ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 863/18
27 Μαΐου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η αίτηση.
------------
Σ. Μεστάνας, για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Λ. Ουστά (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.
Καμία εμφάνιση για το ενδιαφερόμενο μέρος.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 18.05.2018 και με την οποία η καθ’ ης η αίτηση (ΕΔΥ) προήγαγε, από τις 15.04.2018, στη μόνιμη θέση Διευθυντή Οδοντιατρικών Υπηρεσιών, το ενδιαφερόμενο μέρος (Ε/Μ), Χ.Τ., αντί και/ή στη θέση του ιδίου.
Η θέση είναι θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής και προκηρύχθηκε με δημοσίευση σχετικής γνωστοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 24.11.2017. Σε ανταπόκριση αυτής υποβλήθηκαν δύο αιτήσεις, του αιτητή και του Ε/Μ.
Η ΕΔΥ εξέτασε τις αιτήσεις σε συνεδρία της, ημερομηνίας 09.03.2018, κατά την οποία αποφάσισε τα ακόλουθα (ως καταγράφονται στα σχετικά πρακτικά και για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):
«Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 32(1) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως (Αρ. 3) του 2017, οι θέσεις Προϊστάμενων Τμημάτων εξαιρούνται οπό τη διαδικασία των Συμβουλευτικών Επιτροπών, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας εξέτασε την κατοχή από τους αιτητές των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης.
Συγκεκριμένα η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι αιτητές ικανοποιούν τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης Διευθυντή Οδοντιατρικών Υπηρεσιών, οι οποίες είναι:
1. Εγγεγραμμένος Οδοντίατρος στην Κύπρο δυνάμει του περί εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου
2. Μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή ειδίκευση σε οιονδήποτε κλάδο της Οδοντιατρικής
3. Δεκαετής τουλάχιστον άσκηση της Οδοντιατρικής, κατά προτίμηση στη Δημόσια Υπηρεσία, από την οποία πενταετής τουλάχιστον διοικητική πείρα ή πενταετής τουλάχιστον πείρα σε ειδικό κλάδο της Οδοντιατρικής
4. Ακεραιότητα χαρακτήρα, διοικητική και οργανωτική ικανότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία και ευθυκρισία
5. Άριστη γνώση της Ελληνικής και πολύ καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας.
[…]
Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, αφού εξέτασε τις δύο αιτήσεις που υποβλήθηκαν, έκρινε:
1. [Τ.Χ.]
Με βάση τα στοιχεία στην αίτηση, του Προσωπικού Φακέλου και του Φακέλου των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων του υποψηφίου, που είναι δημόσιος υπάλληλος, η Επιτροπή έκρινε ότι ο υποψήφιος ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας, εφόσον είναι εγγεγραμμένος Οδοντίατρος σύμφωνα με τον περί εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμο, ως η απαίτηση στην παράγραφο (1) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης, διαθέτει μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή εξειδίκευση στην Οδοντιατρική, ως η απαίτηση στην παράγραφο (2) των απαιτούμενων προσόντων (η ίδια απαίτηση υπάρχει και στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης Ανώτερου Οδοντιατρικού Λειτουργού). Ικανοποιεί, επίσης, τις απαιτήσεις της παραγράφου (3) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας, με βάση την κατοχή των παρακάτω θέσεων στη Δημόσια Υπηρεσία και τα καθήκοντα που αυτός εκτελούσε:
1.3.16 Πρώτος Οδοντιατρικός Λειτουργός
15.1.11 Ανώτερος Οδοντιατρικός Λειτουργός
1.7.92 Οδοντιατρικός Λειτουργός, 1ης Τάξης
15.6.90 Οδοντιατρικός Λειτουργός, 2ης Τάξης
Όσον αφορά την απαίτηση στην παράγραφο (3) του Σχεδίου Υπηρεσίας για πενταετή διοικητική πείρα ή πείρα σε ειδικό κλάδο της Οδοντιατρικής, ο υποψήφιος επίσης την διαθέτει. Με βάση την πιο πάνω υπηρεσία του, ο υποψήφιος διαθέτει επίσης και την προβλεπόμενη από το Σχέδιο Υπηρεσίας προτίμηση.
[…]
3. ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ Ελευθέριος
Είναι εγγεγραμμένος Οδοντίατρος σύμφωνα με τον περί εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμο, ως η απαίτηση στην παράγραφο (1) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης. Ικανοποιεί, επίσης, την απαίτηση στην παράγραφο (2) για μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή εξειδίκευση στην Οδοντιατρική, με βάση την ειδικότητά του στη Στοματογναθοπροσωπική Χειρουργική.
Όσον αφορά την απαίτηση στην παράγραφο (3) του Σχεδίου Υπηρεσίας για δεκαετή τουλάχιστον άσκηση της Οδοντιατρικής, κατά προτίμηση στη Δημόσια Υπηρεσία, από την οποία πενταετής τουλάχιστον διοικητική πείρα ή πενταετής τουλάχιστον πείρα σε ειδικό κλάδο της Οδοντιατρικής, η Επιτροπή, με βάση βεβαιώσεις για την εργασία του που έχει προσκομίσει, έκρινε ότι αυτός συμπληρώνει την απαιτούμενη δεκαετή τουλάχιστον άσκηση της Οδοντιατρικής. Ικανοποιεί, επίσης, την απαίτηση στην πιο πάνω παράγραφο για πενταετή τουλάχιστον πείρα σε ειδικό κλάδο της Οδοντιατρικής, με βάση σχετική βεβαίωση που έχει υποβάλει.
[…]
Ενόψει των πιο πάνω, η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει ενώπιον της σε προφορική εξέταση, σε ημερομηνία που θα καθοριστεί αργότερα, τον υποψήφιο [Τ.Σ.], που έχει κριθεί ότι ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας, καθώς και τον υποψήφιο ΚΑΛΗΜΕΡΑ Ελευθέριο […] Στη συνεδρία να κληθεί να παραστεί και η Γενική Διευθύντρια, Υπουργείο Υγείας».
Ακολούθησε η συνεδρία της ΕΔΥ, ημερομηνίας 02.04.2018, κατά την οποία οι υποψήφιοι κλήθηκαν σε προφορική εξέταση. Στη συνεδρία προσήλθε και η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας για την υποβολή της σύστασής της. Στα σχετικά πρακτικά καταγράφονται τα ακόλουθα (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):
«Στη συνέχεια προσήλθε στη συνεδρία και η Γενική Διευθύντρια, Υπουργείο Υγείας, κ. Χριστίνα Γιαννάκη, η οποία ενημερώθηκε για τα πιο πάνω και στη διάθεση της οποίας είχαν τεθεί οι αιτήσεις των δύο υποψηφίων, καθώς και ο Προσωπικός Φάκελος και ο Φάκελος των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων του υποψηφίου που είναι δημόσιος υπάλληλος. Στη διάθεσή της, επίσης, η Γενική Διευθύντρια είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει τις αιτήσεις και τους εν λόγω Φακέλους.
Η Επιτροπή δέχτηκε σε ατομική προφορική εξέταση τους υποψηφίους που αναφέρονται πιο κάτω:
1. ΚΑΛΗΜΕΡΑ Ελευθέριο
2. [Τ.Χ.]
Κατά η διάρκεια της προφορικής εξέτασης, παρίστατο και η Γενική Διευθύντρια, Υπουργείο Υγείας, προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση. Τόσο η Γενική Διευθύντρια, όσο και η Επιτροπή υπέβαλαν στους υποψηφίους ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, πάνω σε θέματα που άπτονται των καθηκόντων της υπό πλήρωση θέσης καθώς και των απαιτήσεων του Σχεδίου Υπηρεσίας, με σκοπό τη διαπίστωση των γνώσεων, της κρίσης, της προσωπικότητας, της πρωτοβουλίας, της διοικητικής και διευθυντικής ικανότητας των υποψηφίων, της ικανότητάς τους για επικοινωνία, περιλαμβανομένης της έκφρασης, ολοκλήρωσης σκέψης, σαφήνειας, πειστικότητας, και γενικά της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της θέσης.
Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, η Γενική Διευθύντρια, με αποκλειστικό σκοπό να υποβοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σ' αυτήν ως εξής:
1. ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ Ελευθέριος: Πολύ καλός
2. [Τ.Χ.]: Εξαίρετος
Ακολούθως η Γενική Διευθύντρια, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία από τις αιτήσεις των υποψηφίων, το περιεχόμενο του Προσωπικού Φακέλου και του Φακέλου των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων του υποψηφίου που είναι δημόσιος υπάλληλος, σύστησε για προαγωγή τον [Τ.Χ.].
Στο σημείο αυτό η Γενική Διευθύντρια αποχώρησε από τη συνεδρία.
Στη συνέχεια η Επιτροπή, υπό το φως και των σχετικών κρίσεων της Γενικής Διευθύντριας, προέβη στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων, η οποία έχει ως εξής:
1. ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ Ελευθέριος: Πολύ καλός. Οι απαντήσεις που έδωσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν και ήταν σχετικές με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της υπό πλήρωση θέσης ήταν πολύ καλές. Η ολοκλήρωση των θέσεών του ήταν σχετικά καλή, αλλά σε αριθμό περιπτώσεων είτε χρειαζόταν βοηθητική ερώτηση για να καλύψει όλο το εύρος των αναμενόμενων απαντήσεων, είτε οι απαντήσεις του δεν ήταν ολοκληρωμένες και πλήρως τεκμηριωμένες. Είναι άτομο ήρεμο και σοβαρό.
2. [Τ.Χ.]: Εξαίρετος. Με ψυχραιμία και αυτοπεποίθηση έδωσε ορθές απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, πείθοντας για το εξαίρετο επίπεδο των γνώσεών του στο αντικείμενο της προφορικής εξέτασης. Με απόλυτη άνεση στη χρήση του λόγου τοποθετείτο με σαφήνεια και θετικότητα, δίνοντας πάντοτε ολοκληρωμένες και απόλυτα τεκμηριωμένες απαντήσεις. Διαθέτει υψηλό επίπεδο κρίσης και ευφυΐας καθώς και ευρύτητα γνώσεων. Ευγενικός, ώριμος και με αυτοπεποίθηση.
Ακολούθως η Επιτροπή ασχολήθηκε με τη γενική αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.
Η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων σε σχέση με τα καθήκοντα της θέσης, όπως επίσης και τα υπόλοιπα στοιχεία των αιτήσεων, το περιεχόμενο του Προσωπικού Φακέλου και του Φακέλου των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων του υποψηφίου που είναι δημόσιος υπάλληλος, καθώς και την απόδοση των υποψηφίων κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση και τη σύσταση της Γενικής Διευθύντριας.
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιον της στοιχεία, έκρινε ότι ο [Τ.Χ.] υπερέχει γενικά του άλλου υποψηφίου, τον επέλεξε ως πιο κατάλληλο και αποφάσισε να προσφέρει σ' αυτόν προαγωγή στη μόνιμη θέση Διευθυντή Οδοντιατρικών Υπηρεσιών, από 15.4.18.
Επιλέγοντας τον [Τ.Χ.], η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτός αξιολογήθηκε από την ίδια την Επιτροπή ως Εξαίρετος κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση, αξιολογηθείς δηλαδή στο υψηλότερο επίπεδο αξιολόγησής της και σε υψηλότερο από τον ανθυποψήφιό του επίπεδο (Εξαίρετος και Πολύ καλός, αντίστοιχα), στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με την πάγιο νομολογία, έχει αυξημένη βαρύτητα όταν πρόκειται για θέσεις Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής, υψηλά στην ιεραρχία, όπως η παρούσα, που είναι η υψηλότερη στη δομή των Οδοντιατρικών Υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, ο επιλεγείς υπερέχει στο στοιχείο της πείρας, δεδομένου ότι διαθέτει μακρύτερης διάρκειας πείρα, η οποία είναι άμεσα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης, όπως αυτή καταγράφεται στα πρακτικά της προηγούμενης συνεδρίας της Επιτροπής με ημερομηνία 9.3.18 (θέμα Β.(1)(2) των πρακτικών). Επιπλέον, ο [Τ.Χ.] διαθέτει την υπέρ του σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, την οποία ο μη επιλεγείς δεν διαθέτει.
Καταλήγοντας στην απόφασή της, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι ο μη επιλεγείς Καλημέρας Ελευθέριος διαθέτει επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν, Δίπλωμα Ιατρικής, το οποίο δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η Επιτροπή συνεκτίμησε το εν λόγω προσόν με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, αποδίδοντάς του την ανάλογη βαρύτητα, ωστόσο έκρινε ότι αυτό από μόνο του δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του.».
Οι λόγοι ακύρωσης, τους οποίους ο αιτητής προωθεί διά της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου δικηγόρου του, συνοψίζονται στους ισχυρισμούς ότι η παράγραφος 3(3) του Σχεδίου Υπηρεσίας της επίδικης θέσης και συγκεκριμένα η αναφορά σε δεκαετή τουλάχιστον άσκηση της Οδοντιατρικής «κατά προτίμηση στη Δημόσια Υπηρεσία» είναι αντισυνταγματική, ως αντίθετη στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, ότι η σύσταση της Γενικής Διευθύντριας πάσχει ως μη νόμιμη, αναιτιολόγητη, πεπλανημένη και αντίθετη στα στοιχεία των φακέλων και ότι η τελική κρίση της ΕΔΥ πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας και δέουσας έρευνας και ως προϊόν πλάνης.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και παραπέμποντας στα πρακτικά της διαδικασίας αλλά και σε σχετική με θέματα προαγωγών νομολογία, υποστηρίζει τη νομιμότητα, το αιτιολογημένο και το εύλογο τόσο της σύστασης της Γενικής Διευθύντριας όσο και της τελικής απόφασης της ΕΔΥ.
Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, στη βάση των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και, καθοδηγούμενη από τη σχετική με τα επίδικα θέματα νομολογία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Ως προς την κατ’ ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα της παραγράφου 3(3) του Σχεδίου Υπηρεσίας της επίδικης θέσης και της προβλεπόμενης προτίμησης, η οποία, κατά τον αιτητή, αποδίδει προβάδισμα στους δημοσίους υπαλλήλους έναντι των εξωτερικών υποψηφίων, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, αποδέχομαι τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της καθ’ ης η αίτηση ότι ο σχετικός λόγος ακύρωσης δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως στα νομικά σημεία της προσφυγής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο.
Ειδικότερα, όπως και η πλευρά του αιτητή αναγνωρίζει με την απαντητική αγόρευση, ο λόγος ακύρωσης περιορίστηκε, στην παράγραφο 10 των νομικών σημείων της προσφυγής, στη θέση ότι η προσβαλλόμενη πράξη «είναι προϊόν αλλότριου σκοπού και παραβιάζει τα κεκτημένα δικαιώματα του Αιτητή, τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, των ίσων ευκαιριών και ίσης μεταχείρισης». Κατά τον αιτητή η ρητή αναφορά σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αφορά στο Άρθρο 28 του Συντάγματος και ως εκ τούτου στην προσφυγή προβάλλεται ρητά η συγκεκριμένη παραβίαση.
Η εν λόγω εισήγηση παραβλέπει την πάγια και διαχρονική νομολογία, σύμφωνα με την οποία θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξειδικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια.
Στην απόφαση Μαρίζα Καΐλη κ.ά. ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 193/20, ημερ. 04.06.2025, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο[1], επανέλαβε και επεσήμανε σχετικώς τα ακόλουθα:
«Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες αναφέρουν τα ακόλουθα:
«Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων ότι η διάταξη του άρθρου 9(2)(γ) του νόμου 216(Ι)/2012 συγκρούεται με τα Άρθρα 28 και 35 του Συντάγματος επειδή έκρινε αβάσιμα, εσφαλμένα και υπό πλάνη ότι δήθεν δεν δικογραφήθηκαν στην αίτηση ακυρώσεως πλήρως ή επαρκώς. Μάλιστα η πρωτόδικη απόφαση απέδωσε εσφαλμένη διάσταση στο Διαδικαστικό Κανονισμό 7 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 αντίθετα στο δικαίωμα του Άρθρου 30 και 35 του Συντάγματος και της Νομολογίας.»
Δεν υπάρχει αμφιβολία και παγίως έχει νομολογιακά εδραιωθεί πως οι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να δικογραφούνται με πλήρη αιτιολογία στις έγραφες προτάσεις των διαδίκων (Κ.7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962).
Μάλιστα, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε στη Χριστοδουλίδη ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε.95/12, 6.7.18, ECLI:CY:AD:2018:C344:
«Η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.»
Όπως δε περαιτέρω αναφέρθηκε στην Eda Hancer ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.116/20, 10.4.25:
«Η ανάγκη δικογράφησης των νομικών θεμάτων καθίσταται ακόμη επιτακτικότερη όταν εγείρονται συνταγματικές παραβάσεις και επέμβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα.»
Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην Αίτηση Ακυρώσεως τους προβάλλονται σαφώς θέματα που αφορούσαν το Σύνταγμα και δη τα Άρθρα 35 και 28 (για την αρχή της ισότητας) και ως εκ τούτου, λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα.
Δεν αμφιβάλλουμε βεβαίως ότι οι προσφεύγοντες είχαν εγείρει θέμα που αφορά την αρχή της ισότητας, η οποία κατοχυρώνεται πρωταρχικά από το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Γι’ αυτό, άλλωστε τον λόγο, ασχολήθηκε εκτεταμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την επικαλούμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όμως, όπως εύστοχα παρατηρείται και πρωτοδίκως, η δικογράφηση σε κανένα της σημείο δεν έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του επίδικου Νόμου ή του επίδικου Άρθρου. Σαφώς και οφείλουν οι προσφεύγοντες – εάν επιθυμούν να θέσουν τέτοιο ζήτημα – να αιτιολογήσουν με επάρκεια και να το προβάλλουν ευθύς εξ αρχής στην Προσφυγή τους – και όχι βέβαια μόνο στην αγόρευση τους. (Βλ. Latomia Estate Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672 και Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.112/17, 19.3.19).
[…]».
Εν πάση δε περιπτώσει, ο σχετικός λόγος ακύρωσης εγείρεται εν προκειμένω αλυσιτελώς εφόσον η ΕΔΥ, κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 09.03.2018, κατά την οποία εξέτασε τις αιτήσεις των υποψηφίων, ανέφερε μεν ότι το Ε/Μ διαθέτει την προβλεπόμενη από το Σχέδιο Υπηρεσίας προτίμηση, πλην, όμως, η εν λόγω διαπίστωση δεν είχε επενεργήσει στην κρίση της για την επιλογή του Ε/Μ για προαγωγή. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίας ημερομηνίας 02.04.2018 (ανωτέρω), η ΕΔΥ κατέληξε στην κρίση ότι το Ε/Μ υπερέχει του αιτητή και τον επέλεξε ως καταλληλότερο λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ε/Μ αξιολογήθηκε από την ίδια στο υψηλότερο επίπεδο αξιολόγησής της και σε υψηλότερο από τον αιτητή επίπεδο (Εξαίρετος και Πολύ καλός, αντίστοιχα) και επιπλέον ότι το Ε/Μ υπερέχει στο στοιχείο της πείρας, δεδομένου ότι διαθέτει μακρύτερης διάρκειας πείρα, η οποία είναι άμεσα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης, στοιχείο το οποίο ο αιτητής δεν αμφισβητεί. Επιπρόσθετα έλαβε υπόψη ότι το Ε/Μ διαθέτει την υπέρ του σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, την οποία αιτητής δεν διαθέτει.
Η ανωτέρω επισήμανση ως προς τα στοιχεία τα οποία είχαν επενεργήσει στην κρίση της ΕΔΥ για την επιλογή του Ε/Μ, απαντά και στον διαζευκτικό ισχυρισμό του αιτητή, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακύρωσης, ότι αυτός άσκησε την Οδοντιατρική σε δημόσια νοσοκομεία της Ελλάδας και ως εκ τούτου θα έπρεπε να πιστωθεί και σε αυτόν η προτίμηση του Σχεδίου Υπηρεσίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος επίσης δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως, εν πάση περιπτώσει παραβλέπει το γεγονός ότι η συγκριτική εικόνα των υποψηφίων δεν διαμορφώθηκε λαμβανομένης υπόψη της προτίμησης του Σχεδίου Υπηρεσίας αφού η ΕΔΥ δεν αντιμετώπισε την εν λόγω πρόνοια ως πλεονέκτημα αλλά πίστωσε και στους δύο υποψήφιους το απαιτούμενο από την παράγραφο 3(3) προσόν.
Ως προς τον δεύτερο λόγο ακύρωσης και τη σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, ο αιτητής διατείνεται καταρχάς ότι η σύσταση πάσχει γιατί λήφθηκε υπόψη, χωρίς τούτου να προβλέπεται από τον νόμο, η απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Επιπρόσθετα, κατά τον αιτητή, η σύσταση είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων και κατά συνέπεια πεπλανημένη και αναιτιολόγητη, εφόσον η Γενική Διευθύντρια δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στο επιπρόσθετο προσόν του (πτυχίο Ιατρικής), το οποίο του προσέδιδε υπεροχή έναντι του Ε/Μ σε προσόντα.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι βάσιμοι.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σύσταση δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων, αλλά εμπεριέχει τη συμβουλή ή γνώμη του Προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως αυτή αποτυπώνεται στους σχετικούς φακέλους (Μοδίτης ν Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695). Συνιστά δε ανεξάρτητο στοιχείο κρίσεως, προσδιοριστικό και επαυξητικό της αξίας των υποψηφίων τόσο σημαντικό, ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολόγηση και προσδιορισμός των λόγων για τυχόν απόκλιση από αυτήν από την ΕΔΥ. (Ιωάννου και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 390, Χαράλαμπος Σπανός ν Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 432, Κούτσιου Ροζάννα-Αμφιτρίτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 457). Η σύσταση πρέπει να εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Είναι δε έγκυρη μόνο όταν δεν αντιμάχεται τα στοιχεία των φακέλων (Αλέξανδρος Χριστοδούλου ν Δημοκρατίας (2015) 3 ΑΑΔ 230, Μαρία Κυρτζή ν Ευτύχιου Χατζηχριστοδούλου, Συνεκδ. ΕΔΔ αρ. 16/2023 κ.ά., ημερ. 03.07.2024).
Η εκτίμηση του Προϊσταμένου για την απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις δεν αποτελεί κριτήριο επιλογής, αλλά βοήθημα για τη μόρφωση κρίσης από το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω την ΕΔΥ (Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου κ.ά. (2006) 3 Α.Α.Δ. 265).
Στην απόφαση Σάββας Βραχίμης ν Δημοκρατίας (2017) 3 ΑΑΔ 771 κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με το εγειρόμενο από τον εφεσείοντα ζήτημα, ότι ο Αν. Διευθυντής ανεπιτρέπτως στηρίχθηκε στην αξιολόγηση στην οποία προέβη για την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση ενώπιον της ΕΔΥ (Καφά v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 12) παρατηρείται πως κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται νομοθετικά. Αυτό αποτελεί εξωγενή παράγοντα, ο οποίος δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Όμως, εν προκειμένω, δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι ο Αν. Διευθυντής στηρίχθηκε στα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης για να προβεί στη σύστασή του. Καταγράφεται στο πρακτικό πως για τη διαμόρφωση της σύστασής του, όπως απαιτείται από το Νόμο, τέθηκαν ενώπιον του Αν. Διευθυντή οι προσωπικοί φάκελοι και οι φάκελοι των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, τους οποίους είχε επαρκή χρόνο για να μελετήσει, καθώς επίσης ενημερώθηκε για τις αποφάσεις της Επιτροπής αναφορικά με την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Περαιτέρω, ο Αν. Διευθυντής είχε υποχρέωση στη βάση του Νόμου να βοηθήσει την Επιτροπή κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση των υποψηφίων και γι' αυτό προέβηκε σε αξιολόγηση της απόδοσής τους σε εκείνη την εξέταση. Από τα δεδομένα της υπόθεσης δεν φαίνεται ο Αν. Διευθυντής να στηρίχθηκε στα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης ενώπιον της ΕΔΥ για τη σύστασή του (Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 164).».
Εν προκειμένω δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του αιτητή πως η σύσταση της Γενικής Διευθύντριας διαμορφώθηκε επί των δεδομένων της προφορικής εξέτασης και όχι επί των δεδομένων των διοικητικών φακέλων και των αιτήσεων των υποψηφίων. Η Γενική Διευθύντρια, όπως ρητώς καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων στην ενώπιον της ΕΔΥ προφορική εξέταση με αποκλειστικό σκοπό να υποβοηθήσει την Επιτροπή στη δική της αξιολόγηση και διαμόρφωση κρίσης. Η άποψή της για την απόδοση των υποψηφίων δεν αποτέλεσε κριτήριο επιλογής, αλλά παράγοντα που βοήθησε στη διαμόρφωση άποψης αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων (Κώστας Κυριάκου ν ΕΔΥ (2004) 3 ΑΑΔ 83).
Περαιτέρω, με βάση τη νομολογία, δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε αιτιολογία στην αξιολόγηση της Γενικής Διευθύντριας, η οποία, αξιολογώντας την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση, στη βάση των γνώσεων που κατείχε αναφορικά με τις απαιτήσεις της υπό πλήρωση θέσης και, στη συνέχεια, συστήνοντας το Ε/Μ, ενήργησε στα πλαίσια του νόμου όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 34(9) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90) (Δημοκρατία ν Κυριακής Παπασωζόμενου (2005) 3 ΑΑΔ 532 και Δημοκρατία ν Κωστάκη Ιακώβου (2005) 3 ΑΑΔ 35).
Ως προς το κατ’ ισχυρισμόν αναιτιολόγητο της σύστασης της Γενικής Διευθύντριας, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 34(9) του Ν.1/1990, για θέσεις πρώτους διορισμού και προαγωγής δεν απαιτείται όπως η σύσταση είναι αιτιολογημένη. Το δε γεγονός ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο επιπρόσθετο προσόν του αιτητή, δεν σημαίνει ότι αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από τη Γενική Διευθύντρια, η οποία είχε στη διάθεσή της το σύνολο των στοιχείων των υποψηφίων, περιλαμβανομένης της αίτησης του αιτητή με τα υποστηρικτικά αυτής δικαιολογητικά και έγγραφα (Σάββας Βραχίμης, ανωτέρω).
Συνακόλουθα τόσο ο ισχυρισμός περί πάσχουσας σύστασης της Γενικής Διευθύντριας, όσο και o συνακόλουθος ισχυρισμός περί σφάλματος της τελικής απόφασης της ΕΔΥ, που υιοθέτησε τη σύσταση, απορρίπτονται.
Ως προς τις πλημμέλειες που ο αιτητής αποδίδει στην τελική απόφαση της ΕΔΥ, καταρχάς επισημαίνεται ότι ο αιτητής, ο οποίος είχε το δικαίωμα επιθεώρησης του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, δεν ισχυρίζεται ότι το Ε/Μ δεν κατέχει το απαιτούμενο υπό την παράγραφο 3(2) του Σχεδίου Υπηρεσίας προσόν («Μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή ειδίκευση σε οιονδήποτε κλάδο της Οδοντιατρικής»). Ο λόγος ακύρωσης περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι, από τα σχετικά πρακτικά, δεν προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους η ΕΔΥ έκρινε ότι το Ε/Μ πληροί το εν λόγω προσόν, με αποτέλεσμα, κατά την εισήγηση, να μην είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Η ΕΔΥ, όμως, στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας της ημερομηνίας 09.03.2018, αιτιολογεί την κρίση της ότι το Ε/Μ ικανοποιεί την παράγραφο (2) των απαιτούμενων προσόντων παραπέμποντας ρητώς στο γεγονός ότι η ίδια απαίτηση, ήτοι για μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή εξειδίκευση στην Οδοντιατρική, υπάρχει και στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης Ανώτερου Οδοντιατρικού Λειτουργού, θέση στην οποία το Ε/Μ προήχθη από τις 15.01.2011.
Στον προσωπικό φάκελο του Ε/Μ, ο οποίος κατατέθηκε στο Δικαστήριο, εντοπίζεται το πρακτικό της συνεδρίας της ΕΔΥ, ημερομηνίας 10.12.2010, κατά την οποία αποφασίστηκε η προαγωγή του Ε/Μ στη θέση Ανώτερου Οδοντιατρικού Λειτουργού. Στο πρακτικό αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή ασχολήθηκε με την από μέρους των υποψηφίων κατοχή του προσόντος της «Μεταπτυχιακής εκπαίδευσης ή ειδίκευσης σε οποιοδήποτε κλάδο της Οδοντιατρικής», όπως τούτο περιγράφεται στην παράγραφο (1) των απαιτούμενων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη απόφαση που λήφθηκε στα πλαίσια άλλων ίδιων διαδικασιών από την ίδια, υπό προηγούμενες συνθέσεις της, σύμφωνα με την οποία απόφαση όλοι οι υποψήφιοι που έχουν παρακολουθήσει διάφορα προγράμματα τρίμηνης περίπου διάρκειας είναι δικαιούχοι, γιατί όλοι έχουν μεταπτυχιακή εκπαίδευση (συνεδρίες της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 15.7.04 (θέμα Β.(2)(1) των πρακτικών) και με ημερομηνία 21.1.97 (θέμα Β.(2)(1) των πρακτικών)). Η Επιτροπή, όπως και στο παρελθόν, ερμηνεύει ότι η μεταπτυχιακή εκπαίδευση δεν εξυπακούει απαραίτητα την απόκτηση μεταπτυχιακού προσόντος (π.χ. Μ.Α., M.Sc., Post-graduate diploma, κ.ά.). To ότι μερικοί υποψήφιοι κατέχουν μεταπτυχιακό προσόν τούτο λαμβάνεται υπόψη, όμως δεν συνεπάγεται αποκλεισμό των υποψηφίων εκείνων που έχουν παρακολουθήσει μεταπτυχιακά προγράμματα, ολιγόμηνα έστω, τα οποία όμως δεν οδήγησαν στην απόκτηση μεταπτυχιακού προσόντος.
[…]
Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή αποφάσισε όπως θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τον όρο του Σχεδίου Υπηρεσίας για «Μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή ειδίκευση σε οποιονδήποτε κλάδο της Οδοντιατρικής» οποιοσδήποτε υποψήφιος έχει παρακολουθήσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα τρίμηνης τουλάχιστο διάρκειας σε κλάδο της Οδοντιατρικής.
[…]
Ακολούθως η Επιτροπή, υπό το φως των πιο πάνω αποφάσεών της, ασχολήθηκε με τον ενώπιον της κατάλογο των υποψηφίων και έκρινε ότι προάξιμοι είναι οι υποψήφιοι με αύξοντα αριθμό 1 [το Ε/Μ στην παρούσα προσφυγή] μέχρι 10, 12, 15 και 17 μέχρι 18, οι οποίοι κατέχουν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα, αφού, πέραν της απαιτούμενης μεταπτυχιακής εκπαίδευσης ή ειδίκευσης, όπως πιο πάνω έχει ορισθεί, έχουν και την απαιτούμενη οκταετή τουλάχιστον άσκηση της Οδοντιατρικής, από την οποία πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Οδοντιατρικού Λειτουργού, 1ης και 2ης Τάξης.».
Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του αιτητή περί αναιτιολόγητης κρίσης της ΕΔΥ και αδυναμίας άσκησης δικαστικού ελέγχου, απορρίπτεται.
Υπενθυμίζεται δε πως, σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον σε προηγούμενες διαδικασίες προαγωγής είχε κριθεί ότι ένας υποψήφιος κατείχε ένα συγκεκριμένο απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόν τότε, εάν η απόφαση αυτή ουδέποτε προσβλήθηκε με προσφυγή και δεν ακυρώθηκε, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο υπέρ του υποψηφίου αναφορικά με την κατοχή του, καθότι αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε αναψηλάφηση προηγούμενης διοικητικής πράξης, η προθεσμία για την προσβολή της οποίας έχει παρέλθει, πράγμα νομικά ανεπίτρεπτο (Δωροθέα Μιχαήλ Φεσά ν Δημοκρατίας, Αναθ. Έφεση αρ. 10/2016, ημερ. 01.03.2023, ECLI:CY:AD:2023:C74).
Ως προς τους περαιτέρω ισχυρισμούς του αιτητή ότι πάσχει η αξιολόγησή του στην προφορική συνέντευξη και η σύγκρισή του με το Ε/Μ και περαιτέρω ότι η δική του υπεροχή στα καθιερωμένα κριτήρια ανεπίτρεπτα μειώθηκε από τα αποτελέσματα της προφορικής συνέντευξης και από την υποκειμενική εντύπωση της ΕΔΥ, καταλήγω στα ακόλουθα:
Από τα σχετικά πρακτικά διαπιστώνω πως έχουν αιτιολογηθεί επαρκώς από την ΕΔΥ τα στοιχεία και οι παρατηρήσεις που συνθέτουν την αποκομισθείσα γενική εντύπωση και τη δοθείσα βαθμολογία. Η ΕΔΥ δεν περιορίστηκε στον απλό χαρακτηρισμό της απόδοσης του κάθε υποψηφίου κατά την προφορική εξέταση, αλλά παρέθεσε και ειδικά σχόλια, ανάλογα με την περίπτωση, για να εξηγήσει την άποψή της για τον καθένα. Ως προς τον αιτητή, μάλιστα, κατέγραψε και ορισμένα αρνητικά δεδομένα, τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, παρέχουν επαρκή αιτιολόγηση, σύμφωνα με το άρθρο 34(10) του Ν.1/90[2] (Iωαννίδου Θάλεια ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 377).
Επιπρόσθετα, καταλήγω ότι η βαρύτητα που αποδόθηκε στην απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση ήταν εύλογη και αιτιολογημένη δοθέντος ότι, αφενός, η επίδικη θέση, όπως επεσήμανε και η ΕΔΥ, είναι η υψηλότερη στη δομή των Οδοντιατρικών Υπηρεσιών και, αφετέρου, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, για την πλήρωση αυτής απαιτούνταν άτομα με ακεραιότητα χαρακτήρα, οργανωτική και διοικητική ικανότητα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία και ευθυκρισία.
Ορθά δε η ΕΔΥ καθοδηγήθηκε από την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία, όταν πρόκειται για θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής υψηλά στην ιεραρχία, όπως η επίδικη, η απόδοση στην προφορική εξέταση έχει αυξημένη βαρύτητα (Κωνσταντίνος Κοτζάπιαση κ.ά. ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 98/20 και 111/20, ημερ. 10.07.2025).
Υπενθυμίζοντας αφενός ότι το διορίζον όργανο, για να δικαιολογήσει την επιλογή του, δεν πρέπει να καταλήξει ότι ο διορισθείς υπερέχει έκδηλα των άλλων υποψηφίων και αφετέρου ότι η επέμβαση του δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο όπου ικανοποιείται από τον αιτητή ότι υπερείχε έκδηλα του υποψήφιου που έχει επιλεγεί (Δημοκρατία και Άλλος ν. Mάριου Παπαχριστοδούλου και Άλλης (2002) 3 ΑΑΔ 329), καταλήγω πως η επιλογή του Ε/Μ, λαμβανομένης υπόψη της αδιαμφισβήτητης μακρύτερης διάρκειας πείρας του, της υπέρ του σύστασης της Γενικής Διευθύντριας και της υψηλότερης απόδοσής του στην προφορική εξέταση, δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ΕΔΥ, η οποία δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι ο αιτητής διαθέτει επιπρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν, το οποίο όμως δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα και το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, καταλήγοντας, αιτιολογημένα, ότι αυτό από μόνο του δεν μπορεί να προσδώσει υπεροχή στον αιτητή και να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ του.
Επισημαίνοντας ότι η κάθε υπόθεση αποφασίζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και ο αναθεωρητικός έλεγχος περιορίζεται στο ευλόγως επιτρεπτό της απόφασης, στο πλαίσιο των δεδομένων της κάθε περίπτωσης (Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 275), καταλήγω ότι η ΕΔΥ ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων και των θεμιτών πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας, στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης (Η. Κούσιου Κορφιώτου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 18/2016, ημερ. 24.05.2022). Υπενθυμίζεται συναφώς πως η διακριτική ευχέρεια της ΕΔΥ, όταν ασκείται εντός των ευλόγων και επιτρεπτών πλαισίων, δεν υποκαθίσταται ούτε ανατρέπεται από το διοικητικό δικαστήριο, το οποίο δεν ασκεί πρωτογενή έλεγχο και δεν υποκαθιστά την κρίση της με τη δική του εντύπωση (Κωνσταντίνος Πειλίδης ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 95/2017, ημερ. 19.12.2023, Αντώνης Αντωνίου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 102/2018, ημερ. 11.13.2024).
Συνακόλουθα, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 23(3)(β)(i) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις.
[2] (10) Η γεvική εvτύπωση της Συμβoυλευτικής Επιτρoπής και της Επιτρoπής όσo αφoρά τηv απόδoση τωv υπoψηφίωv σε πρoφoρική εξέταση καταγράφεται πάvτoτε στα πρακτικά της καθεμιάς Επιτρoπής και αιτιoλoγείται. [ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο