OWH SE i.L (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ), ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΥΤΗΣ FRANK HELLWIG ΚΑΙ MIRO ZADRO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ, Υπόθεση Αρ. 1103/2025, 24/6/2026
print
Τίτλος:
OWH SE i.L (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ), ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΥΤΗΣ FRANK HELLWIG ΚΑΙ MIRO ZADRO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ, Υπόθεση Αρ. 1103/2025, 24/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 1103/2025)

 

24 Ιουνίου 2026

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

 

OWH SE i.L (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ), ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΑΥΤΗΣ FRANK HELLWIG ΚΑΙ MIRO ZADRO 

 

Αιτήτρια

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ

Καθ’ ου η Αίτηση

…………………………

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.2.2026

 

Π. Καύκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με Η. Καραβιώτου (κα) για D. Katsis LLC, για την αιτήτρια στην ενδιάμεση αίτηση /ενδιαφερόμενο μέρος στην προσφυγή.

 

Σ. Γιορδαμλής μαζί με Α. Χρίστου (κα) για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση / αιτήτρια στην προσφυγή.

 

Φ. Χριστοφίδης για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση στην προσφυγή (παρακολουθεί).

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια καταχώρησε στις 30.9.2025 προσφυγή με την οποία αιτείται την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση της οποίας έλαβε γνώση στις 29.9.2025 να συγκατατεθεί όπως η εταιρεία Forum Muider Ltd (στο εξής το «ενδιαφερόμενο μέρος») συνεχίσει υπό το νομικό καθεστώς άλλης χώρας ή δικαιοδοσίας. Ταυτόχρονα, καταχώρησε ενδιάμεση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού  διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την πλήρη εκδίκαση της προσφυγής. Κατόπιν ακρόασης στις 30.9.2025, το Δικαστήριο έκρινε ότι ικανοποιείται το κριτήριο της έκδηλης παρανομίας και εξέδωσε το προσωρινό ενδιάμεσο διάταγμα με οδηγίες όπως η προσφυγή, η ενδιάμεση αίτηση και το διάταγμα επιδοθούν στον καθ’ ου η αίτηση και το ενδιαφερόμενο μέρος εντός της ημέρας και όρισε το διάταγμα ως επιστρεπτέο στις 8.10.2025.

 

Στη δικάσιμο της 8.10.2025 εμφανίστηκε ο καθ’ ου η αίτηση και το ενδιαφερόμενο μέρος υπό διαμαρτυρία δηλώνοντας τα ακόλουθα:

 

«κ. Καύκαρος:  Εμφανιζόμαστε υπό διαμαρτυρία για σκοπούς αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας, καθώς η θέση μας είναι ότι το Δικαστήριο λειτούργησε χωρίς να έχει δικαιοδοσία και πιο συγκεκριμένα να πω ότι το ιστορικό της όλης υπόθεσης θα πρέπει να κατατάξει όλη τη διαφορά του ιδιωτικού δικαίου και του δημόσιου.

                   […]

κ. Καύκαρος:  Οι οδηγίες που έχουμε από τους πελάτες μου είναι να έχουμε χρόνο 2 εβδομάδων προκειμένου να διερευνήσουμε κατά πόσο θα προβούμε σε αίτημα για εξαίρεση του σεβαστού Δικαστηρίου για σκοπούς αντικειμενικής αμεροληψίας και όχι υποκειμενικής.»

 

Εν όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 23.10.2025. Στην εν λόγω δικάσιμο ο συνήγορος του ενδιαφερόμενου μέρους δήλωσε ανέτοιμος να τοποθετηθεί επικαλούμενος τον μεγάλο όγκο εγγράφων που θα έπρεπε να μεταφράσει και αποστείλει στο ενδιαφερόμενο μέρος για να λάβει τις οδηγίες του και έτσι η υπόθεση ορίστηκε στις 5.11.2025. Στις 5.11.2025 ο καθ’ ου η αίτηση ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση και το ενδιαφερόμενο μέρος δήλωσε ότι ακόμα εξετάζει σε τί διαβήματα θα προβεί. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες και στους δύο για να καταχωρήσουν ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση και η υπόθεση ορίστηκε στις 2.12.2025 για οδηγίες. Στις 2.12.2025 ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 7.1.2026 και μετά στις 14.1.2026 εφόσον στις 5.12.2025 ενημερώθηκε το Δικαστήριο από το ενδιαφερόμενο μέρος σχετικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.12.2025 με την οποία του δόθηκε άδεια για καταχώρηση αίτησης certiorari.  Στη δικάσιμο της 14.1.2026, ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι η αίτηση του ενδιαφερομένου μέρους στο Ανώτατο Δικαστήριο ορίστηκε για ακρόαση και αντίστοιχη αίτηση καταχωρήθηκε και από άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση υπόθεση. Στις 4.2.2026 η αιτήτρια πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι στις 27.1.2026 και 4.2.2026 απορρίφθηκαν και οι δύο αιτήσεις. Μετά την απόρριψη της αίτησής του στο Ανώτατο Δικαστήριο, το ενδιαφερόμενο μέρος δήλωσε την πρόθεσή του να καταχωρήσει αίτηση για εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου, ενέργεια στην οποία προέβη και αφορά την υπό κρίση αίτηση.

 

Με την αίτησή του το ενδιαφερόμενο μέρος αξιώνει τρία διατάγματα ως εξής:

 

«Α.    Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εξαιρείται το παρόν Δικαστήριο από την εκδίκαση και/ή την περαιτέρω συνέχιση και/ή τον χειρισμό της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεσης και/ή

Β.      Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση εκδικαστεί ή/και συνεχίσει η εκδίκαση της από άλλο Δικαστήριο και/ή

Γ.      Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση και/ή διάταγμα και/ή οδηγίες και/ή το Μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 30/09/2025 που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο, ως αποτέλεσμα μολυσμένης διαδικασίας.»

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το ενδιαφερόμενο μέρος εισηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξαιρεθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης:

 

«9.    Τα γεγονότα που επικαλείται το ενδιαφερόμενο μέρος προς υποστήριξη του αιτήματος του για εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου είναι απλά:

Α.      Το παρόν Δικαστήριο, προ του διορισμού του στη δικαστική υπηρεσία, κατά τον χρόνο που ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου, εργαζόταν για αρκετά χρόνια ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί την Αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα υπόθεση.

Β.      Το παρόν Δικαστήριο, προ του διορισμού του στη δικαστική υπηρεσία διετέλεσε Διευθύντρια από την 01/01/2011 μέχρι τις 04/12/2013 στο δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί την Αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα υπόθεση. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα μου σχετική έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών για τους Διευθυντές της Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ.

Γ.      Το παρόν Δικαστήριο, προ του διορισμού του στη δικαστική υπηρεσία διετέλεσε Συνέταιρος από την 01/01/2010 μέχρι τις 04/12/2013 στον ομόρρυθμο συνεταιρισμό Ιωαννίδης Δημητρίου (Σ 11460) που ήταν και ο αποκλειστικός μέτοχος, κατά το 2013 τουλάχιστον, στη δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί την Αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα υπόθεση. Επισυνάπτονται αντίστοιχα ως Τεκμήρια 2 και 3 στην παρούσα μου σχετική έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών για τους Συνεταίρους του ομόρρυθμου συνεταιρισμού Ιωαννίδης Δημητρίου (Σ 11460) και σχετική έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών για τους μετόχους της Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ.

Δ.      Το παρόν Δικαστήριο, προ του διορισμού του στη δικαστική υπηρεσία, ως δικηγόρος εκπροσώπησε την εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. (που εκπροσωπεί την Αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα υπόθεση) που ήταν διάδικος (Αιτητές στην Υπόθεση Αρ. 602/2013) στην υπόθεση Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων (2013) 3 ΑΑΔ 427 και η οποία αφορούσε το λεγόμενο κούρεμα καταθέσεων. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην παρούσα μου η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων (2013) 3 ΑΑΔ 427 όπου φαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο ούσα δικηγόρος εκπροσώπησε προσωπικά την εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. στην Υπόθεση Αρ. 602/2013.

Ε.      Κατά τον χρόνο που το παρόν Δικαστήριο βρισκόταν στην Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ως εργαζόμενη, διευθύντρια και συνέταιρος, εργαζόταν στον τομέα υποθέσεων διοικητικού δικαίου στον οποίο εργαζόταν και η συνάδελφος δικηγόρος κ. Άννα Χρίστου, με την οποία φαίνεται ότι χειρίζονταν μαζί υποθέσεις ως προκύπτει ενδεικτικά και από την ως άνω Υπόθεση Αρ. 602/2013. Εξ όσων πληροφορούμαι από τους παλαιότερους δικηγόρους του γραφείου μας, η κα Άννα Χρίστου υπάγετο ιεραρχικά στο παρόν Δικαστήριο το οποίο ήταν η άμεσα προϊστάμενη του τομέα διοικητικού δικαίου κατά τον χρόνο που το τελευταίο βρισκόταν στην Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.»

 

Συνεπεία των πιο πάνω, εισηγείται το ενδιαφερόμενο μέρος, δημιουργείται φαινομενική έλλειψη αμεροληψίας με αποτέλεσμα να στερείται το δικαίωμα κρίσης από αμερόληπτο και ανεξάρτητο Δικαστήριο.

 

Η αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ενώ ο καθ’ ου η αίτηση δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα αφορά αποκλειστικά το Δικαστήριο και για αυτό τον λόγο δεν θα καταχωρήσει ένσταση. Στις παραγράφους 7, 8, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης αναφέρονται τα ακόλουθα προς απάντηση των ισχυρισμών του ενδιαφερόμενου μέρους:

 

«7.    Η Αιτήτρια, έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καταχρηστικά αφού όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, το γεγονός ότι το Δικαστήριο, προ του διορισμού του ως δικαστής, εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση, πριν από σχεδόν 13 έτη και υπήρξε Προϊστάμενη - συνάδελφος με τη δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου κ. Άννα Χρίστου κατά εκείνη την περίοδο, δεν είναι επαρκές προκειμένου να καταδειχθεί μεροληψία του Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, αντικείμενο της οποίας είναι απόφαση του Εφόρου Εταιρειών. Η Αιτήτρια προβαίνει σε αυθαίρετες εικασίες, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε συγκεκριμένα ή αντικειμενικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη οποιασδήποτε ιδιαίτερης προσωπικής σχέσης μεταξύ της κας Άννας Χρίστου και του Σεβαστού Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η Αιτήτρια, τεχνηέντως επιλέγει να υποκαταστήσει την απουσία πραγματικών δεδομένων με γενικόλογες αναφορές περί δήθεν φιλικών σχέσεων που υποτίθεται ότι αναπτύσσονται στο δικηγορικό επάγγελμα, επιχειρώντας να δημιουργήσει αβάσιμες εντυπώσεις.

8.      Περαιτέρω, ακόμη και υπό την υποθετική εκδοχή ότι υφίσταντο δεσμοί φιλίας ή/και προηγούμενης επαγγελματικής συνεργασίας, η οποία τονίζουμε ότι δεν έχει τεκμηριωθεί, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούλιος 2022), «η φιλία ή προηγούμενη επαγγελματική σχέση με δικηγόρο διαδίκου γενικώς δεν θεωρείται επαρκής λόγος για αποκλεισμό», θέση η οποία αντανακλά και την πάγια δικαστική πρακτική.

[…]

10.    Αναφέρω επίσης ότι ο ισχυρισμός της Αιτήριας ότι το παρόν Δικαστήριο, προ του διορισμού του στη Δικαστική Υπηρεσία, ενεργούσε ως δικηγόρος και εκπροσωπούσε τον δικηγορικό οίκο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. στην υπόθεση Χριστοδούλου Μυρτώ και άλλοι ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων (2013) 3 ΑΑΔ 427, γεγονός που συνιστά, κατά την άποψη της Αιτήτριας, βάσιμο λόγο εξαίρεσης του Σεβαστού Δικαστηρίου από την εκδίκαση της παρούσας Προσφυγής είναι παντελώς αβάσιμος. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του εν λόγω οίκου που χειρίζονται την υπόθεση, η συμμετοχή αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας του Δικαστηρίου ως δικηγόρου κατά το παρελθόν και δεν δύναται, αφ' εαυτής, να δημιουργήσει εύλογη εντύπωση προκατάληψης. Σύμφωνα δε, με την πάγια νομολογία δεν είναι λόγος εξαίρεσης του σεβαστού Δικαστηρίου και ούτε στο νου οποιουδήποτε εχέφρονα πολίτη μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ύπαρξης πιθανότητας προκατάληψης. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι εντελώς αβάσιμος και είναι προϊόν απλής καχυποψίας.

11.    Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση, αβάσιμος και ανυπόστατος καθίσταται και ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί προκατάληψης επειδή το σεβαστό Δικαστήριο υπήρξε συνέταιρος και διευθύντρια στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση. Η προηγούμενη άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, είτε ατομικώς είτε στο πλαίσιο συνεργασίας με δικηγορικό οίκο, αποτελεί σύνηθες και νομίμως προβλεπόμενο στάδιο της επαγγελματικής πορείας των μελών της Δικαστικής Υπηρεσίας και δεν συνιστά, χωρίς την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων, ένδειξη έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας.»

 

Ως προς τα γεγονότα που αναφέρει το ενδιαφερόμενο μέρος και αφορούν το πρόσωπό μου, είναι ορθό ότι εργαζόμουν ως διευθύντρια στη δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. από την 1.1.2011 μέχρι τις 4.12.2013. Στη δικαστική υπηρεσία δεν διορίστηκα αμέσως μετά, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το ενδιαφερόμενο μέρος, αλλά στις 14.12.2016 δηλαδή τρία έτη μετά που έπαυσα να εργάζομαι στην Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Στην ομάδα υποθέσεων Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 427 περιλαμβανόταν και η Υπόθεση Αρ. 602/2013 Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.α. Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω ομάδα υποθέσεων στρεφόταν κατά της απομείωσης καταθέσεων γνωστού ως το «κούρεμα» που επιβλήθηκε συνεπεία της οικονομικής κρίσης. Ως ήταν φυσικό, την αιτήτρια εκπροσώπησαν δικηγόροι που εργάζονταν στη δικηγορική εταιρεία περιλαμβανομένου και εμένα.

 

Αναφορικά με την κ. Άννα Χρίστου η οποία εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την αιτήτρια, πράγματι υπήρξαμε συνάδελφοι για κάποια περίοδο εφόσον η κ. Χρίστου εργοδοτήθηκε στην εταιρεία μετά από εμένα. Η ενασχόληση μας περιλάμβανε κοινούς τομείς αλλά προσωπικά, απασχολούμουν και σε άλλους τομείς στους οποίους δεν απασχολείτο η κ. Χρίστου. Λόγω αρχαιότητας μου στα χρόνια άσκησης δικηγορίας, ήμουν ιεραρχικά ανώτερη από την κ. Χρίστου όπως ιεραρχικά ανώτεροι από εμένα ήταν άλλοι δικηγόροι με μεγαλύτερη από εμένα αρχαιότητα οι οποίοι συνεργάζονταν απευθείας με την κ. Χρίστου και όχι μέσω εμένα.

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε το 2025 τον «Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς» (στο εξής ο «οδηγός»). Όπως εξηγείται στην εισαγωγή του οδηγού:

 

«Ο παρών Οδηγός εκδόθηκε στο πνεύμα του Commentary on the Bangalore Principles of Judicial Conduct, UNODC, September 2007 (σχόλια σε σχέση με την παράγραφο 19), της MAGNA CARTA OF JUDGES (Fundamental Principle) που εκδόθηκε από το Consultative Council of European Judge, CCJE (2010) 3 Final, Strasbourg, 17 November 2010 (παράγραφος 18) και της Opinion No. 3 της CCJE (παράγραφος 48(i)) και του Guide to Judicial Conduct της Αγγλίας (Part 1:  Introduction, Opening Remarks).»

 

Στην παράγραφο 2.5 του οδηγού προνοούνται τα εξής:

 

«2.5  Τηρουμένης της Δικαστικής Πρακτικής ημερομηνίας 5 Νοεμβρίου 2025, ο δικαστής, εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την πραγματική ή φαινομενική μεροληψία, θα προχωρεί σε εξαίρεση του εαυτού του από οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα ή στην οποία μπορεί να φανεί σε ένα εύλογο παρατηρητή ότι έχει κώλυμα να αποφασίσει την υπόθεση αμερόληπτα. Τέτοιες διαδικασίες συμπεριλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε περιπτώσεις όπου

2.5.1        ο δικαστής έχει πραγματική μεροληψία ή προκατάληψη σχετικά με διάδικο ή προσωπική γνώση για αμφισβητούμενα αποδεικτικά γεγονότα που αφορούν τη διαδικασία,

2.5.2         ο δικαστής υπηρετούσε προηγουμένως ως δικηγόρος ή ήταν ουσιώδης μάρτυρας στην υπόθεση, ή

2.5.3        ο δικαστής, ή ένα μέλος της οικογένειας του, έχει οικονομικό συμφέρον από τα αποτελέσματα της υπόθεσης.»

 

Και στο Μέρος Δ με τίτλο «Επιμέρους Περιπτώσεις» τα ακόλουθα:

 

«1.    Προσωπικές σχέσεις και αποκλεισμός δικαστή από την εκδίκαση υπόθεσης

Τηρουμένων των επιτακτικών προνοιών της Δικαστικής Πρακτικής ημερομηνίας 5 Νοεμβρίου 2025, η οποία έχει ενσωματωθεί και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος Οδηγού (ΜΕΡΟΣ Ε) και, κατά τα άλλα, τηρουμένων όσων αναφέρονται στην παράγραφο 2.5 ανωτέρω, το ζήτημα των προσωπικών σχέσεων του δικαστή ο οποίος καλείται να εκδικάσει συγκεκριμένη υπόθεση, με διαδίκους, δικηγόρους ή μάρτυρες διέπεται από τις αποκρυσταλλωμένες αρχές της νομολογίας (ενδεικτικά γίνεται παραπομπή στις ακόλουθες αποφάσεις: Πίτσιλλος ν. Ευγενίου (1989) 1 ΑΑΔ 691, Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (2002) 3 ΑΑΔ 80, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 125/2017, ημερομηνίας 26.4.2018, De Cubber ν. Belgium [1984] 7 EHRR 236, Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, Nicholas v. Cyprus, No. 63246/10, 9.2.2018, Locabail (UK) Ltd v Bayfield Properties Ltd [2002] QB 451, R v Bow Street Magistrates ex parte Pinochet (No.2) [2000] 1 AC 119, Re Medicaments and Related Classes of Goods (No.2) [2001] 1 WLR 700, Μ v Islington LBC [2002] 1 FLR 95 and Lawal v Northern Spirit Ltd [2003] UKHL 35).

Στην κατάλληλη περίπτωση ο Δικαστής μπορεί να διαβουλευθεί και να αναζητήσει την άποψη συναδέλφου του.

Ειδικότερα:

1.      Ο δικαστής δεν θα εκδικάζει υπόθεση στην οποία έχει στενή σχέση με διάδικο ή σύζυγο διαδίκου. Ο όρος «σύζυγος διαδίκου» έχει αντίστοιχο περιεχόμενο με τον όρο «σύζυγος του δικαστή».

2.      Ο δικαστής δεν θα εκδικάζει υπόθεση στην οποία διατηρεί σχέσεις φιλίας ή προσωπική εχθρότητα με διάδικο. Από την έννοια της φιλίας διακρίνεται η έννοια της γνωριμίας, η οποία είναι ή όχι δυνατό να αποτελέσει λόγο εξαίρεσης ανάλογα με τη φύση ή έκταση τέτοιας γνωριμίας.

3.      Η τρέχουσα ή μια πρόσφατη επαγγελματική σχέση του δικαστή με διάδικο αποτελεί συνήθως λόγο για εξαίρεση του δικαστή. Ο δικαστής πάντως θα πρέπει να εξαιρείται όταν ο διάδικος ενώπιον του είναι ο δικηγόρος, ο λογιστής, ο γιατρός, ο οδοντίατρος ή άλλος επαγγελματικός του σύμβουλος. Κανονικά ο όρος «επαγγελματική σχέση» δεν περιλαμβάνει τη σχέση ασφαλιστή-ασφαλιζομένου, τραπεζίτη-πελάτη και δημότη ή μέλους κοινότητας-δημοτικής ή κοινοτικής αρχής.

4.      Η φιλία ή προηγούμενη επαγγελματική σχέση με δικηγόρο διαδίκου γενικώς δεν θεωρείται επαρκής λόγος για αποκλεισμό.

[…]

8.      Ο δικαστής θα πρέπει να αποφεύγει με τη στάση του να ενθαρρύνει αδικαιολόγητες ενστάσεις για τη συμμετοχή του στην εκδίκαση υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του. Πάγια είναι η νομολογία ότι οδηγό για τη διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και όχι υποκειμενικά η δικαστική ευαισθησία. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να αναγνωριστεί δικαίωμα στο διάδικο να επιλέξει το δικαστή που θα τον δικάσει.

[…]

Σχέση με δικηγόρους

Τηρουμένων όσων αναφέρονται στην παράγραφο 4.3 ανωτέρω, ως ζήτημα κοινής λογικής ο δικαστής αποφεύγει άμεση σχέση με δικηγόρους οι οποίοι εμφανίζονται σε εκκρεμή ακρόαση υπόθεσης ενώπιον του. Περιπλέον, η στενή κοινωνική σχέση με δικηγόρους που εξασκούν το επάγγελμα ή έχουν συχνά υποθέσεις στο Δικαστήριο όπου υπηρετεί, μπορεί εύλογα να δημιουργήσει την εντύπωση έλλειψης αμεροληψίας.»

Οι αρχές ως διατυπώθηκαν μέσα από τη νομολογία καταγράφονται στην απόφαση της αδελφής Δικαστή Κελεπέσιη στην απόφαση Χατζησοφοκλέους κ.α. ν. Δήμος Έγκωμης, Υπόθεση Αρ. 1357/2021, 29.11.2024 από την οποία υιοθετώ αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα:

 

«Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα εξαίρεσης των δικαστών είναι νομολογιακά δοσμένες και καλά εμπεδωμένες. Η  αμεροληψία του δικαστή συνιστά ένα από τα θεμελιώδη και βασικά εχέγγυα της δίκαιης δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και  κατοχυρώνεται τόσο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και από το Σύνταγμα. Ο  δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται ότι είναι αμερόληπτος (Τυμπιώτης v Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ 612) Μιχαηλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ποιν. εφέσεις 125/17 κ.ά., ημερομηνίας 26.4.2018 ) DE.T. Domiki Investment  Ltd v.  Iron  Mountain Cyprus Ltd κ.α., Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερ. 18.01.2024) Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 Α.Α.Δ. 54). Η  αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά, αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.α. (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 691). Στην υπόθεση  Saraiva de  Carvalho v. Portugal  (Application no.15651/89 judgment of 22 April 1994) λέχθηκε ότι η διαπίστωση της αμεροληψίας υπόκειται σε ένα υποκειμενικό έλεγχο στη βάση της προσωπικής πεποίθησης του εκδικάζοντος Δικαστή και σε ένα αντικειμενικό έλεγχο που έγκειται στην παροχή επαρκών εγγυήσεων για τον αποκλεισμό οποιασδήποτε νόμιμης αμφιβολίας ως προς τούτο.

 

Στην Adidas v Krashias Shoe Factory( 1990 1 A.A.Δ 873) επαναλήφθηκε η αρχή ότι όταν η εξαίρεση δικαστή επιδιώκεται αποκλειστικά για λόγους αντικειμενικής αμεροληψίας η αντίδραση του λογικού και δικαιόφρονα πολίτη, ενημερωμένου ως προς τα γεγονότα, αποτελεί κατά κανόνα ασφαλές κριτήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης προκατάληψης (bias). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το ζήτημα επεξηγήθηκε με σαφήνεια στην  Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας (1994) 1Α.Α.Δ. 268) όπου υπομνήσθηκε ότι το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή «είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το  Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές.» Ο ορισμός του μέσου εχέφρονα πολίτη ή αλλιώς αντικειμενικού παρατηρητή επεξηγήθηκε στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας (2008) 2Α.Α.Δ. 279:

«Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο.»

 

Με αναφορά και πάλι στον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pal v. Δημοκρατίας (2010)2 ΑΑΔ 551 υπόμνησε και τα ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση  του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους  του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.»

 

Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή ότι ο Δικαστής δεν επιτρέπεται να οδηγείται σε αβασάνιστη ή εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το  Δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.125/2017 και άλλες, ημερ.26.4.2018 (Αναφορικά με την Αίτηση του Καντούνα και της Καντούνα για άδεια για καταχώρηση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση Αρ. 363/20, ημερομηνίας 15/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:A396).Ούτε και βεβαίως η ευαισθησία του Δικαστή, δύναται να αποτελέσει κριτήριο στη διαπίστωση κωλύματος, παρά μόνο η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει (Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατία 2002 3.A.A.D 80) ( Makrides v. Republic (1984) 2 C.L.R 304) βλ. Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς Μέρος Δ (1) παράγραφος 8).

          [.]

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου De. T. Domiki Investment Ltd v. Iron Mountain Cyprus Limited  κ.ά. (Αίτηση Αρ.1/2024, ημερ.18.1.2024) συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που διέπουν τέτοια αιτήματα, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο, αν και εκτενές, απόλυτα σχετικό απόσπασμα:

 

«Σημασία έχουν τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση[..].

Τα ουσιώδη γεγονότα της Αίτησης έχουν ως ακολούθως: Η Δικαστής, μέχρι και το διορισμό της στη δικαστική υπηρεσία το 2022, εργαζόταν ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Καθ΄ων η Αίτηση, εναγόμενων στην ενώπιον της διαδικασία και ήταν συνάδελφος με το δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται εκ μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση την ενώπιον της αγωγή. Το 2020, όταν οι Καθ’ ων η Αίτηση έδωσαν οδηγίες στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο για να τους εκπροσωπήσει στην αγωγή, η  Δικαστής εργαζόταν στο γραφείο αυτό. Η Αιτήτρια δεν επικαλείται την οιανδήποτε ανάμιξη της Δικαστού στην υπόθεση την περίοδο που ήταν δικηγόρος. Ούτε ότι η  Δικαστής είχε ή έχει φιλική ή συγγενική σχέση ή γνωριμία με οιονδήποτε πρόσωπο που σχετίζεται με τις Καθ’ ων η Αίτηση.

 

Είναι με το πιο πάνω υπόβαθρο που ζητείται η  εξαίρεση της Δικαστού για λόγους, διευκρινίζεται, αντικειμενικής αμεροληψίας.[…]

Στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούλιος 2022) που εξεδόθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο μέρος «Δ. ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ», «1. Προσωπικές σχέσεις και αποκλεισμός δικαστή από την εκδίκαση υπόθεσης» αναφέρονται τα εξής σχετικά:

 

«4. Η φιλία ή προηγούμενη επαγγελματική σχέση με δικηγόρο διαδίκου γενικώς δεν θεωρείται επαρκής λόγος για αποκλεισμό.

5. Το γεγονός ότι συγγενής του δικαστή, άλλος από τα πρόσωπα για τα οποία εφαρμόζεται η προαναφερθείσα Δικαστική Πρακτική, είναι συνέταιρος ή εργοδοτούμενος σε δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί διάδικο ενώπιον του, δεν αποτελεί, από μόνο του, λόγο για εξαίρεση. Το ζήτημα κρίνεται υπό το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένης της στενότητας των μεταξύ τους σχέσεων και του βαθμού ανάμειξης του εν λόγω προσώπου στο χειρισμό της υπόθεσης.

6. Προηγούμενη επαγγελματική σχέση του δικαστή ως πελάτη με διάδικο δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για εξαίρεση, πλην όμως ο δικαστής θα πρέπει να προβληματίζεται και να αξιολογεί κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης είναι δυνατό να προκληθεί κίνδυνος για εξ αντικειμένου έλλειψη αμεροληψίας».

 

Το γεγονός και μόνο ότι η Δικαστής εργαζόταν στο ίδιο δικηγορικό γραφείο με το δικηγόρο που χειρίζεται την ενώπιον της αγωγή, δηλαδή ότι ήταν συνάδελφοι δικηγόροι στο ίδιο δικηγορικό γραφείο, δεν είναι λόγος που επιβάλλει την  εξαίρεση της. Ούτε και το γεγονός ότι η υπόθεση ετύγχανε χειρισμού στο γραφείο στο οποίο εργαζόταν η  Δικαστής ως δικηγόρος, σε περίοδο που η ίδια εργαζόταν στο γραφείο αυτό, εφόσον ουδεμία ανάμιξη είχε στο χειρισμό της υπόθεσης και ουδεμία σχέση είχε ή έχει με τις Καθ’ ων η Αίτηση ή πρόσωπα που συνδέονται με αυτές.

 

Στην ενώπιον μας αγόρευση τους οι δικηγόροι της Αιτήτριας επιχειρηματολόγησαν ότι «είναι λογικό, στο μυαλό του ανεξάρτητου δικαιόφρωνα πολίτη, να δημιουργείται το σπέρμα της αμφιβολίας ως προς την μεροληψία του  Δικαστηρίου καθότι στην μικρή κοινωνία της Κύπρου και στην ακόμα πιο μικρή επαγγελματική κοινωνία των δικηγόρων, πόσο μάλλον των δικηγορικών γραφείων, είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό να δημιουργούνται διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ συναδέλφων, να ανταλλάσσονται απόψεις για υποθέσεις και να συζητούνται θέματα γενικότερα».

 

Μας φαίνεται ότι η επιχειρηματολογία εκφεύγει του πραγματικού υπόβαθρου της Αίτησης, που περιλαμβάνει και τις διευκρινίσεις που έδωσε η Δικαστής και μεταφέρονται στην Αίτηση χωρίς να αμφισβητούνται. Ο μέσος εχέφρων πολίτης, δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής, γνωρίζει στην περίπτωση μας ότι η  Δικαστής ουδεμία ανάμιξη είχε στην υπόθεση και θα κρίνει με αυτό το δεδομένο. Στην περίπτωση που θα είχε παραμείνει ανοικτό το ενδεχόμενο η Δικαστής να είχε τότε συζητήσει την υπόθεση με το συνάδελφο της, εάν αυτό υπονοείται τώρα, ή με οιονδήποτε άλλο, τότε το ζήτημα της  εξαίρεσης της θα κρινόταν σε διαφορετική βάση. Καταλήγουμε ότι ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, αλλά ούτε και οι δύο λόγοι μαζί, «η σωρευτική τους ισχύ» κατά την Αιτήτρια, δικαιολογούν, στις περιστάσεις της υπόθεσης, την εξαίρεση της Δικαστού από την εκδίκαση της.

Τελειώνουμε με την υπόμνηση στη Μιχαηλίδης, ότι η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης.»

 

Σχετικές επί του θέματος είναι και οι επισημάνσεις, εν είδει obiter, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Β (Πολιτική Αίτηση αρ.174/2023, ημερομηνίας 20/12/23) τις οποίες παραθέτω:

 

«Παρά το γεγονός η περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα, καθίσταται εκ των πραγμάτων ατελέσφορη, εκ του περισσού και τηλεγραφικά πάντα, θα μπορούσε να σημειωθεί πως ούτος ή άλλως, το συγκεκριμένο αίτημα, δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Εκ του νόμου τα μέλη του Δικαστικού σώματος, πριν την κλήση τους για ανάληψη του υψηλού λειτουργήματος του Δικαστή, ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου, διατηρώντας δικηγορικά γραφεία ή συνεργαζόμενοι με άλλους δικηγόρους. Η πραγματικότητα αυτή, εκ του νόμου προβλεπόμενη και ρυθμιζόμενη, δεν αναδεικνύει, από μόνη της, εκ πρώτης όψεως έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας ως το ζήτημα επιχειρήθηκε να αναδειχθεί στην υπό συζήτηση περίπτωση από τον αιτητή […]»

 

          Με βάση τα πραγματικά γεγονότα όπως επεξηγούνται στην αρχή της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο εργαζόταν στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την αιτήτρια πριν δεκατρία χρόνια ενώ στη δικαστική υπηρεσία διορίστηκε τρία χρόνια μετά που έπαυσε να εργάζεται στην εν λόγω δικηγορική εταιρεία. Με αυτά τα δεδομένα, ο αντικειμενικός παρατηρητής όπως ορίστηκε στην Typye δύσκολα θα θεωρούσε ότι το Δικαστήριο δεν ενεργεί αμερόληπτα. Αντίθετα, εάν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις το Δικαστήριο υιοθετούσε την εισήγηση του ενδιαφερομένου μέρους και εξαιρείτο από την εκδίκαση της υπόθεσης, αυτό θα ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητη παραίτηση εκτέλεσης του καθήκοντός του να εκδικάσει την υπόθεση που αναλογεί στο πινάκιό του κατά παράβαση του οδηγού δικαστικής συμπεριφοράς αλλά και στέρηση του έτερου διάδικου στην υπόθεση, δηλαδή της αιτήτριας, του αρμόδιου δικαστή στον οποίο ανατέθηκε η υπόθεση από το πρωτοκολλητείο κατά παράβαση της αρχής του νόμιμου δικαστή.

 

Σημειώνεται, επιπρόσθετα, ότι το ενδιαφερόμενο μέρος παραλείπει από τις 23.10.2025 που ορίστηκε το προσωρινό διάταγμα επιστρεπτέο να καταχωρήσει ένσταση έτσι ώστε να προχωρήσει η εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης της αιτήτριας ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε όχι με την πρώτη ευκαιρία που είχε το ενδιαφερόμενο μέρος αλλά τέσσερεις μήνες αργότερα και μετά από αρκετές δικασίμους και αφότου απορρίφθηκε το διάβημα στο οποίο προέβη το ενδιαφερόμενο μέρος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου χωρίς, όμως, να στηρίζεται σε γεγονότα που προέκυψαν ενδιάμεσα αλλά πριν δεκατρία έτη και που ήταν γνωστά στο ενδιαφερόμενο μέρος εξ αρχής αλλά και που εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Μέρους Δ του οδηγού «η προηγούμενη επαγγελματική σχέση με δικηγόρου διαδίκου» δεν θεωρείται επαρκής λόγος για αποκλεισμό. 

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η ενδιάμεση αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους απορρίπτεται.

 

Σε σχέση με την ενδιάμεση αίτηση της αιτήτριας δίδονται οδηγίες για την καταχώρηση της ένστασης του ενδιαφερόμενου μέρους μέχρι τις 13.7.2026, της γραπτής αγόρευσης αγόρευσης της αιτήτριας μέχρι τις 3.8.2026, της γραπτής αγόρευσης του καθ’ ου η αίτηση μέχρι τις 28.8.2026 και της γραπτής αγόρευσης του ενδιαφερόμενου μέρους μέχρι τις 18.9.2026.

 

Η ενδιάμεση αίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 23.9.2026 στις 9.15 π.μ.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο