλιξης του Αξιωματικού (Εφεσίβλητου).

 

«Μετά από διεξοδική ανάλυση όλων των πιο πάνω παραγόντων και διαπιστώσεων, το Συμβούλιο κατέληξε» ότι υπάρχει ανάγκη μεταξύ άλλων, για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, για αποσυμφόρηση της πυραμίδας, την ανέλιξη νεότερων Αξιωματικών με νέες αντιλήψεις και ιδέες.  Σημείωσε επίσης το Συμβούλιο, όπως οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχουν τη δυνατότητα ανέλιξης και ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για τη μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς όσο και για περαιτέρω μόρφωση.    Αναφέρεται επίσης ότι, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ότι ο Εφεσίβλητος συμπλήρωσε το 55ο έτος της ηλικίας του, ότι πληροί τις προϋποθέσεις καταβολής ετήσιας σύνταξης, ότι δεν είναι ένοχος οποιουδήποτε παραπτώματος και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.  Έλαβε επίσης υπόψη την ενημέρωση από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς, ως εισηγητή και μέλος του Συμβουλίου, ότι λόγω του απαιτούμενου χρόνου διοίκησης ο Εφεσίβλητος δεν δικαιούται προαγωγής σε ανώτερο βαθμό.  Καταλήγοντας το Συμβούλιο αναφέρει ότι:

«Τα μέλη του Συμβουλίου κατέληξαν στην πιο πάνω απόφαση για τον λόγο ότι η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».

 

(η έμφαση του Δικαστηρίου)

 

Από την πιο πάνω παράθεση των δεδομένων, αφενός της περίπτωσης Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και αφετέρου της εξεταζόμενης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:

(α) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο έτυχε ενημέρωσης από τον Αρχηγό της Εθνικής Φρουράς (στην Ηλία η ενημέρωση ήταν από τον Διοικητή της Εθνικής Φρουράς) για όλα τα σχετικά που αφορούσαν τις ανάγκες του στρατεύματος και την υπηρεσιακή κατάσταση των Αξιωματικών.

(β) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι και στην εξεταζόμενη, αναφέρεται ότι έγινε από το Συμβούλιο διεξοδική ανάλυση όλων των σχετικών παραγόντων και διαπιστώσεων σε συνάρτηση με τις υπηρεσιακές ανάγκες του στρατεύματος.

(γ) Όπως στην περίπτωση Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) έτσι  και στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο δεν παρέλειψε την ειδική αξιολόγηση της περίπτωσης του Εφεσίβλητου σ' ότι αφορά τη δυνατότητα περαιτέρω ανέλιξης και προσφοράς του.

(δ) Στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το Συμβούλιο είχε κρίνει ότι τα προσόντα των αποφοίτων Αξιωματικών Στρατιωτικών Σχολών παρέχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα στις ανάγκες του σύγχρονου στρατεύματος και γι' αυτό υπήρχε ανάγκη όπως δοθεί η δυνατότητα ανέλιξης των Αξιωματικών που διαθέτουν ακαδημαϊκή μόρφωση.  Στην εξεταζόμενη, το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχει ανάγκη εξύψωσης του ηθικού των χαμηλόβαθμων Αξιωματικών και αποσυμφόρηση της πυραμίδας, για να ανελιχθούν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες.  Έκρινε δε, ότι οι χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί έχοντας τη δυνατότητα ανέλιξης θα καταβάλουν προσπάθεια για μαχητική ικανότητα και περαιτέρω μόρφωση.  Γι' αυτό η παραμονή του Εφεσίβλητου στο στράτευμα κρίθηκε ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών.

 

Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνουμε ότι τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), τα οποία δίδουν «το ορθό πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας της διοίκησης του Στρατού» (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)),τυγχάνουν εφαρμογής και στην εξεταζόμενη περίπτωση. 

 

Όπως στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, έτσι και εν προκειμένω διαπιστώνουμε ότι τέθηκαν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια βάσει των οποίων η διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια.  Διαπιστώνουμε επίσης, ότι της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης προηγήθηκε η αξιολόγηση της εν γένει κατάστασης, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, οι ανάγκες μετεξέλιξης και άλλες απαιτήσεις του Στρατού, οι οργανωτικές ανάγκες, καθώς και «η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών».  Η δε κατάληξη του Συμβούλιου ότι η παραμονή του  Εφεσίβλητου (ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα προαγωγής σε ανώτερο βαθμό) στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων  βαθμών και ότι η αφυπηρέτηση του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δεν αντιστρατεύεται, αλλά αντίθετα εναρμονίζεται με τις πρόνοιες του Κανονισμού 38(8)(β) (ανωτέρω), που ορίζουν την έννοια του δημοσίου συμφέροντος.

 

Όλα τα πιο πάνω αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε από το Συμβούλιο ότι η αφυπηρέτηση του Εφεσίβλητου εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, κατά τρόπο ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να κρίνεται ως επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της πράξης και δεν επεκτείνεται επί θεμάτων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, ούτε υποκαθιστά την κρίση της διοίκησης.  Ο σχεδιασμός, οι λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες του Στρατού συνιστούν πολύπλευρη και πολύπτυχη διαδικασία και συναρτάται με τη γνώση, τα μέσα της εκτίμησης των μελλοντικών αναγκών, θέματα που εντάσσονται κατ' εξοχήν στην κρίση των αρμοδίων Αρχών, εν προκειμένω του Στρατού και απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις.  Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι η κρίση της διοίκησης επί ζητημάτων τεχνικής φύσης ή που απαιτούν τεχνικές γνώσεις είναι γενικά ανέλεγκτη.  Δεν χωρεί επέμβαση, εφόσον η διοίκηση κινήθηκε σε λογικά πλαίσια, όπως κρίνουμε ότι έδρασε η διοίκηση εν προκειμένω. 

 

Σχετικό με το ζήτημα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Elements Euroconsultants Ltd ν. Δημοκρατίας (2017) 3 Α.Α.Δ. 936:

«Η ουσιαστική κρίση της διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης ή έλλειψη αιτιολογίας, Πορίσματα του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, σ. 227:

 

Το Συμβούλιον της Επικρατείας, ελέγχον τη νομιμότητα πράξεως προσβαλλομένης δι' αιτήσεως ακυρώσεως, απέχει του ελέγχου της ουσιαστικής κρίσεως της Διοικήσεως. Μέγας είναι ο αριθμός των επί του θέματος τούτου σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου, δι' ων χαρακτηρίζεται ως ανέλεγκτος η υπό της διοικήσεως εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή του αποδεικτικού υλικού ή της κρίσεως περί συνδρομής λόγω σκοπιμότητος ή της κρίσεως επί ζητημάτων τεχνικής φύσεως ή ειδικών γνώσεων. Ταύτα όμως, εφ' όσον δεν συντρέχη πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήσις διακριτικής εξουσίας ή δεν προκύπτη έλλειψις αιτιολογίας. Το Σ.Ε. ελέγχει, ούχ ήττον, εάν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν ορθώς εις τον νομικόν κανόνα.»

 

Tην αυτή πορεία ακολουθούν και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1175, Θεοδουλίδης κ.ά. v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 742Peratica Trading Co Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 445 όπως υιοθετούνται στην Lella Kentonis Investment Co Ltd κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (2016) 3 Α.Α.Δ. 630. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξακρίβωση της συνδρομής των εν λόγω στοιχείων και μόνο όταν δεν ικανοποιείται, παρεμβαίνει να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Η αξιολόγηση του υλικού όμως, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το διοικητικό Δικαστή να λάβει θέση επί των τεχνικών διχογνωμιών, αλλά, όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα της καθηγήτριας Ευαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και Τεχνικές Έννοιες στο Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σ. 116: «.δεν είναι και σε θέση να προβαίνει σε ιδίαν κρίση. Λόγω συνεπώς του προβαδίσματος της διοίκησης σε ειδικές τεχνικές γνώσεις, ο δικαστής θεωρεί τις τεχνικές κρίσεις καταρχήν αποδεκτές. Ο στόχος αυτού του δικαστικού αυτοπεριορισμού είναι να μην παρεμποδίζεται η διαδικασία έγκρισης τεχνικών εγκαταστάσεων αφενός και αφετέρου να μην καθίσταται ο διοικητικός δικαστής ιεραρχικός προϊστάμενος της εγκρίνουσας διοικητικής αρχής.» 

 

[.]

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της δικαστικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα».

 

 

Συνεπώς εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα στην Ηλία ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και κατ' επέκταση έκρινε ανεπαρκή την έρευνα και αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.»

 

Υιοθετώντας τόσο το σκεπτικό όσο και την ανωτέρω κατάληξη του Διοικητικού Εφετείου σε παρόμοια υπόθεση αξιωματικού ο οποίος επίσης κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας από την υπηρεσία, εξετάζω και τα σχετικά, αντίστοιχα, πρακτικά του Ανωτέρου Συμβουλίου Κρίσεων, το οποίο, διαπιστώνω, κατέγραψε διεξοδικά τις θέσεις του ως προς τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε συνάρτηση με τις επιχειρησιακές και στρατηγικές ανάγκες, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην δύναται να επέμβει υποκαθιστώντας την κρίση του Συμβουλίου με τη δική του αναφορικώς με την εκτίμηση των αναγκών της υπηρεσίας προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.


Το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων έθεσε στην επίδικη απόφασή του όλες τις παραμέτρους ορθής κρίσης που αποδείκνυαν ορθή έρευνα, ορθή αξιολόγηση και επαρκή αναφορά σε ό,τι έπρεπε και ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη, για σκοπούς ατομικής κρίσης. Υπενθυμίζεται συναφώς στο σημείο αυτό ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση και η μορφή της δέουσας έρευνας είναι συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στη παρούσα υπόθεση, η έρευνα θεωρείται πλήρης ή επαρκής, εφόσον επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Καμηλέρης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 725 και Δημοκρατίας ν. C. Cassinos Constructions Ltd (1990) 3(E) Α.Α.Δ. 3835).

 

Περαιτέρω, κρίνω ότι, ο καθορισμός του ευρύτερου πλαισίου λειτουργίας της Εθνικής Φρουράς και των Ενόπλων Δυνάμεων και εναπόκειται αναμφίβολα στους Καθ' ων η αίτηση να καθορίζουν τις αρχές και τους παράγοντες, με βάση τα οποία καθορίζονται οι ανάγκες του στρατεύματος, αλλά και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος αποτελεί κατ' εξοχήν τεχνικό ζήτημα και μάλιστα ευαίσθητης φύσεως. Ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση υπήρχαν όλοι οι σχετικοί με τον Αιτητή διοικητικοί φάκελοι, θέση η οποία ουδόλως καταρρίφθηκε από την πλευρά του αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα της κρίσης του Συμβουλίου Κρίσεων, και της διοίκησης ευρύτερα, αναφορικά με τους τρόπους εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος μέσω της κρίσης της για τους κριθέντες αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής.

 

Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα το οποίο τονίζεται, ότι δεν εξετάστηκε ή δεν λήφθηκε υπόψιν από τους Καθ’ ών η αίτηση ότι ο αιτητής βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια παραπέμπω στο περιεχόμενο της επιστολής του Υπουργείου Άμυνας ημερομηνίας 8.7.2020 όπου απάντησε σχετικά στην επιστολή - αναφορά του Αιτητή ημερομηνίας 28.5.2020, ότι «(β) Η συμπερίληψη του εν λόγω Αξιωματικού στους Αξιωματικούς οι οποίοι δικαιούνταν κρίσης ήταν σύννομη. Οι λόγοι για τους οποίους Αξιωματικός δε δικαιούται να κριθεί αναλύονται στο Κανονισμό 28 των περί Στρατού της Δημοκρατίας (Διορισμοί, Ιεραρχία, Προαγωγές και Αφυπηρετήσεις Αξιωματικών) Κανονισμών του 2016 και 2018 (Κ.Δ.Π. 351/2016). Ο ισχυρισμός ότι ο εν λόγω Αξιωματικός βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, είναι αβάσιμος, καθ' όσον το στοιχείο (δ) της παραγράφου (1) του προαναφερθέντος Κανονισμού, αναφέρεται σε αναρρωτική άδεια άνευ απολαβών.»

 

 

Ακόμα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν είχε συμπληρώσει 400 μήνες υπηρεσίας όπως προβλέπεται βάση του Κανονισμού 38(5)(δ), αλλά μόνο 384 μήνες και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση υπό καθεστώς πλάνης περί του νόμου έλαβαν υπόψη τα 2 χρόνια φοίτησης του Αιτητή στη Σχολή Ευέλπιδων.

 

Ως προς τούτο τον ισχυρισμό, ως παραπέμπουν το Δικαστήριο οι Καθ' ων η Αίτηση στο άρθρο 45 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 2016 (Ν.36(Ι)/2016) προβλέπεται ως ακολούθως:

«Αναγνώριση του χρόνου φοίτησης σε Α.Σ.Ε. ή Α.Σ.Σ.Υ. ως συντάξιμης υπηρεσίας

45. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 έως 2012 ή οποιουδήποτε άλλου σε ισχύ νόμου ή κανονισμών, ο χρόνος φοίτησης μέλους του Στρατού σε Α.Σ.Ε.'. ή Α.Σ.Σ.Υ., στο οποίο φοίτησε μετά από υποτροφία που του παραχωρήθηκε από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας και διορίστηκε στη συνέχεια ως μόνιμο μέλος του Στρατού, στην τάξη των Αξιωματικών ή Υπαξιωματικών, λογίζεται, κατά το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως το ελάχιστα απαιτούμενο για αποφοίτηση από το εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα, ως συντάξιμη υπηρεσία:

 

Νοείται ότι, το μηνιαίο επίδομα που παρέχεται στα μέλη του Στρατού κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους σε Α.Σ.Ε.Ι. ή Α.Σ.Σ.Υ., δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 42 του παρόντος Νόμου, μειώνεται κατά το ήμισυ στο αμέσως επόμενο, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστα απαιτούμενου για αποφοίτηση από το εν λόγω εκπαιδευτικό ίδρυμα χρονικού διαστήματος, έτος φοίτησης και στη συνέχεια, μέχρι και την αποφοίτηση, αποκόπτεται πλήρως:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το ελάχιστα απαιτούμενο για αποφοίτηση χρονικό διάστημα παρατείνεται για λόγους υγείας του μέλους του Στρατού, ως συντάξιμη υπηρεσία λογίζεται το σύνολο του χρόνου της φοίτησής του. »

 

 

Όπως προκύπτει εκ του άνωθεν, ο χρόνος φοίτησης του Αιτητή στη Σχολή Ευελπίδων λογίζεται και υπολογίζεται ως συντάξιμος χρόνος ανεξάρτητα του περί Συντάξεως Νόμου του 1997 (Ν.97(Ι)/1997) ή οποιουδήποτε άλλου σε ισχύ Νόμου ή Κανονισμού. Δεδομένης της σχετικής νομοθεσίας δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι εν προκειμένω υπήρξε πλάνη των Καθ' ων η αίτηση περί την εφαρμογή του Νόμου και των Κανονισμών.

 

Καταλήγοντας, με βάση τα πιο πάνω, δεν εντοπίζω κενό έρευνας και κατ’ επέκταση ο ισχυρισμός περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση για τις ειδικές περιστάσεις που αφορούν τον Αιτητή κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται στο σύνολο του.

 

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια, τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς και/ή μη νόμιμης αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, καταλήγω ως εξής. Στη παρούσα, το Συμβούλιο Κρίσεων, λαμβάνοντας υπόψη σειρά παραμέτρων και/ή κριτηρίων, μεταξύ των οποίων, ως ρητά καταγράφεται, και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έκρινε, για τους λόγους που περιγράφονται με επαρκή σαφήνεια στην απόφασή του, ότι ο ευδόκιμος τερματισμός της υπηρεσίας του Αιτητή, θα ήταν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Από τη στιγμή που εκτίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση του Συμβουλίου και παρατίθενται τα κριτήρια, βάσει των οποίων αυτό άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνω ότι δεν υπάρχει έδαφος για δικαστική επέμβαση (βλ. Ηλία, ανωτέρω, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση). Επιπρόσθετα, είναι εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, εφόσον προκύπτουν από την εν λόγω απόφαση τα συγκεκριμένα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η ουσιαστική κρίση των καθ' ων η αίτηση, παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης, ως και τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

 

Σαφώς και δεν απαιτούνταν περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση και/ή ειδικότερη αναφορά και αβάσιμα προβάλλει η πλευρά του αιτητή ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω η απαιτούμενη και/ή επαρκής εξειδίκευση του δημοσίου συμφέροντος, εφόσον είναι σαφές από το κείμενο της απόφασης ότι η ανάγκη για εξύψωση του ηθικού του συνόλου των Αξιωματικών σε όλες τις βαθμίδες, ως και για αποσυμφόρηση της πυραμίδας του στρατεύματος, η ανάγκη να ανέλθουν νεότεροι Αξιωματικοί με νέες αντιλήψεις και ιδέες στην ηγεσία των σχηματισμών της Εθνικής Φρουράς, καθώς και η ανάγκη όπως χαμηλόβαθμοι Αξιωματικοί να έχουν την δυνατότητα ανέλιξης και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια τόσο για την μαχητική ικανότητα της Εθνικής Φρουράς, όσο και για περαιτέρω ατομική μόρφωση (απόκτηση πτυχίων, εκμάθηση ξένων γλωσσών, μεταπτυχιακά) οδήγησαν, ως ρητά αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό του Συμβουλίου, στην απόφαση για ενεργοποίηση των προνοιών που αφορούν την κρίση ως ευδοκίμως τερματίσας της υπηρεσίας για «λόγους δημοσίου συμφέροντος και αφού αξιολόγησε την εν γένει κατάσταση, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τις ανάγκες μετεξέλιξης και τις λοιπές καταστάσεις του Στρατού και της Εθνικής Φρουράς ή/και λειτουργικές, οργανωτικές και ποιοτικές ανάγκες της υπηρεσίας κατά Κλάδο και Κοινό Σώμα ή/και η ανάγκη παροχής δυνατότητας ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών». Σημειώνω επίσης την αναφορά του Συμβουλίου, πιο κάτω στο πρακτικό, ότι κατέληξε στην κρίση του όσον αφορά τον αιτητή, και για το λόγο ότι «η παραμονή του στο στράτευμα δεν παρέχει τη δυνατότητα ανέλιξης Αξιωματικών κατώτερων βαθμών και η αφυπηρέτησή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως τούτο καθορίζεται στην υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (8) του Κανονισμού 38».

 

Συναφώς, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι το Ανώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, για την περίπτωση του Αιτητή, σαφώς και έλαβε υπόψη του τα όσα ο προαναφερθείς Κανονισμός 38(8)(β) απαιτεί, ήτοι την όλη επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία του Αξιωματικού, συμπεριλαμβανομένης της φοίτησης σε στρατιωτικές σχολές, τη δυνατότητα για περαιτέρω προσφορά του, τα έτη παραμονής στο βαθμό που κατέχει και την ηλικία του. Το Συμβούλιο κατέγραψε τις θέσεις του ως προς τις εξειδικευμένες ανάγκες της υπηρεσίας σε συνάρτηση με τις επιχειρησιακές και στρατηγικές ανάγκες ενώ είχε ενώπιον του τα δεδομένα που αφορούσαν τον συγκεκριμένο αιτητή ως προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών και προσωπικών φακέλων. Συνεπώς καταλήγω ότι, δεν χρειαζόταν να καταγραφεί οτιδήποτε περισσότερο από το Συμβούλιο Κρίσεων για σκοπούς συμμόρφωσης με τα όσα ο εν λόγω Κανονισμός επιτάσσει.

 

Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι και ο ισχυρισμός περί ελλιπούς και/ή παράνομης αιτιολογίας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθιστούν αβάσιμο και τον ισχυρισμό του Αιτητή περί πλάνης των καθ' ων η αίτηση κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει έναν τέτοιο ισχυρισμό. Δεδομένου δε ότι η έρευνα του Συμβουλίου, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, κρίνεται επαρκής και όλα τα ουσιώδη στοιχεία αξιολογήθηκαν, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που ευλόγως επέλεξε η διοίκηση να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα, υπ' αυτής διαπιστωθέντα, πρωτογενή ευρήματα (βλ. Ηλία, ανωτέρω).

 

Περαιτέρω, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, κρίνω ότι δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί «παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του αιτητή». Οι αναφορές στα διάφορα άρθρα του Συντάγματος και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ουδόλως αναπτύσσονται επαρκώς και με τη δέουσα αιτιολογία, αλλά και ούτε βρίσκουν αντίκρισμα στα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ως προκύπτουν από το μόνο αποδεκτό μαρτυρικό υλικό που είναι το περιεχόμενο των σχετικών διοικητικών φακέλων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχει τεθεί στο Δικαστήριο πως ακριβώς έχουν επηρεαστεί τα συνταξιοδοτικά και άλλα περιουσιακά δικαιώματα του Αιτητή από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η επιχειρηματολογία του Αιτητή μέσω των αγορεύσεων του, απορρίπτεται ως γενική και αόριστη. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω διαπιστώσεων, και δη της δοθείσας αιτιολογίας, η κρίση των Καθ' ων η αίτηση κρίνεται σύννομη, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νομοθέτης, και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή.  

  

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε σύννομη και ευλόγως επιτρεπτή. Ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1800 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο