ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 677/19, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 677/19, 22/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 677/19

 

22 Μαΐου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

 

Η. Ταλιαδώρος, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Σ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.

Ν. Κλεάνθους (κα), για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη, για Ε/Μ 2.

Καμία εμφάνιση για Ε/Μ 1.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 01.03.2019 και με την οποία η καθ’ ης η αίτηση (ΕΔΥ) προήγαγε, από τις 15.02.2019, στη μόνιμη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, Υπουργείο Εξωτερικών, τα ενδιαφερόμενα μέρη, Ε.Κ. (Ε/Μ 1) και Λ.Ε. (Ε/Μ 2), αντί και/ή στη θέση του ιδίου.

 

Η θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, Υπουργείο Εξωτερικών, είναι θέση προαγωγής και η ΕΔΥ επιλήφθηκε του ζητήματος πλήρωσης 2 κενών θέσεων σε συνεδρία της, ημερομηνίας 30.01.2019.  Προάξιμοι κρίθηκαν 3 υποψήφιοι, ήτοι ο αιτητής και τα Ε/Μ. Στη συνεδρία της ΕΔΥ προσήλθε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος σύστησε για προαγωγή τα Ε/Μ.  Η ΕΔΥ έκρινε τα Ε/Μ ως τους καταλληλότερους και αποφάσισε να προσφέρει σε αυτούς προαγωγή, καταγράφοντας τα ακόλουθα στα σχετικά πρακτικά (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):

 

«Ο Γενικός Διευθυντής, προβαίνοντας στη σύστασή του, ανέφερε τα εξής:

«Έχω μελετήσει τα στοιχεία των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, με α/α 1 έως α/α 3 του καταλόγου αρχαιότητας, για προαγωγή στη μόνιμη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, Υπουργείο Εξωτερικών.

Αναφορικά με τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της υπό αναφορά θέσης, σημειώνω ότι τα διαθέτουν όλοι οι υποψήφιοι του καταλόγου αρχαιότητας. Σημειώνεται ότι η κατοχή πτυχίου Ανώτερης ή Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν απαιτείται, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν.

Σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, καλή γνώση τουλάχιστον μιας άλλης ξένης γλώσσας, πέραν της Αγγλικής γλώσσας, αποτελεί πλεονέκτημα.

Μετά από αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων και έχοντας υπόψη τα καθιερωμένα από το Νόμο κριτήρια, δηλαδή τα προσόντα, την αξία και την αρχαιότητα, κρίνω ως καταλληλότερους για τη θέση και συστήνω για προαγωγή τους ακόλουθους υποψηφίους:

(α) [Κ.Ε.] (α/α 2)

(β) [Ε.Λ.] (α/α 3)

Σ' ό,τι αφορά τα επιπρόσθετα προσόντα και των τριών υποψηφίων, σημειώνω ότι είναι όλα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και απέδωσα στο κάθε ένα από αυτά τη βαρύτητα που του αναλογεί. Συγκεκριμένα, ο υποψήφιος με α/α 1, διαθέτει Higher Diploma in Business Studies από την Πολυτεχνική Σχολή Φρειδερίκου και έχει επίσης προσκομίσει βεβαίωση αναμενόμενης αποφοίτησης από το πτυχιακό πρόγραμμα σπουδών «Διοίκηση Επιχειρήσεων», Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η υποψήφια με α/α 2 διαθέτει Diploma in Business Studies από το Institute of Commercial Management-UK και είναι Associate of Marketing - The Chartered Institute of Marketing. Ο υποψήφιος με α/α 3 διαθέτει Higher Diploma in Mechanical Engineering από την Πολυτεχνική Σχολή Φρειδερίκου και πανεπιστημιακό δίπλωμα με θέμα “World (Global) Economy” από το «Russian Economic Academy”.

Σ' ό,τι αφορά το πλεονέκτημα της καλής γνώσης μιας άλλης ξένης γλώσσας πέραν της Αγγλικής, το έχουν και οι τρεις υποψήφιοι, αφού ο υποψήφιος με α/α 1 κατέχει απολυτήριο αναγνωρισμένης σχολής Μέσης Εκπαίδευσης της Κύπρου, που περιλαμβάνει το μάθημα της Γαλλικής γλώσσας, η υποψήφια με α/α 2 κατέχει GCE O-Level στη Γαλλική γλώσσα με βαθμό C και ο υποψήφιος με α/α 3 κατέχει δίπλωμα πανεπιστημιακού ιδρύματος όπου η γλώσσα διδασκαλίας είναι η Ρωσική.

Αναφορικά με την αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων 2013-2017, σημειώνω ότι και οι τρεις υποψήφιοι, τα έτη 2013-2017, έχουν αξιολογηθεί σε όλα τα στοιχεία «εξαίρετα».

Συγκρίνοντας τους υποψηφίους με α/α 2 και α/α 3, που συστήνω, έναντι του υποψηφίου με α/α 1, που δεν συστήνω, παρατηρώ ότι αυτοί υστερούν οριακά σε αρχαιότητα έναντι του υποψηφίου με α/α 1 που δεν συστήνω, που ανάγεται στην ημερομηνία πρώτου διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία. Ωστόσο, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι με την πρωτοβουλία που έχουν επιδείξει και τον τρόπο που διεκπεραιώνουν τα σημερινά τους καθήκοντα, τόσο η υποψήφια με α/α 2 (η οποία εδώ και αρκετά χρόνια εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Αρχείων και Επικοινωνιών), όσο και ο υποψήφιος με α/α 3, κάτι που δεν φαίνεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις τους, τους καθιστούν ικανότερους να ανταποκριθούν στα αναβαθμισμένα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Συγκεκριμένα, η υποψήφια με α/α 2, [Κ.Ε.], χειρίζεται αποτελεσματικά διάφορα θέματα μεταξύ των οποίων και θέματα, που αφορούν στην κυβερνοασφάλεια του Υπουργείου Εξωτερικών, τις εργασίες για την απόκτηση του συστήματος «Σκυτάλη» κ.ά., ενώ ο υποψήφιος με α/α 3, [Ε.Λ.], χειρίζεται αποτελεσματικά ποικίλα θέματα, μεταξύ των οποίων και θέματα που αφορούν τις υπερπτήσεις πολεμικών αεροσκαφών, τον ελλιμενισμό πλοίων, την οπλοφορία, κ.ά. Τα θέματα αυτά έχουν μεγάλη σημασία για την αποστολή του Υπουργείου Εξωτερικών και την επίτευξη των στόχων του, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και απαιτούν την εμπλοκή Λειτουργών εκτός του συνηθισμένου ωραρίου εργασίας (Σαββατοκύριακα και αργίες) και θεωρώ ότι η οριακή αρχαιότητα του υποψηφίου με α/α 1, [Μ.Μ.], μερικούς μήνες στην προηγούμενή τους θέση, δεν μπορεί να καλύψει την υπεροχή των συστηθέντων.

Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον μου στοιχείων, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι υποψήφιοι με α/α 2 και α/α 3 υπερτερούν του υποψηφίου με α/α 1 και τους συστήνω για προαγωγή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών».

Στο σημείο αυτό ο Γενικός Διευθυντής αποχώρησε από τη συνεδρία.

Στη συνέχεια η Επιτροπή ασχολήθηκε με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.

Η Επιτροπή εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων, και έλαβε επίσης υπόψη τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή.

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια.

Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και την αρχαιότητά τους, η οποία φαίνεται στον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων.

Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τα τρία κριτήρια -αξία, προσόντα, αρχαιότητα-, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας αυτά στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ' αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα, και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφερε ο Γενικός Διευθυντής για τις ικανότητες και δυνατότητες των υποψηφίων να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης, σημειώνοντας ότι πρόκειται για τρεις καθόλα εξαίρετους υπαλλήλους, που η κατάταξή τους διαφοροποιείται με την οριακή διαφορά που έχουν στην ημερομηνία πρώτου διορισμού τους, αποφάσισε να υιοθετήσει τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή και να προσφέρει στους πιο κάτω υπαλλήλους προαγωγή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, Υπουργείο Εξωτερικών, από 15.2.19:

1.             [Κ.Ε.]

2.              [Ε.Λ.]

Επιλέγοντας τους πιο πάνω, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτοί είναι ίσοι σε αξία με τον ανθυποψήφιό τους, όπως η αξία αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υποψηφίων, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρονιά, στα οποία αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα.

Σε ό,τι αφορά την αρχαιότητα, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι επιλεγέντες υποψήφιοι υστερούν του μη επιλεγέντος ανθυποψηφίου τους σε αρχαιότητα, που δεν ανάγεται εντούτοις στην αμέσως προηγούμενη της υπό πλήρωση θέσης, του Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, 1ης Τάξης, ώστε να αποκτά ουσιαστική σημασία, αλλά στην ημερομηνία πρώτου διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία, στη θέση του Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, και η οποία, κατά την πάγια νομολογία, δεν είναι ουσιαστικής αλλά οριακής ή/και ήσσονος σημασίας.

Όσον αφορά τα προσόντα, η Επιτροπή σημείωσε ότι τόσο οι επιλεγέντες όσο και ο μη επιλεγείς υποψήφιος κατέχουν επιπρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, τα οποία, αν και δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικά με τις δραστηριότητες και αρμοδιότητες του Υπουργείου Εξωτερικών και, ως εκ τούτου, τους δόθηκε η δέουσα βαρύτητα, συνεκτιμώντας τα με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης.

Σε μια συνεκτίμηση όλων των ενώπιον της στοιχείων, η Επιτροπή έκρινε τους επιλεγέντες, οι οποίοι διαθέτουν και την υπέρ τους σύσταση του Γενικού Διευθυντή, Υπουργείο Εξωτερικών, ως τους καταλληλότερους για προαγωγή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Αρχείων και Επικοινωνιών, Υπουργείο Εξωτερικών.».

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, ο αιτητής διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω της αντίθεσης της σύστασης του Διευθυντή με τα στοιχεία των φακέλων όσον αφορά τους λόγους σύστασης των Ε/Μ και της παραγνώρισης της δικής του αρχαιότητας.  Ειδικότερα, είναι η θέση του αιτητή ότι η επίκληση στοιχείων από τον Διευθυντή, τα οποία δεν αντικατοπτρίζονται στις υπηρεσιακές εκθέσεις, εισήγαγε πηγή πληροφόρησης αντίθετη προς τον Νόμο, αφού ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του τα καθήκοντα που εκτελούσαν τα Ε/Μ, με αποτέλεσμα να τους προσδώσει, παράνομα, πλεονέκτημα έναντι του ιδίου.  Επιπλέον, σύμφωνα με τον αιτητή, η σύσταση, κατά παράβαση του άρθρου 35(4) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90), είναι και αναιτιολόγητη εφόσον ο Γενικός Διευθυντής, αφενός, δεν προέβη σε συσχετισμό των καθηκόντων της επίδικης θέσης με τα κριτήρια αξιολόγησης που βαθμολογούνται στις υπηρεσιακές εκθέσεις των υποψηφίων και, αφετέρου, παραγνώρισε την υπεροχή του αιτητή στο κριτήριο της αρχαιότητας.  Συνακόλουθα, κατά την περαιτέρω εισήγηση του αιτητή, πάσχει και η τελική απόφαση της ΕΔΥ, η οποία προσέδωσε βαρύτητα στη σύσταση του Διευθυντή.  Σημειώνεται πως ο εγερθείς με τη γραπτή αγόρευση του αιτητή λόγος ακύρωσης περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, αποσύρθηκε κατά την ακρόαση.

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα, το αιτιολογημένο και το εύλογο τόσο της σύστασης του Γενικού Διευθυντή όσο και της τελικής απόφασης της ΕΔΥ.  Ειδικότερα, είναι η θέση της κας Χαραλάμπους ότι ο Γενικός Διευθυντής προέβη στην υπέρ των Ε/Μ σύσταση μετά από διεξαγωγή πλήρους και δέουσας έρευνας, η δε σύστασή του ήταν σε πλήρη σύμπνοια με τα στοιχεία των φακέλων και πλήρως αιτιολογημένη.  Περαιτέρω, κατά την εισήγηση, ουδέν μεμπτό προκύπτει από τις αναφορές του Γενικού Διευθυντή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Ε/Μ και στον τρόπο διεκπεραίωσης των καθηκόντων τους, στοιχεία τα οποία, κατά την άποψη του Γενικού Διευθυντή, τους καθιστούν καταλληλότερους για τις ανάγκες της υπό πλήρωση θέσης.  Η δε αρχαιότητα του αιτητή δεν παραγνωρίστηκε, πλην όμως, εφόσον αυτή ήταν απομακρυσμένη, είχε περιορισμένη μόνο σημασία και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί το αποφασιστικό κριτήριο αλλά συσταθμίζεται με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης.  Αναγνωρίζοντας ότι η αρχαιότητα, ως κριτήριο προαγωγής, έχει αποφασιστική σημασία μόνο εάν τα άλλα κριτήρια είναι περίπου ίσα, η κα Χαραλάμπους εισηγείται περαιτέρω ότι αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω.  Ως προς την τελική απόφαση είναι η θέση της πως η ΕΔΥ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, εξέτασε ενδελεχώς και στο σύνολό τους όλα τα ενώπιον της στοιχεία και αποδίδοντας σε έκαστο τη δέουσα βαρύτητα, διαμόρφωσε την εύλογη και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας κρίση της.  Καταληκτικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση, επισημαίνοντας ότι το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με τη δική του, εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτεται από το τεκμήριο της κανονικότητας, το οποίο δεν έχει ανατραπεί, εφόσον ο αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει, ως είχε το σχετικό βάρος, δική του έκδηλη υπεροχή και δεν απέδειξε τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης.

 

Τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Ε/Μ, οι οποίοι περιορίστηκαν στην υιοθέτηση της γραπτής αγόρευσης της καθ’ ης η αίτηση.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, όπως ορθώς επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του και αναγνωρίστηκε τόσο από τον Γενικό Διευθυντή όσο και από την ΕΔΥ, ο αιτητής και τα Ε/Μ ήταν ισοδύναμοι στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις που λήφθηκαν υπόψη (2013-2017), έχοντα αξιολογηθεί και οι 3 σε όλα τα στοιχεία με «εξαίρετα».  Οι δε κατηγορίες αξιολόγησης περιλαμβάνουν την απόδοση στην εργασία, το υπηρεσιακό ενδιαφέρον, την υπευθυνότητα και την πρωτοβουλία, τα στοιχεία, δηλαδή, στα οποία ο Γενικός Διευθυντής έκρινε ότι τα Ε/Μ υπερέχουν και στα οποία βάσισε τη σύστασή του.  Συνακόλουθα, αποδέχομαι ως βάσιμη τη θέση του αιτητή ότι η σύσταση πάσχει καθότι ο Γενικός Διευθυντής προσέδωσε υπεροχή στα Ε/Μ έναντι του σε στοιχεία στα οποία οι 3 υποψήφιοι ήταν, με βάση τις υπηρεσιακές εκθέσεις, ισάξιοι.  Συνακόλουθα, εσφαλμένα η ΕΔΥ έλαβε υπόψη την εν λόγω σύσταση, αφού αυτή συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων.

 

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σύσταση του Προϊσταμένου του Τμήματος δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων, αλλά εμπεριέχει τη συμβουλή ή γνώμη του Προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως αυτή αποτυπώνεται στους σχετικούς φακέλους (Μοδίτης ν Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695)

 

Απόλυτα σχετική με την επίδικη διαφορά και τα γεγονότα της είναι η απόφαση Χρυσάνθη Σταυρινού ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 20/2021, ημερ. 12.11.2024, στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή κατά την ακρόαση και στην οποία κρίθηκαν, με εκτενή αναφορά στην επί του θέματος νομολογία, τα ακόλουθα:

 

«Εκκινώντας, λοιπόν, από το ζήτημα της νομιμότητας της δοθείσας σύστασης, είναι καταρχάς, ορθό να τονισθεί η εξέχουσα σημασία, την οποία αυτή υπέχει, σε τέτοιες διαδικασίες, ως η επίδικη […]

 

Ωστόσο, με δεδομένα και νομολογιακώς σταθερά τα πιο πάνω περί της αυξημένης σημασίας δοθείσης συστάσεως υπέρ υποψηφίου, ταυτόχρονα και εξίσου σταθερά η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν έχει επιτρέψει την προσθήκη ή αφαίρεση από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων διαμέσου της σύστασης του προϊσταμένου. Οι συστάσεις του Διευθυντή πρέπει να εναρμονίζονται με τα στοιχεία των φακέλων διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, διατηρούν δε την εγκυρότητα τους, όταν δεν αντιμάχονται τα στοιχεία των φακέλων […] Στην απόφαση του (τότε) Ανώτατου Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2012 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 112/2008 ΝΙΚΟΣ ΑΤΤΑ κ.ά. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ λέχθηκαν, χαρακτηριστικά και τα εξής:

 

«Η διάσταση ως προς τις αρχές που μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, όντως χαρακτήριζε τη νομολογία μας και η οποία διάσταση δικαιολογημένα θα λέγαμε είχε δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το ποιο είναι το ορθό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι συστάσεις του προϊσταμένου, με προεξάρχοντα ρόλο την προσωπική του άποψη, μπορούν να διαμορφωθούν, εξαλείφθηκε με την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695. Στην εν λόγω υπόθεση, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάμνοντας εκτενή αναφορά στη μέχρι τότε νομολογία μας, αφού επεσήμανε το γεγονός της διάστασης που χαρακτήριζε τη νομολογία μας επί του συγκεκριμένου ζητήματος και την «υποβόσκουσα», όπως την χαρακτηρίζει, αμφιβολία που δημιουργήθηκε, έθεσε το σχετικό πλαίσιο ως εξής:

 

"Καταλήγουμε πως η σύσταση του προϊσταμένου εκδήλως δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων. Δεν είναι πηγή τέτοιας πληροφόρησης και δε συναρτάται προς την αξία, ως του ενός από τα κριτήρια που προβλέπει ο Νόμος. Η σύσταση, στην οποία αναφέρεται ο Νόμος, εμπεριέχει μόνο τη συμβουλή ή γνώμη του προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως την αποτυπώνουν οι φάκελοι. Ο προϊστάμενος του τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση γνωρίζει στην πράξη τις ανάγκες εκείνης της θέσης και εξ αυτού προκύπτει και ο ρόλος του. Να επισημάνει τί από τα δεδομένα, δηλαδή από τις ιδιότητες και τις ικανότητες που καταφαίνεται ότι έχει ένας υπάλληλος, ταιριάζει καλύτερα σ' αυτές τις ανάγκες ώστε αυτός να αναδεικνύεται ως ο καταλληλότερος. Οπότε, και στην περίπτωση που η ΕΔΥ έχει άλλη άποψη ως προς το ποιος είναι ο καταλληλότερος, να χρειάζεται να αιτιολογήσει αυτή την απόκλιση ειδικά."»

 

Η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν έχει επιτρέψει, με διαχρονική συνέπεια, ούτε την πρόκριση υποψηφίου στη βάση της φύσης των καθηκόντων που του ανατέθηκαν στις προηγούμενες θέσεις που αυτός κατείχε, εις βάρος των συνυποψηφίων του, στους οποίους είχαν τυχόν ανατεθεί άλλης φύσεως καθήκοντα, είτε κατ' επίκληση ότι αυτά ήταν υποδεέστερα των καθηκόντων που ο επιλεχθείς ασκούσε, είτε ότι ήταν ολιγότερο σχετικά με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης απ' αυτά που εκτελούσε ο συστηνόμενος. Αυτό, με το σκεπτικό ότι, η ανάθεση, αφαίρεση ή αναδιοργάνωση και η εκτέλεση καθηκόντων δεν εξαρτάται από τη βούληση και δεν αποτελεί επιλογή του ενδιαφερόμενου, αλλά ευθύνη και επιλογή των αρμόδιων διευθυντών του και η οποία, μάλιστα, έχει κριθεί από πολύ νωρίς στη νομολογία ότι δεν ελέγχεται δικαστικώς (βλ. ενδεικτικά, Chrystalla Yiallourou v. Republic (Minister of Interior and Another)  C.L.R. 214, Costea v. Republic (1983) 3 C.L.R. 115). Η μόνη εξαίρεση που έχει νομολογιακά θεωρηθεί αποδεκτή στον πιο πάνω κανόνα (αλλά σαφώς δεν είναι η ενώπιον μας) αφορά στις περιπτώσεις, στις οποίες στον υπάλληλο ανατίθενται περιορισμένα καθήκοντα λόγω ανεπάρκειας του.

 

Ως επεξηγήθηκε και στην ΝΙΚΟΣ ΑΤΤΑ κ.ά.,supra:

«Έχει νομολογηθεί ότι, με κάποιες εξαιρέσεις, η φύση των καθηκόντων που ανατίθενται σε υπάλληλο δεν αποτελεί νόμιμο κριτήριο για την προτίμηση υπαλλήλου έναντι συναδέλφου του, γιατί αυτό ισοδυναμεί ουσιαστικά με θυματοποίηση και άνιση μεταχείριση των υποψηφίων. (Βλ. Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 145, στην οποία κρίθηκε ότι το είδος ή η φύση των καθηκόντων δεν αποτελούν νόμιμο μέτρο κρίσης της αξίας τους και Γεωργίου ν. Α.Η.Κ. (1999) 3 Α.Α.Δ. 674, στην οποία κρίθηκε ότι η ικανότητα των υποψηφίων κρίνεται από την αντικειμενική αξία που εξάγεται από τις βαθμολογίες των εμπιστευτικών εκθέσεων. […].»

 

Στην Αλεξάνδρου, supra (βλ. ΝΙΚΟΣ ΑΤΤΑ κ.ά., supra) λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Η Ελληνική νομολογία σταθερά ορίζει ότι οι διεκδικήσεις υπαλλήλου για προαγωγή δεν μπορεί να επηρεαστούν δυσμενώς από το γεγονός ότι ο κύκλος των καθηκόντων που του ανατίθεντο, μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας του, ήταν περιορισμένος. Αντίθετη θέση θα απέληγε σε θυματοποίησή του για λόγους ανεξάρτητους από την ετοιμότητα να εκτελέσει κάθε πτυχή των καθηκόντων της θέσης που κατέχει. (Βλ., Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελίδα 267). Επίσης, θα άφηνε στη διακριτική ευχέρεια του Προϊσταμένου την παροχή της πρέπουσας ευκαιρίας στους υπαλλήλους του Τμήματος να αποκτήσουν τα δέοντα για προαγωγή, γεγονός που θα είχε δυσμενείς προεκτάσεις στη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακολουθεί κατά γράμμα την Ελληνική νομολογία στο επίμαχο ζήτημα. […]»

 

Μέτρο κρίσης της αξίας των υποψηφίων είναι η επάρκεια και αποτελεσματικότητα με την οποία ασκούν τα καθήκοντα τους, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές τους εκθέσεις και όχι η φύση ή το είδος της εργασίας που εκτελούν κατ' εντολή των ανωτέρων τους. […]

 

Ο υπάλληλος στον οποίο ανατέθηκαν περιορισμένα ή υποδεέστερα καθήκοντα δεν μπορεί να τίθεται σε μειονεκτική θέση έναντι συναδέλφου του στον οποίο παρασχέθηκε η ευκαιρία για πλήρη ανάπτυξη των ικανοτήτων του.

 

Ως αναφέρεται και στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου τους (sic) Επικρατείας (1929-1959), εκεί σελίδα 357:

 

«(9) Αντιθέτως εκρίθη ότι δεν αποτελεί νόμιμον στοιχείον δυσμενούς κρίσεως ή απασχόλησις του υπαλλήλου εις ωρισμένα αποκλειστικώς καθήκοντα 1192 (58), 1349, 1414 (52), 447 (50), 248 (49), 2409 (46), 346 (43), 508 (42), το είδος τους υπό του υπαλλήλου κατόπιν εντολής τους προϊσταμένης αυτού υπηρεσίας ασκουμένης εργασίας: 1883 (58), 227, 228 (56), το ότι ούτος δεν ητήσατο τους ανατεθή αυτώ ωρισμένη υπηρεσία, εφ' όσον εκ του νόμου δεν προκύπτει τοιαύτη υποχρέωσις του υπαλλήλου αλλ' απόκειται εις την Διοίκησιν η τοποθέτησις αυτού: 447 (50). Τους ούτε το ότι ο υπάλληλος δεν διηύθυνεν ωρισμένην υπηρεσίαν ίνα εντεύθεν κριθή η ικανότης αυτού, διότι η Διοίκησις οφείλει να παρέχει εις τους υπ' αυτήν υπαλλήλους την ευκαιρίαν ν' αναπτύξωσι τας ικανότητος αυτών, αναθέτουσα εις τούτους την άσκησιν αρμοδιότητος αναλόγου τους τον βαθμόν αυτών: 2015 (49).»

 

Τέλος, στην Γεωργιάδης ν. Α.Η.Κ., supra υποδείχθηκε ότι:

 

«.οι αρχές τους (sic) χρηστής διοίκησης επιβάλλουν την ίση μεταχείριση των υποψηφίων για προαγωγή, αρχή η οποία απαιτεί την αξιολόγηση του κάθε υποψηφίου σύμφωνα με τα καθήκοντα τα οποία του ανατίθενται στο πλαίσιο του σχεδίου υπηρεσίας. Διαφορετικά, θα αφήνετο στη Διοίκηση να επαυξάνει τους πιθανότητες για προαγωγή υπαλλήλων που υπηρετούν στην ίδια θέση, ανάλογα με τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται […]»

 

Όπως, τέλος, επαναεπιβεβαιώθηκε και στην απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.11.2023 στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 77/2017 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ κ.α:

 

«Όπως δε ορθώς παρατηρεί η πλευρά του Εφεσείοντα, δεν είναι δυνατό η απόφαση αυτή του διορίζοντος οργάνου να συναρτάται ή να επηρεάζεται από τα καθήκοντα που μπορεί να ασκούσε στο παρελθόν ένας μεμονωμένος υποψήφιος.»

 

Όλα τα πιο πάνω νομολογηθέντα, εφαρμοζόμενα στην παρούσα συγκεκριμένη περίπτωση οδηγούν, αναπόδραστα κατά την κρίση μας, στο ακόλουθο αποτέλεσμα:

Η Αναπληρώτρια Διευθύντρια, με τη σύσταση της (βλ. ανωτέρω) αν και ορθώς ή, εν πάση περιπτώσει, εύλογα κατέληξε σε ευρήματα περί ισοδυναμίας των εδώ διαδίκων σε προσόντα και σε βαθμολογημένη αξία, καθώς και ορθώς διέγνωσε την υπεροχή σε αρχαιότητα της εδώ Εφεσείουσας ως προς το Ενδιαφερόμενο Μέρος, κατέληξε σε εισήγηση της δεύτερης προς πλήρωση της επίδικης θέσης για κανένα άλλο λόγο, τον οποίο να έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της προτίμησης της, παρά επικαλούμενη, εμμέσως πλην σαφέστατα, τη θέση που κατείχε το Ενδιαφερόμενο Μέρος ως υπεύθυνη του Τομέα Προσφορών και λαμβάνοντας υπόψη, ως οι σχετικές αναφορές της, «τα εξειδικευμένα καθήκοντα, την εμπειρία, τις γνώσεις και τις ικανότητες που απαιτεί η σχετική θέση», αυτά σε συνδυασμό με την αναφορά της Αναπληρώτριας Διευθύντριας ότι, «Στο Οργανόγραμμα της Διεύθυνσης Προσφορών Φαρμάκων υπάρχει θέση Ανώτερου Φαρμακοποιού υπεύθυνου Τομέα Προσφορών, η οποία παραμένει κενή.». Ταυτόχρονα, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια ανέφερε στη σύσταση της ότι, η Εφεσείουσα «εργάζεται στο φαρμακείο του Νοσοκομείου Πάφου, όπου η υπεύθυνη είναι Ανώτερη Φαρμακοποιός.», αφήνοντας αβίαστα έτσι να εννοηθεί όχι μόνο ότι, το Ενδιαφερόμενο Μέρος έχει επαυξημένες (ένατι των ανθυποψηφίων της) ικανότητες, γνώση και εμπειρία, λόγω των καθηκόντων που εκτελούσε ως υπεύθυνη στον Τομέα Προσφορών, για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων της επίδικης θέσης (ενόψει και ότι υπάρχει κενή προς πλήρωση θέση Ανώτερου Φαρμακοποιού Υπεύθυνου Τομέα Προσφορών), αλλά και αντίθετα ότι, η Εφεσείουσα τέτοιες ικανότητες δεν κατείχε, διότι αυτή εργαζόταν στο φαρμακείο του Νοσοκομείου Πάφου. Αυτή, βρίσκουμε, είναι η κλασσική περίπτωση κριθείσας νομολογιακά ως παράνομης επαύξησης των πιθανοτήτων προαγωγής υποψηφίου (εδώ του Ενδιαφερόμενου Μέρους) ένεκα των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, αλλά και εξίσου παράνομης απομείωσης των πιθανοτήτων επιλογής άλλου υποψηφίου (εδώ της Εφεσείουσας), ένεκα των καθηκόντων που σ' αυτήν είχαν ανατεθεί, τα οποία, εν πάση περιπτώσει και ως διαφαίνεται μέσα από τις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις τους, η Εφεσείουσα ασκούσε εξίσου επαρκώς και αποτελεσματικά, ως τα ασκούσε και το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Η πιο πάνω εμφανής παρανομία στην σύσταση της Αναπληρωτρίας Διευθύντριας συνιστά, ταυτόχρονα και μη νόμιμη ανάπλαση των στοιχείων των φακέλων, ενόψει του συγκεκριμένου συσχετισμού της αξίας προσόντων και αρχαιότητας μεταξύ των εδώ διαδίκων, τον οποίο ορθά, κατά τα άλλα, η Αναπληρώτρια Διευθύντρια κατέγραψε και σύμφωνα με τον οποίο, η Εφεσείουσα ήταν ισοδύναμη του Ενδιαφερόμενου Μέρους σε προσόντα και αξία, ενώ υπερτερούσε έναντι αυτού σε αρχαιότητα. Η πιο πάνω κρίση μας καθιστά τη δοθείσα σύσταση, για τον λόγο που αναφέρθηκε, παράνομη. Ως, επίσης, προαναφέρθηκε (βλ. ανωτέρω νομολογία), η σύσταση, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ουσιώδους σημασίας και, κατ' επέκταση, η λήψη της επίδικης απόφασης καθ' υπολογισμό και αυτής, μολύνθηκε (αναλόγως ουσιωδώς) στη νομιμότητα της, αφού πεπλανημένα, ως επεξηγήθηκε, λήφθηκε υπόψη η εν λόγω σύσταση ως νόμιμη.».

 

 

Επιπρόσθετα, απορρίπτοντας τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της καθ’ ης η αίτηση πως η παρούσα δεν είναι η περίπτωση που η αρχαιότητα αποκτά τη δική της σημασία καθότι, κατά την εισήγηση, δεν υπάρχει ισοδυναμία των διαδίκων στα υπόλοιπα κριτήρια προαγωγής και αποδεχόμενη τη θέση του αιτητή, καταλήγω ότι η αρχαιότητα του αιτητή εσφαλμένα παραγνωρίστηκε εν προκειμένω, δοθέντος ότι ήταν το μόνο από τα θεσμοθετημένα κριτήρια προαγωγής (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), στο οποίο οι υποψήφιοι δεν ήταν ίσοι.

 

Στην Ιωάννου ν Δημοκρατίας, Αναθ. Έφεση αρ. 30/2015, ημερ. 19.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:C472, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ως ορθή την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «το κριτήριο της αρχαιότητας συνιστά θεσμοθετημένο παράγοντα που, αν και έχει ατονήσει, εντούτοις, παραμένει ένα από τα ουσιώδη κριτήρια που ο Νόμος καθορίζει και το οποίο θα πρέπει, συνεπακόλουθα, εκεί όπου χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη (Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406)».

 

Στη δε απόφαση Μιχάλης Λαμπρινού ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 71/2020, ημερ. 19.02.2025 επισημάνθηκε πως η αρχαιότητα, ως θεσμοθετημένο κριτήριο (συναρτώμενο κατά τεκμήριο και προς την πείρα σε μόνιμη θέση και αξία των διαδίκων) είναι όντως μετρήσιμο ως αξιολογική μεταβλητή και ως εκ τούτου κρίθηκε πως «όπου τα άλλα στοιχεία των υποψηφίων είναι ισοδύναμα μεταξύ τους, η ισχνή έστω υπεροχή ενός των στοιχείων σε αξιολογήσιμες παραμέτρους (λόγου χάριν στην αρχαιότητα), επανακτά τη δική της ισχύ, η οποία και (κατά κανόνα) προσμετρά πια, αναλόγως, υπέρ του εν λόγω υποψηφίου». 

 

Συνακόλουθα, η παραγνώριση της αρχαιότητας του αιτητή και η υιοθέτηση από την ΕΔΥ της πάσχουσας σύστασης του Διευθυντή, συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τη δική της τελική απόφαση.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.

Υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο