ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1162/2020)
24 Ιουνίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
SIPHEPHISIWE JAHWAYA,
Αιτήτρια,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Νικολέττα Χαραλαμπίδου, για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Αθανασία Αχιλλέως, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αμφισβητεί την νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία της κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 16.10.2020, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Η αιτήτρια είναι υπήκοος Ζιμπάμπουε. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 9.1.2002, προκειμένου να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Έκτοτε, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ανανέωνε τις σχετικές άδειες προσωρινής παραμονής της στη Δημοκρατία, για εργασία ως οικιακή βοηθός.
Στις 6.9.2010, υπέβαλε την επίδικη αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Δέκα χρόνια αργότερα, κλήθηκε να παρουσιαστεί σε προσωπική συνέντευξη, η οποία έλαβε χώρα στις 15.9.2020. Η λειτουργός που διεξήγαγε τη συνέντευξη, ετοίμασε έκθεση ημερομηνίας 17.9.2020, με απορριπτική εισήγηση, την οποία και υπέβαλε ενώπιον του Υπουργού προς έγκριση. Ο Υπουργός Εσωτερικών ενέκρινε την υποβληθείσα απορριπτική εισήγηση στις 9.10.2020, απόφαση που της γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 16.10.2020, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 06/09/2010 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί, καθότι έχει διαπιστωθεί ότι οι δεσμοί σας με τη Δημοκρατία είναι καθαρά εργασιακοί».
Η νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής αποφάσεως, συνιστά το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, μέσα από την γραπτή της αγόρευση, διατείνεται πως η επίδικη διοικητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας, αφού δεν ελήφθη καθόλου υπόψη το γεγονός ότι η αιτήτρια διαμένει κατά τα τελευταία είκοσι έτη στη Δημοκρατία, έχει ενταχθεί στην κυπριακή κοινωνία, μιλά την ελληνική γλώσσα και έχει αντικειμενικά αναπτύξει, όλα αυτά τα χρόνια, όλους τους επαγγελματικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Κύπρο, συνεισφέρει με την απασχόλησή της, καταβάλλοντας τις κοινωνικές της ασφαλίσεις, είναι δε καλού χαρακτήρα. Κατά τις εισηγήσεις, όλοι οι αλλοδαποί έχουν εργασιακή σχέση με την χώρα στην οποία εργάζονται, κάτι όμως που δεν αποκλείει τη δημιουργία άλλων δεσμών, ιδίως στην προκειμένη περίπτωση που η αιτήτρια μιλά την ελληνική γλώσσα, βρίσκεται στη Δημοκρατία για δύο δεκαετίες, οδηγεί και αυτοκίνητο που της αγόρασε ο εργοδότης της, είναι χριστιανή, γνωρίζει τα κυπριακά ήθη και έθιμα, γνωρίζει πολιτικές πτυχές σχετικά με το κυπριακό πρόβλημα. Κατά τις εισηγήσεις, όλα τα πιο πάνω, αποδεικνύουν πως η αιτήτρια είναι ενταγμένη στην κυπριακή κοινωνία.
Προβάλλεται η θέση πως ο λόγος για τον οποίο απερρίφθη η αίτηση, ήτοι το γεγονός ότι η Δημοκρατία δεν έχει όφελος από την πολιτογράφηση, ούτε και εξυπηρετείται καθ΄ οποιονδήποτε τρόπο το δημόσιο συμφέρον, δεν αποτελεί λόγο που εξετάζεται στα πλαίσια του άρθρου 111 του Νόμου, αλλά αφορά την παραχώρηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης για λόγους δημοσίου συμφέροντος, βάσει του άρθρου 111Α του Νόμου.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος της, κάνοντας αναφορά στην Reyes ν. Δημοκρατίας (2018) 3 Α.Α.Δ. 731, υπέδειξε πως η διαπίστωση ότι ένας αλλαδαπός δεν έχει δεσμούς με τον τόπο, είναι κρίση που δύναται να αποδοθεί σε κάθε αλλοδαπό και προς τούτο, θα πρέπει να τύχει διερεύνησης κάθε στοιχείο δυνάμενο να επιδράσει στη μόρφωση της τελικής απόφασης της διοίκησης. Το γεγονός ότι ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας, αυτό δεν αποκλείει το γεγονός ότι έχει αναπτύξει και άλλους δεσμούς, ενώ υποβάλλει και τη θέση πως από την αίτησή της, απουσιάζει η τελευταία σελίδα στην οποία περιέχονται οι εγγυητές της, ήτοι Κύπριοι που την γνωρίζουν.
Εν τέλει, εγείρεται και ο ισχυρισμός πως το διάστημα που διέρρευσε από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, έως την εξέταση αυτής, ήτοι 10 χρόνια, δεν υπήρξε εύλογο και ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της καλής πίστης. Σημειώνεται πως ο ισχυρισμός περί λήψης της απόφασης από αναρμόδιο όργανο, απεσύρθη κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων.
Από την άλλη, η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, αφού παρέθεσε τις σχετικές νομολογιακές αρχές επί του θέματος, τονίζοντας και την ευρεία διακριτική εξουσία του Υπουργού Εσωτερικών κατά την εξέταση αυτού του είδους αιτήσεων, με μόνο περιορισμό την καλόπιστη εξέταση, υπέδειξε πως ορθά και νόμιμα αυτή έτυχε απορριπτικής κατάληξης, τονίζοντας το εργασιακό της καθεστώς και το γεγονός ότι ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και να στέλνει λεφτά στην οικογένειά της, λόγω φτώχειας. Αυτό κατά τις εισηγήσεις, υποδεικνύει και την έλλειψη δεσμών με την Δημοκρατία, ενώ διατείνεται δεν παρήλθε ούτε και ο εύλογος χρόνος για την εξέταση της αιτήσεως.
Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για την δυνατότητα απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη της Δημοκρατίας, από αλλοδαπό πρόσωπο, είναι πολύ καλά γνωστές. Αυτές περιλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό με τα όσα ορίζονται και στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου.
Οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του θέματος, επαναλήφθηκαν εκ νέου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.3.2024, ομοίως και της προσφάτως εκδοθείσας απόφασης στην Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.2.2026.
Στις πιο πάνω αναφερόμενες αποφάσεις, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, επανέλαβε τη διαχρονική νομολογιακή αρχή πως, η πολιτογράφηση συνιστά μία εξουσία, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης.
Σύμφωνα με τα νομολογιακά κριθέντα, δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης ενός αλλοδαπού προσώπου, παρά μόνον προσδοκία πως δια της δέουσας υποβολής αίτησης, το αίτημα θα αξιολογηθεί προσηκόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης και εξατομικευμένης κρίσης, κατά την άσκηση της παρεχόμενης, προς τη διοίκηση, ευρείας διακριτικής ευχέρειας (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496, Ε.Δ.Δ. 205/2019 Nagorny ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.10.2024).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ε.Δ.Δ. 18/2017, Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, υπεδείχθη, εκ νέου, πως η ύπαρξη των τυπικών προσόντων του άρθρου 111 (Τρίτος Πίνακας) του Νόμου, απλώς δημιουργεί το δικαίωμα για την υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και δεν δημιουργεί υποχρέωση χορήγησης υπηκοότητας, καθότι αυτό θα ήταν ασύμβατο με την έννοια της κυριαρχίας του κράτους.
Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τα ενώπιον μου στοιχεία και προσωπικά δεδομένα της αιτήτριας, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο από το έτος 2002, βάσει εργασιακού καθεστώτος και για όλα τα χρόνια της παραμονής της, είχε πάντοτε νόμιμη παραμονή. Παρόλα αυτά, κατά πάγια νομολογία, η κατοχή και μόνον των τυπικών προσόντων που ορίζονται στη σχετική νομοθεσία, που εν προκειμένω πληρούνταν εκ μέρους της αιτήτριας, δεν αρκεί και δεν παρέχεται αυτόματα το δικαίωμα στον αλλοδαπό για πολιτογράφηση. Η εξουσία για απόδοση της κυπριακής υπηκοότητας σε αλλοδαπό πρόσωπο, εναποτίθεται στον Υπουργό Εσωτερικών, ο οποίος θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα ενώπιον του στοιχεία, σταθμίζοντας παράλληλα, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες εκάστου αιτητή.
Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση της αιτήτριας, απερρίφθη λόγω του ότι οι δεσμοί της με την Δημοκρατία, είναι καθαρά εργασιακοί. Στο σημείο αυτό, αναφέρεται πως εντός του Τεκμηρίου 1, εντοπίζεται η αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, καθώς και η τελευταία σελίδα της αιτήσεως, στην οποία γίνεται αναφορά στους Κύπριους υπηκόους που γνωρίζουν την αιτήτρια (σελιδώσεις 311-308), τούτο εις απάντηση στις θέσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της.
Στο Έντυπο της προσωπικής συνέντευξης της αιτήτριας, καθώς και στην εκπονηθείσα έκθεση της λειτουργού του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, καταγράφεται, σε σχέση με τους οικογενειακούς της δεσμούς στη Δημοκρατία, πως στην Κύπρο διαμένει μία από τις αδελφές της, η οποία επίσης εργάζεται ως οικιακή βοηθός στην Πάφο. Λαμβάνει από την εργασία της το μηνιαίο ποσό των €625, ενώ σε σχέση με τους κοινωνικούς της δεσμούς, αναφέρεται πως ομιλεί την ελληνική γλώσσα, είναι χριστιανή καθολική και φαίνεται πλήρως προσαρμοσμένη λόγω των πολλών χρόνων που διαμένει στην Κύπρο. Όπως αναφέρει η λειτουργός, η αιτήτρια δεν έχει ιδιαίτερους κοινωνικούς δεσμούς με την Δημοκρατία και πως ο βασικός λόγος που διαμένει στην Κύπρο, είναι η διαφορετική ζωή από την Ζιμπάμπουε.
Στην καταληκτική εισήγηση της εκθέσεώς της, η οποία υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών αναφέρονται τα εξής:-
«Παρόλο που η αιτήτρια φαίνεται να έχει ενταχθεί στην Κυπριακή κοινωνία ανέφερε ότι τα πρώτα χρόνια έστελνε τους μισθούς της στη χώρα της και ότι έκτισε σπίτι στο οποίο διαμένει ο αδελφός της και διαμένει και η ίδια όταν επισκέπτεται τη χώρα της. Ο λόγος που θέλει την κυπριακή υπηκοότητα είναι για να διαμένει και να εργάζεται όταν ο εργοδότης της αποβιώσει.»
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, προκύπτει πως δεν αποτέλεσε λόγο απόρριψης της αιτήσεως η μη εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, όπως διατείνεται η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας. Δεν ευσταθεί, επομένως, η θέση της πως υπήρξε πεπλανημένη αναφορά στις απαιτήσεις του άρθρου 111Α του Νόμου, στις διατάξεις του οποίου γίνεται μνεία για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος από την πολιτογράφηση, αντί σε ό,τι αφορά το άρθρο 111.
Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Reyes (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε και η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ύπαρξη των τυπικών κριτηρίων, δεν οδηγεί αυτομάτως και άνευ ετέρου σε έγκριση, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, όπως η δυνατότητα ενσωμάτωσης του εκάστοτε αιτητή στο Κυπριακό περιβάλλον, η ειλικρινής επιθυμία του να καταστεί Κύπριος πολίτης, λαμβανομένου υπόψη ότι επέδειξε καλή διαγωγή, ότι έμαθε και ομιλεί ικανοποιητικά την Ελληνική γλώσσα, τις γνώσεις του για τον Κυπριακό πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά τη συμμετοχή του στον ντόπιο τρόπο ζωής. Ως κρίθηκε από την Ολομέλεια, τα πιο πάνω στοιχεία, εκτιμώνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα.
Τα όσα προέκυψαν από την προσωπική συνέντευξη της αιτήτριας, έχουν περιληφθεί στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, προκειμένου ο ίδιος να λάβει απόφαση. Σημειώνεται, βεβαίως, η πολύ μεγάλη καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εξέταση της αιτήσεως, αφού χρειάστηκαν συνολικά δέκα έτη για την εξέτασή της. Για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εξέταση της υποβληθείσας αιτήσεως, γίνεται αναφορά στην έκθεση της λειτουργού η οποία υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, όπως αυτή περιέχεται στις σελιδώσεις 320 – 316 του Τεκμηρίου 1, σύμφωνα με την οποία η αίτηση που υπεβλήθη στις 6.9.2010, δεν είχε ανευρεθεί και πως εφαλτήριο για την εξέτασή της, αποτέλεσε προσφυγή που άσκησε η αιτήτρια για παράλειψη απάντησης.
Διαπιστώνω πως πράγματι, υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εξέταση της αιτήσεως, ήτοι δέκα έτη, όμως, η αιτήτρια, δεν επεξηγεί στην γραπτή της αγόρευση, σε τι την επηρέασε αυτή η καθυστέρηση. Δεν αναφέρεται οτιδήποτε από την ίδια ως προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ συνέχισε να υποβάλλει αιτήσεις για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της, η οποία και ανανεωνόταν χωρίς να αντιμετωπίζει κάποιο εμπόδιο.
Τα όσα προέκυψαν από την προσωπική της συνέντευξη, έχουν περιληφθεί στην έκθεση που υπεβλήθη ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών. Τόσο η γνώση της ελληνικής γλώσσας, ότι είναι χριστιανή καθολική, καθώς και το γεγονός πως φαίνεται πλήρως προσαρμοσμένη στην κυπριακή κοινωνία. Η κατάληξη όμως της λειτουργού, είναι πως, παρόλα αυτά, η σχέση της δεν παύει παρά να είναι εργασιακή και χωρίς κανένα οικογενειακό δεσμό, κάτι που αποτελεί γεγονός.
Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν και στην Ε.Δ.Δ. 130/2020, Arakelian ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.3.2025, εκείνο που θα μπορούσε να εκθεμελιώσει το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης διακριτικής ευχέρειας, είναι το κατά πόσον μπορεί ο εκάστοτε αιτητής να καταδείξει ότι υπήρξε κακοπιστία ή αυθαιρεσία της διοίκησης, σε επίπεδο συνολικής αξιολόγησης των δεδομένων του και όχι μεμονωμένων ενεργειών.
Από αυτή τη συνολική αξιολόγηση των δεδομένων της αιτήτριας, δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη, είτε κακοπιστίας, είτε και αυθαιρεσίας της διοίκησης. Δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που δεν καταγράφηκε, ή που δεν έχει ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, καταλήγω πως τα δεδομένα της αιτήτριας, τέθηκαν υπόψη του Υπουργού Εσωτερικών, τα οποία σταθμίστηκαν και εκτιμήθηκαν νομίμως και εντός της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού Εσωτερικών (Nagorny (ανωτέρω)). Εξάλλου, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας, παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224).
Τέλος, σημειώνεται πως η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη διοίκηση, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο επεμβαίνει μόνο εάν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του φακέλου, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, που δεν είναι όμως η περίπτωση.
Για τους προαναφερόμενους λόγους διαπιστώνω πως δεν υπήρξε παράβαση, ούτε της καλής πίστης, ούτε και της χρηστής διοίκησης, η δε κατάληξη, κρίνεται πως είναι αποτέλεσμα δέουσας και επαρκούς έρευνας.
Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο